PAK ESTATES LTD διά του Διαχειριστή και Παραλήπτη αυτής Μάριου Καλλία ν. G.A.A. BEAUTE LTD, Αρ. Αγωγής 3693/2012, 12/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A442 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Τ.Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3693/2012 Μεταξύ: PAK ESTATES LTD διά του Διαχειριστή και Παραλήπτη αυτής Μάριου Καλλία Ενάγουσα και G.A.A. BEAUTE LTD Εναγομένη 12 Δεκεμβρίου,
- Αίτηση εναγομένης - αιτήτριας ημερομηνίας 12.8.2013 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια/Εναγόμενη: κα Γεωργιάδου Για την Καθ' ης η Αίτηση/Ενάγουσα: κ. Μιχαήλ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες πέτυχαν την έκδοση συνοπτικής απόφασης/διατάγματος για άμεση ανάκτηση της κατοχής ενός ακινήτου τους. Βάση της αγωγής ήταν η παράνομη επέμβαση. Ζητούσαν και αποζημιώσεις, απαίτηση που εγκαταλείφθηκε. Η απόφαση δόθηκε στις 28.6.
- Ακολούθησε η παρούσα αίτηση, με την οποία οι εναγόμενοι ζητούν την αναστολή της εν λόγω απόφασης εκκρεμούσης εφέσεως που καταχώρησαν στο μεταξύ. Αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της διευθύντριας των εναγομένων κας Άντρης Γεωργίου που συνοδεύει την αίτηση ότι η έφεση έχει μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας λέγοντας, μεταξύ άλλων, ότι το Δικαστήριο παρεγνώρισε τελείως τις δικογραφημένες βάσεις υπεράσπισης των εναγομένων και κυρίως τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους ότι αυτοί υπενοικίαζαν νομίμως το επίδικο υποστατικό. Αναφέρει η κα Γεωργίου ότι οι εναγόμενοι δεν κατέχουν παράνομα το επίδικο υποστατικό, αλλά το έχουν υπενοικιάσει από το Μάρτιο του 2010 και λειτουργούν σε αυτό επιχείρηση κομμωτηρίου και παροχής υπηρεσιών περιποίησης προσώπου και σώματος. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι οι εναγόμενοι έχουν εξοπλίσει πλήρως το επίδικο υποστατικό με όλα τα απαραίτητα μηχανήματα και έπιπλα μεγάλης οικονομικής αξίας. Πέραν τούτου, αναφέρει ότι στην επιχείρηση των εναγομένων εργοδοτούνται σήμερα άλλα 13 άτομα. Ως εκ των άνω, είναι η θέση των εναγομένων ότι εάν δεν ανασταλεί η πρωτόδικη απόφαση, οι εναγόμενοι θα αναγκαστούν να τερματίσουν αμέσως τις δραστηριότητές τους με τεράστια οικονομική ζημία για τους ίδιους, αλλά και με δυσμενή επηρεασμό άλλων ανθρώπων. Αντίθετα, εάν η εκτέλεση της απόφασης ανασταλεί, δεν πρόκειται να παραβιαστεί οποιοδήποτε δικαίωμα των εναγόντων, ούτε να υποστούν οποιαδήποτε ζημία ή απώλεια. Οι ενάγοντες, από την άλλη, ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι η αναστολή θα τους προκαλέσει ανεπανόρθωτη οικονομική ζημία και θα εδραιώσει την παράνομη επέμβαση τη στιγμή που οι αιτητές δεν προσφέρουν καμιά εξασφάλιση έτσι ώστε να ήταν δυνατόν να εξεταστεί το ενδεχόμενο να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης. Η αναστολή, λέγουν περαιτέρω, θα παραβίαζε το δικαίωμά τους να αποκομίσουν τους καρπούς της επιτυχίας τους, αλλά και αντίκειται προς το δημόσιο συμφέρον περί ταχείας απονομής της δικαιοσύνης και τελεσφόρησης των δικαστικών διαδικασιών. Ειδικότερα, στην ένορκη δήλωση του παραλήπτη / διαχειριστή της ενάγουσας εταιρείας κου Μάριου Καλλία που συνοδεύει την ένσταση, αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός της άλλης πλευράς ότι έχουν υπενοικιάσει το υποστατικό από το Μάρτιο του 2010 δεν ευσταθεί. Εκείνο που υπήρξε ήταν μια έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 26.3.2010 μεταξύ της εταιρείας Andri Georgiou (Coiffure) Ltd και της εναγόμενης εταιρείας, δια της οποίας η πρώτη εταιρεία επώλησε στη δεύτερη την επιχείρηση, τον εξοπλισμό και άλλα περιουσιακά στοιχεία, στα οποία περιελαμβάνετο, μεταξύ άλλων, και η άδεια χρήσης του επίδικου υποστατικού. Όμως, η εν λόγω συμφωνία ακυρώθηκε από το Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής 628/07 Ε.Δ. Λευκωσίας, αναφορικά με τον περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμο, Κεφ.
- Όταν το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, είχε σημειώσει ότι στην εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση «το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει, αλλά ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προσβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δίνει το δικαίωμα στον εναγόμενο να ακουστεί». Υπέδειξε, περαιτέρω, ότι το ζητούμενο δεν ήταν κατά πόσο η υπεράσπιση είχε βεβαιότητα επιτυχίας και ότι ήταν αρκετό να καταδειχθεί μια καλή πιθανότητα επιτυχίας. Ακολούθως το Δικαστήριο σημείωσε ότι η ένσταση δεν συνοδευόταν από ένορκη δήλωση ώστε να είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα προς υποστήριξη της ένστασης και ότι ο ισχυρισμός περί υπενοικίασης από «κάποια Άντρη Γεωργίου» φαινόταν μόνο στην υπεράσπιση που στο μεταξύ είχε καταχωριστεί στις 5.12.2012, ενόσω δηλαδή εκκρεμούσε η αίτηση για συνοπτική απόφαση. Το μόνο που αναφερόταν στην ένσταση ήταν ότι τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται εμφαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν κατεδείχθη οποιαδήποτε υπεράσπιση αναφέροντας ειδικότερα ότι η προαναφερθείσα ακύρωση ως δόλιας της συμφωνίας ημερομηνίας 26.3.2010 αποτέλεσε κοινό έδαφος. Έκρινε πως όχι μόνον οι ισχυρισμοί αυτοί δεν προβλήθηκαν με ένορκη δήλωση, αλλά και πως τα αναφερόμενα σχετικώς στην υπεράσπιση ήταν νεφελώδεις τοποθετήσεις και εντελώς αόριστοι, χωρίς καμιά λεπτομέρεια ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν δικαιολογούσαν το δικαίωμα προβολής τους σε υπεράσπιση. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας, εισηγήθηκε ότι η παραπάνω στάση των εναγομένων, αλλά και το γεγονός ότι κατά την ακρόαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση η αγόρευση του δικηγόρου τους περιορίστηκε μόνο στο θέμα των αποζημιώσεων, χωρίς να κάνει οποιαδήποτε αναφορά στο θέμα της ύπαρξης ή μη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, υποδηλώνουν, όχι μόνο ότι η υπεράσπιση που καταχωρίστηκε ήταν τυπική και υποτυπώδης, αλλά και ότι κατ' ουσίαν οι εναγόμενοι παραδέχονται εμμέσως την ανυπαρξία υπεράσπισης. Σχολίασε, στη συνέχεια, τον ισχυρισμό περί υπενοικίασης καταλήγοντας ότι το υποστατικό κατέχεται παράνομα. Ως προς τους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς περί ανεπανόρθωτης οικονομικής ζημίας ανέφερε ότι αυτοί είναι γενικοί και ανυποστήρικτοι από οποιοδήποτε στοιχείο. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας υπέδειξε ότι οι εναγόμενοι δεν πρότειναν οποιαδήποτε εναλλακτική λύση, οποιοδήποτε όρο ή χρηματικό αντίτιμο ή οποιαδήποτε εξασφάλιση των εναγόντων, παρά μόνο ζητούν αναστολή της εκτέλεσης και συνέχιση της παράνομης κατοχής για όσα χρόνια κρατήσει η εκκρεμοδικία. Η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγομένων, τόνισε ότι εφόσον η εκτέλεση της απόφασης συνίσταται σε παράδοση κατοχής του υποστατικού, αναπόφευκτο αποτέλεσμα αυτής θα είναι η παύση των εργασιών της επιχείρησης των εναγομένων. Τότε, η έφεση θα καταστεί πλέον άνευ αντικειμένου γιατί στο μεταξύ η επιχείρηση των εναγομένων ουσιαστικά θα καταστραφεί με συντριπτικές οικονομικές συνέπειες για τους ίδιους, αλλά και για τους εργοδοτουμένους τους. Αντίθετα, οι ενάγοντες δεν θα υποστούν καμία ανεπανόρθωτη ζημία καθώς οι εναγόμενοι είναι σε θέση να δεχθούν οποιαδήποτε διαταγή του Δικαστηρίου που να ισοζυγίζει τα συμφέροντά τους με αυτά των εναγόντων. Αναφέρει, περαιτέρω, η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγομένων, ότι η πιθανότητα θετικής έκβασης της έφεσης είναι αρκετά ισχυρή καθότι είναι έκδηλο ότι οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση λόγω της ύπαρξης συμφωνίας και κακώς τους αφαιρέθηκε το δικαίωμα να εκθέσουν τις θέσεις τους σε κανονική δίκη, ενώ υπήρχε ήδη καταχωρημένη υπεράσπιση στο φάκελο του Δικαστηρίου. Αναφέρει ακόμα ότι το Δικαστήριο λανθασμένα δέχθηκε τους ισχυρισμούς του Μάριου Καλλία, ο οποίος, στερούμενος προσωπικής γνώσης, δεν ήταν σε θέση να ορκισθεί ως προς την αλήθεια των γεγονότων. Το ζήτημα διέπεται από το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου και από τη Δ.35 κ. 18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών. Οι νομικές αρχές δεν αμφισβητήθηκαν. Αντιθέτως, η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγομένων υπέδειξε ότι ο κανόνας είναι πως η έφεση δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα και ότι "on the contrary, the court's inherent jurisdiction to stay the execution of a judgment or order is limited in its extent"[1] (βλ. επίσης Χ'' Ευαγγέλου v. Dorami Marine Ltd and others
(1991)1 ΑΑΔ 172). Τούτου δοθέντος, θα πρέπει το Δικαστήριο να εξισορροπήσει δύο αντικρουόμενες αρχές, ήτοι αφενός την ανάγκη τελεσιδικίας ώστε ο επιτυχών διάδικος να μην στερείται χωρίς ουσιαστικό λόγο τον καρπό της επιτυχίας του και αφετέρου την ανάγκη το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο αποτελεί δικαίωμα του διαδίκου, να μην χάνει την αποτελεσματικότητά του. Στην προσπάθεια εξισορρόπησης επιβάλλεται η στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με τους υπό εξισορρόπηση παράγοντες. Σε περίπτωση δε που το Δικαστήριο θα προχωρήσει σε αναβολή θα πρέπει να επιβάλει τέτοιους όρους ώστε να εξασφαλίζεται και πάλι ένα υγιές ισοζύγιο μεταξύ των αλληλοσυγκρουομένων συμφερόντων[2]. Τέλος, η νομολογία ορίζει ότι η προοπτική επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά στις πλείστες περιπτώσεις οριακής σημασίας και ότι αποκτά σπουδαιότητα μόνο εκεί όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς το αποτέλεσμα της έφεσης.[3] Αφενός, είναι το δικαίωμα των εναγόντων να έχουν πραγματικό όφελος από μια απόφαση που έλαβαν πριν έξι μήνες. Απόφαση, μάλιστα, συνοπτική μετά που το δικαστήριο έκρινε ότι οι εναγόμενοι στερούνται υπεράσπισης. Αυτό το τελευταίο βέβαια αποτελεί αντικείμενο της έφεσης. Δεν μπορεί όμως να παραβλεφθεί ότι οι εναγόμενοι στη διαδικασία για συνοπτική απόφαση δεν παρουσίασαν ένορκη δήλωση «to show cause against such application» όπως επιβάλλεται από τη Δ.18 κ.3 (α) προς ικανοποίηση του δικαστηρίου ότι είχαν «a good defence to the action on the merits or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend" (Δ.18 κ.1(α)). Τέτοια ένορκη δήλωση ή ένορκη εξέταση του εναγομένου αποτελεί προϋπόθεση για να του δοθεί άδεια για υπεράσπιση σύμφωνα με τη Δ.18 κ.3(α). Eν προκειμένω, ως άνω, οι ισχυρισμοί των εναγομένων δεν προβλήθηκαν με ένορκη δήλωση ή άλλη μαρτυρία, αλλ' απλώς περιελήφθησαν κατά τρόπο αόριστο στην υπεράσπιση, η οποία μάλιστα καταχωρίστηκε χωρίς άδεια εκκρεμούσης της αίτησης για συνοπτική απόφαση, της διαδικασίας δηλαδή στην οποία θα μπορούσε να είχε δοθεί άδεια για υπεράσπιση. Αυτά είναι δεδομένα που δεν μπορούν να παραβλεφθούν, εφόσον συνηγορούν υπέρ της διαπίστωσης ότι πρόκειται για περίπτωση που η πρόβλεψη για το αποτέλεσμα της έφεσης αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Αφετέρου, είναι η ανάγκη να μην αφεθεί η έφεση τελικά χωρίς πραγματικά αντικείμενο με δυσμενείς συνέπειες για τους εναγόμενους και άλλα πρόσωπα. Γίνεται αντιληπτό ότι εάν η απόφαση εκτελεστεί και εν συνεχεία ανατραπεί, δύσκολα θα μπορούσε να αποκατασταθεί η σημερινή κατάσταση. Ποία όμως είναι η σημερινή κατάσταση της οποίας τη μη ανατροπή επικαλούνται ως το βασικό τους επιχείρημα οι εναγόμενοι; Είναι ότι οι εναγόμενοι, παρά την απόφαση του δικαστηρίου, συνεχίζουν να κατακρατούν την περιουσία των εναγόντων για μήνες χωρίς να προσφέρουν στην πράξη οποιοδήποτε αντάλλαγμα ή εξασφάλιση στους ιδιοκτήτες και επιτυχόντες διαδίκους. Το μόνο σχετικό, είναι μια δήλωση στην αγόρευση της δικηγόρου τους ότι είναι σε θέση να καταβάλουν κάποιο χρηματικό ποσό μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης. Τίποτε όμως που να δεικνύει ότι όντως είναι πρόθυμοι και έτοιμοι για ουσιαστική εξασφάλιση των εναγόντων. Η όλη στάση των εναγομένων στο βαθμό που μπορεί αλλά και πρέπει να αξιολογηθεί για τις ανάγκες της παρούσας αίτησης, δεν υποδηλώνει ειλικρινή προσπάθεια να προωθηθεί η υπεράσπιση. Αντιθέτως, διαφαίνεται προσπάθεια αθέμιτης εκμετάλλευσης των διαδικασιών ώστε να κερδηθεί χρόνος σε βάρος της άμεσης εκτελεστότητας της απόφασης, σε μια υπόθεση όπως αυτή όπου το αρμόδιο δικαστήριο έκρινε κατάλληλη ώστε να δώσει συνοπτική απόφαση. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν νοείται αναστολή σε περίπτωση συνοπτικής απόφασης. Υπό τα συγκεκριμένα όμως δεδομένα της υπόθεσης η πλάστιγγα γέρνει υπέρ της εφαρμογής του κανόνα, παρά τη δραστικότητα των μέτρων εκτέλεσης. Ως προς τα έξοδα σημειώνονται τα ακόλουθα: Η αγωγή είχε κινηθεί στην κλίμακα 10.000 - 50.000 και είχε τεθεί ενώπιον Επαρχιακού Δικαστή. Στη συνέχεια η Δικαστής που ανέλαβε την υπόθεση έκρινε ότι, ως εκ της αξίας του υποστατικού, η ορθή κλίμακα ήταν μεγαλύτερη, οπότε ακολούθησε αλλαγή κλίμακας και ανάληψη της υπόθεσης από Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου ο οποίος και εξέδωσε τη συνοπτική απόφαση. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 22
(3)(β) του περί Δικαστηρίων Νόμου, σε αγωγές για ανάκτηση κατοχής ακίνητης ιδιοκτησίας όταν δεν αμφισβητείται ο τίτλος ιδιοκτησίας η αρμοδιότητα καθορίζεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αξία του ακινήτου. Εν προκειμένω δεν τέθηκε θέμα τίτλου ιδιοκτησίας. Συνεπώς τα έξοδα θα υπολογιστούν επί της αρχικής κλίμακας. Η αίτηση απορρίπτεται με κατ' αποκοπή έξοδα €400 πλέον Φ.Π.Α υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων. (υπ.) .......... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Γ.Α., Α.Λ.Ο. [1] Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17 στην παρά. 451 [2] BP Holdings Ltd v. Kittalides K. (Αρ. 1) 1994 1 ΑΑΔ 287, Παναγιώτα Νεοφύτου ν. Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 ΑΑΔ και Ιωσηφάκης v. Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 394 [3] Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχή Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο