← Κύπρος

Δήμος Δημοσθένους ν. Άννα Μακρή, Αρ. Αγωγής: 6348/06, 5/12/2013

Δήμος Δημοσθένους ν. Άννα Μακρή, Αρ. Αγωγής: 6348/06, 5/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A432 Αρ. Αγωγής: 6348/06 Μεταξύ: Δήμος Δημοσθένους, εκ Λακατάμιας Ενάγοντος και Άννα Μακρή, εκ Λακατάμιας Εναγομένης Ημερομηνία: 5 Δεκεμβρίου 2013 Για Ενάγοντα: κα Σπυρούλα Χριστοδούλου Για Εναγομένη: κος Ευθύμιος Ευθυμίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων είναι συνιδιοκτήτης με την εναγομένη και ένα ακόμη πρόσωπο, του τεμαχίου 2559, Φ/ΣΧ ΧΧΧ 12 W1 στην κάτω Λακατάμια. Και οι τρεις συνιδιοκτήτες είναι αδέλφια. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συνιδιοκτητών, ο διαχωρισμός του πιο πάνω τεμαχίου. Στην συνέχεια όμως η εναγομένη υπαναχώρησε με αποτέλεσμα ο ενάγων να εγείρει την αγωγή 8658/93 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Το Δικαστήριο στην απόφαση του στην πιο πάνω αγωγή που εκδόθηκε στις 7.5.2001, αναφέρει ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για διαχωρισμό του επιδίκου ακινήτου, εξακολουθεί να ισχύει. Συνεπώς είναι η θέση του ενάγοντα ότι η εναγομένη θα πρέπει να συμμορφωθεί και να εφαρμόσει την συμφωνία για διαχωρισμό του ακινήτου. Κατεχώρησε ως εκ τούτου την παρούσα αγωγή με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η εναγομένη να συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.5.2001 και το περιεχόμενο της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας για τον διαχωρισμό του επιδίκου ακινήτου. Αιτείται επίσης γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για την μη συμμόρφωση της εναγομένης στην πιο πάνω δικαστική απόφαση και για ταλαιπωρία, ψυχική οδύνη και έξοδα που έχει υποστεί ο ενάγοντας, συνεπεία της επίμονης άρνησης της εναγομένης να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης αλλά και της πιο πάνω απόφασης του Δικαστηρίου. Η εναγομένη με την υπεράσπιση της, ισχυρίζεται ότι η αρχική συμφωνία διαχωρισμού του ακινήτου έγινε στις 5.2.1986 αλλά εγκαταλείφθηκε από τους διαδίκους. Ακολούθησε μεταγενέστερη συμφωνία διαχωρισμού ημερομηνίας 22.3.

  1. Η συμφωνία όμως αυτή δεν μπορεί να προχωρήσει αφού αντίκειται στις πρόνοιες του Νόμου και συγκεκριμένα στα άρθρα 4 και 27 του Κεφ.
  2. Η εναγομένη επικαλείται στην συνέχεια την ύπαρξη δεδικασμένου. Είναι οι θέση της ότι οι ίδιες ή παρόμοιες θεραπείες ζητήθηκαν με την αγωγή 8658/93 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή και τις πιο πάνω αιτούμενες θεραπείες παρότι αναφέρει στην απόφαση του ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία εξακολουθεί να ισχύει. Είναι η θέση όμως της εναγομένης ότι η πιο πάνω συμφωνία δεν μπορεί να εφαρμοστεί καθ' ότι αντίκειται στις πρόνοιες του Νόμου όπως και το ίδιο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αποδέχθηκε, στην απόφαση του στην πιο πάνω αγωγή 8658/
  3. Αναφέρεται τέλος στην υπεράσπιση της εναγομένης ότι δεν εκδόθηκε καμία διαταγή του Δικαστηρίου δυνάμει της πιο πάνω απόφασης και ως εκ τούτου δεν δικαιολογούνται οι αιτούμενες θεραπείες της αγωγής οι οποίες στηρίζονται στην πιο πάνω απόφαση. Μαρτυρία Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη της δοθείσας μαρτυρίας αφού σκοπός δεν είναι η αναπαραγωγή του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε στο Δικαστήριο. Εκτενέστερη ανάλυση θα γίνει όπου χρειάζεται, στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγοντας. Στην γραπτή του δήλωση (έγγραφο 1), αναφέρεται στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αγωγή 8658/1993 (τεκμ. 2). Κατά την άποψη του, η πιο πάνω απόφαση αναγνωρίζει την ισχύ της σύμβασης διαχωρισμού του επίδικου ακινήτου. Λόγω δε της άρνησης της εναγομένης να υλοποιήσει την πιο πάνω συμφωνία, της απέστειλε διπλοσυστημένη επιστολή στις 3.8.2004 (τεκμ. 5) με την οποία την καλούσε να συμμορφωθεί με την ως άνω Δικαστική απόφαση. Απέστειλε και δεύτερη διπλοσυστημένη επιστολή στις 9.12.2005 (τεκμ. 6) με την οποία καλούσε την εναγομένη να παρουσιαστεί ενώπιον του Κτηματολογίου Λευκωσίας στις 29.12.2005 για εκτέλεση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Στην εν λόγω συνάντηση η εναγομένη ουδέποτε παρουσιάστηκε. Εξ' αιτίας της πιο πάνω συμπεριφοράς της εναγομένης, κατεχώρησε στην συνέχεια την παρούσα αγωγή με την οποία ζητά από το Δικαστήριο όπως η εναγομένη εξαναγκαστεί να συμμορφωθεί με την δήλωση του Δικαστηρίου στην προηγούμενη απόφαση 8658/
  4. Ζητά επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την εναγομένη όπως εμφανιστεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας και προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες ώστε να υλοποιηθεί η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. Στην αντεξέταση, του υποβλήθηκε ότι τις ίδιες θεραπείες που ζητά με την παρούσα αγωγή, τις ζητούσε και με την αγωγή 8658/93 και οι οποίες όμως απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο. Απάντησε ότι ζητούσε τότε να εφαρμοστεί η συμφωνία διαχωρισμού. Αφού κέρδισε κατά την γνώμη του εκείνη την αγωγή, τώρα ζητά την εφαρμογή της απόφασης την οποία κέρδισε, εγκαταλείποντας μάλιστα τις οποιεσδήποτε οικονομικές απαιτήσεις του για αποζημιώσεις. Η επίδικη συμφωνία διαχωρισμού ήταν προφορική αλλά εμφαίνεται όπως είπε στα τοπογραφικά (τεκμ. 3 & 4). Πολύ πριν την έκδοση απόφασης, τόσον ο ίδιος όσον και ο αδελφός του, έκτισαν τις οικίες τους στο επίδικο ακίνητο όμως η εναγομένη αδελφή τους, αρνείται να συμμορφωθεί με τα συμφωνηθέντα ώστε να υλοποιηθεί η συμφωνία διαχωρισμού. Μετά το πέρας της μαρτυρίας για τον ενάγοντα, κατατέθηκε από κοινού για την αλήθεια του περιεχομένου του, αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στην αγωγή 8658/1993 (τεκμ. 8). Στην συνέχεια, ο συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε ότι η εναγομένη δεν θα προσκομίσει οιανδήποτε μαρτυρία. Αγορεύσεις Η συνήγορος για τον ενάγοντα στην αγόρευση της με αναφορά σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι υπάρχει δικαστική βεβαίωση ως προς την ισχύ της επίδικης συμφωνίας, την οποία οι διάδικοι οφείλουν να εφαρμόσουν. Επί του προκειμένου, ισχυρίστηκε ότι ισχύουν όλες οι προϋποθέσεις για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας. Παρόλα αυτά, η εναγομένη εσκεμμένα και επιδεικτικά αγνοεί τις πολλές εκκλήσεις του ενάγοντα και αρνείται να συνεργαστεί μαζί του για υλοποίηση της συμφωνίας και επίλυση της διαφοράς. Στην συνέχεια, η συνήγορος αναφέρθηκε στην μαρτυρία του ενάγοντα ενώπιον του Δικαστηρίου, ο οποίος υπήρξε κατά την άποψη της ειλικρινής. Σημείωσε επί του προκειμένου την θέση του ενάγοντα ότι εγκαταλείπει όλες τις απαιτήσεις για αποζημιώσεις και ζητά από το Δικαστήριο μόνο διάταγμα που να αναγκάζει την εναγομένη να τηρήσει την μεταξύ τους συμφωνία για διαχωρισμό του ακινήτου. Η συνήγορος επανέλαβε την θέση της ότι δεν τίθεται ζήτημα δεδικασμένου. Ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι στην παρούσα υπόθεση επιζητείται θεραπεία πολύ διαφορετική από την θεραπεία που ζητήθηκε στην αγωγή 8658/
  5. Ο συνήγορος της εναγομένης στην δική του αγόρευση, επεσήμανε επίσης ότι ο ενάγοντας με την μαρτυρία του, ουσιαστικά απέσυρε όλες τις αξιώσεις του, ζητώντας μόνο την εφαρμογή της επίδικης συμφωνίας διαχωρισμού όπως αυτή προκύπτει από τα τεκμήρια 3 &
  6. Ανεξαρτήτως τούτου, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι από το σύνολο της μαρτυρίας του ενάγοντα δεν έχει αποδειχθεί ότι αυτός υπέστη οιανδήποτε ζημιά λόγω της μη εφαρμογής της συμφωνίας. Ως προς το θέμα που απέμεινε κατά ποσόν ο ενάγων δικαιούται διατάγματος για εφαρμογή της συμφωνίας, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι αυτό καλύπτεται από δεδικασμένο. Η ίδια θεραπεία ζητήθηκε με την αγωγή 8658/93, στην οποία αποφασίστηκε ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται σε ειδική εκτέλεση της συμφωνίας. Αποφασίστηκε επίσης ότι η επίδικη συμφωνία δεν μπορεί να εφαρμοστεί αφού αντιβαίνει στις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ.
  7. Ο ενάγων κατά τον συνήγορο δεν νομιμοποιείται να ζητά με την παρούσα αγωγή του, τις ίδιες θεραπείες που απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο στην αγωγή 8658/
  8. Ισχυρίστηκε δε ότι το δεδικασμένο καλύπτει όχι μόνο τα σημεία που εγέρθηκαν στην προηγούμενη Δίκη αλλά και κάθε σημείο το οποίο ανήκει στο υπό αμφισβήτηση θέμα και το οποίο οι ενάγοντες ενεργούντες επιμελώς θα μπορούσαν να προβάλουν. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία στην ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης να παρακολουθήσω με προσοχή την μαρτυρία του ενάγοντα που ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας που κατέθεσε ενώπιον μου: Πρέπει δε να σημειώσω ότι η μαρτυρία του ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας της από τον συνήγορο υπεράσπισης. Πέραν τούτου, ο ενάγοντας μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Επανέλαβε τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα που στοιχειοθετούν την απαίτηση του τόσον σε σχέση με την συμφωνία διαχωρισμού του επίδικου ακινήτου όσον και αναφορικά με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην υπόθεση 8658/
  9. Οι αναφορές του βέβαια στην νομική ερμηνεία της πιο πάνω απόφασης και τις κατ' ισχυρισμό υποχρεώσεις που επιβάλλουν στην εναγομένη δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Αυτό γιατί ο ενάγοντας ως μάρτυρας γεγονότων δεν μπορεί να καταθέσει ως προς την νομική πτυχή της υπόθεσης. Εναπόκειται στο παρόν Δικαστήριο να αποφασίσει αναφορικά με τις τυχόν νομικές υποχρεώσεις που πηγάζουν από την επίδικη συμφωνία και την απόφαση του Δικαστηρίου, στοιχεία που εν πάση περιπτώσει δεν αποτελούν θέμα μαρτυρίας. Είναι πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος μόνο της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Προϋποτίθεται βέβαια ότι ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος και το Δικαστήριο προβαίνει σε ειδική αιτιολόγηση για την προσέγγιση της μαρτυρίας με αυτόν τον τρόπο. Σχετική είναι μεταξύ άλλων η απόφαση Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας

(2010)2 Α.Α.Δ., 266 όπου στην σελίδα 278, επισημάνθηκε ότι μέρος της μαρτυρίας αξιόπιστου κατά τα άλλα μάρτυρα, δύναται να μην γίνει αποδεκτό σε περιπτώσεις που αυτό θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. Στα πλαίσια της πιο πάνω νομολογιακής αρχής, η μαρτυρία του ενάγοντα γίνεται αποδεκτή πλην των πιο πάνω αναφορών του σε σχέση με την νομική πτυχή της υπόθεσης και αναφορικά με τις τυχόν νομικές υποχρεώσεις της εναγομένης που πηγάζουν από την επίδικη συμφωνία και την απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή 8658/
  1. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης αλλά και των παραδεκτών γεγονότων, τα ευρήματα μου αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τα ακόλουθα: Οι δύο διάδικοι είναι αδέλφια. Μαζί με ένα τρίτο αδελφό τους, είναι συνιδιοκτήτες του τεμαχίου 2559, Φ/ΣΧ ΧΧΧ 12 W1 στην κάτω Λακατάμια. Το πιο πάνω ακίνητο, τους μεταβιβάστηκε από την μητέρα τους ενόσω αυτή ήταν ακόμη εν ζωή, κατά 1/3 μερίδιο εξ' αδιαιρέτου. Στην εναγομένη μεταβιβάστηκε επίσης από την μητέρα της εξ' ολοκλήρου, το γειτονικό τεμάχιο
  2. Στις 5.2.1986 συμφωνήθηκε μεταξύ των τριών συνιδιοκτητών, ο διαχωρισμός του τεμαχίου 2559, έτσι ώστε η εναγομένη να ελάμβανε μια τριγωνική προεξοχή του επίδικου τεμαχίου 2559, την οποία και θα ενσωμάτωνε στο συνορεύον τεμάχιο 1752 ιδιοκτησίας της. Η υπόλοιπη έκταση του τεμαχίου 2559 θα διαμοιραζόταν σε δύο μέρη, τα οποία θα έπαιρναν από ένα ο ενάγων και ο έτερος αδελφός του, και στα οποία τα δύο αδέλφια έκτισαν στο μεταξύ τις οικίες τους. Η πιο πάνω συμφωνία αποτυπώθηκε σε αντίγραφα τοπογραφικών σχεδίων (τεκμ. 3 & 4). Αυτή ήταν και η πρόθεση της μητέρας των διαδίκων όταν έγινε η μεταβίβαση του τεμαχίου 1752 εξ' ολοκλήρου στην εναγομένη και του τεμαχίου 2559 στα τρία παιδιά της κατά 1/3 έκαστος. Στα πλαίσια υλοποίησης της πιο πάνω συμφωνίας, υποβλήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας σχετική αίτηση διαχωρισμού του επίδικου ακινήτου. Στις 3.7.1987 η πιο πάνω αίτηση αποσύρθηκε για να καταχωρηθεί νέα αίτηση λίγους μήνες μετά στις 5.10.
  3. Όμως στην συνέχεια, η εναγομένη υπαναχώρησε από τα συμφωνηθέντα και αρνήθηκε να προχωρήσει στην υλοποίηση της σύμβασης. Μετά από αυτή την εξέλιξη, ο ενάγων κατεχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, την αγωγή με αριθμό 8658/1993 με την οποία ζητούσε μεταξύ άλλων απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάσσει την εναγομένη να μεταβιβάσει και εγγράψει επ' ονόματι του ενάγοντος το 1/3 μερίδιο του επίδικου ακινήτου. Ζητούσε επίσης απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι η εναγομένη υποχρεούται να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για εφαρμογή της συμφωνίας διαχωρισμού του επίδικου ακινήτου καθώς και αποζημιώσεις για αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης. Το Δικαστήριο μετά από ακροαματική διαδικασία, εξέδωσε την απόφαση του στις 7.5.
  4. Ο ενάγων κρίθηκε αξιόπιστος ενώ αντιθέτως η μαρτυρία της εναγομένης απορρίφθηκε στο σύνολο της. Εν τούτοις, το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή γιατί με αυτή εζητείτο να αποδοθεί στον ενάγοντα μερίδιο πέραν του συμφωνηθέντος και επίσης, η συμφωνία διαχωρισμού δεν μπορούσε να προχωρήσει αφού προσέκρουε στο άρθρο 27 του Κεφ.
  5. Πέραν των πιο πάνω, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ακόμη και να μπορούσε να υλοποιηθεί η σύμβαση, το αίτημα για μεταβίβαση του μεριδίου της εναγομένης στον ενάγοντα, θα ισοδυναμούσε με την παραχώρηση θεραπείας ειδικής εκτέλεσης της επίδικης σύμβασης. Οι προϋποθέσεις όμως για ειδική εκτέλεση δεν εφαρμόζονταν κατά το Δικαστήριο στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Επιπλέον, τονίστηκε ότι τυχόν αποδοχή των αιτούμενων θεραπειών θα επηρέαζε τα δικαιώματα του τρίτου συνιδιοκτήτη που δεν ήταν διάδικος στην αγωγή. Όσον αφορά το αίτημα για αποζημιώσεις, το Δικαστήριο τόνισε ότι ο ενάγων απέδειξε την απροθυμία της εναγομένης να συμμορφωθεί με την σύμβαση διαχωρισμού. Παρόλα αυτά δεν δόθηκε μαρτυρία ως προς την δική του προθυμία για εκπλήρωση των όρων της σύμβασης. Ως εκ τούτου και η αιτούμενη θεραπεία για παροχή αποζημιώσεων απορρίφθηκε. Παρά την απόρριψη της αγωγής, το Δικαστήριο εξέδωσε αναγνωριστική απόφαση ότι η σύμβαση για διαχωρισμό του ακινήτου εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, αναφέροντας ταυτόχρονα με παραπομπή σε νομολογία ότι εναπόκειται στους διαδίκους να κινήσουν τις διαδικασίες του Κεφ.224 για να εφαρμοστεί η σύμβαση. Τέλος παρότι το Δικαστήριο απέρριψε όλες τις αιτούμενες θεραπείες δεν εξέδωσε καμία διαταγή για τα έξοδα. Θεώρησε ότι αυτό θα ήταν πιο σωστό αφού στην πραγματικότητα ο ενάγων είχε κατά την άποψη του Δικαστηρίου δίκαιο, εντούτοις απέτυχε να αποδείξει οποιαδήποτε από τις θεραπείες που διεκδικούσε. Μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης και παρά την δικαστική αναγνώριση ότι η σύμβαση εξακολουθεί να ισχύει, η διαδικασία διαχωρισμού του ακινήτου δεν προχώρησε. Ο ενάγων απέστειλε ως εκ τούτου επιστολή στην εναγομένη στις 3.8.2004 (τεκμ. 5) με την οποία την καλούσε όπως συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου και εφαρμόσει την συμφωνία διαχωρισμού. Στις 9.12.2005, ο ενάγων απέστειλε και δεύτερη διπλοσυστημένη επιστολή (τεκμ. 6 & 7) με την οποία καλούσε την εναγομένη να παρουσιαστεί ενώπιον του Κτηματολογίου Λευκωσίας στις 29.12.2005 για υλοποίηση της επίδικης συμφωνίας διαχωρισμού. Η εναγομένη όμως δεν παρουσιάστηκε στην εν λόγω συνάντηση παρόλο που ο ενάγων την ανέμενε μέχρι το μεσημέρι. Νομική πτυχή Το πρωταρχικό θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί, είναι οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης για την ύπαρξη δεδικασμένου. Η αρχή του δεδικασμένου (res judicata) καθιερώθηκε σύμφωνα με την νομολογία με στόχο την αποτροπή του φαινομένου να υποχρεωθεί ένας διάδικος να προστατεύσει τον εαυτό του, δύο φορές για το ίδιο θέμα. Δυνάμει της πιο πάνω αρχής, οι διάδικοι εμποδίζονται από το να εγείρουν εκ νέου ζητήματα για τα οποία το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί. Για την στοιχειοθέτηση δεδικασμένου, απαιτείται σύμφωνα με την νομολογία προηγούμενη δικαστική απόφαση καθώς και ταυτότητα διαδίκων και επιδίκων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων Χριστοφής Α. Χριστοφή (Παπέττα) ν. Σ.Μ. Φλοκκάς Λτδ κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ 1703). Επιπλέον για να ισχύει δεδικασμένο, απαιτείται όπως το Δικαστήριο αποφανθεί στην πρώτη υπόθεση με τρόπο καθοριστικό επί της ουσίας των επιδίκων θεμάτων. Με αυτήν την έννοια δεν υπάρχει δεδικασμένο στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο δεν έχει μορφώσει γνώμη και δεν αποφασίσει επί της ουσίας του επιδίκου θέματος της αρχικής διαδικασίας. Σχετική είναι η απόφαση KSR Comercio S.A v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ 309 που αφορούσε ισχυρισμούς για δεδικασμένο σε ενδιάμεση αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού παρέθεσε τις γενικές αρχές που ισχύουν στις περιπτώσεις δεδικασμένου, σημείωσε τα πιο κάτω: «Είναι, εντούτοις, απαραίτητη προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται και στην παραπάνω απόφαση, η μόρφωση και έκφραση γνώμης από το δικαστήριο με τρόπο καθοριστικό είτε σε ζήτημα νομικό είτε πραγματικό. Η ενασχόληση του δικαστηρίου με την ουσία του επίδικου θέματος είναι η βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata. Βλέπε Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, τόμος 16 παράγραφος 1529. Ο όρος "δικαστική διαδικασία" περιλαμβάνει και αίτηση στην οποία εκδόθηκε παρεμπίπτουσα διαταγή: Peareth v. Marriott [1882] 22 Ch.D. 182, 191 και Badar Bee ν. Habib Merican Noordin [1909] A.C. 615, P.C.» Η αρχή του δεδικασμένου δεν καλύπτει μόνο ζητήματα που είχαν συμπεριληφθεί σε προηγούμενη αγωγή αλλά επίσης και ζητήματα που θα μπορούσαν και αναμενόταν λογικά να είχαν συμπεριληφθεί. Με αυτή την έννοια θα αποτελούσε κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process) να εγερθούν σε μεταγενέστερη διαδικασία, ζητήματα τα οποία θα μπορούσαν και θα έπρεπε επομένως να εκδικαστούν σε προγενέστερη αγωγή. Αυτό τονίσθηκε τόσο σε αγγλική όσο και σε κυπριακή νομολογία. Παραθέτω πιο κάτω, απόσπασμα από την αγγλική απόφαση Greenhalgh v. Mallard
(1947)2 All E.R.255 όπου στη σελίδα 257 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «I think that on the authorities to which I will refer it would be accurate to say that res judicata for this purpose is not confined to the issues which the Court is actually asked to decide but that it covers issues or facts which are so clearly part of the subject matter of the litigation and so clearly could have been raised that it would be an abuse of the process of the Court to allow a new proceeding to be started in respect of them.» Επίσης στην υπόθεση Thoday v. Thoday
(1964)1 All E.R.341, ο Λόρδος Diplock ανέφερε τα εξής: «I wish to add that there is a wider sense in which the doctrine of res judicata may be appealed to, so that it becomes an abuse of process to raise in subsequent proceedings matters which could and therefore should have been litigated in earlier proceedings.» Σχετική είναι και η κυπριακή υπόθεση K.S.R. Commercio S.A. Κ.Α. ν. Bluecoral Navigation Ltd (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με ο,τιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ό,τι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα.» Συμπεράσματα Προσεκτική μελέτη των επιδίκων θεμάτων που τέθηκαν στην αγωγή 8658/1993 όπως προκύπτουν από την έκθεση απαίτησης (τεκμ. 8) αλλά και την απόφαση του Δικαστηρίου (τεκμ. 2), καταδεικνύει ότι αυτά ταυτίζονται πλήρως με τα επίδικα θέματα της παρούσας. Στην αγωγή 8658/1993, ο ενάγων επιζητεί συγκεκριμένα την ειδική εκτέλεση της υπό κρίση συμφωνίας διαχωρισμού, αιτούμενος διάταγμα που να εξαναγκάζει την εναγομένη να συμμορφωθεί με αυτήν. Επιζητεί επίσης αποζημιώσεις για παράβαση της πιο πάνω σύμβασης. Στην παρούσα αγωγή, ο ενάγοντας αιτείται τις ίδιες ακριβώς θεραπείες με την μόνη διαφορά ότι το αίτημα για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας διαχωρισμού, εμπλουτίζεται τώρα και με την απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίζεται η ισχύς της συμφωνίας αυτής. Το στοιχείο όμως αυτό δεν αλλάζει το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το Δικαστήριο στην αγωγή 8658/1993, άκουσε και αποφάσισε επί της ουσίας όλα τα ζητήματα που συνιστούν τις διαφορές των διαδίκων όπως αυτές προκύπτουν από την μη υλοποίηση της επίδικης σύμβασης. Το Δικαστήριο έκρινε για τους λόγους που αναφέρει στην απόφαση του ότι παρότι η συμφωνία εξακολουθεί να παραμένει σε ισχύ, αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί είτε γιατί αντιβαίνει σε συγκεκριμένες διατάξεις του Κεφ. 224 είτε γιατί δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την ειδική εκτέλεση της. Από την μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον μου δεν προκύπτει ότι αμφισβητήθηκαν με το ένδικο μέσο της Έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην αγωγή 8658/1993. Αντιθέτως, καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή με την οποία επιζητούνται στην ουσία, οι ίδιες θεραπείες. Αποτελεί ως εκ τούτου κατάχρηση διαδικασίας και προσκρούει σε δεδικασμένο, το αίτημα του ενάγοντα να επανεξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, τα ίδια ακριβώς ζητήματα Είναι η τελική μου κατάληξη ότι οι αιτούμενες με την παρούσα αγωγή θεραπείες, προσκρούουν στην αρχή του δεδικασμένου αφού έχουμε ταυτότητα διαδίκων και επιδίκων θεμάτων, τα οποία εκδικάστηκαν και αποφασίστηκαν επί της ουσίας στην αγωγή 8658/1993 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης και εναντίον του ενάγοντα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.