MORISCOS LIMITED ν. GRACE TRADE LIMITED κ.α., Αγωγή Αρ. 7119/13, 17/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A450 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 7119/13 Μεταξύ: MORISCOS LIMITED Εναγόντων - και -
- GRACE TRADE LIMITED
- BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγομένων ------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 6.11.2013 εναντίον της εναγόμενης 2 για έκδοση προσωρινού διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal Ημερομηνία: 17 Δεκεμβρίου 2013 Για τους αιτητές-ενάγοντες: κ. Ν. Θεοδώρου για Πεκρής & Θεοδώρου ΔΕΠΕ Για την καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη 2: κ. Ν. Κουρσάρης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, οι αιτητές-ενάγοντες εξασφάλισαν στις 6.11.2013 μονομερώς διάταγμα παγοποίησης του ποσού των δολαρίων Αμερικής USD 582.596 σε συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό, όπως αυτός προσδιορίζεται στην αίτηση, καθώς και σε άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς των ίδιων προσώπων, δικαιούχων του εν λόγω τραπεζικού λογαριασμού, που διατηρούνται από αυτούς στην καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη 2 (αιτητικό Β). Περαιτέρω, επιδιώκουν διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal έναντι της καθ' ης η αίτηση-εναγόμενης 2 για αποκάλυψη στοιχείων ταυτοτήτων και διευθύνσεων των δικαιούχων των πιο πάνω τραπεζικών λογαριασμών καθώς και στοιχείων σε σχέση με τις συναλλαγές και/ή μεταφορές χρημάτων από και προς τους εν λόγω λογαριασμούς και σχετικών με τους λογαριασμούς εγγράφων, ως λεπτομερώς αναφέρεται στο αιτητικό Α, το οποίο δεν δόθηκε μονομερώς. Μετά την επίδοση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος και της υπό κρίση αίτησης στην καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη 2, στις 13.11.2013 κατέστη εκ συμφώνου απόλυτο το διάταγμα παγοποίησης (με διόρθωση του παγοποιηθέντος ποσού σε δολάρια Αμερικής USD 582.552,11) και ζητήθηκε εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση 2 χρόνος για να καθορισθεί η θέση της ως προς το αιτητικό Α της αίτησης, ενόσω στη συνέχεια στις 5.12.2013 καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους της αναφορικά με το εν λόγω αιτητικό και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση ως προς το αιτητικό Α στις 11.12.
- Καταχωρώντας στις 6.11.2013 το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στην παρούσα αγωγή, οι ενάγοντες αξιώνουν δηλώσεις εναντίον των εναγομένων ότι η μεταβίβαση του συνολικού ποσού των δολαρίων Αμερικής USD 582.596, που κατατέθηκε στον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό και/ή ευρίσκεται κατατεθειμένο σε άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς των ίδιων προσώπων, που διατηρούνται στην εναγόμενη 2, είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή πραγματοποιήθηκε άνευ αντιπαροχής και/ή με τη διάπραξη των αστικών και/ή ποινικών αδικημάτων της παράνομης ιδιοποίησης και/ή παράνομης επέμβασης σε κινητή ιδιοκτησία των εναγόντων και/ή της παράνομης κατακράτησης και/ή κλοπής περιουσίας των εναγόντων και/ή αποτελεί προϊόν δόλου και/ή απάτης εις βάρος των εναγόντων, κρατείται δε από τους εναγόμενους δυνάμει καταπιστεύματος για λογαριασμό των εναγόντων και περαιτέρω ζητούν διάταγμα όπως τους επιστραφεί το εν λόγω ποσό, καθώς και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία απάτης και/ή συνομωσίας για απάτη και/ή παροχής συνδρομής για διάπραξη απάτης σε βάρος των εναγόντων και/ή λόγω αμέλειας και/ή κατά παράβαση νομίμων καθηκόντων και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν τα άρθρα 29, 30 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, τα άρθρα 2, 4, 5, 8 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.28, Δ.39 θθ. 1-2 και Δ.48 θθ 1-3 και 7-9, το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, το άρθρο 29
(2)(ε) - (η) του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου Ν. 66(Ι)/1997, τα άρθρα 3, 37, 39 και 44 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, τα άρθρα 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, η νομολογία και οι νομικές αρχές έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal καθώς και οι αρχές του δικαίου της επιείκειας, του Κοινοδικαίου, οι γενικές και συμφυείς εξουσίες και η γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Στην μακροσκελή ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, της Άνδρεας Πρωτόπαπα, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν τους ενάγοντες, η οποία υποστηρίζει την αίτηση, αναφέρονται τα γεγονότα της υπόθεσης με επισύναψη των Τεκμηρίων 1-5, που δεν αμφισβητούνται και παρατίθενται συνοπτικά στη συνέχεια. Η ενόρκως δηλούσα, που είναι, ως αναφέρει, δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον διευθυντή των εναγόντων να προβεί στην ένορκή της δήλωση, γνωρίζοντας προσωπικά τα γεγονότα και αποκαλύπτοντας την πηγή της γνώσης της για όσα γεγονότα δεν γνωρίζει προσωπικά, έχοντας επίσης λάβει νομική συμβουλή, επεξηγεί ότι λόγω του κατεπείγοντος του θέματος και επειδή δεν κατέστη εφικτό να παρευρεθεί άμεσα στην Κύπρο αξιωματούχος των αιτητών-εναγόντων για να προβεί σε ένορκη δήλωση, εξουσιοδοτήθηκε η ίδια να το πράξει. Προσδιορίζοντας στη συνέχεια τη φύση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων των εναγόντων, που είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο, υποστηρίζει ότι οι εναγόμενοι 1, είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με διεύθυνση αλληλογραφίας στις Σεϋχέλλες και η καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη 2, είναι Κυπριακή τράπεζα με εγγεγραμμένο γραφείο στη Λευκωσία, αποτελεί δε αναγκαίο διάδικο για σκοπούς έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, οι αιτητές-ενάγοντες κατόπιν γραπτής συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 1) με την εταιρεία Matchterm Limited, έλαβαν δάνειο, για το οποίο περί τις αρχές Οκτωβρίου 2013 συμφωνήθηκε να προβούν σε μερική αποπληρωμή του, αναμένοντας ενημέρωση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από την Matchterm Limited για τις λεπτομέρειες του εμβάσματος. Μετά τη λήψη δύο ηλεκτρονικών μηνυμάτων στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της διευθύντριας πωλήσεων και υπεύθυνης για τις πληρωμές των αιτητών στις 21.10.2013, που προήρχοντο από ηλεκτρονική διεύθυνση γνωστή ως διεύθυνση που χρησιμοποιεί λογιστής στο γραφείο της Matchterm Limited με επισυναπτόμενο έγγραφο που περιείχε συγκεκριμένες οδηγίες πληρωμής προς τους εναγόμενους 1 (βλ. Τεκμήριο 2), οι αιτητές-ενάγοντες προχώρησαν σε δύο εμβάσματα που ανέρχονται συνολικά στο επίδικο ποσό (βλ. Τεκμήριο 3), από τον τραπεζικό τους λογαριασμό που διατηρούν σε τράπεζα της Λετονίας, στον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό που διατηρείται στην καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη 2 και στον οποίο δικαιούχοι φαίνονται να είναι οι εναγόμενοι
- Την επόμενη μέρα, ο διευθυντής των αιτητών λαμβάνοντας τηλεφώνημα από το διευθυντή της Matchterm Limited, με το οποίο τον ενημέρωσε ότι δεν έλαβε καμία πληρωμή εκ μέρους των αιτητών και θεωρώντας ότι επρόκειτο για γνήσιο λάθος τεχνικής φύσεως, ζήτησε από την τράπεζα των αιτητών όπως οι εντολές πληρωμών ακυρωθούν και τα χρήματα επιστραφούν στο λογαριασμό των αιτητών (βλ. Τεκμήριο 4). Μετά από περαιτέρω έρευνα, σε συνεννόηση με την τράπεζα των αιτητών, ο διευθυντής των αιτητών διεπίστωσε ότι είχε εξαπατηθεί για να προβεί στις πληρωμές καθότι το ηλεκτρονικό μήνυμα που λήφθηκε για να γίνουν οι πληρωμές είχε παραποιηθεί και τα στοιχεία του δικαιούχου και του τραπεζικού λογαριασμού είχαν αντικατασταθεί με αυτά των εναγομένων
- Κατόπιν επικοινωνίας στις 30.10.2013 και στις 5.11.2013 με την τράπεζά τους, οι αιτητές ενημερώθηκαν ότι ο φερόμενος ως δικαιούχος του λογαριασμού, όπου εμβάσθηκε το συνολικό επίδικο ποσό, αρνήθηκε την επιστροφή των χρημάτων και παρά τις προσπάθειες των αιτητών αυτό κατέστη αδύνατο, με αποτέλεσμα στις 5.11.2013 να δοθούν οδηγίες λήψης δικαστικών μέτρων στην Κύπρο, και να ενημερωθούν τόσο η καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη 2 όσο και η Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης για το θέμα με επιστολή των δικηγόρων των αιτητών (βλ. Τεκμήριο 5). Είναι η θέση των αιτητών-εναγόντων ότι έχουν καλό αγώγιμο δικαίωμα και καλή πιθανότητα επιτυχίας και θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν παγοποιηθεί το επίδικο ποσό στον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό και περαιτέρω η έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης είναι αναγκαία εφόσον η αδικοπραξία που έχουν υποστεί δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα και χωρίς την απαραίτητη αποκάλυψη οι αιτητές αδυνατούν να γνωρίζουν την ταυτότητα του αδικοπραγούντος ή να καθορίσουν την ύπαρξη ή την τοποθεσία της περιουσίας του. Θεωρώντας ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal και η καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη 2 έχει τις απαραίτητες πληροφορίες για τα πρόσωπα που κρύβονται πίσω από τον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό, έχοντας αναμιχθεί, αθώα ή μη σε αδικοπραξίες ή παράνομες δραστηριότητες άλλων προσώπων ή υποβοήθησε τα πρόσωπα αυτά, θα πρέπει για λόγους δημοσίου συμφέροντος να αποκαλύψει τις αιτούμενες πληροφορίες και στοιχεία, προς αποφυγή διάθεσης ή μεταφοράς εκτός Κύπρου του επίδικου ποσού. Επισημαίνοντας το κατεπείγον της αίτησης και την ικανοποίηση των κριτηρίων που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων τέτοιας φύσης, η ενόρκως δηλούσα εισηγείται ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει προς όφελος των αιτητών την διακριτική του ευχέρεια και για λόγους δημοσίου συμφέροντος να επιτρέψει την άρση του τραπεζικού απορρήτου που δεσμεύει την καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη 2 για να αποκαλύψει τις αιτούμενες πληροφορίες και στοιχεία. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της καθ' ης η αίτηση 2, ημερομηνίας 5.12.2013, που έχει ως νομική βάση τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 θθ 1-4 και 15 και Δ.48 θθ 1-4, 9 και 12, το άρθρο 29
(2)του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου Ν. 66(Ι)/1997, τα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60όπως τροποποιήθηκε, το Κοινοδίκαιο, τις αρχές και τη νομολογία επί των απαγορευτικών διαταγμάτων και των διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, τις αρχές της επιείκειας καθώς και τις γενικές συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης, ως συνοψίζονται: · το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για έκδοση του αιτουμένου διατάγματος καθότι αφορά λογαριασμούς τρίτων προσώπων, η συγκατάθεση των οποίων δεν έχει ληφθεί, · οι αιτητές δεν προσδιορίζουν καθόλου και/ή επαρκώς τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα εναντίον της καθ' ης η αίτηση 2, · η καθ' ης η αίτηση 2 δεσμεύεται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης και/ή από τραπεζικό απόρρητο, ενόσω η υπό κρίση αίτηση δεν εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του άρθρου 29
(2)του Ν. 66(Ι)/97, · το αιτούμενο διάταγμα ουσιαστικά αποτελεί προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας» (fishing expedition) εκ μέρους των αιτητών, ιδιαίτερα επειδή επεκτείνεται σε όλους τους λογαριασμούς που πιθανόν να διατηρούσαν και/ή να διατηρούν οι εναγόμενοι 1 είτε στο όνομά τους ως πραγματικών κατόχων είτε ως δικαιούχων (Beneficial Owners) για ακαθόριστη χρονική περίοδο, · η υπό κρίση αίτηση είναι πρόωρη καθότι καταχωρήθηκε πριν από την καταχώρηση των δικογράφων και πριν την αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων, · η υπό κρίση αίτηση είναι πιεστική καθότι το αιτούμενο διάταγμα είναι γενικό, αόριστο και διατυπωμένο με τρόπο που καλύπτει πολύ ευρύ φάσμα λογαριασμών, πράξεων και εγγράφων που είναι αδύνατο να ανευρεθούν εντός τριών εργασίμων ημερών, · η μορφή και το περιεχόμενο της αίτησης καταδεικνύει ότι δεν είναι αναγκαία στο παρόν στάδιο αλλά καταχωρήθηκε με σκοπό την υποβοήθηση των εναγόντων στην προώθηση της υπόθεσής τους και · δεν υπάρχουν ούτε απεκαλύφθησαν εξαιρετικοί λόγοι και/ή εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν στο παρόν στάδιο της διαδικασίας την υπό κρίση αίτηση. Στην ένορκη του δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την ένσταση, ο Σωκράτης Σωκράτους, υπό την ιδιότητά του ως Λειτουργού Συμμόρφωσης σε υποκατάστημα της καθ' ης η αίτηση-εναγόμενης 2 στη Λευκωσία, όντας δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκή του δήλωση και γνωρίζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης και κατόπιν νομικής συμβουλής των δικηγόρων που εκπροσωπούν την καθ' ης η αίτηση 2, επαναλαμβάνοντας και αναλύοντας τους λόγους ένστασης όπως πιο πάνω παρατέθηκαν και επισημαίνοντας ότι θα απαιτηθεί χρόνος τουλάχιστον δύο μηνών για να ανευρεθούν τα αιτούμενα εκ μέρους των αιτητών στοιχεία καθώς και έξοδα που ανέρχονται περίπου στο ποσό των €15.000, που θα πρέπει να προκαταβληθούν, εισηγείται την απόρριψη της αίτησης. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν και οι συνήγοροι με τις γραπτές τους αγορεύσεις υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Ο συνήγορος των αιτητών αναφέρθηκε στις αρχές της υπόθεσης Norwich Pharmacal Co. and Others v. Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All E.R. 943 και σε σχετικές αποφάσεις των Αγγλικών Δικαστηρίων. Στην εν λόγω υπόθεση, οι ενάγοντες ζητούσαν πληροφορίες ως προς τα στοιχεία των προσώπων που παραβίαζαν την ευρεσιτεχνία τους, με σκοπό να κινηθούν δικαστικά εναντίον τους και το Δικαστήριο τους παραχώρησε το δικαίωμα να ζητήσουν αποκάλυψη από αθώο τρίτο μέρος, το Τελωνείο, το οποίο είχε αναμειχθεί στην παράνομη πράξη επειδή θεωρήθηκε ότι είχε στην κατοχή του πληροφορίες, που θα επέτρεπαν στους ενάγοντες, να πληροφορηθούν την ταυτότητα του παραβάτη. Απορρίπτοντας τη θέση των εναγομένων ότι η ύπαρξη νομοθετικών διατάξεων και το δημόσιο συμφέρον απαγορεύει την αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών, το Δικαστήριο τόνισε ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης, ως έκφανση του δημοσίου συμφέροντος, υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων τρίτων, αδικοπραγούντων προσώπων. Στην ίδια υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Discovery as a remedy in equity has a very long history. The chief occasion for its being ordered was to assist a party in an existing litigation. But this was extended at an early date to assist a person who contemplated litigation against the person from whom discovery was sought, if for various reasons it was just and necessary that he should have discovery at that stage. Such discovery might disclose the identity of others who might be joined as defendants with the person from whom discovery was sought. Indeed in some cases it would seem that the main object in seeking discovery was to find the identity of possible other defendants. It is not clear to me whether in all these cases the plaintiff had to undertake in some way to proceed against the person from whom he sought discovery if he found on discovery being ordered that it would suit him better to drop his complaint against that person and concentrate on his cause of action against those whose identity was disclosed by the discovery. But I would think that he was entitled to do this if he chose". Σχετική είναι και η απόφαση Bankers Trust Co. v. Shapira and Others
(1980)1 W.L.R. 1274, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1(Α) ΑΑΔ 153. Στην υπόθεση Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc, VDC Ltd
(2003)EWHC 616 (Ch.) σημειώνεται ότι έχει πρωταρχική σημασία να μπορέσουν οι ενάγοντες να στοιχειοθετήσουν ότι η αδικοπραξία, ή άλλο αγώγιμο δικαίωμα πάνω στο οποίο στηρίζονται, συντελέστηκε. Παραμένει ως αναγκαιότητα να καταδειχθεί η εμπλοκή, αθώα ή μη, του καθενός από τα πρόσωπα εναντίον των οποίων ζητείται η έκδοση διατάγματος. Σύμφωνα και με τα λεχθέντα στις αποφάσεις British Steel Corp v. Granada Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417 και Harrington v. North Politechnic
(1984)3 All E.R. 666, η θεραπεία της αποκάλυψης παρέχεται από το δίκαιο της επιείκειας, ως ένα όπλο υποβοήθησης ενός διαδίκου, σε εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία, εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή διευκόλυνσης στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και αν τα ίδια δεν έχουν προσωπική ευθύνη. Η εφαρμογή των νομικών αρχών της Νοrwich Pharmacal αναγνωρίστηκε και στη μεταγενέστερη απόφαση Asworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193, όπου υιοθετήθηκε η θέση ότι τέτοια θεραπεία, επεκτείνεται και σε υποθέσεις που αφορούν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες και όπου η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος είναι γνωστή, αλλά είναι αναγκαία η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών για την ετοιμασία και καταχώριση της απαίτησης καθώς και όπου ο αιτητής αναζητεί το διάδικο που απουσιάζει από την εικόνα της όλης υπόθεσης (Axa Equity & Law Life Assurance Society Plc v. National Westminster Bank Plc
(1998)CLC 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd´s Rep. 417) ή ακόμη και σε υποθέσεις όπου το πρόσωπο από το οποίο αναζητούνται πληροφορίες, το τρίτο πρόσωπο στην υπόθεση, ενδεχομένως να αποτελεί μέρος της αδικοπραξίας και να μην είναι αθώο (CHC Software v. Hopkins and Wood
(1993)FSR 241). Στην υπόθεση Mitsui Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511 αναφέρθηκαν οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ώστε να παρασχεθεί θεραπεία της φύσης Norwich Pharmacal, στη σελ. 518: "The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer, (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued". .......................... "I consider first whether the second condition is satisfied. I proceed in this judgment on the basis that he claimant needs further information which the defendant is likely to be able to provide before it can fully a properly plead a breach of the first limb .. . In a word the information sought is necessary to enable the action to be brought". In my judgment despite the argument of Mr Carr QC that there is no authority directly in point, it is clear that the exercise of the jurisdiction of the court under Norwich Pharmacal against third parties who are mere witnesses innocent of any participation in the wrongdoing being investigated is a remedy of last resort. (It is claimant's case that the defendant is such an innocent third party.) The jurisdiction is only to be exercised if the innocent third parties are the only practicable source of information. The whole basis of the jurisdiction against them is that, unless and until they disclose what they know, there can be no litigation in which they can give evidence: see e g Lord Kilbrandon in Norwich Pharmacal
(1973)2 All ER 943 at 973, 975,
(1974)AC 133 at 203, 205. Whilst there is a public interest in achieving justice between disputing parties, there is also a public interest in not involving third parties if this can be avoided: se John Donaldson MR in Harrington v. North London Polytechnic
(1984)3 All E.R. 666 at 670-671,
(1984)1 WLR 1293 at 1299. The Jurisdiction is both exceptional and only to be exercised when it is necessary: Lord Woolf CJ in Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193 at
(75). The necessity required to justify exercise of this intrusive jurisdiction is a necessity arising from the absence of any other practicable means of obtaining the essential information". Από τη νομολογία των Αγγλικών Δικαστηρίων προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις, που πρέπει να πληρούνται σε κάθε περίπτωση, για να καταστεί δυνατή η παροχή θεραπείας είναι: α) να διαπράχθηκε ή να φαίνεται τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως ότι διαπράχθηκε αδικοπραξία σε βάρος του αιτητή από βασικό αδικοπραγήσαντα, β) το δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαίο να εκδοθεί το διάταγμα για σκοπούς εξυπηρέτησης της δικαιοσύνης και να είναι αναγκαίες οι πληροφορίες και γενικά η αποκάλυψη, προκειμένου να έχει ο ενάγων την πλήρη εικόνα της αδικοπραξίας ώστε να είναι δυνατή η καταχώριση ή η προώθηση της αγωγής εναντίον των προσώπων που κατ' ισχυρισμόν διέπραξαν την αδικοπραξία, γ) ο καθ' ου η αίτηση, αθώα ή μη, να είναι αναμεμειγμένος ή να εμπλέκεται ή να διευκόλυνε την αδικοπραξία και να είναι σε θέση να προμηθεύσει τον αιτητή με τις αιτούμενες πληροφορίες και δ) το αθώο τρίτο μέρος να είναι η μόνη, πρακτικώς εφικτή, πηγή πληροφόρησης του ενάγοντα. Οι πιο πάνω αρχές έτυχαν εξέτασης και ανάλυσης στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Avila Management Services Limited κ.α. v. Frantisek Stepanek κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. 54/2012, ημερομηνίας 27.6.2012, όπου και κρίθηκε ότι: «Προσεκτική εξέταση των δεδομένων της υπό αναθεώρηση υπόθεσης αποκαλύπτει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια, η οποία και δεν θα πρέπει να διαταραχθεί.». Το Δικαστήριο θα εξετάσει στη βάση της νομολογίας το ζήτημα κάτω από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 και τις αρχές της επιείκειας για να αποδώσει ή όχι διατάγματα αυτής της φύσης, που εφαρμόζονται και από τα Κυπριακά Δικαστήρια εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική ρύθμιση από την εσωτερική νομοθεσία (Χριστοφίδη ν. Κοτζαναστάση
(1993)1 ΑΑΔ 718). Η φύση και η δραστικότητα τέτοιων διαταγμάτων επιβάλλει στο Δικαστήριο μια πιο αυστηρή προσέγγιση για να καταλήξει αν θα εγκρίνει ή όχι το αίτημα. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, η έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με την απόφαση Inter Depol Limited v. Kyriakos Papavassiliou Ltd
(1984)1 ΑΑΔ 769, ακόμη και αν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται θεραπείας ο ενάγων, πρέπει να ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Κarydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis
(1975)1 AAΔ 321, Acropol Shipping Company Ltd v. Rossis
(1976)1 ΑΑΔ 38, Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 AAΔ 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 AAΔ 231, G. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1979)1 AAΔ 689, Μ. & M. Transport Co. Ltd v. Eteria Astikon Leoforion Lemessou Ltd
(1981)1 AAΔ 605, Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557, National Bank v. Motovia Ltd
(1987)1 AAΔ 303, Metro Shipping v. Global Cruises
(1989)1 ΑΑΔ 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 ΑΑΔ 54, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α. (πιο πάνω) έχει αναλυθεί με σαφήνεια το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και έχει λεχθεί ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης που έχει ενώπιον του, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό. Ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη, αναφορά γίνεται κατά κανόνα στη δικογραφία, κυρίως στην έκθεση απαιτήσεως, σε συσχετισμό με τη νομική βάση της απαίτησης. Σε σχέση με το κριτήριο της πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία αρκεί βάσει της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης υπό το φως της προσφερόμενης μαρτυρίας να καταδειχθεί μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αναφορικά δε με το τρίτο κριτήριο μόνο τότε ικανοποιείται όταν δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η θεραπεία που επιζητείται. Εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της δίκης η έκδοση ή η διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποκλείεται. Όπως λέχθηκε ωστόσο στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης αλλά και άλλα δεδομένα που μπορεί να εμποδίσουν την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα πρέπει να αποφεύγεται να λέγεται από το Δικαστήριο οτιδήποτε καθώς και να ασκείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθεί η αναφορά δηλώσεων που πιθανόν να θεωρηθεί ότι προδικάζει τα επίδικα θέματα που θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω)). Επανερχόμενη στην παρούσα υπόθεση, κρίνεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις βάσει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου εφόσον από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και πιθανότητα επιτυχίας των αιτητών-εναγόντων στην υπό κρίση αγωγή. Η δε καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη 2 φαίνεται να κατέχει πληροφορίες λόγω του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρείτο σ' αυτήν ο λογαριασμός στον οποίο μεταφέρθηκε το αποσπασθέν χρηματικό ποσό εκ μέρους των εναγομένων 1 και ως εκ τούτου οι αιτητές νομιμοποιούνται να εγείρουν την αγωγή εναντίον της. Ειδικότερα, παρόλο που ουσιαστικά δεν έχει τεθεί από την καθ' ης η αίτηση 2 ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς έκδοση του διατάγματος ως αιτητικό Α, εξετάζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνεται ότι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο στο βαθμό που απαιτείται σ' αυτό το στάδιο, ότι υπάρχει αδικοπραξία που διαπράχθηκε σε βάρος τους από τους εναγόμενους 1, οι οποίοι κατά τον ισχυρισμό των αιτητών με απάτη και/ή δόλο απέσπασαν το ποσό των δολαρίων Αμερικής USD 582.596 από τους αιτητές. Ως προς την ύπαρξη της ανάγκης έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος ώστε να προωθηθεί η αγωγή εναντίον των αδικοπραγησάντων, οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι οι αιτούμενες αποκαλύψεις και πληροφορίες είναι απαραίτητες για την επίδοση και προώθηση της αγωγής εναντίον των εναγομένων 1 καθώς και για να αποκαλυφθεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που συμμετείχε στην αδικοπραξία σε βάρος των αιτητών, εφόσον οι ίδιοι δεν έχουν γνώση σε σχέση με τα πρόσωπα που βρίσκονται πίσω από τις δόλιες πράξεις των εναγομένων 1 αλλά και για να ανευρεθούν και να επανακτηθούν τα χρήματα των αιτητών. Η καθ' ης η αίτηση 2, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα, αναμίχθηκε στην αδικοπραξία και είναι σε θέση να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες, εφόσον διαφάνηκε ότι κατά τον χρόνο μεταβίβασης του πιο πάνω ποσού εκ μέρους των αιτητών (Τεκμήρια 2-4), διατηρείτο λογαριασμός επ' ονόματι των εναγομένων 1 για τον οποίο η καθ' ης η αίτηση 2 δεν αρνείται ότι γνωρίζει τα στοιχεία των δικαιούχων με βάση τις πληροφορίες που συλλέγει κατά την διαδικασία προσδιορισμού ταυτότητας που γίνεται κατά το άνοιγμα των λογαριασμών. Είναι επίσης σε θέση η καθ' ης η αίτηση 2 να δώσει πληροφορίες για τις συναλλαγές στο συγκεκριμένο λογαριασμό αλλά και τυχόν άλλους λογαριασμούς που διατηρούντο σ' αυτή κατά τον ουσιώδη χρόνο από τους εναγόμενους 1. Με βάση τα πιο πάνω ως προς την τρίτη προϋπόθεση, κρίνεται ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη μεταγενέστερα εφόσον οι αιτητές δεν θα είναι σε θέση να προωθήσουν ή και να εγείρουν αγωγή εναντίον των βασικών αδικοπραγησάντων αλλά και δεν θα είναι σε θέση να εντοπίσουν το χρηματικό ποσό που δόλια αποσπάσθηκε από αυτούς. Σαφώς δε, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των αιτητών στη παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω, έχοντας μελετήσει με πολλή προσοχή όλα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, βάσει των προαναφερθέντων αρχών θεωρώ ότι η θέση της καθ' ης η αίτηση 2, ότι λόγω του τραπεζικού απορρήτου δεν μπορεί να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες, δεν είναι βάσιμη. Όπως ορθά υπέδειξε ο συνήγορος των αιτητών, η απαγόρευση αποκάλυψης πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου Ν. 66(Ι)/1997όπως τροποποιήθηκε, υποχωρεί έναντι του δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετείται σε περιπτώσεις καταστολής δόλιων πράξεων ή εγκλημάτων Όπως κρίθηκε στην υπόθεση Tournier v. National Provincial and Union Bank of England
(1923)All E.R. 550, το δημόσιο συμφέρον υπερτερεί έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη. Από την παράγραφο 2(η) του ίδιου άρθρου προκύπτει ότι η απαγόρευση δεν εφαρμόζεται όταν «η παροχή πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος.». Αλλά και η εισήγηση του συνηγόρου ότι η εν λόγω απαγόρευση ισχύει όταν οι πληροφορίες δίδονται από λειτουργούς της τράπεζας προς ίδιο όφελος ευσταθεί, όπως συνάγεται από το λεκτικό του άρθρου 29
(1). Επίσης, κατά τα λεχθέντα στην υπόθεση Bankers Trust Co. v. Shapira and Others (πιο πάνω), όταν καταδεικνύεται το δικαίωμα του εξαπατηθέντος να λάβει τις αιτούμενες πληροφορίες, η τράπεζα δεν χρειάζεται να έχει την συγκατάθεση του πελάτη της. Με βάση όλα τα πιο πάνω, ασκώντας την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, εκδίδεται διάταγμα υπέρ των αιτητών-εναγόντων και εναντίον της καθ' ης η αίτηση-εναγόμενης 2 ως η παράγραφος Α της αίτησης, με την διαφοροποίηση ότι η αποκάλυψη των στοιχείων θα γίνει εντός 10 ημερών από σήμερα. Σε σχέση με τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης και ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι θα είναι έξοδα δίκης και θα επιδικαστούν υπέρ των αιτητών-εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 στην περίπτωση που θα επιτύχει η αγωγή (βλ. σχετικά τα λεχθέντα στην απόφαση Avila Management Services Limited κ.α. v. Frantisek Stepanek κ.α. (πιο πάνω)). Όπως έχει ήδη παρατεθεί πιο πάνω, στην παρούσα υπόθεση οι αιτητές-ενάγοντες ζητούν την βοήθεια της καθ' ης η αίτηση-εναγόμενης 2 στον προσδιορισμό της ταυτότητας των προσώπων, που κατά τον ισχυρισμό τους τους εξαπάτησαν, ενόσω εκ των προβληθέντων λόγων ένστασης της καθ' ης η αίτηση-εναγόμενης 2 ως μόνος ουσιαστικός λόγος θα μπορούσε να θεωρηθεί η αποφυγή τυχόν συνεπειών που θα είχε από τυχόν αποκάλυψη των αιτουμένων πληροφοριών κατά παράβαση των καθηκόντων της χωρίς την συγκατάθεση των πελατών της. Στα πιο πάνω έξοδα συμπεριλαμβάνονται και τα έξοδα που θα υποστεί η καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη 2 για την αποκάλυψη των στοιχείων, τα οποία κρίνεται ορθό και δίκαιο να της καταβληθούν από τους αιτητές-ενάγοντες. Τα έξοδα αυτά θα καταβληθούν εντός του χρόνου που θα καθορισθεί από το Δικαστήριο, αφού προηγουμένως είτε θα συμφωνηθούν από τα μέρη της παρούσας διαδικασίας και θα δηλωθούν στο Δικαστήριο είτε θα προσδιορισθούν σε σχετικό κατάλογο της καθ' ης η αίτηση-εναγόμενης 2 που θα γίνει εντός 3 ημερών από σήμερα και μετά την επίδοση του στους αιτητές-ενάγοντες, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο