← Κύπρος

Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μάμα Χατζηχριστοφή κ.α., Αρ. Αίτησης: 38/13, 5/12/2013

Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μάμα Χατζηχριστοφή κ.α., Αρ. Αίτησης: 38/13, 5/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A433 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 38/13 Μεταξύ: Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Αιτητή - και -

  1. Μάμα Χατζηχριστοφή, Δ.Τ. 342957
  2. Γεώργιου Κυπρή, Δ.Τ. 405592
  3. Χρίστου Γεράνη, Δ.Τ. 580731
  4. Hulus Tayip, Δ.Τ. 421122
  5. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας
  6. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Καθ΄ ων η Αίτηση --------------------------------- Ημερομηνία: 5.12.2013 Για τον Αιτητή: κ. Τ. Ιακωβίδου. Για τους Καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3: κ. Χρ. Χριστοφή. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 8.3.2013 ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε: "... την έκδοση Διατάγματος Παγώματος, με το οποίο να απαγορεύει τη συναλλαγή με οποιοδήποτε τρόπο της πιο κάτω ρευστοποιήσιμης περιουσίας των καθ΄ ων η αίτηση 1-4 ως εξής: Α. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας: - Το χρηματικό ποσό των €50.000 ευρώ που βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό με αριθμό 3243585-8, ο οποίος ανήκει στον Hulus Tayip. - Το χρηματικό ποσό των €66.315,51 ευρώ που βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό με αριθμό 4053048-8, ο οποίος ανήκει στον Hulus Tayip. - Το χρηματικό ποσό των €1.249.605,53 ευρώ που βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό με αριθμό 3211931-6, ο οποίος ανήκει στον Χρίστο ή Πωλίνα Γεράνη. - Το χρηματικό ποσό των €70.262,23 ευρώ που βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό με αριθμό 2037063-5, ο οποίος ανήκει στον Χρίστο ή Πωλίνα Γεράνη. - Το χρηματικό ποσό των €62.415,65 ευρώ που βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό με αριθμό 2055251-1, ο οποίος ανήκει στον Χρίστο και Πωλίνα Γεράνη. - Το χρηματικό ποσό των €645.034,82 ευρώ που βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό με αριθμό 3243533-5, ο οποίος ανήκει στον Γεώργιο Κυπρή. - Το χρηματικό ποσό των €56.302,73 ευρώ που βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό με αριθμό 3247174-0, ο οποίος ανήκει στον Μάμα Χατζηχριστοφή. Β. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ: - Το χρηματικό ποσό των €250.000,00 ευρώ που βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό με αριθμό 305-17-247912-02, ο οποίος ανήκει στον Hulus Tayip. - Το χρηματικό ποσό των €21.230,90 ευρώ που βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό με αριθμό 305-01-247912-01, ο οποίος ανήκει στον Hulus Tayip. - Το χρηματικό ποσό των €162.210,99 ευρώ που βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό με αριθμό 419-01-316672-01, ο οποίος ανήκει στον Γεώργιο Κυπρή." Την ίδια μέρα το Επαρχιακό Δικαστήριο, εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα και όρισε τούτο επιστρεπτέο στις 19.3.
  7. Κατ΄ εκείνη την ημερομηνία, για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 4, το διάταγμα κατέστη απόλυτο, ενώ για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3, ορίστηκε για οδηγίες στις 29.3.13 για να καταχωρηθεί η ένσταση τους. Στις 28.3.13, οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3 καταχώρησαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Η αίτηση ακολούθως αναβλήθηκε για τους λόγους που αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και στις 22.10.13, αμφότερες οι πλευρές παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Η αίτηση ορίστηκε για διευκρινίσεις στις 11.11.13, όπου κατ΄ εκείνη την ημέρα, η εκπρόσωπος του αιτητή απάντησε σε ερωτήματα που τέθηκαν από το Δικαστήριο και ακολούθως επιφυλάχθηκε η απόφαση. Για να γίνουν κατανοητές οι θέσεις των δυο πλευρών, θεωρώ σκόπιμο, στο παρόν στάδιο, να αναφερθώ, σε γενικές γραμμές, στα ισχυριζόμενα γεγονότα επί των οποίων ο Αιτητής βάσισε το αίτημα του και πέτυχε την έκδοση του υπό εξέταση διατάγματος, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει. Θεωρώ επίσης σκόπιμο να αναφέρω ότι νομικό υπόβαθρο της αίτησης συνιστούν οι πρόνοιες των άρθρων 3, 4, 5, 13, 14, 16 και 72 του Νόμου Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων και Παράνομες Δραστηριότητες του 2007 έως 2012, οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.2 όπως και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Είναι συνοπτικά ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3, μαζί με άλλο ή άλλα πρόσωπα συνωμότησαν, συμφωνώντας μεταξύ τους στην ουσία να κλέψουν και/ή δια ψευδών παραστάσεων να αποσπάσουν και/ή να εξαπατήσουν την Τουρκοκύπρια Hatidje Hamouza (στο εξής η παραπονούμενη) και τον σύζυγο της (ο οποίος στο μεταξύ έχει αποβιώσει). Ο σύζυγος της παραπονούμενης ήταν ιδιοκτήτης και μετά το θάνατο του η παραπονούμενη ήταν το πρόσωπο που δικαιούτο σε εγγραφή επ΄ ονόματι της, ενός τεμαχίου γης στον Δήμο Πολεμιδίων στη Λεμεσό εντός του οποίου έχουν ανεγερθεί διάφορες οικίες του Συνοικισμού Πολεμιδιών, οι οποίες ανεγέρθησαν για σκοπούς στέγασης προσφύγων της Τουρκικής εισβολής. Σύμφωνα με τον Αιτητή, o Καθ΄ ου η Αίτηση 2, μαζί με άλλο ή άλλα πρόσωπα, παρουσιάστηκε ως πρόσωπο που μπορούσε να βοηθήσει τους πιο πάνω Τουρκοκύπριους να προωθήσουν διαδικασία απαλλοτρίωσης της γης τους από την Κυπριακή Δημοκρατία και ότι με ψευδείς παραστάσεις και/ή με δόλιο τρόπο, κατάφερε να τους πείσει να υπογράψουν πληρεξούσιο έγγραφο, αρχικά ο σύζυγος της παραπονούμενης και μετά τον θάνατο του, η ίδια η παραπονούμενη, με το οποίο εξουσιοδοτούσαν κάποιο τρίτο πρόσωπο (Καθ΄ ου η αίτηση 1) - με τον οποίο συνήργησαν οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3 - να ενεργεί εκ μέρους τους αναφορικά με το συγκεκριμένο τεμάχιο γης ώστε να προωθήσει τη διαδικασία απαλλοτρίωσης της περιουσίας τους. Είναι δε η θέση του Αιτητή ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3, μαζί με τους συνεργούς τους, απέκρυψαν από τους παραπονούμενους την πραγματική αξία της γης τους, λέγοντας τους απλά ότι το ποσό που θα έπαιρναν αποζημίωση από την Κυπριακή Δημοκρατία δε θα ήταν λιγότερο των €2.750.000, αφήνοντας τους να νοηθεί ότι η αξία της γης τους, κυμαινόταν κοντά στο εν λόγω ποσό, ενώ γνώριζαν ότι η αξία της ήταν πολύ μεγαλύτερη. Σύμφωνα πάντα με τον Αιτητή, σε μεταγενέστερο χρονικό στάδιο, ολοκληρώθηκε η διαδικασία απαλλοτρίωσης και η αποζημίωση που δόθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία για την απαλλοτρίωση του συγκεκριμένου τεμαχίου γης ανήλθε στο ποσό των €6.600.000, το οποίο ποσό κατατέθηκε σε λογαριασμό της παραπονούμενης, τον οποίο είχε ανοίξει στο μεταξύ ο Καθ΄ ου η αίτηση 1, χωρίς η παραπονούμενη να πληροφορηθεί για τα εν λόγω γεγονότα από οποιονδήποτε. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3, και/ή οι συνεργοί τους, ουδέποτε ενημέρωσαν την παραπονούμενη για το ακριβές ποσό της απαλλοτρίωσης. Η παραπονούμενη αφού είχε ήδη συμφωνήσει με τα τέσσερα τέκνα της αναφορικά με την διάθεση των χρημάτων, είχε δώσει εκ των προτέρων οδηγίες προς τον Καθ΄ ου η αίτηση 1, άμα τι καταβολή της αποζημίωσης από την Κυπριακή Δημοκρατία, τούτος, κάνοντας χρήση του πληρεξουσίου που κατείχε, να καταθέσει €100.000 σε λογαριασμό της παραπονούμενης και το υπόλοιπο ποσό να το διαιρέσει σε τέσσερα ίσα μέρη και να το καταθέσει σε λογαριασμούς των τεσσάρων παιδιών της. Μετά την πιο πάνω οδηγία της παραπονούμενης, η οποία, πάντοτε σύμφωνα με την αίτηση, δεν γνώριζε μέχρι εκείνη την ημέρα το ακριβές ποσό της αποζημίωσης, ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 - κάτοχος του πληρεξουσίου της παραπονούμενης - αφού πρώτα μερίμνησε να καταθέσει τα €6.600.000 στο λογαριασμό της Παραπονούμενης, έκανε ανάληψη από αυτόν του ποσού των €6.500.000 έτσι ώστε στον λογαριασμό να παραμείνει το χρηματικό ποσό των €100.000 που απαίτησε η παραπονούμενη. Έπειτα, ο Καθ΄ ου η αίτηση 1, κατέθεσε σε ένα έκαστο λογαριασμό των τεσσάρων τέκνων της παραπονούμενης €662.500, με αποτέλεσμα, γενικά η οικογένεια της παραπονούμενης να λάβει το συνολικό ποσό των €2.750.
  8. Τα λοιπά χρήματα της απαλλοτρίωσης, πάντοτε με ενέργειες του Καθ΄ ου η αίτηση 1, κατατέθηκαν σε λογαριασμό του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 και σε μεταγενέστερο στάδιο μέρη του εν λόγω ποσού, κατατέθηκαν σε λογαριασμούς του Καθ΄ ου η Αίτηση 3 και των Καθ΄ ων η αίτηση 1 και
  9. Είναι ακριβώς η θέση του Αιτητή ότι τα χρήματα που κατέληξαν στους λογαριασμούς των τεσσάρων αυτών προσώπων αποτελούν έσοδα των γενεσιουργών αδικημάτων της κλοπής και/ή της απάτης και/ή της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, με αποτέλεσμα στην ουσία οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3 και τα άλλα δύο πρόσωπα να έχουν, σύμφωνα πάντα με τον Αιτητή, διαπράξει και αδικήματα κατά παράβαση του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου. Όπως σημειώθηκε και ανωτέρω, οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3, καταχώρησαν ένσταση, η οποία να σημειωθεί συνοδεύεται από προσωπικές τους ένορκες δηλώσεις, στις οποίες επισυνάπτονται και διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια. Σ΄ αυτή, εγείρονται ως λόγοι ένστασης οι ακόλουθοι: «(Α) Η επίδικη απόφαση ή/και το Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 08/03/2013 είναι προϊόν απόκρυψης και/ή ανυπαρξίας και/ή μη συμπερίληψης από μέρους της Αιτούσας Αστ. 2064 Δήμητρας Σταύρου ή/και της παραπονούμενης, ουσιωδών στοιχείων, γνωστών ή/και που μπορούσαν να γίνουν γνωστά με εύλογη έρευνα, με αποτέλεσμα την παραπλάνηση του Δικαστηρίου και/ή την αθέμιτη επίδραση στην ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεδομένου ότι η Αστυνομικός που ορκίσθηκε μονομερώς για την έκδοση του δεν πήγε με καθαρά τα χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου. Τούτο γιατί: Η Αιτούσα Αστυνομικός 2064 δεν αποκαλύπτει ή/και αποκρύβει από το Δικαστήριο το γεγονός ότι η παραπονούμενη κατά η περί τις 11/09/2010 ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου που αναφέρεται στην Αίτηση και ότι εκτός από το κατ' ισχυρισμό πληρεξούσιο που αναφέρει στην παράγραφο 10 και 12 της ένορκης δήλωσης της η Αστυνομικός, που αφορά τον καθ' ου η αίτηση 1, υπήρχε και πωλητήριο έγγραφο που υπογράφθηκε την 11/09/2010 μεταξύ του Καθ' ου η Αίτηση 2 και της κατ' ισχυρισμό παραπονούμενης κυρίας Hatidje Hamouza (Houssein), με το οποίο η παραπονούμενη συμφώνησε να πωλήσει και ο καθ' ου η Αίτηση 2 συμφώνησε να αγοράσει το επίδικο ακίνητο στην τιμή πώλησης των €
  10. 750 000 (δύο εκατομμύρια επτακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ), ως καταγράφει η μεταξύ τους συμφωνία. Η Αιτούσα Αστυνομικός 2064 δεν αποκαλύπτει ή/και αποκρύβει από το Δικαστήριο το γεγονός ότι στο ως άνω αναφερόμενο πωλητήριο έγγραφο, ημερομηνίας 11/09/2010, υπήρξε συμφωνημένος όρος μεταξύ του Καθ' ου η Αίτηση 2 και της παραπονούμενης, ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 είχε το δικαίωμα να καταστεί δικαιούχος της οποιασδήποτε αποζημίωσης της απαλλοτρίωσης του επίδικου ακίνητου από την Κυπριακή Δημοκρατία, οποιουδήποτε ποσού πέραν των €
  11. 750 000 (δύο εκατομμύρια επτακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ) και ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 ως αγοραστής δικαιούτο με βάση την ως άνω αναφερόμενη συμφωνία που είχε προβεί με τη παραπονούμενη να πωλήσει ή/και απαλλοτριώσει ή/και μεταβιβάσει το εν λόγω ακίνητο υπό οποιουσδήποτε όρους ή/και οποιαδήποτε τιμή πώλησης ή/και απαλλοτρίωσης ήθελε αποφασίσει και ότι δεσμευόταν με βάση τον ως άνω όρο η παραπονούμενη ή/και οποιοσδήποτε πληρεξούσιος της να υπογράφει οποιαδήποτε έγγραφα τους ζητηθεί, από το Καθ' ου η Αίτηση 2, νοουμένου ότι το τίμημα δεν θα ήταν κάτω της τιμής πώλησης των €
  12. 750 000 (δύο εκατομμύρια επτακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ) και προς τούτο ο Καθ' ου η Αίτηση 2 αγόρασε ή/και κατέβαλε στην παραπονούμενη το ποσό των €5 000 ως προκαταβολή και/ή μέρος της αγοράς της επίδικης περιουσίας. Η Αιτούσα Αστυνομικός 2064 δεν αποκαλύπτει ή/και αποκρύβει από το Δικαστήριο το γεγονός ότι το πληρεξούσιο που υπέγραψε η παραπονούμενη έλαβε χώρα προς εκτέλεση του πωλητήριου εγγράφου που υπέγραψε με τον Καθ' ου η Αίτηση 2 η ίδια η παραπονούμενη στο οποίο είχε συμφωνήσει να διορίσει τον Καθ' ου η Αίτηση 1 ήτοι τον δικηγόρο κύριο Μάμα Χατζηχριστοφή ως αποκλειστικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της για να χειρίζεται όλα τα θέματα που προέκυπταν από το ως άνω αναφερόμενο πωλητήριο έγγραφο ημερ. 11/09/2010, έκτοτε, με την εντολή μάλιστα να δέχεται και να εκτελεί οδηγίες προερχόμενες από το Καθ' ου η Αίτηση 2 σχετικά με την εκτέλεση της μεταξύ τους συμφωνίας. Η Αιτούσα Αστυνομικός 2064 δεν αποκαλύπτει ή/και αποκρύβει από το Δικαστήριο το γεγονός ότι υπήρχε όρος μεταξύ των διαδίκων, με βάση το ανωτέρω αναφερόμενο πωλητήριο έγγραφο ότι όλα τα εισπρακτέα ποσά από την απαλλοτρίωση του κτήματος και/ή της επίδικης ακίνητης περιουσίας από τη Κυπριακή Δημοκρατία θα τύγχαναν διαχείρισης ή/και διανομής από το πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της παραπονούμενης, Καθ' ου η Αίτηση 1, μέσω ειδικού τραπεζικού λογαριασμού, τον οποίο θα άνοιγε η παραπονούμενη ή/και ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της σε Τραπεζικό ή/και Συνεργατικό ίδρυμα στη Κυπριακή Δημοκρατία ή/και στο εξωτερικό με βάση τους όρους του πωλητήριου εγγράφου ή/και την αποπληρωμή στη παραπονούμενη μόνο του τιμήματος της πώλησης ήτοι του ποσού των €2 750 000 (δύο εκατομμύρια επτακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ). Η Αιτούσα Αστυνομικός 2064 δεν αποκαλύπτει ή/και αποκρύβει από το Δικαστήριο το γεγονός ότι στο ίδιο πωλητήριο έγγραφο που αναφέρει η προηγούμενη παράγραφος προσυπογράφουν μαζί με τη παραπονούμενη οι 3 θυγατέρες και ο υιός της παραπονούμενης (κύριοι Pembe Hamuza Α.Δ.Τ. 433686, Rasiha Ramadan Α.Δ.Τ. 457971, Gulter Tayip Α.Δ.Τ.551506 και ο Huseyin Ruso Α.Δ.Τ. 499904) δηλώνοντας ότι συμφωνούν με τους όρους του και άρα γνώριζαν ή/και συμφώνησαν με τα ως άνω αναφερόμενα αφού τα προσυπόγραψαν. Η Αιτούσα Αστυνομικός 2064 δεν αποκαλύπτει ή/και αποκρύβει από το Δικαστήριο το γεγονός ότι το ίδιο πωλητήριο έγγραφο που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο ήταν καταγραμμένο στην Ελληνική και στη Τουρκική γλώσσα και άρα υπήρχε τεκμήριο ότι η παραπονούμενη ή/και τα παιδιά της αντιλαμβάνονταν και/ή γνώριζαν το πλήρες περιεχόμενο του. Η Αιτούσα Αστυνομικός 2064 δεν αποκαλύπτει ή/και αποκρύβει από το Δικαστήριο το γεγονός ότι όταν συνελήφθηκε ο Καθ' ου η Αίτηση 2 και/ή ο καθ' ου η αίτηση 3 και/ή πριν τη καταχώρηση της παρούσας αίτησης ήτοι πριν την 08/03/2013, είχε στην κατοχή της η Αστυνομία το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο ή/και επιδείχθηκε στο Καθ' ου η Αίτηση 2 και/ή καθ' ου η αίτηση 3 όταν έδιδε κατάθεση στο σταθμό τον οποίο εκρατείτο και εν πάση περιπτώσει επεξηγήθηκαν όλα τα πιο πάνω στην Αστυνομία από την εν λόγω κατάθεση του Καθ' ου η Αίτηση 2 . Η Αιτούσα Αστυνομικός 2064 δεν αποκαλύπτει ή/και αποκρύβει από το Δικαστήριο το γεγονός ότι στις 16/12/2010 ο Καθ' ου η Αίτηση 2 απέστειλε επιστολή στον καθ' ου η αίτηση 1 ήτοι τον κον Μάμα Χατζήχριστοφή δικηγόρο, με την οποία αποδέχτηκε το τίμημα και ζητούσε εκτέλεση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Η Αιτούσα Αστυνομικός 2064 δεν αποκαλύπτει ή/και αποκρύβει από το Δικαστήριο το γεγονός ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν ενέκρινε την έκδοση εντάλματος έρευνας ή/και σύλληψης για τα αδικήματα της ισχυριζόμενης πλαστογραφίας ή/και κλοπής υπό αντιπροσώπου ή/και απόσπασης χρημάτων με ψευδής παραστάσεις. Είναι δεδομένο με τα ανωτέρω ότι η αίτηση εστερείτο ουσιωδών πληροφοριών γνωστών ή εύλογα γνωστών στην Αιτούσα Αστ. 2064 Δήμητρα Σταύρου κατά τον χρόνο υποβολής της ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Οι πληροφορίες που δεν συμπεριλήφθηκαν στην αίτηση της δεν ήταν μόνο αναγκαίες για την διαπίστωση της ύπαρξης εύλογης υποψίας αλλά η συμπερίληψη τους θα είχε σημαντική επίδραση στην απόφαση του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο δικαιούτο ή/και είχε εξουσία ή/και πληρούνταν οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για να εκδώσει το επίδικο Διάταγμα ή/και κατά πόσο στοιχειοθετούνταν οποιαδήποτε αδικήματα του περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμοι ταυ 1996 (Ν. 61(I)/1996) ως έχει τροποποιηθεί με το περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007 (Ν. 188(I)/2007). (Β) Το προσβαλλόμενο Διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί καθότι υπό το σύνολο των στοιχείων που ενυπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει καμία εύλογη αιτία να πιστεύει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 έχουν αποκομίσει οποιοδήποτε όφελος από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος ή/και τα εν λόγω ποσά αφορούν νόμιμη επιχειρηματική δραστηριότητα ή/και αξιοποίηση της ιδιοκτησίας του Καθ' ου η Αίτηση 2 και/ή καθ' ου η αίτηση 3 ή/και των περιουσιακών του Δικαιωμάτων ή/και ουδεμία αξιόποινη πράξη προκύπτει από το σύνολο των γεγονότων. Πέραν από το θέμα της απόκρυψης είναι ξεκάθαρο ότι τα χρηματικά ποσά του Καθ' ου η Αίτηση 2 που προέκυψαν από τη πώληση του επίδικου ακινήτου, δεν σχετίζονται με την διάπραξη κανενός γενεσιουργού αδικήματος, ούτε και μπορεί να υπάρξει ίχνος υποψίας ότι οποιοδήποτε ποσό προέκυψε είναι προϊόν ή έσοδο από την διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος, οποιασδήποτε φύσης ή περιγραφής, αλλά προϊόν από τη νόμιμη πώλησης του επίδικου ακινήτου από τον Καθ' ου η Αίτηση 2 στη Κυπριακή Δημοκρατία και προς τούτο Αιτούσα Αστυνομικός 2064 δεν αποκαλύπτει ή/και έχει αποκρύψει το γεγονός αυτό από το Δικαστήριο. (Γ) Το προσβαλλόμενο Διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί καθότι δεν έχει αρχίσει ή/και δεν έχει περατωθεί ή/και δεν επίκειται η έναρξη ποινικής διαδικασίας εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 ή/και οποιουδήποτε προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται η παρούσα Αίτηση ή/και δεν υπάρχει καμία εύλογη υποψία ότι δύνανται να κατηγορηθούν οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και
  13. (Δ) Το Διάταγμα και/ή η θεραπεία που ο Αιτητής ζητά και/ή επιζητά διαμέσου της αιτήσεως του ημερομηνίας 08/03/2013 παραβιάζει τα Συνταγματικά και Ανθρώπινα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 να απολαμβάνουν, χρησιμοποιούν και αξιοποιούν την κινητή περιουσία τους ή/και υπό τις περιστάσεις οδηγά σε υπέρμετρα δυσανάλογο μέτρο με τον επιδιωκόμενο σκοπό ή/και de facto απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας τους χωρίς να καταβληθεί εύλογη αποζημίωση. Εφόσον υπό τις περιστάσεις διαφαίνεται έκδηλα ότι δεν υπάρχει ποινική ευθύνη στους Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3, τουλάχιστον με τα αδικήματα που καταγράφονται στην Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 08/03/2013 και τα αδικήματα που ενέκρινε την σύλληψη ή/και έρευνα στις οικίες τους του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, και εφόσον προκύπτει ξεκάθαρα ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το θέμα της παρούσας αφορά Αστική διαφορά ιδιωτικού Δικαίου, η κρατική επέμβαση ή/και δέσμευση ή/και αποστέρηση της ιδιοκτησίας των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 από το Κράτος με τους κανόνες του Δημοσίου Δικαίου, εγείρει θέμα αυθαίρετης ή/και υπέρμετρα δυσανάλογης επέμβασης στο κατοχυρωμένο δικαίωμα της ιδιοκτησίας τους υπό το σύνολο των περιστάσεων και τη ζημία που πρόκειται να υποστούν οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και
  14. (Ε) Υπό τις περιστάσεις ή/και τα πρόσφατα πολιτικά ή/και οικονομικά δρώμενα που αφορούν το Τραπεζικό μας τομέα, για τα οποία το Δικαστήριο προφανώς έχει Δικαστική γνώση, το Διάταγμα και/ή η θεραπεία που ζητά ο Αιτητής είναι άδικη και καταπιεστική εις βάρος των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 ή/και υπέρμετρα δυσανάλογη με τον επιδιωκόμενο σκοπό ή/και μέτρο μη αναγκαίο με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Το Δικαστήριο περί τούτου μπορεί να ασκήσει τις εξουσίες του με βάση το άρθρο 14

(7)του Νόμου και να διορίσει παραλήπτη για να θέσει υπό την κατοχή και τον έλεγχο του ρευστοποιήσιμη περιουσία και για να διαχειρίζεται ή άλλως πως να συναλλάσσεται σε σχέση με την εν λόγω περιουσία, σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου ή/και δύναται το Δικαστήριο να επιβάλει τους αναγκαίους όρους στην περιουσία των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3. (ΣΤ) Το Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 08/03/2013 πάσχει καθότι αντίκειται στο άρθρο 14
(5)του Ν 188(Ι)/2007 και δεν περιλαμβάνει πρόνοια για την επίδοση ειδοποίησης προς όλα τα επηρεαζόμενα από το Διάταγμα πρόσωπα ή/και της δικαιούχου των Λογαριασμών που αφορούν την κα Πωλίνα Γεράνη. (Ζ) Η αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 08/03/2013 είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή άκυρη και/ή κατά παράβαση των σχετικών Θεσμών και/ή Κανονισμών και/ή Νόμων και/ή στηρίζεται επί λανθασμένων διατάξεων του Νόμου και/ή δεν αναφέρει τα συγκεκριμένα Άρθρα ή Θεσμούς και/ή δεν στηρίζεται στους σωστούς και/ή ορθούς Κανονισμούς. Περαιτέρω, δεν αναφέρει τα άρθρα του Νόμου ή Κανονισμού ή/και παραλείπει τα απαιτούμενα από το Νόμο στοιχεία. (Η) Η αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 08/03/2013 πάσχει ή/και έχει λάβει χώρα κατά παράβαση της Διαταγής 39 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθότι δεν καθορίζεται εκ μέρους και για λογαριασμό ποίου καταχωρήθηκε η ένορκος δήλωση ή/και δεν καθορίζει την πηγή της γνώση της και των πληροφοριών της αναφορικά με την προαναφερόμενη ένορκο δήλωση η ενόρκως δηλούσα. (Θ) Υπό τις περιστάσεις ή/και τα στοιχεία που προκύπτουν εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 ή/και την αδυναμία της απόδειξης ποινικής ευθύνης εναντίον τους, διαφαίνεται ότι ενεργοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου 14 του Ν. 188(Ι)/2007 για ξένους με τον επιδιωκόμενο στο Νόμο σκοπό ή/και για αλλότριους σκοπούς και άρα υπάρχει κατάχρηση της Δικαστικής Διαδικασίας.» Στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση, οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 επαναλαμβάνουν ουσιαστικά τους λόγους ένστασης και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς και τις θέσεις του Αιτητή. Οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν και αμφότερες οι πλευρές ως σημειώθηκε και ανωτέρω, κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Στα πλαίσια των διευκρινίσεων, η πλευρά του Αιτητή ανέπτυξε περισσότερο τις απόψεις της ως προς την θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3, ότι ο Αιτητής, με τα όσα έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της αίτησης του, δεν απεκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Στο στάδιο των αγορεύσεων, η συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3, δήλωσε ότι εγκαταλείπονται και δεν προωθούνται πλέον οι λόγοι ένστασης Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η και Θ εκτός στο βαθμό που τούτοι αφορούν σε θέματα που καθηκόντος οφείλει το Δικαστήριο να εξετάσει στα πλαίσια της ουσίας της αίτησης και ότι η ένσταση θα προωθηθεί μόνο αναφορικά με τους λόγους ένστασης Α και Στ. Είναι προφανές πως αν οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3, επιτύχουν στον λόγο ένστασης αναφορικά με την ισχυριζόμενη απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, τότε θα σφραγιστεί και η μοίρα της παρούσας αίτησης από αυτό το στάδιο χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξέτασης της ουσίας της, μιας και ο λόγος αυτός άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Έχω παραθέσει αυτούσιους τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης, πιο πάνω, γι' αυτό θεωρώ περιττό να τους επαναλάβω. Είναι αρκετό να επισημάνω ότι ο (Α) λόγος ένστασης αφορά την υποχρέωση του αιτητή να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα, η οποία υποχρέωση πηγάζει από την φύση της παρούσας αίτησης η οποία υπενθυμίζω είναι μονομερής και ο (Στ) λόγος ένστασης, αφορά στο γεγονός ότι στο επίδικο διάταγμα δεν συμπεριλήφθη πρόνοια για επίδοση του και στη σύζυγο του Καθ΄ ου η αίτηση 3, η οποία είναι επηρεαζόμενο πρόσωπο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αποκάλυψη Ουσιωδών Γεγονότων Αναφορικά με τον υπό στοιχειό (Α) λόγο ένστασης παρατηρώ τα πιο κάτω: σύμφωνα με την πάγια θέση της νομολογίας, η διαδικασία σε μονομερή αίτηση (όπως και η παρούσα αίτηση), δημιουργεί στον Αιτητή, λόγω της φύσης της αίτησης, την υποχρέωση να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και τα οποία μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Παράλειψη του Αιτητή να αποκαλύψει τα εν λόγω γεγονότα, μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση του διατάγματος, χωρίς το Δικαστήριο να προχωρήσει και να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος. Δεν αποτελεί προϋπόθεση, για σκοπούς ακύρωσης του διατάγματος η παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων να οφείλεται σε ηθελημένη προσπάθεια εξαπάτησης του Δικαστηρίου από τον Αιτητή. Η υποχρέωση του Αιτητή να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις που παραλείπει εντελώς να τα αποκαλύψει αλλά και οπού ο τρόπος με τον οποίο παραθέτει τους ισχυρισμούς του είναι παραπλανητικός η ελλιπής ανεξάρτητα αν η παραπλάνηση ή η έλλειψη γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Το δε κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό (βλέπε: Attorney-General and Another (No. 2) v Savvides
(1979)1 C.L.R. 349, National Line v Ship "Sunset"
(1986)1 C.L.R. 393, Zachariades Ltd v.Economides
(1989)1 C.L.R. 437, Global Cruises S.A. v Metro Shipping Travel Ltd
(1989)1 AAΔ Ε 602, Άνθιμος Δημητρίου v The Dolphin Insurance Company Limited και Άλλων,
(1990)1 A.A.Δ. 351, Gircotis & Achilleos Limited v Chr. M. Sarlis & Co. M.S. και Άλλου,
(1992)1(A) Α.Α.Δ. 360, Στυλιανού ν Στυλιανού
(1992)1ΑΑΔ 583, Γρηγορίου κ.ά. ν Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248, Demstar Ltd v Zim Israel Navigation
(1996)1 AAΔ 597, Resola Cyprus Ltd v Christou
(1998)1Β ΑΑΔ 598 και Harvardskiy Prumyslovy Holdings A.S. v Daventree Resources Limited κ.ά.
(2008)1Β ΑΑΔ 801 και Brink´s Mat Ltd v Elcombe (C.A.) [1988] 1WLR 1350). Ήταν η εισήγηση της εκπροσώπου του Αιτητή η οποία τέθηκε στο στάδιο των διευκρινίσεων, ότι οι πιο πάνω αναφερόμενες αρχές, αν και ισχύουσες και εφαρμοστέες στην παρούσα περίπτωση, εντούτοις δεν θα πρέπει να θεωρηθούν ότι υπέχουν καταλυτικής σημασίας ενόψει της φύσης του εκδοθέντος διατάγματος το οποίο χαρακτήρισε ως διάταγμα παγώματος. Προς υποστήριξη της θέσης της, παρέπεμψε το Δικαστήριο στα όσα, σχετικά κατά την εισήγηση της, αναφέρονται στο σύγγραμμα Mitchell, Taylor & Talbot on Confiscation and the Proceeds of Crime, 2nd Edition και συγκεκριμένα κάτω από τον υπότιτλο «(f) Affidavit». Ήταν η θέση της εκπροσώπου του Αιτητή ότι οι πρόνοιες του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, ομοιάζουν κατά πολύ με τις σχετικές πρόνοιες του Drag Trafficking Act του 1964, στα πλαίσια του οποίου είναι δυνατή η έκδοση διαταγμάτων παγώματος και ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να αντλήσει καθοδήγηση από τα όσα κατά καιρούς αναφέρθησαν στην Αγγλική νομολογία αναφορικά με την υποχρέωση του Αιτητή, στα πλαίσια προώθησης μονομερούς αίτησης, να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν στην ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεση. Παραπέμποντας το Δικαστήριο ειδικότερα στις σελίδες 42, 43 και 44, του πιο πάνω συγγράμματος, υποστήριξε ότι η Αγγλική νομολογία αναγνωρίζει διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης του θέματος της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων μεταξύ μιας αίτησης για διάταγμα παγώματος και μιας αίτησης για διάταγμα τύπου Mareva. Υπέδειξε αναφορές των πιο πάνω συγγραφέων που υποστηρίζουν την εν λόγω θέση της και τις οποίες θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιες: «However, the Mareva Jurisdiction is not parallel but mererly analogues and it is possible to discern an important distinction between it and the restraint jurisdiction when considering the consequences of failure to comply with the duty to make full and frank disclosure. In Mareva cases, although the court has a discretion, it will be astute to ensure that a plaintiff who obtains an ex parte injunction without full disclosure loses any advantage he may had derived from the injunction. .... A different approach appears to have emerged from the courts in the restraint cases. In AJ and DJ Gliderwell L.J. said: "If the prosecution fail to make full disclosure, this of itself, in an appropriate case, can be a ground on which an order obtained ex parte may, although I certainly do not say "shall", be set aside" Leggatt L.J. said: "Even if there is material non-disclosure in applying for a restraint order, the court will hesitate to discharge the restraint order on that ground alone. Instead it will normally be content to vary the order so as to apply only to that realizable property which it has been satisfactorily proved should be subject to the order, and will mark the breach of the duty to the court in swearing an exceptionable affidavit by an appropriate order for costs".». Υποχρέωση Επίδοσης του Διατάγματος και της Αίτησης Σύμφωνα με το άρθρο 14
(5)(α) και (β) του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου: «Το διάταγμα παγώματος - (α) εκδίδεται κατόπιν μονομερούς αίτησης (ex parte) του Γενικού Εισαγγελέα και (β) περιλαμβάνει πρόνοια για την επίδοση ειδοποίησης προς όλα τα επηρεαζόμενα από το διάταγμα πρόσωπα». Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές, το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό και τα όσα τέθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διάδικων ενώπιον μου μέσω των αγορεύσεων τους, προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά ποσό το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί ένεκα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων από τον Αιτητή και/ή συνεπεία της μη συμπερίληψης πρόνοιας για επίδοση του στη σύζυγος του Καθ΄ ου η Αίτηση 3, η οποία είναι επηρεαζόμενο πρόσωπο μιας και στον λογαριασμό ο οποίος παγοποιήθηκε είναι δικαιούχος και η ίδια, ως ήταν η εισήγηση των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και
  1. Στο στάδιο αυτό θεωρώ σκόπιμο να υπενθυμίσω ότι οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 δεν αντεξετάστηκαν σε σχέση με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων τους και ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί τους παραμένουν αναντίλεκτοι και καθίστανται πλέον αποδεκτή ενώπιον μου μαρτυρία, για σκοπούς της παρούσας αίτησης. Ειδικότερα σημειώνω ότι σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3, τούτοι, ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής γνώριζε και ή ότι με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσε να γνωρίζει περί της συνομολόγησης της συμφωνίας πώλησης του επιδίκου τεμαχίου γης μεταξύ της παραπονούμενης και του Καθ΄ ου η αίτηση 2 και ότι στα πλαίσια των ανακρίσεων, ερωτήθηκαν ειδικά για το περιεχόμενο της εν λόγω γραπτής συμφωνίας, η οποία τους υπεδείχθη από τους Αστυνομικούς ανακριτές. Αναφέρεται ακόμα ότι είναι κατόπιν των προνοιών της εν λόγω συμφωνίας, που έγιναν οι διάφορες αναλήψεις από το λογαριασμό της παραπονούμενης και ότι η Αστυνομία γνώριζε για όλα αυτά τα γεγονότα πολύ πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Σημειώνω ακόμη ότι το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, είναι διαφωτιστικό ως προς τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και προκύπτει από αυτό ότι πριν την οποιαδήποτε καταγγελία της Παραπονούμενης στις αρχές του κράτους, τούτη, φαίνεται να έχει γραπτώς συμφωνήσει με τον Καθ΄ ου η αίτηση 2, όπως πωλήσει προς αυτόν το επίδικο ακίνητο έναντι του ποσού των €2.750.000 και δη του ποσού που εν τέλει κατεβλήθη στην παραπονούμενη και στα τέκνα της. Συνεμφωνήθη ακόμα, ότι σε περίπτωση που η γη απαλλοτριωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία, τότε το ποσό που τυχόν που θα υπερβαίνει το ποσό των €2.750.000, θα αποτελεί ιδιοκτησία του Καθ΄ ου η αίτηση
  2. Δεν εξετάζω στο παρόν στάδιο, μιας και κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο, το κατά πόσο η εν λόγω συμφωνία είναι ή όχι νόμιμη ή κατά πόσον μπορούσε να επιφέρει έννομα αποτελέσματα (όπως παραδείγματος χάριν, λόγω του γεγονότος ότι η ακίνητη περιουσία αφορά σε τουρκοκυπριακή γη και ενδεχομένως θα έπρεπε για να μπορεί να υλοποιηθεί να είχε εκ των προτέρων εξασφαλιστεί η συγκατάθεση του Υπουργού Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών περιουσιών), μιας και αφενός κάτι τέτοιο δεν προωθήθηκε από οποιανδήποτε πλευρά αλλά και γιατί ένας τέτοιος έλεγχος πρέπει να αφήνεται να διεξάγεται από το Δικαστήριο όταν τούτο εξετάζει την ουσία της αίτησης και όχι όταν εξετάζει κατά πόσο ένα εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω παραβίασης του καθήκοντος του Αιτητή να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν στην υπόθεση. Αυτό που το Δικαστήριο εξετάζει στην προκειμένη περίπτωση, είναι το κατά πόσο το γεγονός που δεν αποκαλύφθηκε όταν εξέταζε μονομερώς την αίτηση και το οποίο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, αν είχε τεθεί ενώπιον του, θα ήταν δυνατό να ασκήσει επιρροή στην κρίση του. Αν η απάντηση είναι καταφατική τότε, το Δικαστήριο πρέπει να βρει ότι ο Αιτητής είναι ένοχος μη αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος και να πράξει ανάλογα. Όπως λέχθηκε από τον Farwell L.J. "Inasmuch as the application is made ex parte, full and fair disclosure is necessary, as in all ex parte applications, and a failure to make such full and fair disclosure would justify the Court in discharging the order, even although the party might afterwards be in a position to make another application" (The Hagen [1908] P. 189, 201). Όσο αφορά στην Αγγλική νομολογία αλλά και περιεχόμενο του Αγγλικού συγγράμματος που με παρέπεμψε η εκπρόσωπος του Αιτητή, σημειώνω ότι η διαφοροποίηση που όντως φαίνεται τα Αγγλικά Δικαστήρια να αναγνωρίζουν στον τρόπο αντιμετώπισης του υπό εξέταση θέματος όταν τούτο αφορά σε διάταγμα παγώματος, σε αντιδιαστολή με την περίπτωση που τούτο αφορά σε διάταγμα τύπου Mareva, δεν οδηγεί και/ή καλύτερα δεν υποστηρίζει την θέση του Αιτητή ότι στην παρούσα περίπτωση, λόγω της φύσης του διατάγματος, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ακυρώσει το διάταγμα αν βρει ότι ο Αιτητής είναι ένοχος μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αυτό που εξάγεται από τα όσα λέχθησαν στην πιο πάνω παρατεθείσα Αγγλική νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια όταν εξετάζουν το θέμα σε σχέση με διάταγμα παγώματος θα πρέπει να δείχνουν κάποιας μορφής επιφυλακτικότητα, που ενδεχομένως να μην είναι απαραίτητο να επιδειχθεί όταν εξετάζουν την ισχύ ενός διατάγματος τύπου Mareva. Η πιο πάνω παρατεθείσα Αγγλική νομολογία, επαναλαμβάνει το δεδομένο ότι οι πιο πάνω νομικές αρχές ως προς τις συνέπειες στην αίτηση και κατ΄ επέκταση και στην ισχύ του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος, όταν ο αιτητής κριθεί ένοχος μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, παραμένουν εφαρμοστέες ακόμα και αναφορικά με διατάγματα παγώματος, πλην όμως το Δικαστήριο στην τελευταία αυτή περίπτωση δύναται, αν η μη αποκάλυψη αφορά σε γεγονότα, έστω ουσιαστικά, τα οποία όμως δεν διαφοροποιούν και δεν επηρεάζουν το εύρημα ότι η περιουσία που παγοποιήθηκε με το υπό κρίση διάταγμα, αποτελεί προϊόν γενεσιουργού αδικήματος, να μην ακυρώσει την ισχύ του διατάγματος αναφορικά με την μη σχετιζόμενη με την απόκρυψη περιουσία. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αν ο Αιτητής απεκάλυπτε στο Δικαστήριο το γεγονός ότι η Παραπονούμενη είχε συμφωνήσει γραπτώς με τον Καθ΄ ου η αίτηση 2, όπως πωλήσει στον τελευταίο το ακίνητο και ως τίμημα πώλησης θα ελάμβανε το χρηματικό ποσό που εν τέλει έλαβε η Παραπονούμενη, το Δικαστήριο σίγουρα θα συνυπολόγιζε και αυτό το γεγονός το οποίο αναμφίβολα αποτελεί γεγονός που θα ασκούσε επιρροή στην τότε ασκηθείσα Δικαστική κρίση. Επιπρόσθετα το εν λόγω γεγονός σχετίζεται άμεσα με όλη την παγοποιημένη περιουσία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το γεγονός που δεν αποκαλύφθηκε με την αίτηση, δεν είναι απλά ένα ουσιώδες γεγονός, αλλά πρόκειται για γεγονός που αν, στο κατάλληλο στάδιο κριθεί ότι όντως έλαβε χώραν με την πλήρη αντίληψη, κατανόηση και συγκατάθεση όλων των εμπλεκομένων της παρούσας υπόθεσης, θα υπέχει καταλυτικής σημασίας στην έκβαση τόσο της ποινικής υπόθεσης, που ήδη καταχωρήθηκε και εκκρεμεί μεταξύ άλλων και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3, όσο και στην έκβαση οποιασδήποτε τυχόν εκκρεμούσας σχετικής αστικής υπόθεσης. Η εν λόγω συμφωνία, σύμφωνα με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων των Καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3, κατείχετο από την Αστυνομία και υποδείχθηκε σε αυτούς κατά την ανάκριση τους, πολύ πριν την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης. Παρά ταύτα, για λόγους που παραμένουν άγνωστοι προς το Δικαστήριο, τα εν λόγω γεγονότα δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με την αίτηση. Το λιγότερο που μπορεί να ισχύει στην παρούσα περίπτωση, είναι ότι αν ο Αιτητής επεδείκνυε εύλογη επιμέλεια στην αναζήτηση γεγονότων προτού καταχωρίσει την υπό εξέταση αίτηση θα γνώριζε για τη συνομολόγηση και το περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας. Είναι επομένως εύρημα μου, ότι ο Αιτητής δεν αποκάλυψε με την αίτηση του όλα τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και τα οποία χωρίς καμία αμφιβολία θα ασκούσαν επιρροή στη δικαστική κρίση του Δικαστηρίου. Επίσης εύρημα μου είναι και το ότι ο τρόπος και η γενικότητα με την οποία παρουσίασε ο Αιτητής τα ισχυριζόμενα γεγονότα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση (και τούτο προκύπτει από τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν), ήταν τέτοια που με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να επιτελέσει στον αναγκαίο βαθμό, έστω και αν το εκδοθέν διάταγμα αφορά σε διάταγμα παγώματος, την υποχρέωση του για αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων με τρόπο ειλικρινή, δίκαιο και/ή πλήρη, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο, χωρίς καμία αμφιβολία, να παραπλανηθεί. Υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί σε αυτό το στάδιο και το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, ως προς τους Καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3, να ακυρωθεί χωρίς να υπάρχει ανάγκη να προχωρήσω σε εξέταση της ουσίας της αίτησης ή έστω του υπό στοιχείο (ΣΤ) λόγου ένστασης. Εκ του περισσού, σε σχέση με τον λόγο ένστασης (ΣΤ), απλά να σημειώσω ότι η ένσταση καταχωρήθηκε από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3 στους οποίους επιδόθηκε τόσο η αίτηση με την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και τα τεκμήρια αυτής, όσο και το εκδοθέν διάταγμα και ότι η σύζυγος του Καθ΄ ου η Αίτηση 3, έστω και αν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως επηρεαζόμενο πρόσωπο, ουδέν μέτρο έλαβε και/ή προώθησε οποιαδήποτε διαδικασία προς αμφισβήτηση της ισχύος του υπό εξέταση διατάγματος. Εν ολίγης δεν έχει επιδειχθεί πώς η έλλειψη πρόνοιας στο διάταγμα για επίδοση του στη σύζυγο του Καθ΄ ου η αίτηση 3, επηρεάζει και/ή επηρέασε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τους Καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 να προωθήσουν την ένσταση τους οι οποίοι είναι και οι μόνοι που αμφισβητούν την ορθότητα της έκδοσης και/ή συνέχισης της ισχύς του υπό εξέταση διατάγματος. Ο λόγος στην υπόθεση Capman Holdings Limited v Ismatov Andrey Zayniyevich, ημερ. 28.5.2013, δεν είναι σχετικός με την παρούσα υπόθεση, μια και τούτος καταπιάνεται με τις πρόνοιες του άρθρου 9
(3)του Κεφ. 6, άρθρο, του οποίου οι πρόνοιες εξαιρούνται εφαρμογής ρητά από το άρθρο 72 του Νόμου, βάση, της υπό εξέτασης αίτησης. Ως αποτέλεσμα, η αίτηση, αναφορικά με τους Καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3, απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 08.03.2013 ακυρώνεται, πάντα σε σχέση με τους Καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 μόνον. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα και συνεπώς, οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3 δικαιούνται στα έξοδα τους. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται λοιπόν υπέρ των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3, και σε βάρος του Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.