Επιπλώσεις Νόρα Λτδ ν. D&K Anosis Paper Ltd, Αγ. Αρ:. 7978/11, 5/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A306 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου Ε.Δ. Αγ. Αρ:. 7978/11 ΜΕΤΑΞΥ:- Επιπλώσεις Νόρα Λτδ Ενάγουσα - και - D&K Anosis Paper Ltd Εναγομένη ---------------------------- Αίτηση ημερ. 21.2.2013 για έκδοση διατάγματος ακύρωσης απόφασης Ημερομηνία: 5 Σεπτεμβρίου 2013 Για την Ενάγουσα-Καθ, ης η αίτηση: κ. Κορφιώτη Για τους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση: Κ. Λουκαΐδης ------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 2.12.11 η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγομένης και απαιτούσε συγκεκριμένο ποσό επί τη βάση ότι τούτο οφείλετο λόγω ανάκλησης πληρωμής δύο επιταγών που εκδόθηκαν από την Εναγόμενη, έναντι νομίμου ανταλλάγματος, με δικαιούχο την Ενάγουσα. Στις 27.1.12 η Ενάγουσα εξασφάλισε απόφαση εναντίον της Εναγομένης, λόγω μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης από την τελευταία. Στις 21.2.2013 η Εναγόμενη (στο εξής «η αιτήτρια») καταχώρησε αίτηση με την οποία επιδιώκει την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει την απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 27.1.2012 εναντίον της (στο εξής «η υπό εξέταση αίτηση»). Η αίτηση, εδράζεται επί τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.10, Δ.48 Θ.1, 4, 8, 9 και επί της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Δημήτρη Χαρτσιά, μετόχου της αιτήτριας, ημερομηνίας 21.2.2013 . Συνοψίζω το περιεχόμενο της. Ο αιτητής αφού αναφέρεται στην ιδιότητα του και στο ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ρηθείσα ένορκή δήλωση, ισχυρίζεται, στο βαθμό που τούτα είναι ουσιαστικά για την τύχη της υπό εξέταση αίτησης, ότι όταν επεδόθη στην αιτήτρια το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής, η αιτήτρια έδωσε οδηγίες στο δικηγορικό γραφείο δρ Ανδρέα Π. Ποιητή και Σία ώστε να καταχωρήσουν εκ μέρους της εμφάνιση. Πράττοντας έτσι η αιτήτρια θεώρησε ότι η υπόθεση δεν θα προχωρούσε σε εκδίκαση. Προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης της, στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, καταχωρήθηκε ως τεκμήριο, αντίγραφο ενός σημειώματος εμφάνισης με τίτλο της παρούσας αγωγής, το οποίο σημείωμα φαίνεται να καταχωρήθηκε στο πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 6.2.
- Είναι η θέση της αιτήτριας εταιρείας, ως τούτη προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ότι από την στιγμή που είχαν στην κατοχή τους το αντίγραφο του σημειώματος εμφάνισης, έπαψαν να ανησυχούν «μείναμε ήσυχοι» αφού θεώρησαν ότι δεν θα εκδίδετο οποιαδήποτε εναντίον τους απόφαση. Στις 19.2.2013 επισκέφθηκε την αιτήτρια, δικαστικός επιδότης, ο οποίος ενημέρωσε τους εκπροσώπους της ότι στα πλαίσια εκτέλεσης εντάλματος κινητής περιουσίας, όφειλε να καταγράψει και να κατάσχει, περιουσία της αιτήτριας για σκοπούς πλειστηριασμού της για είσπραξη χρημάτων για εξόφληση οφειλής της τελευταίας προς την ενάγουσα (στο εξής «η καθ΄ ης η αίτηση») αναφορικά με την εκδοθείσα εναντίον της αιτήτριας απόφαση, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Είναι η θέση της αιτήτριας ότι τότε και δη στις 19.2.2013 είναι που για πρώτη φορά η αιτήτρια πληροφορήθηκε περί της έκδοσης της απόφασης, της οποίας η ακύρωση επιδιώκεται με την υπό εξέταση αίτηση. Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε δύο μέρες μετά, και δη στις 21.2.
- Εισηγείται επί του προκειμένου, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ότι συνεπεία του τρόπου με τον οποίο ενήργησε η αιτήτρια και δη να παραδώσει το κλητήριο ένταλμα στο δικηγορικό γραφείο του κ. Ποιητή και να δώσει οδηγίες να καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης, το οποίο καταχωρήθηκε δεν μπορεί να κριθεί η μετέπειτα συμπεριφορά της ως περιφρονητική των διαδικασιών του δικαστηρίου, αλλά ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι η αιτήτρια επέδειξε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της υπό εξέταση αίτησης. Όσο δε αφορά στην ισχυριζόμενη υπεράσπιση της αιτήτριας στην παρούσα αγωγή, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι η καθ΄ ης η αίτηση εκτέλεσε τις συμβατικές τις υποχρεώσεις με τον μη ενδεδειγμένο τρόπο με αποτέλεσμα οι εργασίες της να παρουσιάζουν κακοτεχνίες αλλά και αισθητικό και λειτουργικό πρόβλημα, ενώ επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι και μέρος των εργασιών που όφειλε να εκτελέσει, δεν εκτελέστηκαν. Υποστηρίζεται ακόμα ότι για τα εν λόγω προβλήματα και ελλείψεις αναφορικά με τις εκτελεσθείσες εργασίες της καθ΄ ης η αίτηση, η αιτήτρια με επιστολή της ημερ.3.12.10, παραπονέθηκε σχετικά στην πρώτη. Η εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ως τεκμήριο. Ως τεκμήριο επισυνάπτεται και η απαντητική επιστολή της καθ΄ ης η αίτηση. Τέλος, αποτελεί θέση της αιτήτριας ότι συνεπεία των όρων της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, των κακοτεχνιών και της μη περάτωσης μέρος των εργασιών, αλλά και της αγοράς από την καθ΄ ης η αίτηση εμπορευμάτων από την αιτήτρια αξίας €8.072,03, ποσό το οποίο ουδέποτε καταβλήθηκε, η αιτήτρια υπέστη ζημιά πέραν των €16.000 εκ των οποίων το ποσό των €8.072,03 σκοπεί να ανταπαιτήσει από την καθ΄ ης η αίτηση. Επομένως εισηγείται ότι τα πιο πάνω αποτελούν καλόπιστη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση που δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η Καθ΄ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στις 3.6.2013, στο κυρίως σώμα της οποίας αναφέρονται ως λόγοι ένστασης οι ακόλουθοι:
(1)Η Αίτηση είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή νόμω και/ή ουσία αβάσιμη και/ή αντικανονική και/ή εκπρόθεσμη και/ή δεν καταχωρήθηκε εντός ευλόγου χρόνου.
(2)Δεν συντρέχουν οι νομικές και/ή πραγματικές προϋποθέσεις και/ή κριτήρια για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
(3)Η χωρίς ουσιαστικό λόγο και/ή αιτιολογία, παράλειψη της Αιτήτριας να εμφανιστεί στην παρούσα αγωγή εντός του καθορισμένου από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας χρόνου και/ή η αδικαιολόγητη καθυστέρηση της να αποταθεί για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης, αποτελούν ουσιαστικό λόγο απόρριψης της παρούσας αίτησης και/ή η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
(4)Η αδιαφορία της Αιτήτριας και/ή η αργοπορία και/ή η αμέτοχη στάση της για την παρούσα αγωγή και/ή καθυστέρηση της να εμφανιστεί εντός του καθορισμένου από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και/ή η καθυστέρηση υποβολής της παρούσας αίτησης και/ή η διαγωγή που υπέδειξε η Αιτήτρια στην παρούσα αγωγή, είναι ασυγχώρητη και/ή περιφρονητική σε βαθμό που προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων της Καθ΄ ης η Αίτηση, ώστε να μην είναι ορθό και δίκαιο να παραμερισθεί η εκδοθείσα απόφαση και να στερηθεί η Καθ΄ ης η Αίτηση των ευεργετημάτων που της παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισε προς όφελός της την 27.01.2012.
(5)Η Αιτήτρια δεν έχει καλή και/ή συζητήσιμη και/ή βάσιμη και/ή καλόπιστη υπεράσπιση και/ή δια της παρούσας αίτησης και/ή της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει αυτή, δεν διαφαίνεται οποιαδήποτε καλή και/ή συζητήσιμη και/ή βάσιμη και/ή καλόπιστη υπεράσπιση από μέρους της Αιτήτριας και/ή ο μοναδικός σκοπός της παρούσας αίτησης είναι η καθυστέρηση αποδόσεως στην Καθ΄ ης η Αίτηση των καρπών της επιτυχίας της στην παρούσα αγωγή.
(6)Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας που περιέχονται στην παρούσα αίτηση και στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση της, είναι αβάσιμοι και/ή γενικοί και/ή αόριστοι και/ή παραπλανητικοί και/ή εκ δευτέρας σκέψης γενόμενοι και/ή άσχετοι και/ή προβλήθηκαν με μοναδικό σκοπό τη παρακώλυση της διαδικασίας και/ή για να επηρεάσουν δυσμενώς και/ή δυσκολέψουν και/ή καθυστερήσουν τη δίκαιη έκβαση της υπόθεσης και/ή δεν αποτελούν καλόπιστη και/ή λογική και/ή σχετική υπεράσπιση και/ή δεν παρατίθενται οιαδήποτε στοιχεία και/ή ικανοποιητικά στοιχεία που να αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας.
(7)Τυχόν παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης, θα είναι αντίθετος με την ανάγκη ταχείας απονομής της δικαιοσύνης και/ή διασφάλισης τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάριν του δημοσίου συμφέροντος και/ή αντιστρατεύεται την ορθή απονομή δικαιοσύνης. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5 Θ.1, Δ.16 Θ.1, 2 και 7, Δ.17, Θ.3 και 10, Δ.26, Θ.14, Δ.48 Θ.1-4, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60, στη νομολογία, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Πάμπου Ιωαννίδη, μεγάλο μέρος της οποίας, επαναλαμβάνει στην ουσία, με πιο λεπτομερή επιχειρήματα, τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους ένστασης. Εκείνο που τονίζεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση, είναι ότι κατά την καθ΄ ης η αίτηση, η συμπεριφορά που επέδειξε η αιτήτρια, μέχρι και την καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης, είναι αδικαιολόγητη και τέτοιας εμβέλειας που εκλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης των δικαστηριακών διαδικασιών, σε βαθμό που το δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση για αυτόν και μόνο το λόγο. Σημειώνεται ότι η αιτήτρια δεν αποκαλύπτει στην ένορκη δήλωση της, πότε παρέδωσε στο δικηγορικό γραφείο του κ. Ποιητή το κλητήριο ένταλμα που της επιδόθηκε ή τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ήρθε στην κατοχή της το αντίγραφο του σημειώματος εμφάνισης που φέρει ημερομηνία 6.2.2011 (εκ λάθους αναφέρεται προφανώς η χρονολογία 2011, μιας και η αγωγή καταχωρήθηκε τον Δεκέμβριο του 2011) και το οποίο επισυνάπτεται ως τεκμήριο 5 στην αίτηση. Επί του ιδίου θέματος, σημειώνεται επίσης, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ότι το σημείωμα εμφάνισης που υπάρχει στον φάκελο της παρούσας αγωγής, φέρει ημερομηνία 14.3.2011 και όχι 6.2.2011 (ως προς τη χρονολογία ισχύει η πιο πάνω σημείωση του δικαστηρίου). Επί του προκειμένου, προωθείται ο ισχυρισμός ότι ο δικηγόρος κ. Λουκαΐδης, του δικηγορικού γραφείου Δρ. Ανδρέα Π. Ποιητή και Σία, στα πλαίσια της γενικής αίτησης 20/2013 η οποία καταχωρήθηκε από την αιτήτρια στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, με σκοπό να επιτύχει την έκδοση διατάγματος αναστολής της πώλησης κινητής περιουσίας, η οποία προωθείτο προφανώς με βάση την απόφαση που εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή, ισχυρίστηκε προς το δικαστήριο, ότι το δικηγορικό γραφείο του κ. Ποιητή επιχείρησε στις 6.2.2012 να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της αιτήτριας στην παρούσα αγωγή, και το εν λόγω σημείωμα εμφάνισης επεστράφη από το πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Επιπρόσθετα, ότι ο κ. Λουκαΐδης ανάφερε ακόμα ότι επανακαταχωρήθηκε το εν λόγω σημείο εμφάνισης στις 14.3.2012 με αποτέλεσμα να διαγραφεί η ημερομηνία 6.2.2011 που έφερε αρχικά και στο πάνω μέρος της να καταγραφεί η ημερομηνία 14.3.2011, που φέρει το σημείωμα εμφάνισης που βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης (αναφορικά με τις τελευταίες δύο πιο πάνω ημερομηνίες και ειδικότερα για την αναφερόμενη εκεί χρονολογία, ισχύει η πιο πάνω σημείωση του δικαστηρίου). Επομένως, γίνεται η εισήγηση ότι η αιτήτρια δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι απλά επειδή έδωσε οδηγίες σε δικηγορικό γραφείο να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, πόσο μάλλον όταν τούτο που τελικά καταχωρήθηκε φέρει ημερομηνία αρκετά μεταγενέστερη της ημερομηνίας που επεδόθη το κλητήριο ένταλμα, έπαψε πλέον η αιτήτρια πλέον να ανησυχεί. Σημειώνεται ότι το γεγονός και μόνο ότι επεστράφη το σημείωμα εμφάνισης από το πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, πίσω στο δικηγορικό γραφείο που το καταχώρησε, ήταν επαρκής λόγος για να διεξαχθεί τουλάχιστον έλεγχος στο φάκελο του δικαστηρίου για να διαφανεί αν είχε στο μεταξύ εκδοθεί απόφαση εναντίον της αιτήτριας. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα εκ μέρους της καθ΄ ης η αίτηση ότι η αιτήτρια παρέμεινε απαθής χωρίς να επιδείξει οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την πορεία της παρούσας αγωγής, αδιαφορώντας πλήρως και επιδεικνύοντας περιφροσύνη προς τις δικαστηριακές διαδικασίες και μόνο όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με μέτρα εκτέλεσης, αποτάθηκε στο δικαστήριο για να ακυρώσει την εκδοθείσα εναντίον της απόφαση. Κανένας εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Στις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις θέσεις των πελατών τους όπως αυτές περιέχονται στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, υιοθετώντας το κείμενο γραπτών αγορεύσεων που παρέδωσαν στο δικαστήριο. Διεξήλθα τόσο την αίτηση, όσο και την ένσταση, όπως και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Οι αρχές που διέπουν την υπό εξέταση αίτηση, έχουν απασχολήσει πλειστάκις τα κυπριακά Δικαστήρια και έχουν διατυπωθεί σε σειρά υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αυτό που προκύπτει από την πλούσια ομολογουμένως νομολογία, είναι ότι κατά την εξέταση τέτοιας αίτησης, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια, της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και από την άλλη, της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας. Το πρωταρχικό κριτήριο, είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ταυτόχρονα όμως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του Αιτητή και μπορεί, αν η συμπεριφορά του είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο, έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης (για μια ενδιαφέρουσα πάνω στο θέμα συζήτηση, παραπέμπω στις υποθέσεις Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1987)1 CLR σελ. 204, Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction
(1961)1 CLR 317, Πανίκος Νεάρχου ν. Γεώργιος Συμεού Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 954, Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1963)1 ΑΑΔ 26, Milouca Motor Trading Ltd ν. Xρυσάνθου Κουρτή
(1997)1(Β) ΑΑΔ 941, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάππυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) ΑΑΔ 28, Πατούρης ν. Ηellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1774, Salamis Shipping Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1767, Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ν. Τάσου Γ. Μαλιτζή
(2004)1 ΑΑΔ 1616, Εvans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646, Τάσος Πεγιώτης ν. Χριστάκη Κωμοδρόμου
(2003)1 ΑΑΔ 1601). Παρά το γεγονός ότι στο κυρίως σώμα της ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης αναφέρονται 7 λόγοι ένστασης, εντούτοις προκύπτει, τόσο από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, όσο και από την αγόρευση της καθ΄ ης η αίτηση, ότι η τελευταία επιθυμεί την απόρριψη της αίτησης για δύο λόγους. 1) Γιατί η καθυστέρηση από την ημέρα της επίδοσης της αγωγής στην αιτήτρια μέχρι και την ημέρα της καταχώρισης της υπό εξέταση αίτησης, είναι υπέρμετρη και αδικαιολόγητη και σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα ισχυριζόμενα γεγονότα, λαμβάνει την μορφή της περιφρόνησης των δικαστικών διαδικασιών, και 2) ότι στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτεται καλή και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Όσον αφορά στον, επί της ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης υπό στοιχείο
(1), λόγο ένστασης, τούτος δεν προωθήθηκε καθοιονδήποτε τρόπο και επομένως εκλαμβάνεται ως εγκαταληφθής. Ως προς την εκεί αναφορά περί του ότι η αίτηση «δεν καταχωρήθηκε εντός ευλόγου χρόνου», το εν λόγω θέμα θα απασχολήσει το δικαστήριο όταν θα εξετάζεται ο παράγοντας καθυστέρηση. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την ουσία της αίτησης. Αποκαλύπτεται ή όχι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση καλή υπεράσπιση; Για να απαντηθεί το τελευταίο αυτό ερώτημα, θα πρέπει αρχικά να εξεταστεί η νομική βάση της αγωγής, ώστε έπειτα να αναζητηθούν οι πιθανές εφαρμοστές υπερασπίσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, μοναδική αιτία και/ή βάση της αγωγής ήταν η έκδοση δύο επιταγών έναντι νομίμου ανταλλάγματος οι οποίες δεν τιμήθηκαν. Η απόφαση που εκδόθηκε αφορούσε στο άθροισμα των αναγραφόμενων ποσών επί των δύο επιταγών που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης και οι οποίες, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, δεν τιμήθηκαν. Ως προς τις υπερασπίσεις που είναι δυνατό να εγερθούν στα πλαίσια μιας αγωγής η οποία εδράζεται επί του ισχυρισμού της μη τιμηθείσας επιταγής, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Heatron Co Ltd v. Χριστόφορου Κώστα Σωκράτους, Πολ. Έφεση 344/2008 ημερ. έκδοσης 23 Μαΐου 2012. Κρίνω ορθότερο να παραθέσω τούτα αυτούσια: «Όπως αναφέρθηκε από το Δικαστήριο της Βουλής των Λόρδων, όπως ονομαζόταν τότε, στην υπόθεση Nova (Jersey) Knit Ltd, πιο πάνω, μία συναλλαγματική (ή επιταγή) θα πρέπει, σύμφωνα με το S.3 του Bills of Exchange Act 1882, το οποίο είναι πανομοιότυπο με το δικό μας άρθρο 3 του Κεφ. 262, να θεωρείται ως εντολή για άνευ όρων πληρωμή σε μετρητά. Διαφορετική ερμηνεία θα σήμαινε στην περίπτωση πώλησης, ότι αυτή διενεργείται επί πιστώσει, με όλες τις νομικές συνέπειες. Όπως εξηγείται περαιτέρω στην απόφαση, η συναλλαγματική ή επιταγή είναι από μόνη της μια σύμβαση, ξεχωριστή από τη σύμβαση πώλησης. Σύμφωνα με το Λόρδο Wilberforce, είναι γι' αυτό το λόγο που ο αγγλικός νόμος δεν επιτρέπει την προβολή υπερασπίσεων, εκτός εκείνων που επιτρέπονται από το Νόμο και στηρίζονται σε δόλο, στη μη εγκυρότητα της επιταγής και σε αποτυχία της αντιπαροχής. Πάνω σ' αυτή την αρχή στηρίζεται και η μεγάλη εμπορική επιτυχία και αποδοχή της επιταγής, ως ενός ουσιαστικού μέσου συναλλαγής. .................................................................... Σύμφωνα με το άρθρο 27
(2)του Νόμου, ο κάτοχος επιταγής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ως κάτοχος για αξία και δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την ύπαρξη αντιπαροχής. Λόγω του τεκμηρίου που δημιουργείται, το βάρος απόδειξης για την έλλειψη αντιπαροχής μετατίθεται στο πρόσωπο που επικαλείται την έλλειψη αντιπαροχής (βλ. Ρωμανού ν. Χρυσάνθου
(1991)1 ΑΑΔ 991).» Ως προς την υπεράσπιση της έλλειψης αντιπαροχής, τούτη θα πρέπει να αφορά σε ισχυριζόμενη ολική αποτυχία της αντιπαροχής. Στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση καταγράφονται τα εξής σχετικά: «Κατά την άποψή μας, τα γεγονότα της παρούσας έφεσης δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερες δυσκολίες. Πρόκειται για απλή αγωγή επί επιταγής, για την οποία δεν επιτρέπονται υπερασπίσεις άλλες από αυτές που προβλέπονται στο Κεφ.
- Ο Εφεσίβλητος με την Έκθεση Υπεράσπισής του, στην ουσία δεν ισχυρίζεται καμία από τις υπερασπίσεις που προβλέπει ο Νόμος (δόλο ή τις άλλες παρεμφερείς υπερασπίσεις που προβλέπονται). Όπως θα εξηγήσουμε και πιο κάτω, στην ουσία δεν ισχυρίζεται ούτε ολική αποτυχία[1] αντιπαροχής, αφού κράτησε μέρος του ανταλλάγματος.» Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν μπορούν να αποτελέσουν ικανή υπεράσπιση εκ μέρους της αιτήτριας. Δεν επικαλείται ούτε δόλο, ούτε τις παρεμφερείς στο νόμο αναφερόμενες υπερασπίσεις, ούτε επικαλείται ολική αποτυχία της αντιπαροχής. Οι ισχυρισμοί περί κακοτεχνιών και/ή μη περάτωσης των εργασιών που θα έπρεπε η καθ΄ ης η αίτηση να εκτελέσει, ουδόλως μπορεί να χαρακτηριστεί καθοιονδήποτε τρόπο ως ολική αποτυχία αντιπαροχής. Εκείνο που η αιτήτρια επικαλείται, είναι ότι για να ολοκληρωθούν οι μη εκτελεσθείσες εργασίες, θα πρέπει να δαπανηθεί το ποσό των €5.000 και για να επιδιορθωθούν οι κακοτεχνίες της καθ'ης η αίτηση, το ποσόν των €3.
- Ως προς την υπόλοιπη εκτελεσθείσα εργασία αλλά και υλικά που τοποθέτησε η καθ'ης η αίτηση στα πλαίσια της εκτέλεσης των εργασιών της, δεν αναφέρεται κανένα παράπονο από την αιτήτρια. Σημειώνεται εδώ, ότι η αξία των εργασιών που ανέλαβε η καθ'ης η αίτηση να εκτελέσει ανέρχετο στο ποσόν των €28.692,
- Η όλη αντιμετώπιση, από μέρους της αιτήτριας, της μεταξύ των μερών διαφοράς, περιορίζεται μόνο στη συμβατική τους σχέση ως εργοδότης και εργολάβος και ή ως πωλητής και αγοραστής και πουθενά δεν φαίνεται η αιτήτρια να ασχολείται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με το γεγονός ότι με την έκδοση των δύο επίδικων επιταγών συμβλήθηκε εκ νέου με την καθ'ης η αίτηση και έδωσε ξεκάθαρη «εντολή για άνευ όρων πληρωμή σε μετρητά» προς την τελευταία. Το γεγονός όμως της νέας σύμβασης, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η μοναδική βάση της παρούσας αγωγής είναι η απαίτηση χρημάτων λόγω μη τιμηθεισών επιταγών, περιορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό τον αριθμό και είδος υπερασπίσεων των οποίων μπορεί να γίνει επίκληση από την αιτήτρια. Καμία εξ αυτών των υπερασπίσεων προωθείται από τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Πρέπει να τονισθεί στο παρόν στάδιο ότι οι όλοι ισχυρισμοί της αιτήτριας περί κακοτεχνιών και/ή μη εκτελεσθεισών εργασιών εξετάστηκαν από το Δικαστήριο αναφορικά με το κατά πόσο τούτοι θα μπορούσαν να αποτελέσουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση και τούτο γιατί, αυτό ισχυρίζεται η αιτήτρια ότι συμβαίνει. Η αιτήτρια δεν προωθεί τους εν λόγω ισχυρισμούς, ως υπόβαθρο για να απαιτήσει να της επιτραπεί να ανταπαιτήσει αποζημιώσεις ίσες με την αξία των χρημάτων που θα πρέπει να δαπανήσει για να επιδιορθώσει τις κακοτεχνίες και για να περατώσει όλες τις εργασίες. Επομένως, δεν εξετάζω κατά πόσο οι εν λόγω ισχυρισμοί θα ήταν δυνατό να προωθηθούν ως βάση για επιχειρηματολογία ότι η αιτήτρια δικαιούται να ανταπαιτήσει από την Ενάγουσα αποζημιώσεις για τους εν λόγω σκοπούς. Υπενθυμίζω, ότι ως προωθούνται οι θέσεις της αιτήτριας, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, προκύπτει ότι η αιτήτρια, αν της δίδετο άδεια για να καταχωρήσει υπεράσπιση, θα επιθυμούσε να ανταπαιτήσει μόνο το ποσό των €8.072,83 που αφορά στην ισχυριζόμενη αξία εμπορευμάτων που αγόρασε η Καθ΄ ης η Αίτηση από την αιτήτρια, και για τα οποία η πρώτη δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό. Με το εν λόγω θέμα ασχολούμαι κατωτέρω. Ως προς την αναφορά στην έκθεση απαίτησης για αδικαιολόγητο πλουτισμό (παράγραφος 6), ουδόλως τούτη διαφοροποιεί τα πιο πάνω δεδομένα, μιας και ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δεν αναγνωρίζεται στο δικό μας δίκαιο ως αυτόνομη αιτία αγωγής (βλ. Παναγιώτης Ιωάννου ν. Ανδρέα Χαραλάμπους Πολιτική Έφεση 377/2008 ημερ. αποφ. 20.3.2012, Minerva Finance & Investment Limited v. Γεώργιου Γεωργιάδη
(1998)1 Δ Α.Α.Δ. 2173 και Orakpo v. Manson Investments [1977] 3 All E.R. 1). Ένας άλλος ισχυρισμός της αιτήτριας είναι ότι η καθ΄ ης η αίτηση αγόρασε από αυτήν διάφορα εμπορεύματα αξίας €8.072,03 και ότι για το εν λόγω ποσό η καθ΄ ης η αίτηση δεν έχει προβεί σε οποιανδήποτε πληρωμή και ως εκ τούτου σκοπεύει (η αιτήτρια), στην περίπτωση που της επιτραπεί να καταχωρήσει υπεράσπιση, να το ανταπαιτήσει. Επί του προκειμένου και οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι όντως η καθ΄ ης η αίτηση αγόρασε εμπορεύματα από την αιτήτρια αξίας €8.000 περίπου (η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η αξία των εμπορευμάτων ήταν €8.072,03, ενώ η καθ΄ ης η αίτηση, ότι ήταν αξίας €8.050.) Δεν θα με απασχολήσει η πολύ μικρή διαφορά των μερών αναφορικά με την αξία των εμπορευμάτων. Το ουσιαστικό επί του συγκεκριμένου θέματος είναι ότι σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, το ποσό που αφορά στην αξία των εν λόγω εμπορευμάτων, που όντως αγοράστηκαν από την καθ'ης η αίτηση, έχει ήδη πιστωθεί στο λογαριασμό που τηρούσε η καθ΄ ης η αίτηση για την αιτήτρια, με αποτέλεσμα η οφειλή της τελευταίας να περιορίζεται πλέον στο ποσό των €15.642,50, για το οποίο και εκδόθηκαν από την αιτήτρια οι δύο ακάλυπτες επιταγές, έκαστη εκ ποσού €7.821,25. Επομένως η αξία για τα εν λόγω εμπορεύματα, στην ουσία έχει καταβληθεί. Υπενθυμίζω ότι η αιτήτρια δεν επιχείρησε καν να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, προς αντίκρουση των εν λόγω ισχυρισμών. Επομένως, προκύπτει από τα ανωτέρω ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να υποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση και εκ των πραγμάτων κρίνεται και η τύχη της υπό εξέτασης αίτησης που δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, για σκοπούς πληρότητας και μόνο σημειώνω ότι ο έτερος λόγος ένστασης και δη ότι η αιτήτρια επέδειξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση για να αποταθεί στο δικαστήριο για σκοπούς παραμερισμού της εκδοθείσας εναντίον της απόφασης και ότι η εν λόγω καθυστέρηση συνοδεύεται με συγκεκριμένη αδικαιολόγητη συμπεριφορά εκ μέρους της αιτήτριας που προσλαμβάνει μορφή περιφρονητική των δικαστικών διαδικασιών, δεν ευσταθεί. Είμαι της άποψης ότι τα όσα σχετικά αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δικαιολογούν, στον απαραίτητο βαθμό, την καθυστέρηση που όντως επέδειξε η αιτήτρια στο να αποταθεί για τον παραμερισμό της εναντίον της εκδοθείσας απόφασης. Η παρούσα υπόθεση δεν είναι από τις περιπτώσεις που ο αιτητής απλά επισκέπτεται ένα δικηγορικό γραφείο και παραδίδει στο δικηγόρο του το κλητήριο ένταλμα χωρίς να επιδεικνύει οποιοδήποτε άλλο ενδιαφέρον για την υπόθεση του και/ή καλύτερα, που επιδεικνύει πλήρη αδιαφορία για αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτήτρια, πέραν του ότι επισκέφθηκε το δικηγορικό γραφείο του κ. Ποιητή, παρέλαβε προφανώς από το εν λόγω δικηγορικό γραφείο και αντίγραφο σημειώματος εμφάνισης που καταχωρήθηκε εκ μέρους της. Ως προς το ότι η αιτήτρια πίστευε ότι στις 6.2.2012 καταχωρήθηκε εκ μέρους της σημείωμα εμφάνισης, τούτο δεν αμφισβητείται. Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρώ ότι η αδράνεια που επέδειξε η αιτήτρια να ενδιαφερθεί για την υπόθεσή της μέχρι και την ημέρα που επιχειρήθηκε η εκτέλεση της απόφασης και δη ένα περίπου χρόνο μετά, δεν είναι τέτοιας εμβέλειας και ή μορφής που άνευ άλλου να μπορεί να χαρακτηριστεί ως περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών. Η αιτήτρια έχοντας στην κατοχή της αντίγραφο σημειώματος εμφάνισης που φέρεται να καταχωρήθηκε εκ μέρους της στις 6 Φεβρουαρίου, ορθά κατά την γνώμη μου υπέθεσε ότι η υπόθεση της πλέον τυγχάνει χειρισμού από τον δικηγόρο της. Δεν θεωρώ ότι το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα τους ενός έτους περίπου, υπό τις περιστάσεις, αποτελεί τέτοιας εμβέλειας χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα έπρεπε και/ή θα ήταν αναμενόμενο, η αιτήτρια να επεδείκνυε ειδικότερο ενδιαφέρον για την παρούσα αγωγή. Ως προς τα παρεμφερή θέματα, με τα οποία καταπιάνεται η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και δη όσα ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλούντας ότι ο κ. Λουκαΐδης (δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο του κ. Ποιητή), ανάφερε στα πλαίσια άλλης δικαστικής διαδικασίας, σχετικά με το γεγονός ότι τελικά το σημείωμα εμφάνισης που καταχωρήθηκε στο φάκελο της παρούσας υπόθεσης εκ μέρους της αιτήτριας φέρει ημερομηνία 14 Μαρτίου και όχι 6 Φεβρουαρίου, τούτα ουδόλως διαφοροποιούν το δεδομένο και ούτε αλλοιώνουν την ισχύ του ισχυρισμού, ότι η αιτήτρια ήταν με την εντύπωση ότι στις 6.2.2012, καταχωρήθηκε εκ μέρους της σημείωμα εμφάνισης από το δικηγορικό γραφείο του κ. Ποιητή. Σημειώνω εδώ ότι η καθ΄ ης η αίτηση δεν ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια γνώριζε καθοιονδήποτε τρόπο περί επιστροφής από το πρωτοκολλητείο του αρχικού κατατεθέντος σημειώματος εμφάνισης και περί της επανακαταχώρησης τούτου με νέα πλέον ημερομηνία, ώστε να μπορεί να προωθηθεί το επιχείρημα ότι η αιτήτρια, λόγω της επιστροφής του σημειώματος εμφάνισης, θα έπρεπε τουλάχιστον να ελέγξει το φάκελο της υπόθεσης για να εξετάσει κατά πόσο είχε ή όχι εκδοθεί στο μεταξύ οποιαδήποτε εναντίον της απόφαση. Είναι η διαπίστωση μου ότι η αιτήτρια έδωσε επαρκείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις που αφενός δικαιολογούν την ενέργεια της να θεωρήσει ότι ο δικηγόρος της χειρίζεται πλέον την υπόθεση της και που δικαιολογούν και την οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησής της. Επομένως, ο εν λόγω λόγος ένστασης δεν θα γινόταν δεκτός. Έχοντας όμως ήδη καταλήξει ανωτέρω ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να υποδείξει εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα δεν βλέπω κανέναν λόγο γιατί τούτα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της απόφασης, και επομένως τούτα επιδικάζονται υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας ως αυτά, θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η υπογράμμιση δική μου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο