Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Πέτρου Στρατή, Αρ. Αγωγής : 5530/09, 5/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A307 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον : Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 5530/09 Μεταξύ : Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και Πέτρου Στρατή Εναγομένου ---------------- Αίτηση ημερ. 9.4.2013 για συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Ημερομηνία: 5 Σεπτεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο-Αιτητή: κ. Ξ. Ξενοφώντος. Για Ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση: κα Μ. Ναθαναήλ. --------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 27.4.2010 εκδόθηκε στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης του τελευταίου. Στις 21.9.2012, ο εναγόμενος καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητά την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της πιο πάνω αναφερόμενης απόφασης (στο εξής «η αίτηση παραμερισμού»). Στην εν λόγω αίτηση, οι ενάγοντες καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης στις 12.10.
- Στις 15.11.12 ο εναγόμενος καταχώρησε νέα αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση διατάγματος το οποίο να επιτρέπει και να διατάττει την αντεξέταση του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την πιο πάνω αναφερόμενη ένσταση των εναγόντων. Επίσης, ο εναγόμενος καταχώρισε στις 15.1.13, αίτηση δια της οποίας ζητούσε την έκδοση διατάγματος που να αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης του δικαστηρίου ημερομηνίας 27.4.10 μέχρι την έκδοση της απόφασης στην αρχική του αίτηση παραμερισμού. Αναφορικά με την τελευταία πιο πάνω αναφερόμενη αίτηση, έχει ήδη εκδοθεί σχετική ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, ο εναγόμενος στις 9.4.13 καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία αιτείται την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να παραχωρείται άδεια για καταχώριση απαντητικών και/ή συμπληρωματικών, της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού, ένορκων δηλώσεων (στο εξής «η υπό εξέταση αίτηση»). Ως προς το τι ακριβώς ζητά ο αιτητής με την υπό εξέταση αίτηση, κρίνω ορθότερο να παραθέσω την σχετική του αναφορά αυτούσια: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται εντός εύλογου χρόνου που θα καθορίσει το Δικαστήριο, η καταχώρηση Απαντητικής Ένορκης Δήλωσης από τον Αιτητή-Εναγόμενο, συμπληρωματικής της Ένορκης Δήλωσης του ημερ.21/9/2012 που συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 21/9/2012 με την οποία ο Αιτητής/Εναγόμενος εξαιτείται μεταξύ άλλων, την έκδοση Διατάγματος Παραμερισμού Δικαστικής Απόφασης ημερ. 27/4/2010 στην υπ΄ αρ. Αγ. 5530/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται εντός εύλογου χρόνου που θα καθορίσει το Σεβαστό Δικαστήριο, η καταχώρηση Απαντητικής Ένορκης Δήλωσης από τον Σάββα Στρατή αδελφό του Αιτητή/Εναγομένου, εις απάντηση ισχυρισμών στην Ένορκη Δήλωση του Πολύδωρου Πολυδώρου ημερ. 12/10/2012 που συνοδεύει την Ένσταση της Καθ΄ ης η Αίτηση/Ενάγουσας ημερ. 12/10/
- Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται εντός εύλογου χρόνου που θα καθορίσει το Σεβαστό Δικαστήριο η καταχώρηση Απαντητικής Ένορκης Δήλωσης από τον Μιχάλη Αβραάμ Λογιστή/Ελεγκτή του Αιτητή/Εναγομένου, εις απάντηση ισχυρισμών στην Ένορκη Δήλωση του Πολύδωρου Πολυδώρου ημερ. 12/10/12 που συνοδεύει την Ένσταση της Καθ΄ ης η Αίτησης/Ενάγουσας ημερ. 12/10/
- Δ. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή και/ή θεραπεία και/ή οδηγίες το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει σκόπιμο και/ή δίκαιο να δώσει υπό τις περιστάσεις. Ε. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.5, Δ.39, Δ.48 θ.θ.1-9 και Δ.64, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στην συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου και στο φάκελο της αγωγής αρ. 5569/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Πέτρου Στρατή, εναγομένου (στο εξής «ο αιτητής»). Στο βαθμό που τούτα είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στην υπό εξέταση αίτηση, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι καθίσταται αναγκαίο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ώστε να απαντηθούν διάφοροι ισχυρισμοί που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού. Είναι η θέση του αιτητή, ότι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την πιο πάνω αναφερόμενη ένσταση, εμπεριέχει τέτοιους ισχυρισμούς που χρήζουν άμεσης απάντησης ώστε το δικαστήριο να έχει σαφή, συμπληρωμένη και εμπεριστατωμένη εικόνα των γεγονότων που αφορούν στην παρούσα υπόθεση και ότι ο ορθός τρόπος για να τεθούν οι εν λόγω απαντήσεις είναι δια της καταχώρησης των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων μέσω της υπό εξέταση αίτησης. Όπως προκύπτει από το πιο πάνω παρατεθέν αιτητικό, με την υπό εξέταση αίτηση ο αιτητή επιθυμεί να λάβει άδεια για να καταχωρήσει τρεις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και συγκεκριμένα μία, την οποία σκοπεύει να ετοιμάσει ο ίδιος, μία την οποία θα ετοιμάσει ο αδελφός του και μία την οποία θα ετοιμάσει ο Μιχάλης Αβραάμ Λογιστής/Ελεγκτής του αιτητή. Τις προτεινόμενες να κατατεθούν ως συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, τις επισυνάπτει ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της δικής του προτιθέμενης για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, το οποίο να σημειωθεί ότι παρατίθεται γενικώς και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, ως άλλωστε συμβαίνει και αναφορικά με το περιεχόμενο των άλλων δύο ενόρκων δηλώσεων των οποίων προωθείται η καταχώριση, ο αιτητής επιθυμεί να φέρει εις γνώση του δικαστηρίου, ότι σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρισης της αίτησης παραμερισμού, το αρχηγείο αστυνομίας πληροφόρησε τον δικηγόρο του, ότι οι ανακρίσεις σχετικά με την καταγγελία του εναντίον του επιδότη Μιχάλη Νεοφύτου, για ψευδορκία, είχαν περατωθεί και ότι ο σχετικός φάκελος της υπόθεσης προωθήθηκε στον κλάδο εισαγγελίας Λευκωσίας για να καταχωρηθεί ποινική δίωξη εναντίον του εν λόγω επιδότη. Επιθυμεί να πράξει τούτο, γιατί η καθ΄ ης η αίτηση με την ένσταση της, στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού, αμφισβητεί την βασιμότητα της εν λόγω καταγγελίας του. Με την προτιθέμενη για να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση του αδελφού του αιτητή, ο αιτητής επιθυμεί να ενημερώσει το δικαστήριο περί το ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής έγινε στον αδελφό του αιτητή και όχι στον αιτητή προσωπικά, ως ισχυρίζεται ο επιδότης που διενήργησε την επίδοση, στην σχετική του ένορκη δήλωση που κατατέθηκε στο φάκελο του δικαστηρίου. Επιθυμεί ακόμα να ενημερώσει το δικαστήριο, ότι ο αδελφός του, λόγω φόρτου εργασίας, παρέλειψε να τον ενημερώσει άμεσα για την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, και ότι τον ενημέρωσε περί τούτου τηλεφωνικά δύο μήνες περίπου μετά την επίδοση. Ένας άλλος ισχυρισμός που σκοπείται να τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου με την εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση, είναι ότι σε χρόνο μετά την καθυστερημένη πληροφόρηση του αιτητή από τον αδελφό του περί της επίδοσης του κλητηρίου, ο αιτητής ενημέρωσε τον τελευταίο ότι δεν είναι αναγκαίο να τον ενεχειριάσει με το επιδοθέν κλητήριο ένταλμα καθότι η καθ΄ ης η αίτηση σκοπούσε να αποσύρει την αγωγή λόγω του ότι βρισκόταν σε διαβουλεύσεις με τον αιτητή. Με την τρίτη προτιθέμενη να κατατεθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ο αιτητής, μέσω του λογιστή/ελεγκτή του, επιχειρεί να γνωστοποιήσει στο δικαστήριο ότι το τεκμήριο 9 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού και τα επί αυτού επισυναπτόμενα έγγραφα αφορούν στην μελέτη που ετοίμασε ο λογιστής/ελεκτής του, σύμφωνα με την οποία προκύπτει ότι η καθ΄ ης η αίτηση προέβη σε παράνομες χρεώσεις, καθώς επίσης και σε παράνομο τοκισμό, ύψους πέραν των €3.
- Στις 19.6.2013, η καθ΄ ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην υπό εξέταση αίτηση. Ως λόγοι ένστασης, αναφέρονται οι ακόλουθοι: «(α) Η παρούσα αίτηση ημερ. 9.4.13 καταχωρήθηκε καταχρηστικά και αδικαιολόγητα, και θα πρέπει να απορριφθεί, καθότι ο αιτητής γνώριζε και/ή είχε εις γνώση του τα γεγονότα και/ή ισχυρισμούς τους οποίους επιθυμεί τώρα να εισαγάγει με την καταχώρηση των αιτούμενων συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων, και τα οποία όφειλε να είχε καταγράψει και/ή να παραθέσει στην αρχική του αίτηση ημερ. 21.9.12 για παραμερισμό της Δικαστικής Απόφασης. (β) Η παρούσα αίτηση ημερ. 9.4.13 είναι καταχρηστική, επιπόλαιη και απορριπτέα εκ φύσεως της καθότι ο αιτητής εν γνώσει του προωθεί ήδη την αίτηση ημερ. 15.11.12 για αντεξέταση του κ. Πολυδώρου καθιστώντας την παρούσα αίτηση εκ του περισσού και καταχρηστική. (γ) Η αίτηση του εναγομένου/αιτητή για άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων εξυπηρετεί τον ίδιο σκοπό με την αίτηση του ημερ. 15.11.12 για αντεξέταση του Κ. Πολυδώρου, προωθώντας με αυτό τον τρόπο δύο παρόμοιες ουσιαστικά διαδικασίες που αποσκοπούν στην ίδια κατάληξη. (δ) Οι ενάγοντες/καθ΄ ων η αίτηση λέγουν ότι ο αιτητής παρέλειψε στην παρούσα αίτηση του ή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή να αποκαλύψει και/ή να δείξει καλό λόγο ως προς την αναγκαιότητα καταχώρησης των προτιθέμενων συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. (ε) ΟΙ ενάγοντες/καθ΄ ων η αίτηση λέγουν ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί προσπάθεια κωλυσιεργίας του αιτητή αναφορικά με την εκδίκαση της αιτήσεως του ημερομηνίας 21.9.12, λόγω των διαφόρων ελλείψεων που εκεί υπάρχουν. (στ) Οι ενάγοντες/καθ΄ων η αίτηση δηλώνουν ότι ο αιτητής επιθυμεί ως δηλώνει και στο αιτητικό του να καταχωρήσει τρεις
(3)διαφορετικές ένορκες δηλώσεις για να αντικρούσει τους προβαλλόμενους από τον κ. Πολυδώρου ισχυρισμούς επιθυμώντας έτσι ουσιαστικά να προσφέρει εξωγενή μαρτυρία από μη ως προς την παρούσα αγωγή διαδίκους, ωσάν να δικάζετο η ουσία της αγωγής εκ νέου. (ζ) Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και αδικαιολόγητη, καθότι ο αιτητής κανένα καλό λόγο αποκαλύπτει στην καταχώρηση των συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. (η) Ο εναγόμενος/αιτητής χρησιμοποιεί καταχρηστικά και αδικαιολόγητα την παρούσα διαδικασία θεωρώντας ότι αν δεν απαντήσει στους προβαλλόμενους από τον κ. Πολυδώρου ισχυρισμούς τότε θα είναι ως αν παραδέχεται αυτούς, καθιστώντας την παρούσα αίτηση θνησιγενή. (θ) Ο εναγόμενος/αιτητής λησμονεί το γεγονός ότι όλα όσα επιθυμεί τώρα να αναφέρει όφειλε να τα είχε αποκαλύψει αφού ήταν εις γνώση του, με την αρχική του αίτηση παραμερισμού. (ι) Η παρούσα αίτηση είναι αδικαιολόγητη και/ή καταχρηστική αφού ο αιτητής όφειλε να προσκομίσει όλα τα έγγραφα και/ή αποδεικτικά στοιχεία στην αρχική του αίτηση ημερ. 21.9.12. Συνεπώς η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί αφού δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο κατά την καταχώρηση της αρχικής του αίτησης. (κ) Οι καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η παρούσα συμπληρωματική ένορκη δήλωση και οι ισχυρισμοί και/ή γεγονότα που επιθυμεί να εισαγάγει αποτελούν προϊόν δεύτερης σκέψης του αιτητή. (λ) Οι ενάγοντες λέγουν ότι τυχόν έκδοση του υπό αναφορά διατάγματος συνεπάγει άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων των, υπέρμετρη αδικία, κωλυσιεργία και πρόκληση ζημίας». Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.5, Δ.39, Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, Δ.64 ως και επί των συμφυών εξουσιών, και διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου και στο περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Νικόλα Κουρσάρη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την καθ΄ ης η αίτηση, στην οποία στην ουσία επαναλαμβάνει, με επιπρόσθετα επιχειρήματα, τους λόγους ένστασης. Αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν στο δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις στις 8.7.13 στις οποίες αναπτύσσουν τους λόγους επί τους οποίους έκαστη πλευρά βασίζει τη θέση της. Καμία πλευρά δεν ζήτησε αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της άλλης. Διεξήλθα τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση όπως και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν αλλά και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές, έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κ. Ξενοφώντος (συνήγορος αιτητή) στα πλαίσια της αγόρευσης του, επεσήμανε ότι η εμβέλεια και/ή ο σκοπός που ο αιτητής προωθεί άλλη εκκρεμούσα ενώπιον του δικαστηρίου αίτηση του με την οποία επιδιώκει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον Πολύδωρο Πολυδώρου (ενόρκως δηλούντα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού), να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της ένορκης του δήλωσης, περιορίζεται πλέον μόνο στους εκεί ισχυρισμούς του κ. Πολυδώρου, αναφορικά με την επίδοση της αγωγής. Όπως προκύπτει από την μέχρι τώρα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου για το κατά πόσο θα παραχωρήσει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είναι οι ακόλουθοι: θα πρέπει ο αιτητής να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι υφίσταται καλός λόγος που δικαιολογεί την εν λόγω καταχώρηση. Πρόθεση να απαντήσει ο αιτητής, δια της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σε ισχυρισμούς του άλλου μέρους ή για να προβεί σε κάποιες αναγκαίες διευκρινίσεις αναφορικά με αρχικούς του ισχυρισμούς ή για να θέσει ισχυρισμούς οι οποίοι είναι επιθυμητό από το δικαστήριο να τεθούν ενώπιον του, έτσι που να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων, δυνατόν να αποτελούν καλό λόγο για να δοθεί η αιτούμενη άδεια. Αν από την άλλη ο αιτητής επιδιώκει, δια της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του, να επαναλάβει αρχικούς του ισχυρισμούς ή για να θέσει ανεπίτρεπτη μαρτυρία, τότε άνευ άλλου, δεν θα παραχωρηθεί η εν λόγω άδεια. Είναι για αυτό το λόγο που είναι επιθυμητό όπως ο αιτητής που ζητά άδεια για να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, να θέτει με ξεκάθαρο τρόπο και με κάθε σαφήνεια τους λόγους για τους οποίου ζητά την εν λόγω άδεια και να αναφέρει και η τουλάχιστον να περιγράψει την προτεινόμενη να εισαχθεί μαρτυρία (το βέλτιστο θα ήταν να επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή του, την σκοπούμενη να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση), έτσι που να δύναται το δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, για την οποία ζητείται η άδεια, είναι δικαιολογημένο και/ή επιτρεπτό και/ή επιθυμητό να βρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου όταν θα εξετάζει την αρχική αίτηση. Σε διαφορετική περίπτωση, το δικαστήριο κινδυνεύει να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, της οποίας το περιεχόμενο είναι άγνωστο και η οποία δυνατόν να εμπεριέχει ισχυρισμούς και γεγονότα τα οποία δεν είναι ούτε επιτρεπτό ούτε επιθυμητό να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. A. MESSIOS & SONS LTD κ.α. ν ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΕΩΝΙΔΑ Πολιτική Έφεση 277/2007, ημερ. 18/2/2010 και Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α. για έκδοση διατάγματος της φύσεως Certiorari, Prohibition και Mandamus
(2008)1 Α.Α.Δ. 510). Πρέπει από την αρχή να παρατηρηθεί, ότι ανεξάρτητα του γεγονότος ότι οι καθ΄ ων η αίτηση προωθούν δώδεκα λόγους ένστασης, στην ουσία αυτοί θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν ως ακολούθως: Πρώτο, ότι ο αιτητής δεν έχει δείξει καλό λόγο ώστε να του επιτραπεί να καταχωρήσει οποιανδήποτε από τις τρεις προτιθέμενες να καταχωρηθούν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Δεύτερο, ότι όλα όσα ο αιτητής επιθυμεί να φέρει εις γνώση του δικαστηρίου με τις εν λόγω συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, αφορούν σε γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή πριν την καταχώρηση της αίτησης του και ως εκ τούτου θα έπρεπε τούτα να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου με την αίτηση παραμερισμού και όχι με τον τρόπο που επιχειρείται μέσω της υπό εξέταση αίτησης. Τρίτο, ότι ο αιτητής με την υπό εξέταση αίτηση επιχειρεί με δεύτερο ένδικο μέσο να επιτύχει τον ίδιο σκοπό και δη να αμφισβητήσει τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση της καθ΄ ης η αίτηση που καταχώρησε στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού, μιας και ο αιτητής προωθεί και έτερη αίτηση του με την οποία ζητά διάταγμα που να διατάσσει τον εν λόγω ενόρκως δηλούντα της καθ΄ ης η αίτηση, να παρουσιαστεί στο δικαστήριο και να αντεξεταστεί αναφορικά με το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης του. Επομένως εισηγείται η καθ΄ ης η αίτηση, ότι η προώθηση των δύο αυτών αιτήσεων ταυτοχρόνως αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Τέταρτο, ότι η προώθηση της υπό εξέταση αίτησης γίνεται με μοναδικό σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης και γενικά ότι προωθείται για αλλότριους σκοπούς. Πέμπτο, ότι δεν θα πρέπει να παραχωρηθεί άδεια στον αιτητή να καταχωρήσει τουλάχιστον τις δύο εκ των τριών προτιθέμενων συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, γιατί αφορούν σε ισχυρισμούς που θα τεθούν από τρίτα πρόσωπα, μη διάδικους, στην ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία. Οι λοιποί ισχυρισμοί που προωθούνται μέσω των λόγων ένστασης, αφορούν σε θέματα που το δικαστήριο καθηκόντως θα πρέπει να εξετάσει στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του εξουσίας, ως συμβαίνει άλλωστε και με κάποιους από τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους. Κρίνω ορθότερο, να ασχοληθώ αρχικά με τον λόγο ένστασης που αφορά στη θέση της καθ΄ ης η αίτηση ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή επιχειρείται η κατάθεση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που σκοπείται να ετοιμαστούν από τρίτα πρόσωπα, μη διαδίκους στην παρούσα διαδικασία. Αρχικά θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο εν λόγω λόγος ένστασης, προωθείται εντελώς γενικά χωρίς καμία παραπομπή σε οποιανδήποτε αυθεντία που να υποστηρίζει τούτον ή έστω να παρατίθεται κάποιας μορφής επιχειρηματολογία προς υποστήριξη του. Ούτε στα πλαίσια της αγόρευσης αναφέρθηκε οτιδήποτε σχετικό. Εν πάση όμως περιπτώσει είμαι της θέσης ότι τούτος δεν ευσταθεί. Δεν μπορεί η Δ.48 θ.4
(2)να καθιστά υποχρεωτική την εκδίκαση των αιτήσεων επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν τα δικόγραφα και την ίδια στιγμή να πρέπει να ερμηνευθεί η εν λόγω διάταξη με τρόπο ώστε οι ένορκες δηλώσεις που θα συνοδεύουν τα εν λόγω δικόγραφα να είναι δυνατόν να ετοιμαστούν μόνο από τους διάδικους της αγωγής. Η Δ.48 θ.4
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «4.
(1).............................
(2)Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης του προνοείται από τη Διαταγή 39.» Η αναφορά στις πιο πάνω πρόνοιες «να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων», δεικνύει ακριβώς ότι ο νομοθέτης σκοπό είχε να δώσει εξουσία στο δικαστήριο να επιτρέπει την καταχώριση πέραν της μίας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Δεν θεωρώ ότι ο νομοθέτης σκοπούσε απλά να καλύψει την περίπτωση που ένας διάδικος επιθυμεί να καταχωρήσει πέραν της μίας ένορκης δήλωσης, που θα ετοιμάσει ο ίδιος. Προφανώς, σκοπό είχε να καλύψει και την περίπτωση που η συμπληρωματική ένορκη δήλωση ετοιμάζεται από τρίτο πρόσωπο. Αν μη τι άλλο με αυτό τον τρόπο είναι δυνατή και η τήρηση του κανόνα της προσκόμισης της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας (best evidence rule). Επομένως, αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Θα ασχοληθώ τώρα με το λόγο ένστασης που αφορά στην θέση της καθ΄ ης η αίτηση ότι η παράλληλη προώθηση της υπό εξέταση αίτησης με την άλλη εκκρεμούσα αίτηση του αιτητή με την οποία ζητεί από το δικαστήριο να του επιτρέψει να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντα της ενόρκου δηλώσεως της ένσταση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού, απολήγει σε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Αρχικά πρέπει να σημειωθεί ότι, ως και ανωτέρω αναφέρθηκε, περιορίστηκε η εμβέλεια της εν λόγω εκκρεμούσας αίτησης του αιτητή ώστε τούτη πλέον να αφορά μόνο στο θέμα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Η μόνη εκ των προτιθέμενων να κατατεθούν συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που καταπιάνεται με το θέμα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, είναι αυτή που σκοπεί να ετοιμάσει ο αδελφός του αιτητή. Και τούτη, στο βαθμό που αφορά στο θέμα της επίδοσης και μόνο και δη προς ποιον, σύμφωνα με τον αιτητή, επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα, δεν προσθέτει οποιαδήποτε ουσιαστικά νέα στοιχεία στα όσα ήδη αναφέρει ο αιτητής στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού. Επιπρόσθετα, είμαι της γνώμης ότι στο παρόν στάδιο το δικαστήριο δεν θα πρέπει να εξετάσει θέμα απόρριψης ή μη της υπό εξέταση αίτησης συνεπεία της παράλληλης προώθησης της άλλης αίτησης. Κρίνω ότι αυτό που ενδεχομένως θα είναι ουσιαστικό, θα είναι το αποτέλεσμα της υπό εξέταση αίτησης, όταν θα εξετάζεται η έτερη αίτηση του αιτητή. Σημειώνεται επί του προκειμένου, ότι στο παρών στάδιο δεν έχει διαταχθεί η οποιαδήποτε αντεξέταση του κ. Πολυδώρου για οποιονδήποτε ισχυρισμό του στη ρηθείσα ένορκη δήλωση, ούτε και είναι δυνατό να προβλεφθεί το αποτέλεσμα της εν λόγω αίτησης. Επομένως, κρίνω ότι στο παρόν στάδιο η παράλληλη προώθηση των δύο αιτήσεων δεν αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για την εξέταση της παρούσας αίτησης. Κατ΄ ακολουθία, ούτε αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί. Ως προς το θέμα της καθυστέρησης, σημειώνω τα εξής. Το ουσιαστικό στην προκειμένη περίπτωση χρονικό διάστημα, δεν είναι τούτο που διέρρευσε από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι και την ημέρα καταχώρισης της υπό εξέταση αίτησης και τούτο γιατί το εν λόγω χρονικό διάστημα αφορά πρωτίστως και σχετίζεται άμεσα με την τύχη της αίτησης παραμερισμού. Θεωρώ ότι θα ήταν μέγα σφάλμα για το δικαστήριο, στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, να αποφανθεί επί ενός τόσο ουσιαστικού θέματος που αφορά πρωτίστως άλλη εκκρεμούσα ενώπιον του αίτηση. Επιπρόσθετα, σημειώνω και το γεγονός ότι η καταχώριση της αίτησης παραμερισμού αποτελεί προϋπόθεση για να είναι δυνατή η καταχώριση και προώθηση της υπό εξέταση αίτησης, μιας και η ένορκη δήλωση της οποίας επιχειρείται η συμπλήρωση δια των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων με την υπό εξέταση αίτηση, αφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού. Άρα, πώς θα μπορούσε η οποιαδήποτε καθυστέρηση τυχόν παρατηρείται πριν την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού να είναι ουσιαστική για την υπό εξέταση αίτηση, εν απουσία μάλιστα περιφρονητικής, για τις δικαστικές διαδικασίες, συμπεριφοράς εκ μέρους του αιτητή; Με γνώμονα τα πιο πάνω και πάντοτε εξετάζοντας τον παράγοντα καθυστέρηση, είμαι της άποψης ότι το χρονικό διάστημα των 7 περίπου μηνών που μεσολάβησε από την ημέρα καταχώρισης της αίτησης παραμερισμού, μέχρι και την ημέρα καταχώρισης της υπό εξέταση αίτησης, δεν αποτελεί εμπόδιο στην προώθηση του υπό εξέταση αιτήματος. Πόσο μάλλον όταν ο αιτητής στο εν λόγω χρονικό διάστημα δεν παρέμεινε απαθής. Προώθησε και έτερη αίτηση με την οποία επιζητεί διάταγμα του δικαστηρίου που να επιτρέπει και/ή να διατάσσει την αντεξέταση του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση στην αίτηση παραμερισμού καθώς επίσης και αίτηση του με την οποία ζητούσε την έκδοση διατάγματος που να αναστέλλει την εκτέλεση της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης. Επομένως, ούτε ο λόγος αυτός ευσταθεί. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης περί το ότι η υπό εξέταση αίτηση προωθείται καταχρηστικά και/ή για αλλότριους σκοπούς, είμαι της γνώμης ότι, ούτε επί του προκειμένου έχει δίκαιο η καθ΄ ης η αίτηση. Εκείνο που προκύπτει είναι ότι με την υπό εξέταση αίτηση, ο αιτητής επιδιώκει την καταχώριση των τριών συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, ώστε να καταστεί δυνατό να απαντήσει σε όλους τους ισχυρισμούς που έθεσε ο ενόρκως δηλούντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια αίτησης παραμερισμού, αλλά και για να έχει, ως ισχυρίζεται ο αιτητής, το δικαστήριο μια γενικότερη σφαιρική και ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων. Το κατά πόσο είναι δυνατό να παραχωρηθεί η αιτούμενη άδεια για το σκοπό που επιδιώκεται, και το κατά πόσο έχει δοθεί καλός λόγος και/ή πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία ώστε να παραχωρηθεί η εν λόγω άδεια, είναι θέμα που θα απασχολήσει το δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο της παρούσας απόφασης. Το δεδομένο όμως είναι, ότι η υπό εξέταση αίτηση προωθείται για τους πιο πάνω συγκεκριμένους λόγους (το επαρκές ή όχι των οποίων θα διαφανεί κατωτέρω) και όχι με σκοπό να καταχραστεί ο αιτητής των διαδικασιών του δικαστηρίου. Ούτε το γεγονός ότι ο αιτητής προωθεί στα πλαίσια της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής, άλλες ένδικες διαδικασίες μπορεί να οδηγήσει στην κρίση ότι τούτος επιθυμεί δια της υπό εξέταση αίτησης και/ή σε συνδυασμό και με τις άλλες εν λόγω διαδικασίες ή ακόμα και την καθυστέρηση που προκύπτει συνεπεία τούτων, να καταχραστεί την διαδικασία του δικαστηρίου. Δεν είναι δυνατόν τα δικαστήρια άνευ υπαρχόντων εξαιρετικών περιστάσεων, να αποστερούν σε ένα διάδικο το κατοχυρωμένο του δικαίωμα για απρόσκοπτη πρόσβαση στην δικαιοσύνη. Αν μη τι άλλο, η προώθηση αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση μετά την καταχώρηση ένστασης στα πλαίσια αίτησης παραμερισμού, στην οποία ένσταση αμφισβητείται η βασική θέση του αιτητή ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής δεν επιδόθηκε σε αυτόν προσωπικά, αποτελεί τουλάχιστον ένα μέτρο που είναι αναμενόμενο να ληφθεί από τον διάδικο που επιθυμεί τον παραμερισμό της απόφασης, ανεξάρτητα των πιθανοτήτων επιτυχίας του. Εκείνο που τελικά προκύπτει (τόσο από το περιεχόμενο των εγγράφων που τέθηκαν ενώπιον μου, όσο και από τα αναφερόμενα στην αγόρευση του συνηγόρου του) είναι ότι ο αιτητής προωθεί την υπό εξέταση αίτηση ειλικρινά πιστεύοντας (αφού δεν έχει καταδειχθεί κάτι το διαφορετικό), αφενός, ότι δικαιούται να πράξει τούτο και αφετέρου, ότι τα γεγονότα και γενικά οι ισχυρισμοί που παραθέτει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Τίποτα δεν έχει τεθεί, ενώπιον του δικαστηρίου, από την καθ΄ ης η αίτηση, που να υποστηρίζει την θέση της ότι η υπό εξέταση αίτηση προωθείται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο καταχρηστικά. Επομένως ούτε οι σχετικοί, με την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, λόγοι ένστασης ευσταθούν. Οι λοιποί λόγοι ένστασης θα πρέπει να εξεταστούν σε συνάρτηση με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η υπό εξέταση αίτηση ώστε να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και δη σε συνάρτηση με το κατά πόσο ο αιτητής κατάφερε να επιδείξει, στο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο, καλό λόγο που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή αναγκαιότητα, το περιεχόμενο των εν λόγω ενόρκων δηλώσεων να παρουσιαστεί ως μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου. Ως προς την δική του συμπληρωματική ένορκη δήλωση που προτίθεται, αν του δοθεί η άδεια, να καταχωρίσει, είμαι της γνώμης ότι ο αιτητής έχει δείξει καλό λόγο για να του δοθεί η επιζητούμενη άδεια. Αυτό που στην ουσία ο αιτητής επιθυμεί να θέσει ενώπιον του δικαστηρίου με την εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση, είναι το γεγονός ότι η αστυνομία έκρινε, στα πλαίσια των ανακρίσεων που διεξήγαγε αναφορικά με την καταγγελία του αιτητή εναντίον του επιδότη, ότι στοιχειοθετείτο υπόθεση εναντίον του τελευταίου και ότι απέστειλε τον ανακριτικό φάκελο στην Εισαγγελία της Αστυνομίας για καταχώρηση ποινικής δίωξης εναντίον του επιδότη. Το εν λόγω γεγονός, ο αιτητής το πληροφορήθηκε μέσω επιστολής που στάληκε από το αρχηγείο αστυνομίας προς το δικηγόρο του, σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρησης της αίτησης παραμερισμού. Τούτο, από μόνο του ίσως να αποτελούσε καλό λόγο για να δοθεί η αιτούμενη άδεια. Επιπρόσθετα όμως, και πάντα προς όφελος του αιτητή, στην προκειμένη περίπτωση, το εν λόγω γεγονός επιχειρείται να τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου και γιατί οι σχετικές αναφορές του αιτητή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού, αμφισβητήθηκαν από τον ενόρκως δηλούντα που υποστηρίζει την ένσταση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού, με τρόπο που τίθετο εν αμφίβολο η βασιμότητα της καταγγελίας του. Επομένως, κρίνω ότι το εν λόγω γεγονός και ουσιαστικό είναι αλλά και θεμιτό είναι να τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου ώστε να ληφθεί υπόψη όταν θα εξετάζεται η αίτηση παραμερισμού. Ως προς την συμπληρωματική ένορκη δήλωση που σκοπεί να ετοιμάσει ο αδελφός του αιτητή, είμαι επίσης της γνώμης ότι θα πρέπει να παραχωρηθεί η αιτούμενη άδεια για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως. Θέλω από την αρχή να σημειώσω ότι δεν διαφεύγει του δικαστηρίου η αντίφαση που όντως παρουσιάζει το περιεχόμενο της προτιθέμενης για να καταχωρηθεί ένορκης δήλωσης του αδελφού του αιτητή, με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του αιτητή που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού. Η εν λόγω αντίφαση είναι εμφανής και αφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ήρθε σε γνώση ο αιτητής του γεγονότος ότι εναντίον του καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Για σκοπούς πληρότητας απλά σημειώνω, ότι ο αιτητής στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού ισχυρίζεται ότι ο αδελφός του ουδέποτε τον ενημέρωσε σχετικά με το ότι η παρούσα αγωγή επιδόθηκε στον ίδιο και επομένως και για το εκκρεμές τούτης και ότι το γεγονός του υφιστάμενου της αγωγής, το ενημερώθηκε από υπάλληλο της καθ΄ ης η αίτηση στα πλαίσια διαβουλεύσεων που είχε μαζί της. Από την άλλη, στο περιεχόμενο της προτιθέμενης να καταχωρηθεί συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του αδελφού του αιτητή, υπάρχει ισχυρισμός ότι, δύο μήνες μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ο αδελφός του αιτητή επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον αιτητή και τον ενημέρωσε για το εν λόγω γεγονός. Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ο αιτητής δεν δίδει καμία εξήγηση γιατί επιθυμεί, με την προτιθέμενη προς καταχώριση συμπληρωματική ένορκη δήλωση του αδελφού του, να προωθήσει τον συγκρουόμενο αυτό ισχυρισμό. Όπως όμως προκύπτει από τις πιο πάνω παρατεθειμένες νομικές αρχές, το δικαστήριο δυνατό να παραχωρήσει άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αν κρίνει ότι τα γεγονότα που επιχειρείται να κατατεθούν ενώπιον του, είναι γεγονότα που είναι θεμιτό να κατατεθούν καθότι είναι ουσιαστικά και αφορούν στα εγειρόμενα θέματα, ώστε ακριβώς το δικαστήριο να έχει μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των ουσιωδών γεγονότων όταν θα αποφασίζει το ενώπιον του επίδικο ζήτημα. Στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί βασική και ουσιαστική θέση του αιτητή ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής δεν επιδόθηκε στον ίδιο προσωπικά, ως η ένορκη δήλωση του επιδότη αναφέρει, και ότι τούτο επιδόθη στον αδελφό του σε διεύθυνση εντελώς άσχετη με τον αιτητή και υπό συνθήκες που ο ίδιος δεν έλαβε γνώση του υπαρκτού της αγωγής παρά μόνο σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο. Είναι ακριβώς η εισήγηση του, ότι η οποιαδήποτε καθυστέρηση παρατηρείται εκ μέρους του στο να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού, είναι δικαιολογημένη, μεταξύ άλλων, και γιατί συνεπεία του τόπου και του προσώπου στο οποίο επιδόθηκε η αγωγή, είχε ως αποτέλεσμα ο ίδιος να μην λάβει γνώση άμεσα του γεγονότος της ύπαρξης της. Η παράλειψη ενός αιτητή να καταχωρίσει εμφάνιση και/ή η καθυστέρηση και γενικά η συμπεριφορά που επέδειξε ένας αιτητής από την ημέρα που επιδόθηκε η αγωγή μέχρι και την ημέρα που καταχώρησε την σχετική αίτηση παραμερισμού, αποτελούν βασικό παράγοντα που εξετάζεται από ένα δικαστήριο όταν αποφασίζει κατά πόσο θα εκδώσει διάταγμα με το οποίο να παραμερίζει προγενέστερη εκδοθείσα απόφαση του. Επομένως το σε ποιον επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα, αλλά και το πότε και κάτω από ποιες συνθήκες ο αιτητής έλαβε γνώση περί της υφιστάμενης και εκκρεμούσας της εναντίον του αγωγής, είναι ουσιαστικό γεγονός που θα πρέπει το δικαστήριο να συνυπολογίσει κατά την εξέταση της αίτησης παραμερισμού. Θεωρώ, με τα πιο πάνω δεδομένα, ότι θα ήταν ορθό και θεμιτό ο εν λόγω ισχυρισμός του αδελφού του αιτητή να τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου ώστε τούτος να συνυπολογιστεί με την υπόλοιπη σχετική μαρτυρία. Επειδή δε κατά τα λοιπά, το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που επιθυμεί να ετοιμάσει ο αδελφός του αιτητή, σκοπεί να διαφωτίσει περισσότερο για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες, ως ισχυρίζεται ο αιτητής, έγινε η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, και επειδή καμία δυσμένεια προκαλείται στην καθ΄ ης η αίτηση μιας και ο ισχυρισμός περί επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής στον αδελφό του αιτητή τέθηκε από το αρχικό στάδιο της αίτησης παραμερισμού, κρίνω ότι η παραχώρηση άδειας για καταχώρηση της ρηθείσας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είναι δικαιολογημένη. Επομένως, και για την εν λόγω προτιθέμενη για να καταχωρηθεί ένορκη δήλωση, παραχωρείται σχετική άδεια. Ως προς την τρίτη και τελευταία συμπληρωματική ένορκη δήλωση, που επιχειρείται να κατατεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, είμαι της γνώμης ότι για τούτη ο αιτητής δεν έχει δείξει καλό λόγο ώστε να του παραχωρηθεί σχετική άδεια. Τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που σκοπεί να ετοιμάσει ο λογιστής/ελεγκτής Μιχάλης Αβραάμ, αποτελούν στην ουσία επανάληψη ισχυρισμών που ήδη εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση του αιτητή που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού. Το ουσιώδες των εν λόγω ισχυρισμών, είναι η ισχυριζόμενη ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης του αιτητή στα όσα του καταμαρτυρεί το κλητήριο ένταλμα. Η δε ουσία της ισχυριζόμενης αυτής υπεράσπισης βρίσκεται στην γραπτή μελέτη που ετοίμασε ο πιο πάνω αναφερόμενος λογιστής/ελεγκτής. Η εν λόγω μελέτη κατατέθηκε ήδη ως Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του αιτητή που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού με σχετικούς ισχυρισμούς του τελευταίου αναφορικά με τον τρόπο και τις συνθήκες ετοιμασίας της. Υπενθυμίζω ότι στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού, αυτό που πρέπει ο αιτητής να υποδείξει είναι εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Επομένως, κρίνω ότι, εν απουσία καλού λόγου, δεν είναι δυνατό να παραχωρηθεί η αιτούμενη άδεια για την εν λόγω ένορκη δήλωση. Κατ΄ ακολουθία, προκύπτει ότι ο αιτητής πέτυχε να αποδείξει την αναγκαιότητα έκδοσης των υπό στοιχείων Α και Β αιτούμενων διαταγμάτων και απέτυχε να αποδείξει την εν λόγω αναγκαιότητα αναφορικά με το υπό στοιχείο Γ αιτούμενο διάταγμα. Οι δύο ένορκες δηλώσεις οι οποίες επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση και για τις οποίες έχει παραχωρηθεί σχετική άδεια, αφού πρώτα ετοιμαστούν από τον αιτητή και τον αδελφό του, να καταχωρηθούν στο φάκελο της υπόθεσης ως συμπληρωματικές της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού, εντός 10 ημερών από σήμερα. Συνεπεία της πιο πάνω κατάληξης μου και ειδικότερα συνεπεία του γεγονότος ότι η αίτηση επέτυχε μερικώς και δη μόνο για τα δύο εκ των τριών αιτούμενων διαταγμάτων, επιδικάζονται τα έξοδα της παρούσας αίτησης, υπέρ του εναγομένου-αιτητή και εναντίον της ενάγουσας-καθ΄ ης η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλην όμως κατά το ήμισυ τούτων. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο