Ανδρούλα Ευαγγέλου ν. Αβραάμ Νεοφύτου, Αρ. Αγωγής: 5549/07, 15/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A9 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 5549/07 Μεταξύ: Ανδρούλα Ευαγγέλου, από την Λεμεσό Ενάγουσα και Αβραάμ Νεοφύτου, από την Λεμεσό Εναγόμενος ........................... Ημερομηνία: 15.1.13 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Κ. Χ΄΄Πιέρας (για να ακούσει την απόφαση η κα Βερεσιέ) Για τον Εναγόμενο: κα Χρ. Ερωτοκρίτου (για να ακούσει την απόφαση η κα Έλ. Φράγκου) ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε τροχαίο δυστύχημα που επισυνέβη στις 11.12.06 στην οδό Θέμιδος στην Λεμεσό με ενεχόμενο το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΗΖ 208 το οποίο οδηγείτο από τον Εναγόμενο. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης το επίδικο δυστύχημα επισυνέβη όταν ο Εναγόμενος οδηγώντας το πιο πάνω αυτοκίνητο επί της οδού Ανεξαρτησίας έστριψε για να εισέλθει εντός της οδού Θέμιδος οπότε και συγκρούσθηκε με την Ενάγουσα η οποία κατά τον ίδιο χρόνο διασταύρωνε πεζή την πιο πάνω οδό. Με την Έκθεση Απαίτησης της η Ενάγουσα καταλογίζει στον Εναγόμενο αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Συνεπεία του πιο πάνω δυστυχήματος η Ενάγουσα υπέστη σωματικές βλάβες για τις οποίες αξιώνει γενικές αποζημιώσεις και άλλες ζημίες για τις οποίες αξιώνει ειδικές αποζημιώσεις. Υπό τον τίτλο «Λεπτομέρειες Ειδικών Ζημιών Ενάγουσας» αξιώνει το ποσό των Ευρώ 307,55 σεντ (Λ.Κ.180,00 σεντ) για ιατρικά έξοδα (παράγραφος 5(α) της Έκθεσης Απαίτησης), το ποσό των Ευρώ 85,43 σεντ (Λ.Κ.50,00 σεντ) για αστυνομική έκθεση (παράγραφος 5(β) της Έκθεσης Απαίτησης), το ποσό των Ευρώ 17,09 σεντ (Λ.Κ.10,00 σεντ) για μεταφορικά (παράγραφος 5(γ) της Έκθεσης Απαίτησης) και, τέλος, το ποσό των Ευρώ 1.366,88 σεντ (Λ.Κ.800,00 σεντ) για απώλεια απολαβών και/ή εισοδήματος για περίοδο 2 μηνών (παράγραφος 5(δ) της Έκθεσης Απαίτησης), ήτοι σύνολο Ευρώ 1.776,95 σεντ. Με την Υπεράσπισή του ο Εναγόμενος παραδέχεται μόνο ότι κατά τις 11.12.06 επισυνέβη τροχαίο δυστύχημα μεταξύ της Ενάγουσας και του οχήματός του καθώς και την ηλικία της Ενάγουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο -65 ετών - και αρνείται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της Ενάγουσας οι οποίοι εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησής της. Είναι, μεταξύ άλλων, η θέση του ότι το επίδικο δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια της Ενάγουσας. Υπό το φως των πιο πάνω ο Εναγόμενος εξαιτείται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσαν ο Αστ 2738, Μάριος Ματθαίου (ΜΕ 1), η ίδια η Ενάγουσα (ΜΕ 2) και ο Νίκος Μαρκουλής (ΜΕ 3). Για την πλευρά της Εναγόμενης κατέθεσε μόνο ο Εναγόμενος. Επίσης κατά την ακροαματική διαδικασία δηλώθηκαν από κοινού ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ημερομηνίας 26.9.11 (Τεκμήριο 3) και ότι τα έξοδα για την αστυνομική έκθεση είναι Ευρώ 85,43 επί πλήρους ευθύνης. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτος μάρτυρας για την Ενάγουσα κατέθεσε ο Αστ 2738, Μάριος Ματθαίου, ο οποίος είναι ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος και κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να υπηρετεί στον Κλάδο Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων της Τροχαίας Λεμεσού. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες προέβη όταν έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος. Έλαβε, όπως ανέφερε, μετρήσεις από την σκηνή του δυστυχήματος και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα στην παρουσία του Εναγόμενου. Σύμφωνα με τον μάρτυρα οι διάδικοι συμφώνησαν με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα και έθεσαν τις υπογραφές τους επ' αυτού αν και σε διαφορετικό χρόνο ο καθένας. Ο Εναγόμενος είδε και συμφώνησε με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα θέτοντας την υπογραφή του επ' αυτού στην σκηνή του δυστυχήματος. Η υπογραφή που φαίνεται στο κάτω μέρος δεξιά του πρόχειρου σχεδιαγράμματος είναι του Εναγόμενου, ενώ η υπογραφή που φαίνεται στο πάνω μέρος δεξιά της Ενάγουσας. Από τους διάδικους έλαβε, επίσης, σε διαφορετικούς χρόνους και «προκαταρκτικές καταθέσεις» επί ειδικού εντύπου. Το έντυπο αυτό μαζί με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυσυχήματος κατατέθησαν υπό του μάρτυρος ως ένα έγγραφο το οποίο σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Η κατάθεση του Εναγόμενου λήφθηκε στην σκηνή ενώ αυτή της Ενάγουσας στις 28.1.
- Με βάση το πρόχειρο σχεδιάγραμμα ο μάρτυρας ετοίμασε και συμμετρικό το οποίο κατέθεσε. Το συμμετρικό σχεδιάγραμμα σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 η οδός Ανεξαρτησίας, από τώρα και στο εξής «η Ανεξαρτησίας», τέμνει την οδό Θέμιδος, από τώρα και στο εξής «η Θέμιδος», κάθετα, ενώ μετά την συμβολή των δύο πιο πάνω οδών η Ανεξαρτησίας συνεχίζει με νότια κατεύθυνση. Στην δυτική πλευρά της Ανεξαρτησίας αμέσως μετά την συμβολή της με την Θέμιδος και με κατεύθυνση προς Νότο υπάρχει πεζοδρόμιο, από τώρα και στο εξής «το δυτικό πεζοδρόμιο», το οποίο ενώνεται με το νότιο πεζοδρόμιο της Θέμιδος σχηματίζοντας καμπύλη γραμμή. Το βόρειο μέρος του δυτικού πεζοδρομίου εφάπτεται μέρους της Θέμιδος και της συμβολής της με την Ανεξαρτησίας, ενώ η ανατολική του πλευρά της δυτικής πλευράς της Ανεξαρτησίας μετά την συμβολή της με την Θέμιδος με κατεύθυνση προς Νότο. Η καμπύλη αυτή γραμμή αρχίζει από το σημείο που αυτή συναντά την δυτική πλευρά της Ανεξαρτησίας και που ο μάρτυρας σημείωσε με την μέτρηση «11,8» και τελειώνει στον ηλεκτρικό πάσσαλο που τοποθετήθηκε από τον μάρτυρα στο τέλος του νότιου πεζοδρομίου της Θέμιδος με κατεύθυνση την Ανεξαρτησίας και που ο μάρτυρας σημείωσε με την μέτρηση «3,7». Η απόσταση μεταξύ του σημείου της σύγκρουσης και του βόρειου πεζοδρομίου της Θέμιδος είναι 80 εκατοστά. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 η Ενάγουσα επιχείρησε να διασταυρώσει την Θέμιδος από νότια προς βόρεια από σημείο που βρίσκεται πάνω στο βόρειο μέρος του δυτικού πεζοδρομίου. Επίσης, σύμφωνα με τον μάρτυρα η Θέμιδος είναι μονόδρομος με κατεύθυνση από δυτικά προς ανατολικά. Σημαντικό μέρος της αντεξέτασης του μάρτυρα αναλώθηκε στο θέμα της ορατότητας. Επί του προκειμένου ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι τα οχήματα που οδηγούνται επί της Ανεξαρτησίας με νότια κατεύθυνση, ήτοι με την κατεύθυνση που οδηγείτο το αυτοκίνητο του Εναγόμενου, έχουν ορατότητα προς το σημείο της σύγκρουσης μόνο όταν φθάσουν στην νοητή κάθετη γραμμή η οποία αρχίζει από την μέτρηση 2,6 και καταλήγει στην μέτρηση 7,
- Πριν την πιο πάνω κάθετο η ορατότητα εμποδίζεται από καταστήματα που υπάρχουν επί της δυτικής πλευράς της Ανεξαρτησίας πριν την συμβολή της με την Θέμιδος με κατεύθυνση αυτή του Εναγόμενου. Ορατότητα προς το σημείο της σύγκρουσης υπάρχει από οποιοδήποτε σημείο της εν λόγω καθέτου, ακόμα και από την μέτρηση 2,
- Ο αριθμός 2,6 τοποθετήθηκε στο σημείο στο οποίο καταλήγει η ευθεία πλευρά του δυτικού πεζοδρομίου της Ανεξαρτησίας πριν την συμβολή της με την Θέμιδος με κατεύθυνση αυτή του Εναγόμενου και το οποίο ενώνεται με το βόρειο πεζοδρόμιο της Θέμιδος σχηματίζοντας γωνία. Η μέτρηση 2,6 είναι το μήκος σε μέτρα της καθέτου από το πιο πάνω σημείο προς την βασική νοητή οριζόντια γραμμή μέτρησης του μάρτυρα, η οποία αρχίζει από το σημείο Ο και συνεχίζει με κατεύθυνση ανατολική. Το σημείο Ο βρίσκεται επί του βορείου πεζοδρομίου της Θέμιδος και απέναντι από τον προαναφερόμενο ηλεκτρικό πάσσαλο. Η μέτρηση 7,6 μέτρα είναι η οριζόντια απόσταση από το σημείο στο οποίο η πιο πάνω κάθετος τέμνει την βασική οριζόντια γραμμή μέτρησης του μάρτυρα μέχρι το σημείο Ο. Επίσης, η μέτρηση 3,7 για την οποία έγινε λόγος πιο πάνω είναι το πλάτος της Θέμιδος καθώς και η απόσταση μεταξύ του σημείου Ο και του προαναφερόμενου ηλεκτρικού πασσάλου και η μέτρηση 11,8 για την οποία, επίσης, έγινε λόγος πιο πάνω το μήκος της καθέτου σε μέτρα η οποία ξεκινά από το σημείο που η καμπύλη γραμμή τέμνει την δυτική πλευρά της Ανεξαρτησίας και καταλήγει στην βασική οριζόντια γραμμή μέτρησης του μάρτυρα. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν ο μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του ήταν σαφής και θετική και περιορίσθηκε στις ενέργειες στις οποίες αυτός προέβη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Μέσα δε από τις απαντήσεις του δεν διέκρινα οποιαδήποτε διάθεση ή τάση από μέρους του μάρτυρα να αποκρύψει την αλήθεια ή να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Η Υπεράσπιση στην ουσία δεν αμφισβήτησε την μαρτυρία του μάρτυρα ή την ποιότητα της διερεύνησης και οι ερωτήσεις που τέθηκαν σε αυτόν κατά την αντεξέταση ήταν κυρίως διευκρινιστικού χαρακτήρα. Κάποια σημεία από την μαρτυρία του αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία. Όπως η πορεία της Ενάγουσας, την οποία ο μάρτυρας σημείωσε επί του Τεκμηρίου 2 με το γράμμα Β, το μέρος από το οποίο η Ενάγουσα άρχισε να διασταυρώνει την Θέμιδος, ήτοι το δυτικό πεζοδρόμιο, την θέση του σημείου σύγκρουσης, το οποίο ο μάρτυρας σημείωσε επί του Τεκμηρίου 2 με το γράμμα Χ, το σημείο επαφής της Ενάγουσας με το όχημα του Εναγόμενου - δεξί εξωτερικό καθρεφτάκι - καθώς και η πορεία του οχήματος του Εναγόμενου, την οποία ο μάρτυρας σημείωσε επί του Τεκμηρίου 2 με το γράμμα Α. Τα πιο πάνω συμπεριλαμβανομένου και του σημείου της σύγκρουσης ο μάρτυρας πληροφορήθηκε από τους διαδίκους. Ειδικότερα, αναφορικά με το τελευταίο ο μάρτυρας δεν ανέφερε να προέβη σε οποιαδήποτε ανεξάρτητη έρευνα ώστε και το σημείο Χ που σημείωσε επί του Τεκμηρίου 2 ως την θέση του σημείου της σύγκρουσης να αποτελεί εύρημα δικό του. Το σημείο αυτό υποδείχθηκε στον μάρτυρα από τον Εναγόμενο στην σκηνή του δυστυχήματος, κατά την διά ζώσης δε μαρτυρία του ο Εναγόμενος υποστήριξε το ίδιο. Επίσης, με το σημείο αυτό η Ενάγουσα συμφώνησε θέτοντας, όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε, την υπογραφή της επί του Τεκμηρίου
- Με την διά ζώσης δε μαρτυρία της υποστήριξε και αυτή ότι το σημείο Χ είναι το σημείο της σύγκρουσης. Αναφορικά με το ότι η Ενάγουσα δέκτηκε το κτύπημα από το δεξί εξωτερικό καθρεφτάκι του οδηγού του αυτοκινήτου του Εναγόμενου καθώς και την πορεία του αυτοκινήτου του Εναγόμενου μαρτυρία προς την ίδια κατεύθυνση δόθηκε από τον ίδιο τον Εναγόμενο χωρίς αυτή να αμφισβητηθεί από την πλευρά της Ενάγουσας. Από την αντεξέταση δε του Εναγόμενου προκύπτει ευκρινώς ότι η πλευρά της Ενάγουσας δέχεται ότι το σημείο επαφής της Ενάγουσας με το όχημα του Εναγόμενου ήταν το μπροστινό δεξί καθρεφτάκι του οδηγού. Αναφορικά με την πορεία της Ενάγουσας καθώς και το μέρος από το οποίο αυτή άρχισε να διασταυρώνει την Θέμιδος μαρτυρία προς την πιο πάνω κατεύθυνση έδωσε η ίδια η Ενάγουσα χωρίς αυτή να αμφισβητηθεί από την πλευρά της Υπεράσπισης. Υπό το φως των πιο πάνω όλοι οι πιο πάνω υπό συζήτηση ισχυρισμοί του μάρτυρα είναι αποδεκτοί. Υπάρχει, όμως, ένα σημείο το οποίο διεφάνη κατά την αντεξέταση και το οποίο χρήζει σχολιασμού. Στο «ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ» που υπάρχει επί του Τεκμηρίου 2 γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, (α) στην τελική θέση ενός αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΚΜ 468 και (β) στο σημείο σύγκρουσης μεταξύ της πεζής, εννοείται της Ενάγουσας, και του πιο πάνω αυτοκινήτου. Τα δύο πιο πάνω σημεία υποδεικνύονται στο Ευρετήριο με τα γράμματα Β1 και Χ αντίστοιχα. Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι η αναφορά στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΚΜ 468 που υπάρχει τόσο στην επεξήγηση του σημείου Β1 όσο και στην επεξήγηση του σημείου Χ λανθασμένα ανεγράφη επί του Τεκμηρίου
- Διευκρίνισε δε ότι το μόνο εμπλεκόμενο στο επίδικο δυστύχημα όχημα είναι αυτό με αριθμούς εγγραφής ΚΗΖ 208 και ότι επί του Τεκμηρίου 2 δεν σημειώνεται τελική θέση του οχήματος του Εναγόμενου, αφού όταν έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος ο μάρτυρας δεν βρήκε το όχημα του Εναγόμενου στην τελική του θέση, εννοώντας, όπως από την όλη μαρτυρία του συνάγεται, στο σημείο ή πλησίον του σημείου της σύγκρουσης. Σύμφωνα με τον μάρτυρα ο Εναγόμενος μετακίνησε το αυτοκίνητό του αρκετά μέτρα μακριά από το σημείο της σύγκρουσης προς τα δυτικά εντός της Θέμιδος. Επίσης, το σημείο Χ είναι το σημείο σύγκρουσης μεταξύ της Ενάγουσας και του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΚΗΖ
- Απέδωσε δε τα πιο πάνω λάθη στο ότι κατά την προετοιμασία του συμμετρικού σχεδίου πήρε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή σχέδιο προηγούμενης υπόθεσης το οποίο προσάρμοσε στα δεδομένα της παρούσης υπόθεσης πλην όμως παρέλειψε να αφαιρέσει τα στοιχεία που δεν αφορούν στην παρούσα υπόθεση και που λανθασμένα ανεγράφησαν στο Ευρετήριο του Τεκμηρίου 2, όπως τους αριθμούς EKM 468, που είναι οι αριθμοί εγγραφής αυτοκινήτου που ενεπλάκη σε άλλο τροχαίο δυστύχημα, όπως υπέδειξε, και το σημείο Β1 που σημειώθηκε ως η τελική θέση του πιο πάνω αυτοκινήτου. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Υπεράσπισης άδραξε την ευκαιρία να υποβάλει στον μάρτυρα ότι με βάση τις πιο πάνω δηλώσεις του κάποιος θα μπορούσε να αναμένει ότι και άλλες μετρήσεις που φαίνονται επί του Τεκμηρίου 2 είναι λανθασμένες. Ο μάρτυρας δεν δέχθηκε τα όσα του υποβλήθηκαν και αντέτεινε ότι μόνο στο Ευρετήριο υπάρχει λάθος και ότι οι μετρήσεις που φαίνονται στο Τεκμήριο 2 είναι ορθές αφού συν τοις άλλοις αυτές είναι ακριβώς οι ίδιες με αυτές που φαίνονται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα - Τεκμήριο
- Δέχομαι τα όσα πιο πάνω προσφέρθηκαν από τον μάρτυρα ως δικαιολογία για τα λάθη που εντοπίζονται στο Τεκμήριο 2 καθώς και την θέση του μάρτυρα ότι οι μετρήσεις του, οι οποίες φαίνονται επί του Τεκμηρίου 2, είναι ορθές και ότι τα μόνα λάθη που υπάρχουν στο Τεκμήριο 2 είναι αυτά που πιο πάνω αναφέρθηκαν. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε ο μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Συν τοις άλλοις, η εξήγηση που δόθηκε από τον μάρτυρα ως προς την ορθότητα των μετρήσεών του που φαίνονται επί του Τεκμηρίου 2 κρίνεται πειστική αφού και από μια προσεκτική εξέταση των Τεκμηρίων 1 και 2 προκύπτει ότι οι μετρήσεις που αναφέρονται στο Τεκμήριο 2 συνάδουν με αυτές που φαίνονται στο Τεκμήριο 1 και είναι ακριβώς οι ίδιες. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι οι μετρήσεις που σημειώνονται επί των δύο τεκμηρίων είναι οι ίδιες δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, ούτε και η ακρίβεια ή η ορθότητα των μετρήσεων που φαίνονται στο Τεκμήριο
- Επίσης, η Υπεράσπιση καμία μέτρηση από αυτές που φαίνονται στο Τεκμήριο 2 δεν αμφισβήτησε. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι ύστερα από την επισήμανση-διευκρίνιση του μάρτυρα ότι οι μετρήσεις που αναφέρονται στο Τεκμήριο 2 είναι ακριβώς οι ίδιες με αυτές που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 η ευπαίδευτη συνήγορος της Υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε περισσότερο τον μάρτυρα. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δέχομαι την μαρτυρία του μάρτυρα στην ολότητά της. Το μόνο σημείο από την μαρτυρία του μάρτυρα που δεν αποδέχομαι είναι ότι ο Εναγόμενος μετακίνησε το αυτοκίνητό του αρκετά μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης προς τα δυτικά εντός της Θέμιδος. Το ότι ο Εναγόμενος μετά την σύγκρουση ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του κάποια μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης εντός της Θέμιδος είναι αποδεκτό. Μαρτυρία προς την πιο πάνω κατεύθυνση έδωσε και ο Εναγόμενος. Αυτό που δεν είναι αποδεκτό από την πιο πάνω δήλωση του μάρτυρα είναι ότι ο Εναγόμενος μετακίνησε το αυτοκίνητό του. Η χρήση του ρήματος «μετακίνησε» υποδηλοί ότι ο Εναγόμενος μετά την σύγκρουση σταμάτησε και αργότερα μετακίνησε το αυτοκίνητό του. Προσωπική γνώση του πιο πάνω ισχυρισμού ο μάρτυρας δεν είχε αφού αφού δεν ήταν παρών κατά την στιγμή της σύγκρουσης. Επίσης, οι διάδικοι επί του προκειμένου προώθησαν μια διαφορετική εκδοχή με κοινή συνισταμένη ότι ο Εναγόμενος δεν σταμάτησε αμέσως μετά την σύγκρουση αλλά συνέχισε την πορεία του με δυτική κατεύθυνση εντός της Θέμιδος γιατί κατά την στιγμή της σύγκρουσης δεν είχε δει ή αντιληφθεί την Ενάγουσα. Δεύτερη μάρτυρας κατέθεσε η Ενάγουσα. Κατά την κυρίως εξέτασή της η Ενάγουσα υιοθέτησε την κατάθεσή της την οποία έδωσε στον ΜΕ 1 και η οποία περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο
- Αναγνώρισε, επίσης, την υπογραφή της που φαίνεται στο πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος επί του Τεκμηρίου 1 και ανέφερε ότι συμφώνησε με αυτό όταν ο πιο πάνω μάρτυρας της το είχε επιδείξει. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η Ενάγουσα κατέθεσε ιατρική έκθεση του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ημερομηνίας 26.9.11 καθώς και ιατρικό πιστοποιητικό εκδοθέν υπό του ειδικού ορθοπεδικού Ανδρέα Αδάμου ημερομηνίας 2.5.
- Η έκθεση του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, η οποία κατατέθηκε χωρίς ένσταση από την Υπεράσπιση, σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Σε μεταγενέστερο στάδιο και με κοινή δήλωση των συνηγόρων των διαδίκων το περιεχόμενο του πιο πάνω τεκμηρίου έγινε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του. Στο εν λόγω τεκμήριο αναφέρεται ότι στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού έγινε επίδεση χωρίς να διευκρινίζεται σε ποιο μέλος του σώματος της Ενάγουσας έγινε η επίδεση ή για ποιο λόγο. Προκύπτει, όμως, ευκρινώς από την διά ζώσης μαρτυρία της Ενάγουσας ότι η επίδεση που έλαβε χώρα στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού έγινε στο χέρι της, το οποίο από την πτώση της τρίφτηκε στο έδαφος. Συνακόλουθα δέχομαι ότι η αναφορά σε επίδεση στο Τεκμήριο 3 αφορά στο χέρι της Ενάγουσας. Όσον αφορά το ιατρικό πιστοποιητικό του ειδικού ορθοπεδικού Ανδρέα Αδάμου, αυτό παραδόθηκε στην Ενάγουσα από τον εν λόγω ιατρό κατά την τελευταία επίσκεψη της Ενάγουσας σε αυτόν. Το εν λόγω πιστοποιητικό σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Επίσης, την ίδια ημέρα η Ενάγουσα πλήρωσε στον ιατρό Αδάμου το ποσό των Λ.Κ.180,00 σεντ. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 το ποσό των Λ.Κ.180,00 σεντ περιλαμβάνει ιατρικά έξοδα, έξοδα παρακολούθησης και έξοδα έκδοσης του πιστοποιητικού. Μέσα από την συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που της τέθηκαν η Ενάγουσα μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία της ήταν άμεση και θετική και μέσα από τις απαντήσεις της δεν διέκρινα οποιαδήποτε διάθεση ή τάση από μέρους της να αποκρύψει την αλήθεια ή να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Απαντούσε με φυσικότητα και αυθορμητισμό και δεν έδινε χρόνο στον εαυτό της να υπολογίζει τις απαντήσεις της. Κάποιες απαντήσεις της οι οποίες δεν ήταν οι αναμενόμενες δεν είναι ικανές να κλονίσουν την εν γένει αξιοπιστία της και την καλή εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτήν ως μάρτυρα της αλήθειας. Αυτές μάλλον οφείλονται στην απλοϊκότητα του χαρακτήρα της και, προδήλως, στο χαμηλό επίπεδο μόρφωσής της, σημεία τα οποία κατέστησαν εμφανή κατά την παράθεση της μαρτυρίας της. Αναφέρομαι στην απάντηση που η Ενάγουσα έδωσε όταν ρωτήθηκε τι υπήρχε ακριβώς απέναντί της ενώ στεκόταν επί του δυτικού πεζοδρομίου πριν αρχίσει να διασταυρώνει. Απαντώντας η Ενάγουσα αναφέρθηκε στα φώτα τροχαίας, προδήλως, και από άλλες σχετικές απαντήσεις της εννοώντας, τα φώτα στην διασταύρωση της Ανεξαρτησίας με την οδό Αθηνών. Μόνο που τα φώτα αυτά δεν ήταν ακριβώς απέναντί της, όπως από την μαρτυρία των ΜΕ 1 και ΜΕ 3 αλλά και το Τεκμήριο 5 ευκρινώς προκύπτει, αλλά κάποια μέτρα μακρυά, σε απόσταση όχι μεγαλύτερη των 100 μέτρων, όπως ενδεικτικά ανέφερε και ο ΜΕ
- Σε κατοπινό, όμως, στάδιο διευκρινίσθηκε από την Ενάγουσα ότι «ο στύλλος», εννοώντας τα φώτα τροχαίας, «ήταν πιο κάτω», και ότι απέναντί της υπήρχε κατάστημα υποδημάτων. Σε άλλη σχετική ερώτηση απάντησε ότι το εν λόγω κατάστημα ήταν γωνιακό και βρισκόταν ακριβώς απέναντι της ενώ αυτή βρισκόταν επί του δυτικού πεζοδρομίου και πριν ακόμα αρχίσει να διασταυρώνει, ενώ τα φώτα τροχαίας ήταν μακρυά. Η μαρτυρία της ήταν, επίσης, λιτή και χωρίς δόση υπερβολής. Μέσα από την μαρτυρία της προκύπτει έντονη η διαπίστωση ότι η Ενάγουσα σε καμία περίπτωση δεν προσπάθησε να διογκώσει τους τραυματισμούς της. Ενδεικτικό τούτου είναι ο ισχυρισμός της ότι ο ιατρός Αδάμου της ανέφερε ότι οι πόνοι που αισθανόταν στην μέση και το χέρι προήλθαν από την πτώση της στο έδαφος και «δεν είναι τίποτε». Ακόμα, ότι οι πόνοι που ένιωθε στο χέρι και την οσφύ σιγά σιγά υποχώρησαν σύμφωνα με την ίδια σε περίοδο τριών μηνών. Η Υπεράσπιση στην ουσία δεν αμφισβήτησε την μαρτυρία της Ενάγουσας, είτε σε σχέση με το μέρος εκείνο που αφορούσε στο πώς έλαβε χώρα το επίδικο δυστύχημα, είτε σε σχέση με το μέρος εκείνο που αφορούσε στους τραυματισμούς της. Το μόνο σημείο από την μαρτυρία της Ενάγουσας που η Υπεράσπιση αμφισβήτησε ήταν τον ισχυρισμό της, ο οποίος προβλήθηκε από την Ενάγουσα κατά την αντεξέταση ύστερα από σχετική ερώτηση, σύμφωνα με τον οποίο η Ενάγουσα είχε αναφέρει στον εξεταστή της υπόθεσης ότι ο Εναγόμενος αφότου επέστρεψε στο μέρος της σύγκρουσης της ανέφερε ότι αυτός δεν την είχε δει, αλλά την είχε δει η συνεπιβάτιδά του. Απαντώντας η Ενάγουσα ανέφερε ότι ήταν βεβαία ότι είχε μεταφέρει την πιο πάνω δήλωση του Εναγόμενου στον αστυνομικό εξεταστή. Σημειώνεται ότι το ότι στην κατάθεση της Ενάγουσας που περιέχεται στο Τεκμήριο 1 δεν περιλαμβάνεται μια τέτοια δήλωση δεν σημαίνει ότι η Ενάγουσα δεν είχε προβεί στην δήλωση αυτή προς τον ΜΕ 1 προφορικά και ο τελευταίος δεν την περιέλαβε στην κατάθεση της Ενάγουσας την οποία και κατέγραψε. Συν τοις άλλοις, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, η Ενάγουσα μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Υπό το φως των πιο πάνω δέχομαι τον πιο πάνω ισχυρισμό της. Άλλωστε, και είναι σημαντικό να λεχθεί, το ότι ο Εναγόμενος δεν είχε δει την Ενάγουσα κατά την στιγμή της σύγκρουσης το είχε δηλώσει ρητά στην δική του κατάθεση - Τεκμήριο 1 - και ο ίδιος ο Εναγόμενος. Κατά την αντεξέταση ερωτηθείσα η Ενάγουσα ανέφερε ότι στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού είχε παραπονεθεί για την αγκώνα της και τους πόνους που ένιωθε στην μέση της. Ανέφερε, επίσης, ότι οι ιατροί στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού παρατήρησαν την αγκώνα της και την εξέτασαν και για τους πόνους στην μέση. Η πιο πάνω μαρτυρία της δεν αποκλείεται για τον λόγο ότι στο Τεκμήριο 3 δεν αναφέρεται ότι η Ενάγουσα είχε παραπονεθεί και για πόνους στην μέση και την αγκώνα ή για τον λόγο ότι σε αυτό αναφέρεται ότι η Ενάγουσα παραπονέθηκε «για πόνο στον γλουτό αριστερά και πόνο ποδοκνημίας αριστερά έξω σφυρό». Άλλωστε, στο Τεκμήριο 3 δεν αναφέρεται ότι η Ενάγουσα παραπονέθηκε για πόνο μόνο στον γλουτό και την αριστερή ποδοκνημία και, συνεπώς, η υπό συζήτηση μαρτυρία δεν τείνει να αναιρέσει τα παραδεκτά γεγονότα του Τεκμηρίου
- Εν' όψει και της καλής εντύπωσης που η Ενάγουσα μου έκανε ως μάρτυρας της αλήθειας ο πιο πάνω ισχυρισμός της είναι, επίσης, αποδεκτός. Η Ενάγουσα υποστήριξε, επίσης, ότι ο Εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα. Η Ενάγουσα, όμως, σύμφωνα με την μαρτυρία της, ούτε κατά την στιγμή της σύγκρουσης, αλλά ούτε και πριν από αυτήν δεν είχε δει ή αντιληφθεί το αυτοκίνητο του Εναγόμενου. Επομένως, δεν μπορεί να έχει άποψη για την ταχύτητα του Εναγόμενου κατά την στιγμή της σύγκρουσης, πόσο μάλλον, όταν αυτή είχε κτυπηθεί με το εξωτερικό μπροστινό καθρεφτάκι του οδηγού. Επίσης, το γεγονός ότι η Ενάγουσα έπεσε στο έδαφος όταν ήρθε σε επαφή με το εξωτερικό μπροστινό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του Εναγόμενου δεν αποτελεί ασφαλή απόδειξη για την εξαγωγή συμπεράσματος προς την πιο πάνω κατεύθυνση, ότι, δηλαδή, κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα. Κάτι τέτοιο δεν δύναται με βάση και μόνο το πιο πάνω γεγονός να εξαχθεί ως απόρροια της κοινής λογικής καθότι διάφοροι παράγοντες μπορεί να επενήργησαν στο να πέσει η Ενάγουσα κάτω στο έδαφος. Ένας από αυτούς μπορεί να είναι και η σχετικά μεγάλη ηλικία της κατά τον ουσιώδη χρόνο - 65 ετών - ισχυρισμός ο οποίος εκτίθεται στην Έκθεση Απαίτησης και είναι παραδεκτός με την Υπεράσπιση. Ή ακόμα και το γεγονός ότι σε απόσταση μικρότερη του ενός μέτρου, συγκεκριμένα 80 εκατοστών, σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, υπήρχε μπροστά από την Ενάγουσα πεζοδρόμιο. Η μικρή απόσταση μεταξύ του πεζοδρομίου και του σημείου της σύγκρουσης δυνατόν να συνέβαλε στο να χάσει η Ενάγουσα την ισορροπία της. Ρόλο μπορεί, επίσης, να διαδραμάτισε και το μέγεθος και ο όγκος του αυτοκινήτου του Εναγόμενου, ο οποίος στην μαρτυρία του ανέφερε ότι το αυτοκίνητό του ήταν ένα μεγάλο και ψηλό εμπορικό βαν. Πάντως σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της η Ενάγουσα δεν υποστήριξε ότι ο λόγος που έπεσε στο έδαφος ήταν η ορμή ή η μεγάλη ταχύτητα του αυτοκινήτου του Εναγόμενου. Επίσης, ερωτηθείσα η Ενάγουσα από την Υπεράσπιση πώς γνωρίζει ότι ο Εναγόμενος οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα κατά την στιγμή της σύγκρουσης πρόβαλε ως δικαιολογία τον ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος μετά την σύγκρουση δεν σταμάτησε αλλά συνέχισε την πορεία του και επέστρεψε στην σκηνή αφότου οι παρευρισκόμενοι που είδαν την σύγκρουση του φώναξαν να σταματήσει. Το ότι ο Εναγόμενος δεν σταμάτησε μετά την σύγκρουση αλλά συνέχισε την πορεία του και επέστρεψε στην σκηνή καθ' υπόδειξη παρευρισκομένων σύμφωνα με την Ενάγουσα δεν αποτελεί απόδειξη για το ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης αυτός οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα. Ο υπό συζήτηση ισχυρισμός της μάρτυρος δεν εδράζεται σε στέρεα ερείσματα. Τέλος, σημειώνεται ότι η πλευρά της Ενάγουσας δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του Εναγόμενου κατά την αντεξέτασή του σύμφωνα με τον οποίο όταν εισήλθε εντός της Θέμιδος αυτός οδηγούσε με ταχύτητα 10 χιλιόμετρα την ώρα. Υπό το φως των πιο πάνω ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα δεν είναι αποδεκτός. Το πιο πάνω σημείο, όμως, δεν ικανό να κλονίσει την εν γένει αξιοπιστία της Ενάγουσας και την καλή εντύπωση που αυτή μου έκανε ως μάρτυρας της αλήθειας. Στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα ήταν 65 ετών, ισχυρισμός ο οποίος είναι παραδεκτός με την Υπεράσπιση. Σύμφωνα με το δίκαιο της απόδειξης μαρτυρία η οποία τείνει να αναιρέσει παραδεκτό γεγονός δεν είναι αποδεκτή. Υπό το φως τούτου ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι σήμερα είναι 72 ετών δεν είναι αποδεκτός. Αναφορικά με το πού σταμάτησε ο Εναγόμενος μετά την σύγκρουση η μαρτυρία της Ενάγουσας είναι διφορούμενη. Σύμφωνα με την κατάθεσή της - Τεκμήριο 1 - ο Εναγόμενος σταμάτησε ένα δρόμο πιο κάτω, ενώ σύμφωνα με την διά ζώσης μαρτυρία της «πέρασε προς την άλλη μεριά του δρόμου». Από την πρώτη εκδοχή συνάγεται ότι ο Εναγόμενος βγήκε εκτός της Θέμιδος και στάθμευσε εντός άλλης οδού και είναι στην βάση αυτής της δήλωσης, προφανώς, που και ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας υπέβαλε στον Εναγόμενο κατά την αντεξέταση ανάλογη θέση. Από την δεύτερη συνάγεται ότι ο Εναγόμενος μετά την σύγκρουση ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του εντός της Θέμιδος προς δυτικότερο άκρο της. Από αυτό, προδήλως, που ο Εναγόμενος υπέδειξε με την μαρτυρία του ως διασταύρωση από την οποία, όπως ανέφερε, έστριψε δεξιά και κατευθύνθηκε με βόρεια πορεία εντός άλλης οδού μετακινώντας το όχημά του για διευκόλυνση της κυκλοφορίας από εκεί που το είχε αφήσει μετά την σύγκρουση. Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι η θέση της Ενάγουσας επί του σημείου τούτου δεν είναι διασαφηνισμένη. Πάντως, η εκδοχή που η Ενάγουσα υποστήριξε διά ζώσης συνάδει σε μεγάλο βαθμό με την μαρτυρία του ΜΕ 1, ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος και σύμφωνα με την οποία ο Εναγόμενος μετά την σύγκρουση μετακίνησε το αυτοκίνητό του αρκετά μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης προς τα δυτικά εντός της Θέμιδος. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν διευκρίνισε, όμως, αν ο Εναγόμενος ακινητοποίησε το όχημά του παρά της πιο πάνω αναφερόμενης διασταύρωσης. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ασφαλές να δεχθώ την θέση που η Ενάγουσα πρόβαλε διά ζώσης στην έκταση που αυτή συνάδει με την μαρτυρία του ΜΕ 1, ότι, δηλαδή, ο Εναγόμενος μετά την σύγκρουση ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του προς τα δυτικά εντός της Θέμιδος αρκετά μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης. Δέχομαι, επίσης, ότι ο Εναγόμενος κατευθυνόμενος δυτικά εντός της Θέμιδος δέχθηκε φωνές από παρευρισκόμενους που είδαν την σύγκρουση καλώντας τον να επιστρέψει στην σκηνή του δυστυχήματος. Η Ενάγουσα ήταν σαφής και θετική ως προς τον πιο πάνω ισχυρισμό της. Δεν μπορώ, όμως, να δεχθώ ότι ήταν οι υποδείξεις αυτές που ανάγκασαν τον Εναγόμενο να επιστρέψει στην σκηνή ως η Ενάγουσα ισχυρίσθηκε. Ο πιο πάνω ισχυρισμός της Ενάγουσας μάλλον συνιστά εικασία παρά μαρτυρία γεγονότος. Ο δε Εναγόμενος απορρίπτοντας ανάλογη θέση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση πρόβαλε μια διαφορετική εκδοχή για το πώς έλαβε γνώση για το επίδικο δυστύχημα. Σύμφωνα με αυτόν το επίδικο δυστύχημα του το υπέδειξε η συνεπιβάτιδά του η οποία το αντιλήφθηκε μετά την σύγκρουση και ενώ ο Εναγόμενος οδηγούσε με δυτική πορεία εντός της Θέμιδος απομακρυνόμενος από το σημείο της σύγκρουσης. Επίσης, κάποιοι ισχυρισμοί της Ενάγουσας δεν είναι δικογραφημένοι και για τον λόγο αυτό σύμφωνα με την Νομολογία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και αναπόφευκτα θα αγνοηθούν. Αυτοί είναι οι ακόλουθοι: ότι οι πόνοι που ένιωθε στην μέση το βράδυ της ίδιας ημέρας ήταν έντονοι ή φρικτοί, όπως τους χαρακτήρισε, αφού κανένας χαρακτηρισμός της έντασης του άλγους στην οσφύ δεν δικογραφείται στις Λεπτομέρειες Σωματικών Βλαβών, ότι ο ιατρός Αδάμου χορήγησε στην Ενάγουσα παυσίπονα και ότι της συνέστησε να κάνει φυσιοθεραπεία και, τέλος, ότι η Ενάγουσα έκανε χρήση παυσίπονων για όσο καιρό πονούσε το χέρι της και αισθανόταν πόνους στην μέση της. Αναφορικά με την χορήγηση από τον ιατρό Αδάμου παυσίπονων και χρήση παυσίπονων από την Ενάγουσα κανένας ισχυρισμός δεν δικογραφείται προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Ότι, δηλαδή, προς αντιμετώπιση του άλγους που η Ενάγουσα ένιωθε ο ιατρός Αδάμου χορήγησε σε αυτήν παυσίπονα ή ότι η Ενάγουσα έκανε χρήση παυσίπονων για τον πιο πάνω σκοπό. Ό,τι δε σε σχέση με αναλγητικά δικογραφείται είναι ότι η Ενάγουσα θα πρέπει να λαμβάνει αναλγητικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα στο μέλλον προς αντιμετώπιση μόνιμων κατάλοιπων άλγους και πόνου στην οσφύ στις αλλαγές του καιρού και την ορθοστασία. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η Ενάγουσα κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ιατρικό πιστοποιητικό που εκδόθηκε από τον ιατρό Αντρέα Αδάμου ημερομηνίας 2.5.07 - Τεκμήριο
- Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην κατάθεση του πιο πάνω εγγράφου η Υπεράσπιση είχε ενστεί. Εν τέλει αυτό κατατέθηκε υπό της Ενάγουσας κατόπιν αδείας που δόθηκε με αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.10.
- Το ζητούμενο είναι η βαρύτητα που θα πρέπει να προσδωθεί στο περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου. Σύμφωνα με την τελική αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Υπεράσπισης καμία βαρύτητα δεν θα πρέπει να προσδωθεί στο περιεχόμενο του πιο πάνω τεκμηρίου αφού η Υπεράσπιση στερήθηκε της δυνατότητας να αντεξετάσει τον ιατρό Αδάμου ο οποίος στο μεταξύ απεβίωσε. Στο Τεκμήριο 4 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: η Ενάγουσα υπεβλήθη σε ακτινολογικό έλεγχο από τον ιατρό Αδάμου «αλλοιώσεις εκφυλιστικής οστεοαρθρίτιδας στους οσφυϊκούς σπονδύλους και σπονδυλολίσθηση 04 - 05 έγινε θεραπεία διά καθαρισμού των εκδορών, επίδεσης αριστερού άνω άκρου και αριστερού ποδός και χορήγησης αναλγητικών και αντιφλεγμονωδών φαρμάκων συνεστήθη φυσιοθεραπεία έντονο οίδημα αριστερής αγκώνος έντονο άλγος στην οσφύ οι κινήσεις της οσφύος ήταν εντόνως περιορισμένες και επώδυνες και η Ενάγουσα δυσκολεύετο να περπατήσει η Ενάγουσα υπέφερε από έντονους πόνους τις πρώτες 15 ημέρες με σταδιακή βελτίωση άλγος και αριστερά ισχιαλγία ιδίως όταν η Ενάγουσα κουράζεται δυσκαμψία οσφύος μόνιμα κατάλοιπα άλγους στην οσφύ ιδίως μετά από κούραση. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί βρίσκονται εκτός των δικογραφημένων θέσεων της Ενάγουσας. Για τον λόγο αυτό και μόνο σύμφωνα με την Νομολογία αποκλείονται ως μαρτυρία και δεν θα ληφθούν υπόψη. Διευκρινίζονται, όμως, τα ακόλουθα. Αναφορικά με τα σημεία υπό παράγραφους 5, 6 και 7 ανωτέρω εκτός των δικογράφων δεν είναι ότι υπήρχε οίδημα στην αριστερή αγκώνα, άλγος στην οσφύ και ότι οι κινήσεις της οσφύος ήταν περιορισμένες και επώδυνες. Εκτός των δικογράφων είναι ότι το οίδημα της αριστερής αγκώνος και το άλγος στην οσφύ ήταν έντονα, ότι οι κινήσεις της οσφύος ήταν εντόνως περιορισμένες και επώδυνες και ότι η Ενάγουσα δυσκολεύετο να περπατήσει. Αναφορικά με το σημείο υπό παράγραφο 8 ανωτέρω διευκρινίζεται ότι εκτός των δικογράφων δεν είναι ότι η Ενάγουσα αισθανόταν πόνους ως εκ των τραυματισμών της. Εκτός των δικογράφων είναι οι ισχυρισμοί (α) ότι οι πόνοι ήταν έντονοι και (β) ότι ήταν έντονοι για τις πρώτες 15 ημέρες. Τέλος, αναφορικά με το σημείο υπό παράγραφο 9 ανωτέρω εκτός των δικογράφων δεν είναι ότι υπήρχε άλγος και αριστερή ισχιαλγία. Εκτός των δικογράφων είναι ότι άλγος και αριστερή ισχιαλγία εμφανίζονται ιδιαίτερα όταν η Ενάγουσα κουράζεται. Στο Τεκμήριο 4 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ότι από την ίδια την ημέρα του δυστυχήματος, ήτοι στις 11.12.06, διαγνώσθηκε στην Ενάγουσα, μεταξύ άλλων, αιμάτωμα αριστεράς κνήμης, εκτεταμένο αιμάτωμα αριστερού γλουτού καθώς και εκδορές και αιμάτωμα αριστερού ποδός. Στο Τεκμήριο 3 καμία από τις πιο πάνω κακώσεις δεν αναφέρεται. Δεν μου διαφεύγει, επίσης, ότι σε αυτό αναφέρεται ότι η Ενάγουσα δεν έφερε εξωτερικά τραύματα. Και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι οι εκδορές και τα αιματώματα είναι εξωτερικά τραύματα, επειδή η πιο πάνω δήλωση θα πρέπει εύλογα να εκληφθεί ότι αναφέρεται κατά τον χρόνο εξέτασης της Ενάγουσας στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, κρίνω πως αυτή δεν θα αποτελούσε εμπόδιο ώστε το Δικαστήριο να προβεί σε ανάλογα ευρήματα. Άλλωστε, καμία ιατρική μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την Υπεράσπιση προς την κατεύθυνση ότι οι πιο πάνω κακώσεις θα έπρεπε να είχαν ήδη εκδηλωθεί κατά τον χρόνο εξέτασης της Ενάγουσας στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και ότι για τον λόγο αυτό δεν αναφέρονται στο Τεκμήριο 3 ή ότι αν αυτές δεν είχαν εκδηλωθεί μέχρι τότε δεν θα μπορούσαν να είχαν εκδηλωθεί σε χρόνο μεταγενέστερο. Υπό το φως των πιο πάνω η υπό συζήτηση μαρτυρία δεν τείνει να αναιρέσει τα παραδεκτά γεγονότα του Τεκμηρίου
- Η Ενάγουσα, όμως, κατά την διά ζώσης μαρτυρία της δεν υποστήριξε ότι είχε αιματώματα στην αριστερή κνήμη, τον αριστερό γλουτό και το αριστερό πόδι. Ούτε ότι έφερε εκδορές στο αριστερό πόδι. Δεν θεωρώ ότι η εμφάνιση αιματωμάτων ή εκδορών ήταν κάτι για το οποίο η Ενάγουσα δεν μπορούσε να καταθέσει. Τόσο το αιμάτωμα όσο και η εκδορά είναι εμφανείς τραυματισμοί και μπορεί ο οποιοσδήποτε να τους παρατηρήσει και να αναφέρει την ύπαρξή τους χωρίς την ανάγκη να είναι ιατρός. Στο «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» του Γ. Μπαμπινιώτη, Γ΄ έκδοση, σελίδα 87 αναφέρεται ότι «αιμάτωμα» σημαίνει την συγκέντρωση ποσότητας αίματος σε σημείο του σώματος, κυρίως υποδορίως, η οποία προκαλείται από ρήξη ή διάβρωση αγγείων και εμφανίζεται συνήθως με την μορφή επώδυνης διόγκωσης, χρώματος μπλε, αρχικά, ακολούθως, πρασινωπού και τελικά, κιτρινωπού. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς ότι η Ενάγουσα υπέστη διάστρεμμα αριστερής αγκώνος και διάστρεμμα αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Ό,τι σε σχέση με την αγκώνα και το πόδι της ανέφερε η Ενάγουσα είναι μόνο ότι τραυματίστηκε στα πιο πάνω μέλη του σώματός της. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της δεν υποστήριξε είτε ότι οι κινήσεις της αγκώνος ή του ποδιού ήταν περιορισμένες και επώδυνες, είτε ότι υπήρχε οίδημα και, μάλιστα, έντονο, όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 4, στην αριστερή αγκώνα και οίδημα στην αριστερή ποδοκνημική άρθρωση. Στο «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» του Γ. Μπαμπινιώτη, Γ΄ έκδοση, σελίδα 1239 αναφέρεται ότι «οίδημα» σημαίνει την μη φυσιολογική διόγκωση μέρους του σώματος, το πρήξιμο. Ιατρικά σημαίνει την μη φυσιολογική συγκέντρωση υγρού στους μεσοκυττάριους χώρους του συνδετικού ιστού. Ετυμολογικά σημαίνει «είμαι πρησμένος, φουσκώνω, πρήζομαι». Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως η Ενάγουσα θα μπορούσε να μαρτυρήσει αν κατά πόσο η αριστερή της αγκώνα ή το αριστερό της πόδι είχαν πρήξιμο. Τίποτε, όμως, από τα πιο πάνω δεν υποστήριξε με την μαρτυρία της η Ενάγουσα. Η έλλειψη οποιασδήποτε μαρτυρίας προερχόμενη από την Ενάγουσα που να επιβεβαιώνει τα πιο πάνω ευρήματα του ιατρού Αδάμου, ήτοι αιμάτωμα και, μάλιστα, εκτεταμένο αριστερού γλουτού, αιμάτωμα αριστερής κνήμης, αιμάτωμα και εκδορές αριστερού ποδός, οίδημα στην αριστερή αγκώνα και την αριστερή ποδοκνημική άρθρωση, περιορισμένες και επώδυνες κινήσεις της αριστερής αγκώνος και της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης σε συνδυασμό με το ότι η Υπεράσπιση δεν είχε την δυνατότητα να αντεξετάσει τον ιατρό Αδάμου αποτελούν κατά την άποψή μου ικανοποιητικό λόγο ώστε να μην θεωρώ ασφαλές να αποδεχθώ τις πιο πάνω κακώσεις. Συναφώς για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι η Ενάγουσα υπέστη διάστρεμμα αριστερής αγκώνος και αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης. Αναφέρεται, επίσης, στο Τεκμήριο 4 ότι συνεστήθη στην Ενάγουσα ανάπαυση για 2 μήνες. Αν και η Ενάγουσα κατά την διά ζώσης μαρτυρία της δεν ανέφερε κάτι τέτοιο, στην βάση του ότι συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος αυτή είχε πόνους στην οσφύ και ότι οι πόνοι αυτοί χρειάσθηκαν τρεις μήνες για να υποχωρήσουν δέχομαι ότι η Ενάγουσα ένεκα των τραυματισμών της έχρηζε ανάπαυσης για κάποια περίοδο. Το πιο πάνω συμπέρασμα βρίσκει έρεισμα στην κοινή λογική. Το ότι, όμως, η Ενάγουσα έχρηζε ανάπαυσης για περίοδο δύο μηνών, αυτό δεν μπορώ να το δεχθώ ακόμα και στην βάση της πιο πάνω μαρτυρίας της. Η Ενάγουσα κανένα ισχυρισμό δεν πρόβαλε προς την κατεύθυνση ότι είχε ανάγκη ανάπαυσης για μια τέτοια περίοδο. Ή ότι τα ενοχλήματα την ταλαιπώρησαν ιδιαίτερα τους πρώτους δύο μήνες. Το ότι δε τα ενοχλήματα υποχώρησαν στους τρεις μήνες δεν σημαίνει απαραίτητα και δίχως άλλο ότι η Ενάγουσα έχρηζε ανάπαυσης για τους πρώτους δύο μήνες. Η έλλειψη οποιασδήποτε μαρτυρίας προερχόμενη από την Ενάγουσα που να επιβεβαιώνει τον πιο πάνω ισχυρισμό σε συνδυασμό με το ότι η Υπεράσπιση δεν είχε την δυνατότητα να αντεξετάσει τον ιατρό Αδάμου αποτελούν κατά την κρίση μου ικανοποιητικό λόγο ώστε να μην θεωρώ ασφαλές να τον αποδεχθώ. Στο Τεκμήριο 4 αναφέρεται, επίσης, ότι κατά τον χρόνο σύνταξης του, ήτοι στις 2.5.07, δηλαδή 4 ½ μήνες μετά το επίδικο δυστύχημα, η Ενάγουσα παραπονείτο ακόμα για άλγος οσφύος και αριστερά ισχιαλγία. Επίσης, ότι οι κινήσεις της οσφύος, ιδίως οι ακραίες, ήταν επώδυνες. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί και αποκλείονται εκ προοιμίου αφού δεν συνάδουν με την μαρτυρία της Ενάγουσας, η οποία κρίθηκε αξιόπιστη και σύμφωνα με την οποία όλοι οι πόνοι και τα ενοχλήματα υποχώρησαν σε περίοδο τριών μηνών από την ημέρα του δυστυχήματος. Με την μαρτυρία της Ενάγουσας συνάδει, όμως, ο ισχυρισμός ότι στις 2.5.07 υπήρχε καλή κινητικότητα της αριστερής αγκώνος και της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης. Για τον λόγο αυτό ο ισχυρισμός αυτός είναι αποδεκτός. Επίσης, η Ενάγουσα στην μαρτυρία της δεν υποστήριξε ότι υπέφερε ή ότι εξακολουθεί να υποφέρει από οποιαδήποτε κατάλοιπα ή ότι μέχρι σήμερα εξακολουθεί να ταλαιπωρείται από ενοχλήματα. Για τον ίδιο, λοιπόν, λόγο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η πρόγνωση του ιατρού Αδάμου σύμφωνα με την οποία «τα ενοχλήματα αυτά θα εξακολουθήσουν να ταλαιπωρούν την τραυματία στο μέλλον υπό μορφή εξάρσεων και υφέσεων, ιδίως στις αλλαγές του καιρού και θα λαμβάνει από καιρού εις καιρό αναλγητικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα». Συναφώς η Ενάγουσα δεν ανέφερε ότι μετά την πάροδο των τριών μηνών έλαβε ή ότι εξακολουθεί να λαμβάνει οποιαδήποτε αναλγητικά ή αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Στο Τεκμήριο 4 αναφέρεται, επίσης, ότι στις 11.12.06 οι κινήσεις της οσφύος ήταν περιορισμένες και επώδυνες και ότι η Ενάγουσα παραπονείτο για άλγος στην οσφύ. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί είναι αποδεκτοί αφού και η Ενάγουσα, η οποία κρίθηκε αξιόπιστη, με την μαρτυρία της υποστήριξε τα πιο πάνω. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα κατά την αντεξέταση υποστήριξε ότι οι πόνοι που ένιωθε στην μέση στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού ήταν λίγοι δεν είναι ικανό να κλονίσει την αλήθεια του υπό συζήτηση ισχυρισμού ότι το βράδυ της ίδιας ημέρας αυτοί έγιναν εντονότεροι. Άλλωστε, καμία ιατρική μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε από την Υπεράσπιση προς την κατεύθυνση ότι κάτι τέτοιο δεν δικαιολογείται ιατρικά. Συν τοις άλλοις, η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τον πιο πάνω ισχυρισμό της μάρτυρος. Αναφορικά με τον τραυματισμό στην οσφύ στο Τεκμήριο 4 αναφέρεται ότι η Ενάγουσα υπέστη σοβαρό διάστρεμμα οσφυικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Το ερώτημα είναι αν ο πιο πάνω ισχυρισμός μπορεί να γίνει αποδεκτός εν' όψει του ότι η Υπεράσπιση δεν είχε την δυνατότητα να αντεξετάσει τον συντάξαντα του Τεκμηρίου
- Σύμφωνα με τον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ' ακοής. Η βαρύτητα, όμως, που θα προσδοθεί σε εξ' ακοής μαρτυρία επαφίεται στο Δικαστήριο το οποίο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία (βλ. άρθρο 27
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε). Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 27 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση εξ' ακοής μαρτυρίας δύναται να λάβει υπόψη σειρά παραγόντων, μεταξύ άλλων, και κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος που προσήγαγε την εξ' ακοής μαρτυρία να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στην διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση (παράγραφος α). Σύμφωνα με το εδάφιο
(3)του άρθρου 27 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί από το Δικαστήριο σε εξ' ακοής μαρτυρία λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Σημειώνεται ότι αρχική δήλωση σημαίνει, μεταξύ άλλων, την δήλωση του προσώπου που έχει εκφράσει γνώμη ως ειδήμων όταν η δήλωση περιέχει γνώμη και εξ' ακοής μαρτυρία την δήλωση που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει σε πολιτική ή ποινική διαδικασία και η οποία προσάγεται ως μαρτυρία για την απόδειξη των όσων σε αυτήν αναφέρονται (άρθρο 23 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε). Αναμφίβολα η πλευρά της Ενάγουσας δεν είχε την δυνατότητα να κλητεύσει τον ιατρό Αδάμου ο οποίος συνέταξε το Τεκμήριο 4. Η κλήτευση του εν λόγω ιατρού δεν ήταν μόνο ανέφικτη αλλά και αδύνατη στην υπό εξέταση περίπτωση μιας και ο εν λόγω ιατρός στο μεταξύ απεβίωσε. Αυτό, όμως, δεν αποτελεί λόγο που από μόνος του θα δικαιολογούσε άνευ ετέρου την αποδοχή του υπό συζήτηση ισχυρισμού και δεν θεωρώ ότι αυτό είναι το πνεύμα του Νόμου, δηλαδή, ότι επειδή δεν είναι εφικτό να κλητευθεί ο συντάξας ενός εγγράφου είτε γιατί αυτός απεβίωσε ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο αυτόματα το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί το περιεχόμενο ενός τέτοιου εγγράφου. Η μη δυνατότητα κλήτευσης ενός μάρτυρα είναι μια παράμετρος που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση εξ' ακοής μαρτυρίας. Δεν είναι, όμως, η μοναδική. Το Δικαστήριο δε θα προβεί σε αποδοχή της μόνο όταν κρίνει ασφαλές να την αποδεχθεί. Πότε είναι ασφαλής η αποδοχή εξ' ακοής μαρτυρίας εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων σύμφωνα και με το άρθρο 27
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, που πιο πάνω αναφέρθηκε. Θεωρώ ότι το κρίσιμο στην υπόθεση σημείο είναι ότι η πλευρά της Ενάγουσας δεν παρουσίασε οποιαδήποτε άλλη ιατρική μαρτυρία που να επιβεβαιώνει το υπό συζήτηση ιατρικό εύρημα. Ότι, δηλαδή, από το επίδικο δυστύχημα η Ενάγουσα υπέστη διάστρεμμα της οσφυικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και, μάλιστα, σοβαρό. Βεβαίως, όταν λέω ιατρική μαρτυρία δεν εννοώ μαρτυρία ιατρού που εξέτασε την Ενάγουσα μετά το επίδικο δυστύχημα, αφού τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει. Ο ιατρός Αδάμου ήταν, όπως από την μαρτυρία της Ενάγουσας ευκρινώς προκύπτει, ο μοναδικός ιατρός στον οποίο η Ενάγουσα προσέτρεξε για σκοπούς διάγνωσης και θεραπείας. Θεωρώ, όμως, ότι η Ενάγουσα θα μπορούσε και λογικό θα ήταν υπό τις περιστάσεις να καλέσει κάποιο άλλο ειδικό ορθοπεδικό με σκοπό στην βάση της μαρτυρίας της Ενάγουσας να βεβαιώσει ή να υποστηρίξει το υπό συζήτηση εύρημα του ιατρού Αδάμου. Τέτοια μαρτυρία, όμως, ελλείπει στην υπό εξέταση περίπτωση. Συναφώς δικαίως μπορεί να λεχθεί ότι η Ενάγουσα δεν προσκόμισε την καλύτερη δυνατή ιατρική μαρτυρία. Υπό το φως τούτου και εν' όψει του ότι η Υπεράσπιση στερήθηκε της δυνατότητας να αντεξετάσει τον ιατρό Αδάμου δεν θεωρώ ασφαλές να αποδεχθώ τον πιο πάνω ισχυρισμό. Κατά την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Υπεράσπισης υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 καθότι η Υπεράσπιση δεν κλήτευσε τον ιατρό Ηλία Γεωργίου ο οποίος, σύμφωνα με την Ενάγουσα, εξέτασε την Ενάγουσα εκ μέρους της Ασφάλειας του Εναγόμενου. Θα διαφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας. Κατ' αρχή, το γεγονός ότι η πλευρά της Υπεράσπισης δεν κλήτευσε τον ιατρό που εξέτασε την Ενάγουσα εκ μέρους της Ασφάλειας του Εναγόμενου δεν σημαίνει απαραίτητα και δίχως άλλο ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 είναι αποδεκτό από την Υπεράσπιση. Έπειτα, το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους της Ενάγουσας να αποδείξει την υπόθεσή της. Στο Τεκμήριο 4 αναφέρεται, επίσης, ότι στην εμφάνιση ενοχλημάτων άλγους στην οσφύ συνέτεινε η ύπαρξη παλαιάς σπονδυλοαρθροπάθειας και σπονδυλολίσθησης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι και αν ακόμη αποδεχόμουν τον πιο πάνω ισχυρισμό αυτός δεν θα προσμετρούσε προς επαύξηση των αποζημιώσεων. Στην βάση δε του δόγματος ότι ο αδικοπραγών πρέπει να παίρνει το θύμα του όπως το βρίσκει (the tortfeasor must take his victim as he finds him) μη αποδοχή του πιο πάνω ισχυρισμού δεν ευνοεί, από την άλλη, τον Εναγόμενο. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω σκόπιμο να μην αποδεχθώ τον υπό συζήτηση ισχυρισμό. Τέλος, στο Τεκμήριο 4 αναφέρονται, ακόμη, τα ακόλουθα: (α) ότι η Ενάγουσα ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα στις 11.12.
- Συγκεκριμένα, κτυπήθηκε ενώ ήταν πεζή από διερχόμενο αυτοκίνητο, (β) η Ενάγουσα μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Λεμεσού όπου της παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και απελύθη και (γ) ότι την ίδια ημέρα επισκέφθηκε το ιατρείο του ιατρού Ανδρέα Αδάμου. Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό σημειώνεται ότι είναι γεγονός παραδεκτό με την Υπεράσπιση ότι στις 11.12.06 επισυνέβη τροχαίο ατύχημα μεταξύ της Ενάγουσας και του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής KHZ
- Επίσης, με την μαρτυρία της, η οποία έγινε αποδεκτή, η Ενάγουσα επιβεβαίωσε ότι αυτή κτυπήθηκε από το όχημα του Εναγόμενου ενώ διασταύρωνε την Θέμιδος πεζή. Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό αυτός αποτελεί παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων γεγονός. Αναφορικά με τον τρίτο ισχυρισμό, αυτός επιβεβαιώθηκε από την Ενάγουσα με την διά ζώσης μαρτυρία της. Είναι, επομένως, οι πιο πάνω ισχυρισμοί αποδεκτοί. Από το Τεκμήριο 4 δέχομαι, επίσης, ότι τα έξοδα του ιατρού Αδάμου ανέρχονται στο ποσό που αναφέρεται στο εν λόγω τεκμήριο, ήτοι στο ποσό των Λ.Κ.180,00 σεντ, αφού και η Ενάγουσα με την μαρτυρία της υποστήριξε τον ισχυρισμό αυτό. Δέχομαι, επίσης, ότι το Τεκμήριο 4 εκδόθηκε την ημερομηνία που σε αυτό αναγράφεται, ήτοι στις 2.5.
- Εκτός από τα σημεία εκείνα του Τεκμηρίου 4 που είναι αποδεκτά και που πιο πάνω αναφέρθηκαν το υπόλοιπο μέρος του Τεκμηρίου 4 δεν είναι αποδεκτό. Υπό το φως όλων των πιο πάνω εκτός από τα σημεία εκείνα της μαρτυρίας της Ενάγουσας που πιο πάνω αναφέρθηκαν και δεν κρίθηκαν αποδεκτά όλη η υπόλοιπη μαρτυρία της είναι αποδεκτή. Τρίτος μάρτυρας για την Ενάγουσα κατέθεσε ο Νίκος Μαρκουλής. Είναι απόφοιτος του Chelsea College of Aeronautical and Automobile Engineering και ασκεί το επάγγελμα του εκτιμητή αυτοκινήτων για 40 χρόνια. Κατόπιν οδηγιών του δικηγόρου της Ενάγουσας ο μάρτυρας στις 5.10.11 επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος, έλαβε μετρήσεις και έβγαλε φωτογραφίες. Οι πιο πάνω ενέργειές του αποσκοπούσαν στο να διαμορφώσει εικόνα ως προς το θέμα της ορατότητας. Ο μάρτυρας γνωρίζει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 αφού αυτό του παραδόθηκε από τον δικηγόρο του Ενάγοντα με την ανάθεση της πιο πάνω εργασίας. Ο μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο 7 φωτογραφίες τις οποίες αποτύπωσε σε δύο φύλλα χαρτί, τα οποία κατατέθηκαν υπό του μάρτυρος ως δέσμη εγγράφων, και η οποία σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Οι φωτογραφίες 1-4 δείχνουν την Ενάγουσα και το σημείο στο οποίο αυτή βρισκόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο αμέσως πριν αρχίσει να διασταυρώνει την Θέμιδος. Προδήλως, ο μάρτυρας ζήτησε από την Ενάγουσα να φωτογραφηθεί ώστε αυτή με τον τρόπο αυτό να υποδείξει το σημείο στο οποίο στεκόταν πριν αρχίσει να διασταυρώνει την Θέμιδος. Οι πιο πάνω φωτογραφίες καταδεικνύουν ότι η Ενάγουσα φωτογραφήθηκε καθ' υπόδειξη του μάρτυρα υποδεικνύοντας, έτσι, στον μάρτυρα το πιο πάνω σημείο. Στο πιο πάνω, όμως, σημείο, το οποίο ο μάρτυρας ονόμασε σημείο Β και που από τώρα και στο εξής έτσι θα αναφέρεται, ο μάρτυρας κατέληξε και με βάση τις μετρήσεις που φαίνονται στο Τεκμήριο
- Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας βρήκε το σταθερό σημείο Ο έχοντας ως βάση τον ηλεκτρικό πάσσαλο που βρίσκεται στο νότιο πεζοδρόμιο της Θέμιδος. Το σημείο Ο βρίσκεται στο βόρειο πεζοδρόμιο της Θέμιδος ακριβώς απέναντι από τον πιο πάνω ηλεκτρικό πάσσαλο και κάθετα προς το εν λόγω πεζοδρόμιο. Με βάση το σημείο Ο, την απόσταση των 80 εκατοστών μεταξύ του σημείου σύγκρουσης και του βόρειου πεζοδρομίου της Θέμιδος και την απόσταση των 4 μέτρων από το σημείο Ο μέχρι το σημείο που η κάθετος που ξεκινά από το σημείο Χ συναντά την βασική οριζόντια γραμμή μέτρησης του ΜΕ 1, ο μάρτυρας εντόπισε το σημείο της σύγκρουσης. Ακολούθως, βρήκε το σημείο από το οποίο η Ενάγουσα άρχισε να διασταυρώνει την Θέμιδος χρησιμοποιώντας την νοητή κάθετη γραμμή η οποία ξεκινά από το σημείο σύγκρουσης και καταλήγει στο δυτικό πεζοδρόμιο. Οι φωτογραφίες 6 και 7 λήφθηκαν από το σημείο Β, ενώ η φωτογραφία 5 από σημείο δεξιότερα του σημείου Β. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν ο μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του ήταν σαφής και θετική και περιορίσθηκε στις ενέργειες στις οποίες αυτός προέβη κατά την εκτέλεση των οδηγιών που του ανατέθηκαν. Μέσα δε από τις απαντήσεις του δεν διέκρινα οποιαδήποτε διάθεση ή τάση από μέρους του να αποκρύψει την αλήθεια ή να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή να δώσει μαρτυρία που να ευνοεί την Ενάγουσα εις βάρος της αλήθειας. Επίσης, μέσα από την μαρτυρία του ο μάρτυρας με έπεισε ότι είχε την ικανότητα να προβεί στις μετρήσεις στις οποίες προέβη και ανέφερε στο Δικαστήριο και ότι οι μετρήσεις του αυτές είναι ορθές. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την μαρτυρία του μάρτυρα. Συναφώς δεν αμφισβητήθηκαν η ποιότητα της διερεύνησης ή η αλήθεια ή η ακρίβεια των μετρήσεων του μάρτυρα ή η ικανότητα του μάρτυρα να προβεί σε μετρήσεις. Οι ερωτήσεις δε που τέθηκαν σε αυτόν κατά την αντεξέταση ήταν κυρίως διευκρινιστικού χαρακτήρα. Συνακόλουθα αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητά της. Ο Εναγόμενος κατά την μαρτυρία του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι αφότου εκκίνησε από τα φώτα τροχαίας που υπήρχαν στην διασταύρωση της Ανεξαρτησίας με την οδό Αθηνών μέχρι να φθάσει στην συμβολή της Ανεξαρτησίας με την Θέμιδος οδηγούσε με 30 χιλιόμετρα την ώρα, ότι όταν έστριβε για να εισέλθει εντός της Θέμιδος είχε ελαττώσει την ταχύτητά του οδηγώντας με 10 χιλιόμετρα την ώρα και ότι η σύγκρουση έγινε με το δεξί μπροστινό καθρεφτάκι του οδηγού του αυτοκινήτου του. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Εναγόμενου δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Ενάγουσας και είναι αποδεκτοί. Από την μαρτυρία του Εναγόμενου αμφισβητήθηκαν μόνο τα ακόλουθα: ο ισχυρισμός του ότι ενώ διαπραγματευόταν την στροφή στερείτο ορατότητας προς την Ενάγουσα. Συναφώς του υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας ότι είχε ορατότητα προς την Ενάγουσα και, μάλιστα, από απόσταση, τουλάχιστον, 16,50 μέτρων πριν το σημείο της σύγκρουσης. Του υπεβλήθη, επίσης, ότι ήταν απρόσεκτος, ότι δεν έβλεπε μπροστά του την ώρα που έστριβε εντός της Θέμιδος και ότι θα μπορούσε να είχε δει την Ενάγουσα πριν το σημείο της σύγκρουσης. Ο Εναγόμενος δεν δέχθηκε καμία από τις πιο πάνω υποβολές. Θέση του δε, μεταξύ άλλων, ήταν ότι αν έβλεπε την Ενάγουσα από απόσταση 16,50 μέτρων πριν το σημείο της σύγκρουσης θα μπορούσε να την αποφύγει ο ισχυρισμός του ότι μετά την σύγκρουση ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του εντός της Θέμιδος σε απόσταση 10 μόνο μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας υπέβαλε στον μάρτυρα ότι ο Εναγόμενος ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του σε παρακείμενο δρόμο, στην θέση που ο Εναγόμενος ανέφερε ότι το είχε σταθμεύσει αφότου το μετακίνησε από την Θέμιδος εντός της οποίας πρώτα το είχε ακινητοποιήσει σε απόσταση 10 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης ο ισχυρισμός του ότι η συνεπιβάτιδά του δεν είχε δει την Ενάγουσα την στιγμή της σύγκρουσης. Ο Εναγόμενος δεν κατέθεσε την αλήθεια στο Δικαστήριο αναφορικά με την ουσιώδη πτυχή της υπόθεσης και που δεν είναι άλλη από το θέμα της ορατότητας. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε δει την Ενάγουσα κατά την στιγμή της σύγκρουσης, αλλά δικαιολόγησε τον εαυτό του γι' αυτό υποστηρίζοντας ότι δεν είχε ορατότητα προς την Ενάγουσα ενώ έστριβε για να εισέλθει εντός της Θέμιδος. Σύμφωνα με τον ίδιο η ορατότητά του εμποδιζόταν από κατάστημα που υπήρχε πάνω στην γωνία μεταξύ της Ανεξαρτησίας και της Θέμιδος στα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του. Ο Εναγόμενος παρουσίασε τα πράγματα ως εάν το αμέσως επόμενο βήμα μετά που αυτός έστριψε για να εισέλθει εντός της Θέμιδος ήταν η Ενάγουσα και ότι η σύγκρουση μαζί της ήταν αναπόφευκτη. Η πραγματική, όμως, μαρτυρία διαψεύδει παντελώς την θέση του. Από το Τεκμήριο 2 και την μαρτυρία του αστυνομικού εξεταστή, ΜΕ 1, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος είχε ορατότητα προς την Ενάγουσα ενόσω αυτή διασταύρωνε την Θέμιδος. Σύμφωνα με τον ΜΕ 1 τα οχήματα που οδηγούνται επί της Ανεξαρτησίας με κατεύθυνση την κατεύθυνση που οδηγείτο το αυτοκίνητο του Εναγόμενου έχουν ορατότητα προς το σημείο της σύγκρουσης από την νοητή κάθετη γραμμή η οποία αρχίζει από την μέτρηση 2,6 και καταλήγει στην μέτρηση 7,
- Ορατότητα προς το σημείο της σύγκρουσης υπάρχει από οποιοδήποτε σημείο της εν λόγω καθέτου, ακόμα και από το βορειότερο της σημείο, ήτοι την μέτρηση 2,
- Η πιο πάνω μαρτυρία, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση και έγινε αποδεκτή, διαψεύδει την μαρτυρία του Εναγόμενου ότι την στιγμή που αυτός έστριβε για να εισέλθει εντός της Θέμιδος η ορατότητά του εμποδιζόταν από το κατάστημα που βρίσκεται στην γωνία των οδών Θέμιδος και Ανεξαρτησίας. Αν δε ο Εναγόμενος είχε ορατότητα προς το σημείο της σύγκρουσης ακολουθεί ότι αυτός είχε ορατότητα από την πιο πάνω κάθετο προς όλη την διαδρομή που η Ενάγουσα ακολούθησε από το σημείο που αυτή κατέβηκε από το δυτικό πεζοδρόμιο και άρχισε να διασταυρώνει μέχρι το σημείο της σύγκρουσης. Επομένως, ο πιο πάνω ισχυρισμός του δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Θα ήθελα, επίσης, να σχολιάσω και τον εξής ισχυρισμό του. Κατά την αντεξέταση ο Εναγόμενος υποστήριξε ότι ένα δευτερόλεπτο πριν την σύγκρουση η Ενάγουσα θα βρισκόταν στο μέσο του δρόμου. Και ότι θα μπορούσε να την δει στο μέσο του δρόμου από απόσταση 10 με 12 μέτρων μακρυά της και έτσι να μην συγκρουσθεί μαζί της. Μα αν ένα δευτερόλεπτο πριν την σύγκρουση η Ενάγουσα βρισκόταν στο μέσο του δρόμου και ο Εναγόμενος είχε ορατότητα προς αυτήν από απόσταση 10 με 12 μέτρων μακρυά της πώς μπορεί να ευσταθεί η θέση του ότι δεν μπορούσε να δει την Ενάγουσα στο σημείο της σύγκρουσης γιατί η ορατότητα του προς αυτήν εμποδιζόταν από το γωνιακό κατάστημα; Με δεδομένη, μάλιστα, και την πολύ μικρή ταχύτητα των 10 χιλιομέτρων με την οποία διαπραγματεύθηκε την στροφή σύμφωνα με την μαρτυρία του είναι αδύνατο ο Εναγόμενος ένα δευτερόλεπτο πριν την σύγκρουση να βρισκόταν σε απόσταση μεγαλύτερη από 10 με 12 μέτρα από την Ενάγουσα. Ο ίδιος δε κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι ένα δευτερόλεπτο πριν την σύγκρουση θα βρισκόταν 4 με 5 μέτρα πίσω από την Ενάγουσα. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι μετά την σύγκρουση ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του σε απόσταση μόνο 10 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Όπως και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ενάγουσας αναφέρθηκε η μαρτυρία της Ενάγουσας επί του προκειμένου δεν ήταν διασαφηνισμένη. Επί του προκειμένου αποδεκτή έγινε η μαρτυρία του ΜΕ 1 σύμφωνα με την οποία ο Εναγόμενος είχε μετακινήσει το αυτοκίνητό του «προς την δυτική πλευρά της Θέμιδος» «αρκετά μέτρα από τον τόπο του δυστυχήματος». Αν το αυτοκίνητο του Εναγόμενου ακινητοποιείτο σε απόσταση μόνο 10 μέτρων, 2 με 3 καταστήματα, όπως ενδεικτικά ανέφερε στην μαρτυρία του, από το σημείο της σύγκρουσης, φρονώ πως ο ΜΕ 1 δεν θα ανέφερε ότι το αυτοκίνητο του Εναγόμενου βρισκόταν αρκετά μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης και προς την δυτική πλευρά της Θέμιδος. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι ο Εναγόμενος μετά την σύγκρουση σταμάτησε σε απόσταση μόνο 10 μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης. Δέχομαι, όμως, ότι ο Εναγόμενος μετά την σύγκρουση προχώρησε ευθεία εντός της Θέμιδος και ότι ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του εντός της εν λόγω οδού σε αντίθεση με την θέση που υποβλήθηκε στον Εναγόμενο από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας σύμφωνα με την οποία ο Εναγόμενος ουδέποτε ακινητοποίησε το όχημά του εντός της Θέμιδος αλλά μετά την σύγκρουση το είχε ακινητοποιήσει σε άλλο παρακείμενο δρόμο. Με την εκδοχή του Εναγόμενου επί του προκειμένου συνάδει και η μαρτυρία του ΜΕ 1 σύμφωνα με την οποία, όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε, ο Εναγόμενος μετακίνησε το αυτοκίνητό του προς την δυτική πλευρά της Θέμιδος. Προδήλως, ο αστυνομικός εξεταστής προέβη στην πιο πάνω δήλωση γιατί είχε δει το όχημα του Εναγόμενου στο μέρος που ανέφερε όταν αυτός έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος. Διαφορετικά δεν θα υποστήριζε ότι το αυτοκίνητο του Εναγόμενου βρισκόταν στην δυτική πλευρά της Θέμιδος, ήτοι εντός της ίδιας οδού εντός της οποίας βρισκόταν και ο ίδιος διερευνώντας το επίδικο τροχαίο δυστύχημα. Αν ο Εναγόμενος είχε εξ' αρχής ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό του εντός άλλης οδού, όπως ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας υπέβαλε στον Εναγόμενο, από την δυτική διασταύρωση της Θέμιδος δεξιά με βόρεια πορεία και, επομένως, σε μέρος που δεν ήταν ορατό για τον ΜΕ 1, ο τελευταίος δεν θα υποστήριζε ότι το αυτοκίνητο του Εναγόμενου βρισκόταν στην δυτική πλευρά της Θέμιδος, ήτοι σε μέρος με το οποίο ο ΜΕ 1 είχε οπτική επαφή. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι είχε πει στην Ενάγουσα στην σκηνή του δυστυχήματος ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης δεν την είχε δει ούτε η συνεπιβάτιδά του έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Η Ενάγουσα ήταν σαφής στην μαρτυρία της ότι της είχε λεχθεί από τον Εναγόμενο όταν αυτός επέστρεψε στην σκηνή του δυστυχήματος ότι ο ίδιος δεν την είχε δει ή αντιληφθεί κατά την στιγμή της σύγκρουσης αλλά την είχε αντιληφθεί η συνεπιβάτιδά του. Ο Εναγόμενος δεν με έπεισε ότι είπε την αλήθεια ούτε σε σχέση με αυτό το σημείο. Εν' όψει της γενικότερης στάσης του όσον αφορά το θέμα της ορατότητας στο οποίο όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε κρίθηκε μη ειλικρινής θεωρώ ανασφαλές να δεχθώ τον πιο πάνω ισχυρισμό. Θεωρώ δε ότι ήταν και εκ του πονηρού που τον πρόβαλε. Προδήλως, το έκανε για να καταδείξει ότι ούτε η συνεπιβάτιδά του είχε ορατότητα προς την Ενάγουσα κατά την στιγμή της σύγκρουσης και με τον τρόπο αυτό να ενισχύσει περαιτέρω την θέση του. Εν' όψει δε και της καλής εντύπωσης που μου έκανε η Ενάγουσα ως μάρτυρας της αλήθειας ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι αυτός είπε στην Ενάγουσα ότι ούτε και η συνεπιβάτιδά του την είχε αντιληφθεί κατά την στιγμή της σύγκρουσης δεν είναι αποδεκτός. Για τον ίδιο λόγο ούτε και ο ισχυρισμός του ότι η συνεπιβάτιδά του δεν είχε αντιληφθεί ή δει την Ενάγουσα κατά την στιγμή της σύγκρουσης είναι αποδεκτός. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί ότι η συνεπιβάτιδά του είχε όντως δει την Ενάγουσα κατά την στιγμή της σύγκρουσης. Από την μαρτυρία που αποδέχτηκα δεν μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια σε ένα τέτοιο εύρημα. Το ότι σύμφωνα με την Ενάγουσα ο Εναγόμενος είχε αναφέρει στην Ενάγουσα στην σκηνή του δυστυχήματος ότι η συνεπιβάτιδά του την είχε δει κατά την στιγμή της σύγκρουσης αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκή μαρτυρία για να καταλήξει το Δικαστήριο σε ανάλογο εύρημα. Συναφώς η Ενάγουσα δεν ανέφερε να της είχε λεχθεί οτιδήποτε από την ίδια την συνεπιβάτιδα του Εναγόμενου, ούτε και η τελευταία κλήθηκε για να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέλος, ο Εναγόμενος πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του και επέστρεψε στην σκηνή του δυστυχήματος αφότου η συνεπιβάτιδά του που έτυχε να γυρίσει πίσω και να δει την Ενάγουσα πεσμένη στο έδαφος του είπε ότι είχε συγκρουσθεί με την Ενάγουσα. Κανείς δεν του φώναξε ότι είχε κτυπήσει την Ενάγουσα και έπρεπε να γυρίσει πίσω ή ότι επέστρεψε στην σκηνή του δυστυχήματος γιατί κάποιοι παρευρισκόμενοι του υπέδειξαν να γυρίσει πίσω. Δεν δέχομαι τον τελευταίο ισχυρισμό, ότι, δηλαδή, ο Εναγόμενος δεν είχε δεχθεί φωνές από παρευρισκόμενους να γυρίσει πίσω. Επί του προκειμένου έγινε αποδεκτή, όπως και ενωρίτερα είδαμε, η μαρτυρία της Ενάγουσας, η οποία ούτε και σε αυτό το σημείο αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Επομένως, ούτε αυτός ο ισχυρισμός του Εναγόμενου μπορεί να γίνει αποδεκτός. Δέχομαι, όμως, τον ισχυρισμό του ότι η συνεπιβάτιδά του αντιλήφθηκε την Ενάγουσα πεσμένη στο έδαφος και ότι του υπέδειξε ότι είχε συγκρουσθεί με αυτήν. Εκτός από τα σημεία της μαρτυρίας του Εναγόμενου που δεν αποδέχθηκα όλη η υπόλοιπη του μαρτυρία είναι αποδεκτή. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 11.12.06 γύρω στο μεσημέρι η Ενάγουσα περπατούσε στην οδό Ανεξαρτησίας στην Λεμεσό με βόρεια κατεύθυνση. Φθάνοντας στην συμβολή της πιο πάνω οδού με την οδό Θέμιδος σταμάτησε στο βόρειο μέρος του δυτικού πεζοδρομίου της Ανεξαρτησίας, από τώρα και στο εξής «το δυτικό πεζοδρόμιο». Αφού έλεγξε τον δρόμο κοιτάζοντας πρώτα δεξιά και ακολούθως αριστερά άρχισε να διασταυρώνει την Θέμιδος από το βόρειο μέρος του δυτικού πεζοδρομίου με κατεύθυνση βόρεια και βλέποντας ευθεία μπροστά της. Αφού σχεδόν διασταύρωσε την Θέμιδος και της έμεναν μόνο 80 εκατοστά για να ανέβει στο βόρειο πεζοδρόμιο της Θέμιδος ο Εναγόμενος, ο οποίος οδηγούσε ένα μεγάλο και ψηλό εμπορικό βαν με αριθμούς εγγραφής ΚΗΖ 208 στην δεξιά πλευρά της Ανεξαρτησίας σύμφωνα με την πορεία του, εισερχόμενος εντός της Θέμιδος συγκρούσθηκε μαζί της με το δεξί μπροστινό καθρεφτάκι του οδηγού του αυτοκινήτου του με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να πέσει στο έδαφος. Ο Εναγόμενος ενώ διαπραγματεύετο την στροφή και εισερχόμενος εντός αυτής οδηγούσε με ταχύτητα 10 χιλιόμετρα την ώρα. Επειδή ο Εναγόμενος δεν είχε δει ή αντιληφθεί την Ενάγουσα κατά την στιγμή της σύγκρουσης αυτός συνέχισε την πορεία του ευθεία επί της Θέμιδος με δυτική κατεύθυνση. Κάποιοι παρευρισκόμενοι που είδαν την σύγκρουση του φώναζαν ότι είχε κτυπήσει την Ενάγουσα και του έλεγαν να σταματήσει. Η συνεπιβάτιδά του, η οποία αντιλήφθηκε την Ενάγουσα πεσμένη στο έδαφος, υπέδειξε στον Εναγόμενο το συμβάν. Ο Εναγόμενος αφού ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του εντός της Θέμιδος αρκετά μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης, ακολούθως, επέστρεψε στην σκηνή του δυστυχήματος. Η Ενάγουσα δεν είχε αντιληφθεί το αυτοκίνητο του Εναγόμενου πριν την σύγκρουση. Το αντιλήφθηκε για πρώτη φορά όταν αυτό την κτύπησε. Την διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος ανέλαβε ο ΜΕ
- Ο εν λόγω μάρτυρας ετοίμασε στην σκηνή πρόχειρο σχεδιάγραμμα και στην βάση αυτού σε μεταγενέστερο χρόνο συμμετρικό σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2). Η Θέμιδος είναι οριζόντιος δρόμος και η Ανεξαρτησίας την τέμνει κάθετα, ενώ μετά την συμβολή των δύο πιο πάνω οδών η Ανεξαρτησίας συνεχίζει με νότια κατεύθυνση. Πριν την Θέμιδος η Ανεξαρτησίας έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Ακολούθως, ο δρόμος στενεύει σε ευθεία πορεία και γίνεται μια λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Νότο. Το δυτικό πεζοδρόμιο βρίσκεται στην δυτική πλευρά της Ανεξαρτησίας αμέσως μετά την συμβολή της με την Θέμιδος με κατεύθυνση νότια. Το πεζοδρόμιο αυτό ενώνεται με το νότιο πεζοδρόμιο της Θέμιδος σχηματίζοντας καμπύλη γραμμή. Το βόρειο μέρος του δυτικού πεζοδρομίου, από το οποίο η Ενάγουσα κατέβηκε για να διασταυρώσει την Θέμιδος, εφάπτεται της Θέμιδος και μέρους της συμβολής της με την Ανεξαρτησίας, ενώ η ανατολική του πλευρά της δυτικής πλευράς της Ανεξαρτησίας μετά την συμβολή της με την Θέμιδος με νότια κατεύθυνση. Η προαναφερόμενη καμπύλη γραμμή αρχίζει από το σημείο που αυτή συναντά την δυτική πλευρά της Ανεξαρτησίας μετά την συμβολή της με την Θέμιδος με κατεύθυνση προς Νότο και που ο ΜΕ 1 σημείωσε επί του Τεκμηρίου 2 με την μέτρηση «11,8» και τελειώνει στον ηλεκτρικό πάσσαλο που βρίσκεται στο τέλος του νότιου πεζοδρομίου της Θέμιδος με κατεύθυνση την Ανεξαρτησίας και που ο ΜΕ 1 σημείωσε επί του Τεκμηρίου 2 με την μέτρηση «3,7». Ως βασική γραμμή μέτρησης ο ΜΕ 1 χρησιμοποίησε νοητή οριζόντια γραμμή που αρχίζει από το σημείο Ο και κατευθύνεται ανατολικά. Το σημείο Ο βρίσκεται ακριβώς απέναντι από τον ηλεκτρικό πάσσαλο και κάθετα επί του βόρειου πεζοδρομίου της Θέμιδος. 3,7 είναι το πλάτος της Θέμιδος σε μέτρα καθώς και το μήκος της καθέτου από το σημείο Ο μέχρι τον ηλεκτρικό πάσσαλο. 11,8 είναι το μήκος της καθέτου σε μέτρα από το σημείο που η προαναφερόμενη καμπύλη γραμμή τέμνει την δυτική πλευρά της Ανεξαρτησίας μετά την συμβολή της με την Θέμιδος με νότια κατεύθυνση μέχρι το σημείο που η εν λόγω κάθετος τέμνει την νοητή οριζόντια βασική γραμμή μέτρησης του ΜΕ
- Η απόσταση μεταξύ του σημείου της σύγκρουσης και του βόρειου πεζοδρομίου της Θέμιδος είναι 80 εκατοστά. Το σημείο στο οποίο η νοητή κάθετος, που ξεκινά από το σημείο σύγκρουσης, τέμνει την βασική γραμμή μέτρησης του ΜΕ 1 απέχει από το σημείο Ο 4 μέτρα. Επίσης, η Θέμιδος είναι μονόδρομος με κατεύθυνση από δυτικά προς ανατολικά. Το δυτικό πεζοδρόμιο της Ανεξαρτησίας πριν την συμβολή της με την Θέμιδος σύμφωνα με την κατεύθυνση που οδηγείτο το αυτοκίνητο του Εναγόμενου ενώνεται με το βόρειο πεζοδρόμιο της Θέμιδος σχηματίζοντας γωνία. Η γωνία αυτή σταματά, οπότε και το βόρειο πεζοδρόμιο της Θέμιδος αρχίζει να ευθυγραμμίζει εντός της Θέμιδος από το σημείο που υποδηλώνεται με την μέτρηση 4,
- Η τελευταία μέτρηση είναι η απόσταση σε μέτρα μεταξύ του πιο πάνω σημείου και του σημείου Ο. Επίσης, η απόσταση από το πιο πάνω σημείο μέχρι το σημείο σύγκρουσης είναι 60 εκατοστά. Η απόσταση μεταξύ της μέτρησης 7,6 και του σημείου σύγκρουσης είναι 3,60 μέτρα. Ορατότητα προς την Ανεξαρτησίας υπάρχει από κάθε σημείο της προαναφερόμενης καμπύλης γραμμής που αρχίζει από την μέτρηση 3,7 και τελειώνει στην μέτρηση 11,
- Μεταξύ, όμως, των δύο πιο πάνω μετρήσεων η ορατότητα προς της Ανεξαρτησίας μεταβάλλεται, μειώνεται δε όσο κάποιος προχωρεί προς το σημείο 3,7 λόγω των καταστημάτων που υπάρχουν επί της δυτικής πλευράς της Ανεξαρτησίας. Από το σημείο που η νοητή κάθετη γραμμή, η οποία ξεκινά από το σημείο σύγκρουσης (Χ), τέμνει την καμπύλη γραμμή η ορατότητα προς την Ανεξαρτησίας εκτείνεται μέχρι τα φώτα της οδού Αθηνών και δεν είναι μεγαλύτερη των 100 μέτρων. Τα οχήματα που οδηγούνται επί της Ανεξαρτησίας με νότια κατεύθυνση, ήτοι με την κατεύθυνση που οδηγείτο το αυτοκίνητο του Εναγόμενου, έχουν ορατότητα προς το σημείο της σύγκρουσης μόνο όταν φθάσουν στην νοητή κάθετη γραμμή η οποία αρχίζει από την μέτρηση 2,6 και καταλήγει στην μέτρηση 7,
- Πριν την πιο πάνω κάθετο η ορατότητα εμποδίζεται από τα καταστήματα που υπάρχουν επί της γωνίας Ανεξαρτησίας και Θέμιδος. Ορατότητα προς το σημείο της σύγκρουσης υπάρχει από οποιοδήποτε σημείο της εν λόγω καθέτου, ακόμα και από το βορειότερο σημείο που υποδηλοίται με την μέτρηση 2,
- Το σημείο αυτό είναι το σημείο στο οποίο καταλήγει η ευθεία πλευρά του δυτικού πεζοδρομίου της Ανεξαρτησίας πριν την συμβολή της με την Θέμιδος με κατεύθυνση αυτή του Εναγόμενου και το οποίο ενώνεται με το βόρειο πεζοδρόμιο της Θέμιδος σχηματίζοντας γωνία. Η απόσταση 2,6 μέτρα είναι η κάθετος από το πιο πάνω σημείο μέχρι την βασική νοητή οριζόντια γραμμή μέτρησης του ΜΕ
- Η απόσταση 7,6 μέτρα είναι η οριζόντια απόσταση από το σημείο στο οποίο η πιο πάνω κάθετος τέμνει την βασική γραμμή μέτρησης μέχρι το σημείο Ο. Η Ενάγουσα από το σημείο που στεκόταν επί του δυτικού πεζοδρομίου της Ανεξαρτησίας πριν κατέβει από αυτό για να διασταυρώσει την Θέμιδος είχε ορατότητα μέχρι τα φανάρια που βρίσκονται στην διασταύρωση της Ανεξαρτησίας με την οδό Αθηνών. Επίσης, η ορατότητα της Ενάγουσας από το σημείο που αυτή στεκόταν επί του δυτικού πεζοδρομίου της Ανεξαρτησίας πριν κατέβει από αυτό για να διασταυρώσει την Θέμιδος προς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Ανεξαρτησίας σύμφωνα με την πορεία του Εναγόμενου είναι μεγαλύτερη από ότι προς την δεξιά. Πρόσωπο το οποίο στέκεται στο σημείο από το οποίο η Ενάγουσα επιχείρησε να διασταυρώσει την Θέμιδος επί του δυτικού πεζοδρομίου έχει ορατότητα προς τα οχήματα που ακολουθούν την πορεία του Εναγόμενου όταν αυτά φθάνουν στην προαναφερόμενη νοητή κάθετο που έχει ως βορειότερο της σημείο την μέτρηση 2,6 και νοτιότερο την μέτρηση 7.
- Από την σύγκρουση η Ενάγουσα κτύπησε στο χέρι, την αγκώνα, την αριστερή ποδοκνημία και τον αριστερό γλουτό και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στις Α΄ Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Υπεβλήθη σε ακτινολογικό έλεγχο λεκάνης, αριστερού μηρού και αριστερής ποδοκνημίας. Ο ακτινολογικός έλεγχος δεν κατέδειξε οποιαδήποτε οστική κάκωση. Είχε, επίσης, πόνους στην μέση. Της χορηγήθηκαν παυσίπονα και της έγινε επίδεση του χεριού καθότι αυτό από την πτώση της τρίφτηκε στο έδαφος. Από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού απελύθη την ίδια ημέρα και επέστρεψε στο σπίτι της. Το ίδιο βράδυ είχε εντονότερους πόνους στην οσφύ, οπότε την μετέφερε στο ιατρείο του ορθοπεδικού Ανδρέα Αδάμου ο υιός της. Ο εν λόγω ιατρός παρακολουθούσε την Ενάγουσα και στο παρελθόν ενώ ακόμα αυτός εργαζόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για προβλήματα που η Ενάγουσα αντιμετώπιζε με την οσφύ της. Για τους τραυματισμούς της από το επίδικο δυστύχημα η Ενάγουσα επισκέφθηκε τον ιατρό Αδάμου τέσσερεις φορές. Όλες αυτές τις φορές στο ιατρείο του ιατρού Αδάμου μετέφερε την Ενάγουσα ο υιός της. Οι κινήσεις της οσφύος ήταν επώδυνες και περιορισμένες. Η Ενάγουσα πονούσε, επίσης, το χέρι της. Ο ιατρός Αδάμου συνέστησε στην Ενάγουσα ανάπαυση. Οι πόνοι υποχώρησαν σε διάστημα τριών μηνών. Στις 2.5.07 ημερομηνία κατά την οποία η Ενάγουσα υπεβλήθη για τελευταία φορά σε εξέταση από τον ιατρό Αδάμου διαπιστώθηκε καλή κινητικότητα της αγκώνος και της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα ήταν ηλικίας 65 ετών, συνταξιούχα και δεν εργαζόταν. Η Ενάγουσα στις 2.5.07 κατέβαλε στον ιατρό Αντρέα Αδάμου το ποσό των Λ.Κ.180,00 σεντ για έξοδα παρακολούθησης και έξοδα έκδοσης του ιατρικού πιστοποιητικού - Τεκμήριο
- Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίσθηκε από τον Δικαστή Κωνσταντινίδη στη απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 475 ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή, με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (Βλ. Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 CLR 387) και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό υπό την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (Βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30) και καθολικό, εφόσον οφείλεται σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη, μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Η προσοχή του Δικαστηρίου επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις ως θα ενεργούσε ένας σώφρον, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (Βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 ΑΑΔ 420 ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ Γ. Πικής, όπως ήταν τότε, εισήγαγε ένα ευρύτερο καθήκον αυτών που χρησιμοποιούν τον δρόμο, ήτοι το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ' αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί τον δρόμο την λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους». Αναφερόμενος στο κριτήριο της αμέλειας ανέφερε τα εξής: «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί τον δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν τον δρόμο». Στην υπό εξέταση περίπτωση καθοριστικό σημείο για την απόφαση επί της ευθύνης θα πρέπει να διαδραματίσει το γεγονός ότι πριν την σύγκρουση ο Εναγόμενος είχε ορατότητα προς την Ενάγουσα. Σύμφωνα με τα ευρήματά μου ο Εναγόμενος είχε ορατότητα προς το σημείο σύγκρουσης από την νοητή κάθετο που αρχίζει από την μέτρηση 2,6 και καταλήγει επί της βασικής νοητής οριζόντιας γραμμής μέτρησης του ΜΕ 1 στην μέτρηση 7,6. Αυτό σημαίνει ότι από την πιο πάνω κάθετο, ακόμα και από το πιο ακραίο της σημείο, την μέτρηση 2,6, ο Εναγόμενος είχε ορατότητα προς την Ενάγουσα ενώ αυτή βρισκόταν εντός της Θέμιδος μέχρι που εν τέλει συγκρούσθηκε μαζί της. Είχε, επίσης, την δυνατότητα εν' όψει της πολύ μικρής ταχύτητας με την οποία διαπραγματεύθηκε την στροφή να εισέλθει εντός της Θέμιδος με ασφάλεια και χωρίς να κτυπήσει την Ενάγουσα. Συγκρούσθηκε δε μαζί της ενώ η Ενάγουσα διασταύρωνε ουσιαστικά μπροστά στα μάτια του καθότι σύμφωνα με ό,τι ως απόρροια της κοινής λογικής δύναται από τα πιο πάνω να συναχθεί, αλλά και κατά δική του ομολογία δεν είχε δει την Ενάγουσα, πράγμα που σημαίνει ότι ο Εναγόμενος δεν είχε την δέουσα παρατηρητικότητα μέσα στον δρόμο. Αν ο Εναγόμενος ήταν προσεκτικός και πρόσεχε καλύτερα στην πορεία του δεν μπορεί παρά να αντιλαμβανόταν την Ενάγουσα. Η παράλειψη του Εναγόμενου να αντιληφθεί και να δει την Ενάγουσα ενώ αυτή διασταύρωνε την Θέμιδος συνιστά αμέλεια. Η βασική διαφορά ανάμεσα στο εύρημα για αμέλεια και το εύρημα για συντρέχουσα αμέλεια βρίσκεται στο ότι στην περίπτωση της αμέλειας η ευθύνη συναρτάται με την παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος επιμέλειας προς άλλους, ενώ στην περίπτωση της συντρέχουσας αμέλειας με την παράλειψη του ενάγοντα να λάβει προβλεπτές προφυλάξεις για την δική του ασφάλεια και την ασφάλεια της περιουσίας του (Βλ. Χαραλάμπους κ.α. v. Κασάπη
(1988)1 ΑΑΔ 125). Στην υπόθεση Kykon Limited v. Demetriou and Another
(1982)1 CLR 321 ο Πικής, Δ., όπως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής στις σελίδες 458-459: «Contributory negligence lies in failure to take appropriate precautions for one's safety. What precautions are necessary for one's safety, is a matter of fact and degree. As with negligence, foreseeability is the guide to determining whether the plaintiff has taken appropriate precautions for his safety. An element of fault and a degree of blame must attach to plaintiff, consisting of failure to take appropriate precautions for his safety, before a finding of contributory negligence is justified. We may remind that the tort of negligence is designed as a code of reasonable conduct. What is reasonable in the given circumstances of a case, is a matter of fact and degree. The facts must, in each case, be judged with common sense and experience as a guide. As the Supreme Court pointed out in Nicolaou and Another v. Constantinides
(1969)1 C.L.R. 117, treading along the lines of what was said in Glasgow Corporation v. Meir [1943] (A.C.) 448, what is reasonable may vary from case to case, depending on the risk involved and the magnitude of the prospective injury». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η συντρέχουσα αμέλεια συνίσταται στην παράλειψη κάποιου να λάβει τις απαραίτητες προφυλάξεις για την ασφάλειά του. Ποιες προφυλάξεις είναι απαραίτητες για την ασφάλεια κάποιου είναι πραγματικό ζήτημα και ζήτημα βαθμού. Όπως και με την αμέλεια το προβλεπτό του κινδύνου είναι το κριτήριο για τον καθορισμό κατά πόσο ο ενάγων έχει λάβει τις κατάλληλες προφυλάξεις για την ασφάλειά του. Για να δικαιολογείται εύρημα συντρέχουσας αμέλειας πρέπει ο ενάγων να βαρύνεται με κάποιο στοιχείο λάθους και κάποιο βαθμό υπαιτιότητας. Ας υπενθυμίσομε ότι το αδίκημα της αμέλειας προορίζεται ως κώδικας λογικής συμπεριφοράς. Τι είναι λογικό υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων σε μια υπόθεση είναι πραγματικό ζήτημα και ζήτημα βαθμού. Σε κάθε περίπτωση τα γεγονότα πρέπει να κρίνονται με γνώμονα την κοινή λογική και την πείρα. Όπως επισήμανε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Nicolaou and Another v. Constantinides
(1969)1 C.L.R. 117, ακολουθώντας την Glasgow Corporation v. Meir [1943] (A.C.) 448, τι είναι λογικό ποικίλει από υπόθεση σε υπόθεση αναλόγως του κινδύνου που υπάρχει και του μεγέθους της ζημίας». Στην υπόθεση Ioannou v. Mavridou
(1972)1 CLR 107 λέχθηκε ότι δεν είναι απαραίτητο να καταδειχθεί ότι η συμπεριφορά του προσώπου που τραυματίσθηκε συνιστά παράβαση καθήκοντος το οποίο το πρόσωπο αυτό οφείλει προς τον εναγόμενο. Είναι αρκετό να καταδειχθεί έλλειψη προσήκουσας φροντίδας από τον ενάγοντα για την δική του ασφάλεια. Στην υπόθεση Patsalides v. Yiapani and another
(1969)1 CLR 84 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Now the standard of care in contributory negligence is what is reasonable in the circumstances and this in most cases corresponds to the standard of care in negligence. Denning L.J. had this to say in the case of Jones v. Livox Quarries Ltd. Same v. Same [1952] 2 Q.B. p. 608 at p. 615: "Although contributory negligence does not depend on a duty of care, it does depend on foreseeability. Just as actionable negligence requires the foreseeability of harm to others, so contributory negligence requires the foreseeability of harm to oneself. A person is guilty of contributory negligence if he ought reasonably to have foreseen that, if he did not act as a reasonable, prudent man, he might be hurt himself; and in his reckonings he must take into account the possibility of others being careless." "Once negligence is proved, then no matter whether it is actionable negligence or contributory negligence, the person who is guilty of it must bear his proper share of responsibility for the consequences. The consequences do not depend on foreseeability, but on causation. The question in every case is: What faults were there which caused the damage? Was his fault one of them?"». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το επίπεδο της φροντίδας στην συντρέχουσα αμέλεια είναι τι είναι λογικό υπό τις περιστάσεις και αυτό στις περισσότερες των περιπτώσεων αντιστοιχεί με το επίπεδο της φροντίδας που ισχύει στην αμέλεια. Ο Λορδος Denning είπε τα ακόλουθα στην υπόθεση Jones v. Livox Quarries Ltd. Same v. Same [1952] 2 Q.B. σελ. 608 στην σελίδα 615: ''Παρά το ότι η συντρέχουσα αμέλεια δεν εξαρτάται από καθήκον επιμέλειας εξαρτάται από το προβλεπτό του κινδύνου. Όπως η αμέλεια απαιτεί το προβλεπτό της ζημίας προς άλλους έτσι και η συντρέχουσα αμέλεια απαιτεί το προβλεπτό της ζημίας προς τον ίδιο τον ενάγοντα. Ένας είναι ένοχος συντρέχουσας αμέλειας αν όφειλε εύλογα να προβλέψει ότι αν δεν συμπεριφερόταν ως ένας λογικός και συνετός άνθρωπος θα προκαλούσε ζημιά στον εαυτό του και στους συλλογισμούς του θα πρέπει να λάβει υπόψη την πιθανότητα οι άλλοι να είναι απρόσεκτοι''. Αφ' ης στιγμής αποδεικνύεται αμέλεια ανεξαρτήτως αν πρόκειται περί στοιχειοθετημένης αμέλειας ή συντρέχουσας αμέλειας το πρόσωπο που είναι ένοχο αυτής οφείλει να υποστεί το μερίδιο της ευθύνης του για τις συνέπειες. Οι συνέπειες δεν εξαρτώνται από το προβλεπτό του κινδύνου αλλά την αιτιώδη συνάφεια. Το ερώτημα σε κάθε περίπτωση είναι το εξής: ποια ήταν τα λάθη που προκάλεσαν την ζημία; Ήταν το σφάλμα του ένα από αυτά;». Το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα φέρει ο εναγόμενος. (Βλ. Owen v. Brimmell [1977] 1 Q.B. 859). Το Δικαστήριο μπορεί βέβαια να συμπεράνει την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας από τη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα ή από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το συμβάν, όπως διαπιστώνονται από το Δικαστήριο. (Βλ. Elliott v. Bax Ironside [1925] 2 K.B. 301, Sharpe v. Southern Railway [1925] 2 K.B. 311, Baker v. Longhurst & Sons Ltd [1933] 2 K.B. 461 και Clerk & Lindsell on Torts 16th Ed. par. 1-156.) Σύμφωνα με τους ΜΕ 1 και ΜΕ 3 η Ενάγουσα ενώ βρισκόταν επί του δυτικού πεζοδρομίου είχε ορατότητα προς την Ανεξαρτησίας μέχρι και τα φώτα της διασταύρωσής της με την οδό Αθηνών. Η ορατότητα αυτή σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ 1 δεν είναι μεγαλύτερη των 100 μέτρων. Όμως, όπως δείχνουν και οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 5, η ορατότητα αυτή, δηλαδή, προς τα φώτα της διασταύρωσης της Ανεξαρτησίας με την οδό Αθηνών, είναι η ορατότητα που η Ενάγουσα είχε με κατεύθυνση διαγώνια προς τα πιο πάνω φώτα. Η ορατότητα της Ενάγουσας, προς τα οχήματα που ακολουθούσαν την πορεία του Εναγόμενου, δηλαδή, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Ανεξαρτησίας, ήταν περιορισμένη και αρκούντως μικρότερη της προαναφερθείσας απόστασης σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ
- Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ 1 μεταξύ των μετρήσεων 11,8 και 3,7 η ορατότητα προς την Ανεξαρτησίας μεταβάλλεται και μειώνεται όσο κάποιος προχωρεί προς την μέτρηση 3,7 λόγω των καταστημάτων που υπάρχουν επί της δυτικής πλευράς της Ανεξαρτησίας. Σύμφωνα, επίσης, με την μαρτυρία του ΜΕ 3 από το σημείο στο οποίο η Ενάγουσα στεκόταν πριν αρχίσει να διασταυρώνει την Θέμιδος η ορατότητα της προς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Ανεξαρτησίας σύμφωνα με την πορεία του Εναγόμενου είναι μεγαλύτερη από ότι προς την δεξιά. Η ορατότητα της Ενάγουσας από το σημείο στο οποίο βρισκόταν επί του δυτικού πεζοδρομίου πριν αρχίσει να διασταυρώνει την Θέμιδος προς τα οχήματα που ακολουθούσαν την πορεία του Εναγόμενου εκτείνετο μέχρι την κάθετο, για την οποία έχει επανειλημμένα γίνει λόγος και η οποία έχει ως βορειότερο σημείο της την μέτρηση 2,6 και νοτιότερο την μέτρηση 7,
- Η απόσταση αυτή δεν διασαφηνίσθηκε από τον ΜΕ
- Ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία για το πού βρισκόταν το αυτοκίνητο του Εναγόμενου την στιγμή που η Ενάγουσα κατέβηκε από το δυτικό πεζοδρόμιο για να διασταυρώσει την Θέμιδος. Έχοντας, όμως, κατά νου (α) την πολύ μικρή ταχύτητα των 10 χιλιομέτρων την ώρα με την οποία ο Εναγόμενος διαπραγματεύθηκε την στροφή, (β) ότι η απόσταση που διήνυσε η Ενάγουσα πριν την σύγκρουση ήταν μικρή - 2,90 μέτρα - (γ) ότι λογικά η Ενάγουσα δεν χρειάσθηκε περισσότερα από 4 με 5 βήματα για να καλύψει την πιο πάνω απόσταση και (δ) ότι η απόσταση μεταξύ της μέτρησης 2,6 και 7,6 είναι 2,60 μέτρα και μεταξύ της μέτρησης 7,6 και του σημείου σύγκρουσης άλλα 3,60 μέτρα προκύπτει αναπόδραστο και ως απόρροια της κοινής λογικής το συμπέρασμα ότι όταν η Ενάγουσα άρχισε να διασταυρώνει την Θέμιδος ο Εναγόμενος βρισκόταν κοντά και, μάλιστα, πολύ κοντά στην στροφή και εν πάση περιπτώσει σε απόσταση από την οποία η Ενάγουσα μπορούσε να τον αντιληφθεί. Ακολουθεί ότι κατά τον πιο πάνω χρόνο ο Εναγόμενος βρισκόταν είτε πάνω στην πιο πάνω κάθετο, είτε πλησιέστερα ακόμα προς την Ενάγουσα. Υπό το φως των πιο πάνω αν η Ενάγουσα παρατηρούσε την τροχαία κίνηση από τα δεξιά της θα αντιλαμβανόταν την παρουσία του Εναγόμενου. Προδήλως, δεν την αντιλήφθηκε ή την αψήφησε ή δεν έδωσε σημασία σε αυτήν με αποτέλεσμα δικαίως να μπορεί να της καταλογισθεί ότι προτού αρχίσει να διασταυρώνει δεν είχε βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να πράξει τούτο. Αλλά και αν ακόμα η Ενάγουσα δεν είχε ορατότητα προς το αυτοκίνητο του Εναγόμενου την στιγμή που αυτή κατέβηκε από το πεζοδρόμιο για να διασταυρώσει την Θέμιδος δεν απαλλάσσετο της ευθύνης και πάλι να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να πράξει τούτο προτού ξεκινήσει να διασταυρώνει με δεδομένο, μεταξύ άλλων, ότι διασταύρωνε στο στόμιο, ουσιαστικά, της Θέμιδος και από επικίνδυνο υπό τις περιστάσεις σημείο. Είναι, άλλωστε, ενδεικτική η δήλωση της Ενάγουσας κατά την αντεξέταση ότι η σύγκρουση έγινε ακριβώς πάνω στο στρίψιμο. Σε μια τέτοια περίπτωση η Ενάγουσα είχε δύο επιλογές. Είτε να διασταυρώσει εντός της Θέμιδος από απόσταση μεγαλύτερη από την συμβολή της με την Ανεξαρτησίας από αυτή που είχε ενώ διασταύρωσε και εν πάση περιπτώσει ασφαλή, ήτοι πιο δυτικά εντός της Θέμιδος, είτε να εποπτεύσει από πριν την τροχαία κίνηση επί της Ανεξαρτησίας από σημείο ανατολικότερο επί του δυτικού πεζοδρομίου και ακολούθως να επιστρέψει για να διασταυρώσει την Θέμιδος από το σημείο από το οποίο ξεκίνησε να διασταυρώνει νοουμένου ότι ήταν ασφαλές να πράξει τούτο. Κατά την άποψή μου μια τέτοια συμπεριφορά επιβαλλόταν υπό τις περιστάσεις. Η Ενάγουσα δεν επιχείρησε να διασταυρώσει την Θέμιδος από ασφαλή απόσταση από την συμβολή της με την Ανεξαρτησίας. Επιχείρησε να διασταυρώσει την Θέμιδος από απόσταση πολύ πλησίον της πιο πάνω συμβολής αψηφώντας τον προβλεπτό κίνδυνο να κτυπηθεί από οδηγούς που εισέρχονταν από την Ανεξαρτησίας εντός της Θέμιδος χωρίς να την αντιληφθούν, όπως ο Εναγόμενος. Επίσης, ενώ διασταύρωνε στην άκρη της Θέμιδος δεν φρόντισε να είναι σε εγρήγορση για οχήματα που εισέρχονταν εντός της πιο πάνω οδού από την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν το όχημα του Εναγόμενου. Υπό τις περιστάσεις η Ενάγουσα όφειλε ενώ διασταύρωνε να είχε στραμμένη την προσοχή της προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν ο Εναγόμενος. Ενδεικτικό του ότι η Ενάγουσα δεν διασταύρωνε με εγρήγορση είναι το ότι η Ενάγουσα δεν αντιλήφθηκε καν το όχημα του Εναγόμενου αμέσως πριν την σύγκρουση. Αν έπραττε έτσι ενδεχομένως να απέφευγε την σύγκρουση με τον Εναγόμενο λαμβάνοντας μέτρα προς τούτο με δεδομένη και την πολύ μικρή ταχύτητα με την οποία αυτός οδηγούσε εισερχόμενος εντός της Θέμιδος. Είτε με το να επιταχύνει το βήμα της προς το βόρειο πεζοδρόμιο της Θέμιδος, είτε με το να κατευθυνθεί προς το νότιο πεζοδρόμιο της Θέμιδος, δηλαδή, προς την κατεύθυνση από την οποία ξεκίνησε, είτε με το να κάνει σήμα στον Εναγόμενο να σταματήσει. Υπό το φως όλων των πιο πάνω προκύπτει ότι η Ενάγουσα εξέθεσε την ασφάλειά της σε προβλεπτούς κινδύνους από τους οποίους εύλογα θα μπορούσε να προφυλαχθεί. Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 ΑΑΔ 420, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο επιμερισμός της ευθύνης συναρτάται με δύο παράγοντες: Το μεμπτό της διαγωγής (blameworthiness), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας, και την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημίας η οποία προκύπτει (causative potency). Δυνητικά, η αμέλεια του οδηγού αυτοκινήτου έχει μεγαλύτερες επιπτώσεις από την αμέλεια του πεζού ή του ποδηλατιστή. Ενώ η ευθύνη του οδηγού αυτοκινήτου και του πεζού μπορεί να είναι ίση σε έκταση, η δυνατότητα πρόκλησης ζημίας είναι πολύ μεγαλύτερη στην περίπτωση του αυτοκινητιστή». Στην υπόθεση Γεώργιος Πολυκράτη Κωμιάτη ν. Κώστα Πόλιτσου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 226 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 238: «Οι αρχές, που διέπουν τον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ αμελών οδηγών και των θυμάτων τους, τα οποία κρίνονται υπόλογα για συντρέχουσα αμέλεια, είναι και πάλιν καλά θεμελιωμένες, σε βαθμό που να μη χρειάζεται η επεξήγησή τους με λεπτομερή αναφορά στη νομολογία. Οι αρχές, οι οποίες έτυχαν της έγκρισης του Δικαστηρίου στην Baker v. Willoughby [1969] 3 All E.R. 1528 - έτυχαν καθολικής εφαρμογής. Προσμετρούν, στον επιμερισμό της ευθύνης:- (α) Η εκατέρωθεν υπαιτιότητα για το δυστύχημα, με την έννοια που ο όρος είναι κοινά αντιληπτός· και (β) Η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εκατέρωθεν υπαιτιότητας και της πρόκλησης των κακώσεων του θύματος του δυστυχήματος. Αναντίλεκτο είναι ότι οι επιπτώσεις παρεκκλίσεων από το καθήκον επιμέλειας του οδηγού αυτοκινήτου είναι δυνητικά πολύ μεγαλύτερες από εκείνες του διαβάτη». Στην προκείμενη περίπτωση δεν θεωρώ ότι η υπαιτιότητα του Εναγόμενου είναι μεγαλύτερη από εκείνη της Ενάγουσας. Αναφορικά δε με την δραστικότητα της αμέλειας του Εναγόμενου στην πρόκληση της ζημίας της Ενάγουσας θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή είναι μεγαλύτερη από την δραστικότητα της δικής της αμέλειας στην πρόκληση της ζημίας της αφού και στην βάση της Νομολογίας που πιο πάνω παρατέθηκε η σύγκρουση έγινε μεταξύ αυτοκινητοδηγού και πεζής. Είναι, όμως, σχετικό κατά την κρίση μου για σκοπούς επιμερισμού της ευθύνης ότι η σύγκρουση έγινε με το μπροστινό καθρεφτάκι του οδηγού του οχήματος του Εναγόμενου και όχι με το ίδιο το όχημά του. Υπό το φως του γεγονότος τούτου η δραστικότητα της αμέλειας του Εναγόμενου είναι μικρότερη παρά αν η σύγκρουση γινόταν με το ίδιο του το όχημα. Υπό το φως των πιο πάνω δίκαιη κατανομή της ευθύνης μεταξύ των δύο επιβάλλει κατά την κρίση μου τον επιμερισμό της ευθύνης μεταξύ των διαδίκων ως ακολούθως: ο Εναγόμενος 60% και η Ενάγουσα 40%. Η απόδειξη ειδικών ζημιών κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Είναι καθιερωμένη αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Η Νομολογία επιβάλλει σε διάδικο την υποχρέωση να αποδεικνύει την ζημία του με θετική μαρτυρία (Βλ. Ελισάβετ Ηρακλέους ν. Ρένου Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Ανδρέας Σπύρου ν. Άριστου Χ΄΄ Χαραλάμπους
(1989)1Ε ΑΑΔ 298, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 ΑΑΔ 498, Aloupou and Another v. Hadjigeorghiou and Another
(1984)1 CLR 475 και Mc Gregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 23, σελ. 15). Στην υπόθεση Κούνουνα κ.α. ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 2126 έγινε αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Goddard στην Αγγλική υπόθεση Bonham-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd
(1948)64 TLR 177, 178: «Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to write down the particulars and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "this is what I have lost, I ask you to give me these damages". They have to prove it». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Οι ενάγοντες πρέπει να αντιληφθούν, ότι όταν κινούν αγωγές για αποζημιώσεις για ζημία εναπόκειται σε αυτούς να αποδεικνύουν τις ζημιά τους. Δεν είναι αρκετό να εκθέτουν (στα δικόγραφά τους) τις λεπτομέρειες (ζημιών) και να ρίχνουν το βάρος, ας το πούμε έτσι, στο Δικαστήριο λέγοντας "αυτό είναι που έχω ζημιωθεί, ζητώ να μου επιδικάσεις αυτές τις ζημίες". Οφείλουν να τις αποδεικνύουν». Κρίνω πως το κονδύλιο των ιατρικών εξόδων υπό παράγραφο 5(α) των «Λεπτομερειών Ειδικών Ζημιών Ενάγουσας» της Έκθεσης Απαίτησης έχει αποδειχθεί με την απαιτούμενη από την Νομολογία αυστηρότητα. Η Ενάγουσα, η οποία κρίθηκε αξιόπιστη μάρτυρας, επί του προκειμένου ανέφερε ότι κατά την τελευταία επίσκεψή της στον ιατρό Αδάμου κατέβαλε στον εν λόγω ιατρό το ποσό των Λ.Κ.180,00 σεντ (Ευρώ 307,55 σεντ). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 το πιο πάνω ποσό αντιπροσωπεύει έξοδα επισκέψεων και παρακολούθησης καθώς και έξοδα για έκδοση του πιο πάνω πιστοποιητικού. Υπό το φως των πιο πάνω επιδικάζω το ποσό των Ευρώ 307,55 σεντ για ιατρικά έξοδα καθώς και το ποσό των Ευρώ 85,43 σεντ για την αστυνομική έκθεση επί πλήρους ευθύνης. Τα κονδύλια υπό παραγράφους 5(γ) και 5(δ) των «Λεπτομερειών Ειδικών Ζημιών Ενάγουσας» της Έκθεσης Απαίτησης δεν αποδείχθηκαν. Αναφορικά με το κονδύλι υπό παράγραφο 5(δ) καμία μαρτυρία δεν υπάρχει προς την κατεύθυνση ότι η Ενάγουσα απώλεσε απολαβές και/ή εισοδήματα. Σύμφωνα δε με την μαρτυρία της κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτή ήταν συνταξιούχα και δεν εργαζόταν. Αναφορικά με το κονδύλι υπό παράγραφο 5(γ) μπορεί η Ενάγουσα με την μαρτυρία της να υποστήριξε ότι και τις τέσσερεις φορές στο ιατρείο του ιατρού Αδάμου την είχε μεταφέρει ο υιός της καμία, όμως, μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε που να αποδεικνύει πόσο στοίχισαν οι πιο πάνω μεταφορές. Θα πρέπει, επίσης, να αναφερθεί ότι η Ενάγουσα δεν υποστήριξε ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον υιό της για μεταφορικά, ούτε ο υιός της κλήθηκε να καταθέσει. Συνακόλουθα και στην βάση του επιμερισμού της ευθύνης στον οποίο προέβηκα επιδικάζω υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων το ποσό των Ευρώ 184,53 σεντ για ιατρικά έξοδα και το ποσό των Ευρώ 51,26 σεντ για την αστυνομική έκθεση, ήτοι σύνολο Ευρώ 235,79 σεντ. Στο άχαρο δικαστικό έργο της αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου και ταλαιπωρίας σε χρήμα βοηθητική είναι η αναφορά σε αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, όπου επιδικάσθηκαν αποζημιώσεις για παρόμοιους όσο το δυνατόν τραυματισμούς και με ανάλογες συνέπειες. Η επί μέρους Νομολογία είναι σημαντική, ώστε να υπάρχει και συνέπεια και βεβαιότητα (Βλ. Σπύρος Μελής και Ελένη Λτδ v. Μαρίνου Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ 590). Υπόψη πρέπει να λαμβάνεται η τάση της Νομολογίας για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονταν στο παρελθόν (Βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1992)1 C.L.R. 789), τάση που αντανακλά την μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου. Το ύψος των αποζημιώσεων είναι αλληλένδετο με τα ιδιαίτερα περιστατικά του κάθε τραυματισθέντα. Ισχύει η αρχή ότι στον τομέα των αποζημιώσεων ο ανθρώπινος πόνος και η δυσχέρεια αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη ευαισθησία. Η υγεία είναι ο κοινός παρονομαστής για την ευημερία του ανθρώπου. Οι αποζημιώσεις είναι το μέσο για την αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και την αντιμετώπιση των λειτουργικών δυσχερειών που επιφέρει ο τραυματισμός (Βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi, πιο πάνω). Δεν πρέπει, όμως, οι αποζημιώσεις να υπερβαίνουν το μέτρο του κοινωνικά παραδεχτού ή να αφήνεται η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων (Βλ. Μαυροπετρή v. Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66). Στην υπόθεση Μαυροπετρή v. Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66 υπογραμμίζεται η σταθερή άνοδος του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Παράλληλα τονίζεται ότι σταθερή είναι η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις δεν πρέπει να υπερβαίνουν το μέτρο του κοινωνικά παραδεχτού. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία, αλλά την αποκατάσταση. Η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων. Στην υπόθεση J. Harmsworth v. Salamis Glory κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 1617 (Συνεκδικαζόμενες Αγωγές Ναυτοδικείου: 79/02, 80/02, 81/02 και 82/02) η ενάγουσα στην αγωγή 81/02 υπέστη διάφορους τραυματισμούς συνεπεία δυστυχήματος που επισυνέβη πάνω σε κρουαζιερόπλοιο. Το δυστύχημα επισυνέβη, όταν ο ανελκυστήρας εντός του οποίου βρισκόταν έπεσε στο κενό. Ένεκα της πτώσης η ενάγουσα υπέστη διάστρεμμα αυχένα και οσφύος, αιμάτωμα αριστερού μηρού και ευαισθησία στην κοιλιακή χώρα κατά την πίεση. Οι κινήσεις του αυχένα και της οσφύος ήταν περιορισμένες και επώδυνες και παρουσίαζε μυϊκό σπασμό. Τοποθετήθηκε αυχενικό κολάρο και της παρασχέθηκαν αναλγητικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Μετά την επιστροφή στην πατρίδα της παρακολουθήθηκε από ιατρό και υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπεία. Ανέπτυξε μετατραυματικό άγχος και παραπέμφθηκε σε παρακολούθηση. Το Ναυτοδικείο επιδίκασε ως γενικές αποζημιώσεις το ποσό των Λ.Κ.2.500,00 σεντ. Στην αγωγή 82/02 ο ενάγων μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε σε ιδιωτική κλινική όπου κρατήθηκε για νοσηλεία. Εξέταση έδειξε ότι είχε υποστεί διάστρεμμα της οσφυικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Παραπονείτο για έντονο άλγος και δυσκαμψία της οσφύος οι κινήσεις της οποίας ήταν περιορισμένες και επώδυνες. Υπήρχε μυικός σπασμός. Ακτινολογικός έλεγχος δεν έδειξε οστική κάκωση. Απολύθηκε από την κλινική δύο μέρες αργότερα και παρακολουθήθηκε στην συνέχεια ως εξωτερικός ασθενής. Υπέφερε από έντονους πόνους τις πρώτες δέκα μέρες με σταδική βελτίωση. Αναμένετο περαιτέρω βελτίωση με την πάροδο του χρόνου παρά το ότι υπήρχε η πιθανότητα να εξακολουθήσει να παρουσιάζει άλγος και δυσκαμψία της οσφύος σε μικρή ένταση, ιδίως, ύστερα από κούραση για αρκετό χρονικό διάστημα. Το Ναυτοδικείο επιδίκασε ως γενικές αποζημιώσεις το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 σεντ για τον πόνο και την ταλαιπωρία του ενάγοντα. Στην υπόθεση Κασιάνα Χαραλάμπους ν. Γιαννάκη Αναστασιάδη
(2003)1 ΑΑΔ 1709 η εφεσείουσα / ενάγουσα υπέστη συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος σοβαρή κάκωση και θλαστικό τραύμα της ινιακής χώρας του κρανίου, εγκεφαλική διάσειση, σοβαρά διαστρέμματα και θλάσεις αυχένος, θώρακα, ραχέως και οσφύος. Υπέφερε για αρκετό χρόνο από έντονο πόνο, χρησιμοποιούσε κολάρο και λάμβανε ισχυρά παυσίπονα. Με την πάροδο του χρόνου η κατάσταση παρουσίασε βελτίωση, παρόλο που ένα χρόνο μετά το ατύχημα συνέχιζε να υποφέρει από αυχεναλγίες και μυαλγία της ράχεως, κυρίως, μετά από χειρονακτική εργασία καθώς και με καιρικές αλλαγές. Επτά χρόνια μετά το δυστύχημα εξακολουθούσε, όταν κουραζόταν, να χρησιμοποιεί κολάρο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε ως γενικές αποζημιώσεις το ποσό των Λ.Κ.3.500,00 σεντ επί πλήρους ευθύνης. Το πιο πάνω ποσό κρίθηκε λογικό από το Εφετείο υπό τις δοσμένες συνθήκες. Τέλος, στην υπόθεση Στέλιος Δημητρίου ν. Μαρίνα Ιωάννου κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 274 ο εφεσείων συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος υπέστη διάστρεμμα του αυχένα και της οσφυικής μοίρας. Λόγω των τραυματισμών αυτών ταλαιπωρήθηκε για διάστημα 10 εβδομάδων με πόνους, ζάλη, κεφαλαλγία και περιορισμό των κινήσεων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε για τα πιο πάνω τραύματα το ποσό των Λ.Κ.800,00 σεντ. Το εν λόγω ποσό δεν κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκές από το Εφετείο. Υπό το φως των ευρημάτων μου η υπό εξέταση περίπτωση δεν θα πρέπει να κριθεί ως σοβαρή από άποψη σωματικών βλαβών. Η Ενάγουσα συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος κτύπησε στο χέρι, στο οποίο έγινε επίδεση, την αγκώνα, την αριστερή ποδοκνημία και τον αριστερό γλουτό. Μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου και υπεβλήθη σε ακτινολογικό έλεγχο και απελύθη την ίδια ημέρα. Εξ' αιτίας του επίδικου δυστυχήματος υπέφερε από πόνους στο χέρι και την οσφύ, οι οποίοι, ωστόσο, υποχώρησαν και κανένα κατάλοιπο δεν παρέμεινε. Θα πρέπει, ωστόσο, να ληφθεί υπόψη ότι οι πόνοι στην οσφύ και το χέρι ταλαιπώρησαν την Ενάγουσα για περίοδο τριών μηνών και ότι ένεκα αυτής της κατάστασης η Ενάγουσα αναγκάσθηκε να επισκεφθεί ειδικό ορθοπεδικό τέσσερεις συνολικά φορές. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι οι τραυματισμοί στις υποθέσεις J. Harmsworth v. Salamis Glory κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 1617 και Κασιάνα Χαραλάμπους ν. Γιαννάκη Αναστασιάδη
(2003)1 ΑΑΔ 1709, που πιο πάνω μνημονεύονται, ήταν αρκούντως σοβαρότεροι από ότι στην υπό εξέταση περίπτωση και ακόμα ότι οι πιο πάνω υποθέσεις αποφασίσθηκαν πριν 10 χρόνια, πράγμα που σημαίνει ότι αν αποφασίζονταν σήμερα λογικά οι γενικές αποζημιώσεις που θα επιδικάζονταν θα ήταν αρκούντως μεγαλύτερες. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι ένα ποσό της τάξης των Ευρώ 3.500,00 σεντ θα ήταν λογικό και δίκαιο για να αποζημιώσει την Ενάγουσα για τον πόνο και την ταλαιπωρία που αυτή υπέστη συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος επί πλήρους ευθύνης. Συνακόλουθα και στην βάση του επιμερισμού της ευθύνης στον οποίο προέβηκα επιδικάζω υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου το ποσό των Ευρώ 2.100,00 σεντ ως γενικές αποζημιώσεις για τον πόνο και την ταλαιπωρία της Ενάγουσας. Αναφορικά με την επιδίκαση τόκου παρατηρώ ότι η μόνη καθυστέρηση που παρατηρείται από πλευράς Ενάγουσας είναι στην καταχώρηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Ενώ το επίδικο δυστύχημα επισυνέβη στις 11.12.06 το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 9.10.07, ήτοι 10 μήνες αργότερα και χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση να έχει δοθεί γι' αυτό. Αφότου έκλεισαν τα δικόγραφα η υπόθεση αναβλήθηκε αρκετές φορές για οδηγίες με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση πάντα, όμως, με την σύμφωνη θέση του Εναγόμενου. Επίσης, η υπόθεση ορίσθηκε αρκετές φορές για ακρόαση πλην όμως κάθε φορά αναβαλλόταν λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου εκτός από μια φορά, ήτοι στις 19.5.11 που αναβλήθηκε κατόπιν έγκρισης αιτήματος αναβολής που υποβλήθηκε εκ μέρους της δικηγόρου του Εναγόμενου. Με δεδομένο ότι δικαιολογείται η πάροδος εύλογου χρόνου από το επίδικο δυστύχημα μέχρι να καταχωρηθεί η αγωγή θεωρώ δίκαιο όπως η καθυστέρηση που επέδειξε η Ενάγουσα στην καταχώρηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος κριθεί ότι είναι της τάξης των 6 μηνών. Γι' αυτό θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως ο τόκος που θα επιδικάσω επί του επιδικασθέντος ποσού των γενικών αποζημιώσεων αρχίζει 6 μήνες μετά το επίδικο δυστύχημα, ήτοι από 11.6.07. Όσον αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις θα πρέπει να λεχθεί ότι είναι γνωστό πότε πληρώθηκε από την Ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.180,00 σεντ στον ιατρό Αδάμου και, επομένως, πότε η Ενάγουσα υπέστη την πιο πάνω ζημιά. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 και την μαρτυρία της Ενάγουσας αυτό πληρώθηκε στις 2.5.07, ήτοι κατά την ημερομηνία έκδοσής του. Σύμφωνα με την υπόθεση Μ. Φοινικαρίδη & Άλλη ν. Γεώργιος Λάμπρου Γεωργίου & Άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 475 επειδή το ύψος των ειδικών ζημιών είναι γνωστό κατά τον χρόνο της δίκης ως θέμα αρχής το ορθό είναι να επιδικάζεται τόκος από την ημερομηνία κατά την οποία ο ενάγων έχει υποστεί την κάθε ζημιά. Εν' όψει, όμως, της 6μηνης καθυστέρησης ο τόκος επί του επιδικασθέντος για ιατρικά έξοδα ποσού θα πρέπει να αρχίζει 6 μήνες μετά την πιο πάνω ημερομηνία, ήτοι από 2.11.07. Από την ίδια ημέρα κρίνω σκόπιμο πως θα πρέπει να αρχίζει και ο τόκος επί του μικρού ποσού που επιδικάσθηκε για την αστυνομική έκθεση. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των Ευρώ 2.335,79 σεντ πλέον τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού των Ευρώ 2.100,00 σεντ από 11.6.07 μέχρι 14.10.08 πλέον τόκο προς 5,5% ετησίως επί του ποσού των Ευρώ 2.100,00 σεντ από 15.10.08 μέχρι εξόφλησης πλέον τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού των Ευρώ 235,79 σεντ από 2.11.07 μέχρι 14.10.08 πλέον τόκο προς 5,5% ετησίως επί του ποσού των Ευρώ 235,79 σεντ από 15.10.08 μέχρι εξόφλησης πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην σχετική κλίμακα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Τροχαίο δυστύχημα Subject: Civil / Other Actions / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο