Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α. ν. Morphis Morphy Associates Ltd, Αρ. Αγωγής: 179/09, 7/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 179/09 Μεταξύ:
- Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας
- Διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων Εναγόντων και Morphis Morphy & Associates Ltd Εναγομένου ------------------------------- Αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, ημερ. 22.6.12 7.1.2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κ. Τσιπής Αναστάσης Για Καθ΄ ων η Αίτηση: κα. Βερεσιέ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Αιτητές με την παρούσα Αίτηση ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης ως ακολούθως: « α) Διά της προσθήκης των παραγράφων 15, 16, 17, 18, 19, 20 και 21 μετά το τέλος της παραγράφου 14 της Έκθεσης Υπεράσπισης ως εξής:
- «Ανεξάρτητα και χωρίς βλάβη των ανωτέρω η Εναγομένη θα ισχυριστεί ότι η επίδικη επιβολή ουσιαστικά εισαγωγικού δασμού πλέον πρόστιμο με αναδρομική ισχύ παραβιάζει το άρθρο 23 του Συντάγματος που προστατεύει το δικαίωμα της περιουσίας ως και το άρθρο 24 του Συντάγματος.»
- «Περαιτέρω θα ισχυριστεί ότι η αναδρομική επιβολή φορολογίας είναι υπό όλες τις περιστάσεις παράλογη έστω και αν επιβάλλεται με Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τόσο ο Κανονισμός 60/2004 όσο και η Κυπριακή Νομοθεσία (Νόμος 140
(1)2005 αντιβαίνουν το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.»
- «Επίσης χωρίς βλάβη των όσων έχουν αναφερθεί η Εναγόμενη θα ισχυριστεί ότι η Κυπριακή Δημοκρατία όφειλε προς υλοποίηση του Κοινοτικού Κανονισμού αντί να επιβάλει πρόστιμο να θεσπίσει νομοθεσία με την οποία θα είχε δικαίωμα να προβεί σε κατάσχεση της τυχόν πλεονάζουσας ζάχαρης έναντι αποζημίωσης.»
- «Περαιτέρω η Εναγόμενη θα ισχυριστεί ότι αντί να επιβαρυνθεί το ίδιο το κράτος τη φορολογία επέβαλε τη φορολογία στην Εναγόμενη κατά παράβαση του νόμιμου καθήκοντος των οργάνων/και/ή αντιπροσώπων του Κράτους με αποτέλεσμα να προκαλέσει ζημιά στην Εναγόμενη η οποία ανέρχεται στο διεκδικούμενο ποσό πλέον €15,000 έξοδα τα οποία επιβαρύνθηκε και θα επιβαρυνθεί.»
- «Διαζευκτικά και άνευ βλάβης των ανωτέρω η Εναγόμενη θα ισχυριστεί ότι σε περίπτωση που η επιβολή φορολογίας κριθεί νόμιμη από το Δικαστήριο τότε δικαιούται στην καταβολή αποζημιώσεων από την Κυπριακή Δημοκρατία για τον περιορισμό του περιουσιακού του δικαιώματος ως αναφέρεται ανωτέρω σύμφωνα με το άρθρο 23
(4)του Συντάγματος και/ή του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.»
- «Περαιτέρω η Εναγόμενη θα ισχυριστεί ότι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας φέρει την ευθύνη για τις ως άνω πράξεις και/ή παραλείψεις της Κυπριακής Δημοκρατίας σαν ο υπεύθυνος κατά νόμο (Άρθρο 57 του νόμου 14/60) και κατά το Άρθρο 172 του Συντάγματος, για τις πράξεις και/ή παραλείψεις των υπηρετών, υπαλλήλων, αρχών και οργάνων της Δημοκρατίας ως και παντός προσώπου ελεγχομένου από αυτήν και/ή για συνεργεία αυτών στις ζημιογόνες και άδικες πράξεις.» ΚΑΙ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΤΙΚΩΣ
- «Η Εναγόμενη για σκοπούς ανταπαιτήσεως επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της ως οι παράγραφοι 1 - 19 ανωτέρω και ΑΝΤΑΠΑΙΤΕΙ: Α. Γενικές Αποζημιώσεις ένεκα παραβίασης και/ή περιορισμού του περιουσιακού δικαιώματος της κατά παράβαση του άρθρου 23
(4)του Συντάγματος και/ή του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης ως και/ή του άρθρου 24 του Συντάγματος. Β. €442.626,87 σαν αποζημίωση για παραβίαση και/ή παράλειψη καθήκοντος ή (misfeasance - nonfeasance). Παραβίαση νομίμου δικαιώματος πλέον €15.000 ως ανωτέρω.» Η αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.9, Θ.Θ.1, 4, 5, 6, 7, 11, Δ.21, Θ. 8-10, Δ.25. Θ.1,2,3,4,5,6 και Δ.48 Θ.Θ.2
(1)
(3)3, 4, 5, 6, 7, 9 και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση εμφαίνονται στην Ένορκη Δήλωση του Κυριάκου Κίτσιου, ημερομηνίας 22.6.12, η οποία επισυνάπτεται σ΄ αυτήν. Ο Ενόρκως Δηλών λέγει ότι είναι ο Διευθυντής της Εναγόμενης και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στις 6.4.11 καταχωρήθηκε η Τροποποιημένη Υπεράσπιση και δεν έχει ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 8.10.12. Η αναδρομική επιβολή φορολογίας και δασμών για δήθεν πλεονάζουσα ποσότητα ζάχαρης παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα της Εναγομένης ως κατοχυρώνονται στα άρθρα 23 και 24 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δημιουργείται αυτοτελές δικαίωμα διεκδίκησης αποζημιώσεων σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η Κυπριακή Δημοκρατία κατά παράβαση του καθήντος της δεν έλαβε τα δέοντα μέτρα με αποτέλεσμα να επιβάλει φορολογία στην Εναγόμενη παραβιάζοντας τα δικαιώματα της. Οι ισχυρισμοί τους οποίους επιθυμεί να εισαγάγει με τροποποίηση η Εναγομένη τείνουν να ενισχύσουν την υπεράσπιση της και να διεκδικήσει τα δικαιώματα της τα οποία έχουν επηρεαστεί από την αναδρομική φορολογία και δασμούς. Προφανώς για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης λέγει ότι μετά από εκτενή μελέτη και έρευνα του φακέλου της υπόθεσης με το δικηγόρο του καθώς και κατά τη μελέτη σχετικής νομολογίας από το δικηγόρο του για την προετοιμασία της ακρόασης αλλά και κατά το στάδιο προετοιμασίας για την ακρόαση ενώπιον της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου που έγινε στις 14.5.12 για την προσφυγή με αριθμό 2125/06 που σχετίζεται με το επίδικο πρόστιμο διαπιστώθηκαν τα πιο πάνω. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση την οποία βάσισαν στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 2 - 4, Δ.25, στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης καταγράφονται στην ειδοποίηση ένστασης και είναι οι ακόλουθοι: α) Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή. β) Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή αντινομική και/ή κακόπιστη. γ) Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και/ή σκοπεί στην καταχρηστική απασχόληση του δικαστικού χρόνου. δ) Με την αιτούμενη τροποποίηση, ο Εναγόμενος εισάγει νέα βάση υπεράσπισης. ε) Εάν εγκριθεί η αίτηση του Εναγομένου, ο Ενάγων θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη. στ) Τυχόν έγκριση της θα περιπλέξει περαιτέρω την διαδικασία και θα καθυστερήσει περαιτέρω την εκδίκαση. Η ένσταση βασίζεται πάνω σε γεγονότα τα οποία εκτίθενται στην Ένορκη Δήλωση της Άντρης Κωσταντίνου, ημερομηνίας 11.9.12, που επισυνάπτεται σ΄ αυτή. Λέγει ότι είναι υπάλληλος στο Δικηγορικό Γραφείο του Κ.Μ. Χατζηπιέρα, δικηγόρου των Εναγόντων, είναι εξουσιοδοτημένη να κάμει την Ένορκο Δήλωση και έχει επίσης στη φύλαξη της το φάκελο της υπόθεσης και τα σχετικά με αυτή έγγραφα και είναι γνώστης των γεγονότων. Η Αίτηση υπεβλήθη σε πολύ καθυστερημένο στάδιο, κάμνει αναφορά στην πορεία της υπόθεσης και ισχυρίζεται ότι η Αίτηση είναι παράτυπη, αστήρικτη, αντινομική και κακόπιστη. Υπάρχει κακοπιστία από πλευράς Εναγομένων καθ΄ ότι 3,5 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής καταχωρούν την αίτηση αυτή ανατρέποντας την πορεία της ακρόασης της αγωγής σε τέτοιο καθυστερημένο στάδιο χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή. Η αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης συνιστά ουσιαστικά νέα βάση Υπεράσπισης και τυχόν έγκριση του αιτήματος θα επιφέρει καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής. Νομική Πτυχή Τα όσα ζητά να εισαγάγει με την αιτούμενη τροποποίηση της υπεράσπισης, η Εναγομένη, είναι βασισμένα στην εγκυρότητα ή μη τόσο της απόφασης ημερομηνίας 2.8.2005 του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού με την οποία ζήτησε την εξάλειψη από την Εναγομένη από την εγχώρια αγορά 806 χιλιάδων κιλών ζάχαρη σαν πλεονάζουσα ποσότητα όσο και της απόφασης για καταβολή του ποσού των ΛΚ. 259,058 (€442.626,87). Οι διοικητικές αυτές πράξεις προσβλήθηκαν με προσφυγές στο Ανώτατο Δικαστήριο κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος, αρ. Προσφυγών 1200/05 και 2125/06 αντίστοιχα, η εκδίκαση των οποίων φαίνεται να εκκρεμεί. Το Δικαστήριο τούτο δεν έχει δικαιοδοσία να ελέγχει την νομιμότητα των διοικητικών αυτών αποφάσεων του Υπουργείου Εμπορίου. Μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος μπορεί να ελέγχει τη νομιμότητα διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων. Αναμφίβολα το παρόν Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να εξετάσει ζητήματα που άπτονται της νομιμότητας διοικητικής πράξης ή απόφασης. Αρμόδιο σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος είναι το Ανώτατο. Στην απόφαση Κυριάκου ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)1 ΑΑΔ σελ. 589 το Δικαστήριο είπε τα εξής: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, με βάση τη νομολογία, οι αποφάσεις των τελωνειακών αρχών στην εκτέλεση των καθηκόντων τους για επιβολή δασμών ανάγονται στον τομέα του δημοσίου δικαίου και μπορούν να ελεγχθούν μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο με βάση τις αποκλειστικές εξουσίες που του παρέχει το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Έτσι, αν η χρηματική απαίτηση, στην οποία αναφέρεται μία αγωγή, είναι το αποτέλεσμα διοικητικής απόφασης για την ορθότητα της οποίας το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να αποφανθεί, αφ'ης στιγμής δεν προσβλήθηκε η εγκυρότητα της απόφασης, η οφειλή πρέπει να θεωρείται ως δεδομένη. (Βλέπε The Director of the Department of Customs & Excise v. Grecian Hotel Enterprises Ltd
(1985)1 C.L.R. 476 και Διευθυντής Τελωνείων v. Τροκούδης Όμορφο Σπίτι Λτδ, Αρ. Αγ. Λευκωσίας 1958/82, ημερομηνίας 9.7.86). Στην υπόθεση Τροκούδη, λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν δικαιούται εις την παρούσα διαδικασία να εξετάσει κατά πόσο η απόφαση της αρμόδιας αρχής ήτο ορθή." Η καταχώρηση προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διοικητικής απόφασης. Ούτε υπάρχει πρόνοια στο Νόμο, Ν.94
(1)/2004, για αναστολή είσπραξης της τελωνειακής οφειλής εκκρεμμούσης της παροσφυγής. Εάν τέτοια ήταν η πρόθεση του Νομοθέτη, τούτο θα αναμενόταν να αναφερόταν ρητά, με πρόνοια αναστολής είσπραξης της τελωνειακής οφειλής. Στην υπόθεση MARKETRENDS FINANCE SERVICES LTD v. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ
(2006)1 ΑΑΔ σελίδα 223 στη σελίδα 229 αποφασίστηκαν τα εξής: "..οι εφεσείοντες αμφισβητούν την ορθότητα της κατάληξης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι στην απουσία ρητής πρόνοιας στο Νόμο που να προβλέπει αναστολή είσπραξης προστίμου, εκκρεμούσης προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο, το πρόστιμο είναι εισπρακτέο. Ούτε η θέση αυτή μας βρίσκει σύμφωνους. Αντίθετα, συμφωνούμε με το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η ρητή αναφορά στο άρθρο 39
(4)του Νόμου 64(Ι)/2001 σε δικαίωμα προσφυγής, αναφορικά με αποφάσεις της Επιτροπής, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι ισοδυναμεί με αναστολή είσπραξης του προστίμου ως αστικού χρέους, όταν έχει καταχωρηθεί προσφυγή. Εάν τέτοια ήταν η πρόθεση του Νομοθέτη, τούτο θα αναμενόταν να αναφερόταν ρητά, με πρόνοια αναστολής είσπραξης του προστίμου». Θέματα που άπτονται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου μπορούν να εξεταστούν και αυτεπάγγελτα. Είναι γνωστές οι βασικές αρχές επί των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει θέματα τροποποίησης. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη αναφορά σε αυτές εκτός από το να λεχθεί γενικά ότι η έγκριση σχετικού αιτήματος έγκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, συνεκτιμώντας τόσο τον παράγοντα της τυχόν καθυστέρησης όσο και τον παράγοντα της αναγκαιότητας να αποδειχθεί η αιτούμενη θεραπεία με γνώμονα τον επακριβή καθορισμό των επίδικων θεμάτων, ώστε το Δικαστήριο στο τέλος της ημέρας να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Οι αρχές αυτές λέχθηκαν στις αποφάσεις Eteria Skepi Ltd v. loannis Th. Kaitis and Another
(1983)1 Α.Α.Δ. 231, Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 και Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Σιακόλα Πολιτική Έφεση 10341 ημερ. 19.1.99. Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 162 επιβεβαιώθηκε ότι: «Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Είναι γνωστή επίσης η αρχή που έχει λεχθεί κατά κόρο σε υποθέσεις όπως την Αντρέας Ευριπίδου και άλλοι ν. Παναγιώτα Μ. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και Andreas Mahattou v. Viceroy Shipping Co Ltd and another
(1979)1 Α.Α.Δ. 542 με υιοθέτηση αποσπασμάτων από την γνωστή Αγγλική υπόθεση Tildesley v. Harper 10 Ch. D. 393, ότι η τροποποίηση εγκρίνεται κατά κανόνα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας φτάνει να μην υπάρχει κακοπιστία από πλευράς του αιτούμενου την τροποποίηση και από την άλλη ο αντίδικος να μπορεί να ικανοποιηθεί με την καταβολή σε αυτόν των εξόδων του. Ακόμα και προσθήκη ανταπαίτησης μπορεί να εγκριθεί μέσω αιτήσεως τροποποίησης εφόσον οι πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιούνται. Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Αννα Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ σελ.
- Επομένως όσο αμελής ή καθυστερημένη και να είναι η παράληψη που οδηγεί στην αναγκαιότητα της τροποποίησης, αυτή θα πρέπει να εγκρίνεται εκτός αν πράγματι ο αντίδικος τοποθετείται σε χειρότερη θέση από ότι θα ήταν αν η προτεινόμενη τροποποίηση εισαγόταν εξ αρχής στην αγωγή. Αυτό αναφέρεται μεταξύ άλλων και στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1973 στα σχόλια της Αγγλικής Δ.20 Θ.5 σελ.
- Περαιτέρω στην Πρακτική του 1958 στα σχόλια της Δ.28 Θ.1 σελ. 624, αναφέρεται ότι η εισαγωγή ακόμη και νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατά ανάγκη την απόρριψη σχετικής αίτησης για τροποποίηση, εκτός ίσως αν έχει την εκ μέρους του εναγόμενου συνέπεια απώλειας της υπεράσπισης της παραγραφής. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρήστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια.» Περαιτέρω στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Χριστοδούλου και άλλη
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, στη σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο μέχρι και το τελικό της διαδικασίας αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι να δοθεί ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. Σχετική επίσης είναι η απόφαση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ σελ. 1005. Λαμβάνω υπόψη το γεγονός ότι, όπως είναι και το αρχικό εύρημα, ουδεμία άλλη υπεράσπιση εγείρεται πλην του ισχυρισμού ότι η διοικητική πράξη ή απόφαση του Ενάγοντα είναι παράνομη, και το ότι με τις τροποποιήσεις η υπεράσπιση που εισάγεται, πάνω στην οποία βασίζεται και η ανταπαίτηση, είναι θέματα τα οποία μπορούσαν να εξεταστούν μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο, ασκώντας την εξουσία του κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος, κρίνω ότι εάν επιτρέψω την τροποποίηση ως η υπό κρίση αίτηση θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης παραβιάζοντας το συνταγματικό δικαίωμα του Ενάγοντα για εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχουν ήδη παρέλθει 4 χρόνια από την καταχώριση της αγωγής και δεν έχει ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Στην αίτηση για τροποποίηση δεν αποκαλύπτεται νόμιμη υπεράσπιση. Είναι φανερό ότι η Εναγομένη αυτό που επιδιώκει είναι την καθυστέρηση στην καταβολή του πιο πάνω ποσού το οποίο είναι ένα σεβαστό ποσό και με τον τρόπο αυτό η αιτουμένη τροποποίηση θα επιφέρει βλάβη στα αστικά και συνταγματικά δικαιώματα του Ενάγοντα. Η υποβολή της αίτησης ήταν η τελευταία ευκαιρία που είχε η Εναγομένη να θέσει εμπόδιο στην έκδοση απόφασης εναντίον της, εξασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο παράταση συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις της. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτεί όπως η αίτηση απορριφθεί. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των Εναγομένων-Αιτητών τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΚ Subject: Civil/Appl. Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης υπεράσπισης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο