← Κύπρος

Prime International Alliance Inc., από τα British Virgin Islands κ.α. ν. Erin Resources SA κ.α., Aρ. Αγωγής: 4311/09, 18/1/2013

Prime International Alliance Inc., από τα British Virgin Islands κ.α. ν. Erin Resources SA κ.α., Aρ. Αγωγής: 4311/09, 18/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 4311/09 Μεταξύ:

  1. Prime International Alliance Inc., από τα British Virgin Islands
  2. Pico Foundation, από το Λίχτενσταϊν Εναγουσών και
  3. Erin Resources S.A., από τον Παναμά
  4. Rayhill Ltd, από τη Λεμεσό Εναγομένων ΚΑΙ ΜΕ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Μεταξύ: Erin Resources S.A., από τον Παναμά Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας και
  5. Prime International Alliance Inc., από τα British Virgin Islands
  6. Pico Foundation, από το Λίχτενσταϊν
  7. Rayhill Ltd, από τη Λεμεσό
  8. Glidefern Ltd, από τη Λεμεσό
  9. Meritservus Secretaries Ltd, από τη Λεμεσό
  10. Δημήτρη Ιωαννίδη, από τη Λεμεσό
  11. Μαρίας Αρτεμίου, από τη Λεμεσό
  12. Χρύσως Γεωργιάδου, από τη Λεμεσό
  13. Vladislav Gurdin, από τη Λεμεσό Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων Αίτηση για ακύρωση προσωρινού διατάγματος ημερ. 28.8.2012 Ημερομηνία: 18 Ιανουαρίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη 1 και εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Χ. Κυριακίδης Για την Ενάγουσα 1 και εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η Αίτηση: κα Κ. Κακουλλή και κ. Α. Μιχαηλίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Κοινό υπόβαθρο γεγονότων της επίδικης διαφοράς είναι ότι η αιτήτρια και η καθ' ης η αίτηση είναι οι μοναδικές μέτοχοι της εναγομένης
  14. Η αιτήτρια κατέχει 400 μετοχές (40%) και η καθ΄ης η αίτηση κατέχει 600 μετοχές (60%) του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης
  15. Η εναγόμενη 2 και η ενάγουσα 2 είναι οι μοναδικές μέτοχοι της εξ ανταπαιτήσεως εναγομένης 4 με ποσοστό 50% του μετοχικού κεφαλαίου της η καθεμιά. Με βάση συμφωνία ημερ. 27.4.2005 μεταξύ της ενάγουσας 2 και της εναγομένης 2 και συμφωνία ημερ. 28.4.2005 μεταξύ της καθ΄ης η αίτηση και της αιτήτριας, τέθηκε το πλαίσιο διοίκησης της εξ ανταπαιτήσεως εναγομένης 4 και της εναγομένης 2 αντίστοιχα. Η συμφωνία ημερ. 28.4.2005 περιέχει όρο ότι οι μέτοχοι της εναγομένης 2 δεν θα πουλήσουν και/ή άλλως πως διαθέσουν τις μετοχές που κατέχουν στην εναγόμενη 2 για περίοδο 5 ετών από την ημερομηνία της συμφωνίας. Οι ενάγουσες ήγειραν την παρούσα αγωγή και ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην εναγόμενη 1 να διαθέσει και/ή μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει με οποιονδήποτε τρόπο και/ή επιβαρύνει το κεφάλαιο της και/ή οποιεσδήποτε από τις 600 μετοχές που κατέχει στην εναγόμενη 2 καθώς επίσης αντίστοιχο διάταγμα που να απαγορεύει στην εναγόμενη 2 να αποδεχθεί και/ή επιτρέψει και/ή εγγράψει τέτοια μεταβίβαση και/ή επιβάρυνση. Επίσης οι ενάγουσες ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ειδοποίηση τερματισμού της συμφωνίας ημερ. 28.4.2005 που απέστειλε η εναγόμενη 1 είναι παράνομη και/ή αντισυμβατική, και διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην εναγόμενη 1 να διαθέσει και/ή μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει με οποιονδήποτε τρόπο οποιεσδήποτε από τις 600 μετοχές που κατέχει στην εναγόμενη 2 μέχρι και τις 27.4.
  16. Στις 7.10.2009, με την καταχώρηση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος, οι ενάγουσες καταχώρησαν μονομερή αίτηση, δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην εναγόμενη 1 να διαθέσει και/ή μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει με οποιονδήποτε τρόπο και/ή επιβαρύνει το κεφάλαιο της και/ή οποιεσδήποτε από τις 600 μετοχές που κατέχει στην εναγόμενη 2 καθώς επίσης αντίστοιχο διάταγμα που να απαγορεύει στην εναγόμενη 2 να αποδεχθεί και/ή επιτρέψει και/ή εγγράψει τέτοια μεταβίβαση και/ή επιβάρυνση μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερων οδηγιών του Δικαστηρίου. Τα διατάγματα επιδόθηκαν στις εναγόμενες 1 και 2, οι οποίες καταχώρησαν ένσταση, και κατόπιν ακρόασης της εν λόγω μονομερούς αίτησης, τα διατάγματα οριστικοποιήθηκαν στις 25.11.
  17. Με την παρούσα αίτηση η αιτήτρια ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται και/ή τερματίζεται η ισχύς του εν λόγω διατάγματος ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται το εν λόγω διάταγμα ώστε να μην απαγορεύεται πλέον στην αιτήτρια να μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει με οποιονδήποτε τρόπο και/ή επιβαρύνει το κεφάλαιο της και/ή οποιεσδήποτε από τις 600 μετοχές που η αιτήτρια κατέχει στην εναγόμενη
  18. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 29-32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, στη Δ.39 και τη Δ.48 Θθ. 1-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στη νομολογία, στο κοινοδίκαιο, στις αρχές της επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Καμάρη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την αιτήτρια, η οποία προέβη σε αυτή εκ μέρους της αιτήτριας λόγω απουσίας των αξιωματούχων αυτής στο εξωτερικό. Η κα Καμάρη, στην ένορκη της δήλωση, εστιάζεται στο γεγονός ότι η αξίωση των εναγουσών θεμελιώνεται στη συμφωνία ημερ. 28.4.2005 και στον όρο αυτής σχετικά με την απαγόρευση πώλησης των μετοχών της αιτήτριας, που ίσχυε μέχρι τις 27.4.2010, ημερομηνία που έχει παρέλθει. Ακολούθως, η κα Καμάρη στηρίζεται στα ακόλουθα γεγονότα: (α) την παρέλευση της εν λόγω ημερομηνίας λήξης, (β) τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης και την ενδιάμεση αίτηση και τη θεραπεία που ζητείται με αυτές, (γ) τη μη προώθηση οποιουδήποτε άλλου ισχυρισμού στην έκθεση απαίτησης και την ενδιάμεση αίτηση δυνάμει του οποίου να απαγορεύεται η πώληση των μετοχών μετά την ημερομηνία λήξης, (δ) την αιτία αγωγής που είναι μόνο η παράβαση συμφωνίας, (ε) τη μη ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης απαγόρευσης για την πώληση των μετοχών μετά την ημερομηνία λήξης, και (στ) την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος σε συγκεκριμένη βάση, δηλαδή τις πρόνοιες των συμφωνιών που απαγόρευαν την πώληση των μετοχών μέχρι την ημερομηνία λήξης που έχει παρέλθει. Με αυτά τα δεδομένα, η κα Καμάρη αναφέρει ότι το διάταγμα που εκδόθηκε δεν προστατεύει πλέον οποιοδήποτε δικαίωμα και υπάρχει σαφής διαφοροποίηση στα γεγονότα επί των οποίων αυτό εδράζεται, με την πάροδο της ημερομηνίας λήξης, και αυτό αποτελεί εύλογη αιτία για το Δικαστήριο για την έγκριση της υπό κρίση αίτησης. Επιπλέον, η κα Καμάρη αναφέρει ότι στις 29.8.2011 η ενάγουσα 2 διέθεσε από μόνη της τις μετοχές που κατείχε στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 4 στην εταιρεία Pencilia Holdings Ltd, επομένως αυτή προχώρησε σε ενέργειες που είναι συνεπείς με την εκπνοή της ημερομηνίας λήξης, και έτσι είναι δίκαιο και η αιτήτρια να έχει ακριβώς το ίδιο δικαίωμα και να τύχει της ίδιας μεταχείρισης. Ήταν η θέση της κας Καμάρη ότι η ισχύς του διατάγματος αποτελεί αδικαιολόγητη και υπερβολική παρέμβαση στα δικαιώματα της και κατάχρηση της διαδικασίας. Οι λόγοι ένστασης της καθ΄ης η αίτηση είναι ότι δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η αιτήτρια δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων και δεν έρχεται με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο, και η αίτηση είναι καταχρηστική και αποσκοπεί στη διευκόλυνση και το άνοιγμα του δρόμου της παραβίασης της συμφωνίας ημερ. 28.4.2005 και στον αντισυμβατικό πλήρη έλεγχο της εναγομένης 2 από την αιτήτρια. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του κ. Θωμά Χριστοδούλου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την καθ΄ης η αίτηση, ο οποίος προέβη σε αυτή εκ μέρους της καθ΄ης η αίτηση λόγω και πάλι απουσίας των αξιωματούχων αυτής στο εξωτερικό. Ο κ. Χριστοδούλου κάνει εκτενή αναφορά στο ιστορικό των γεγονότων που οδήγησαν στην επίδικη διαφορά, με ειδική παραπομπή στους όρους της συμφωνίας ημερ. 28.4.2005, και ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα 2 προέβη στη μεταβίβαση των μετοχών, ενεργώντας συμβατικά, ενώ πρόθεση της αιτήτριας είναι να μεταβιβάσει μέρος των μετοχών της σε θυγατρική της εταιρεία για να πετύχει απαρτία και να λάβει πλειοψηφική απόφαση αντικατάστασης των διευθυντών και για κάθε θέμα που αφορά την εναγόμενη 2, παραβιάζοντας έτσι την εν λόγω συμφωνία ημερ. 28.4.
  19. Επίσης ο κ. Χριστοδούλου προβάλλει τη θέση ότι η πρόθεση των μερών είναι η συμφωνία να είναι δεσμευτική ενόσω η αιτήτρια και η καθ΄ ης η αίτηση παρέμεναν οι μέτοχοι της εναγομένης 2, εξ ου και δεν υπάρχει πρόνοια τερματισμού, και ότι παρά την ύπαρξη της πενταετούς μόνο απαγόρευσης μεταβίβασης των μετοχών «δεν μπορεί η πρόθεση των μερών να ήταν να επιτρέψουν την παράκαμψη της πρόνοιας ομόφωνης σύμπραξης στη διοίκηση με τη μεταβίβαση από τον ένα μέτοχο μέρους των μετοχών του σε τρίτο νομικό πρόσωπο που θα το ελέγχει για να επιτύχει έτσι πλειοψηφία στη λήψη αποφάσεων παρά τις αντίθετες πρόνοιες της Συμφωνίας Rayhill και ως εκ τούτου τον πλήρη έλεγχο της Rayhill.» Ο κ. Χριστοδούλου κάνει επίσης αναφορά στα γεγονότα που η αιτήτρια δεν απεκάλυψε. Μεταξύ αυτών ο κ. Χριστοδούλου αναφέρει ότι στις 17.8.2012 η αιτήτρια έστειλε νέα ειδοποίηση τερματισμού της συμφωνίας ημερ. 28.4.2005, προφανώς αναγνωρίζοντας ότι η προηγούμενη ειδοποίηση τερματισμού του 2009 είναι άκυρη, και έχει καταχωρήσει αίτηση διαιτησίας ημερ. 29.8.2012 στο LCIA για το θέμα της εγκυρότητας του τερματισμού, και ότι εκκρεμεί αίτηση διάλυσης της εναγομένης 2 την οποία καταχώρησε η καθ΄ης η αίτηση εν όψει της αδυναμίας λήψης ομόφωνων αποφάσεων για την εναγόμενη
  20. Ο κ. Χριστοδούλου ισχυρίζεται ότι η απαίτηση των εναγουσών στην παρούσα αγωγή περιλαμβάνει δήλωση ότι η εν λόγω συμφωνία παραμένει ισχύουσα και δεσμευτική, η υπό κρίση αίτηση αποσκοπεί στην παραβίαση της συμφωνίας ημερ. 28.4.2005, και παρόλο που η αιτήτρια έχει προσφύγει στο LCIA ζητώντας να κριθεί νόμιμος ο τερματισμός της εν λόγω συμφωνίας η ίδια ενεργεί ως ο τερματισμός να έχει ήδη κριθεί έγκυρος. Τέλος, ο κ. Χριστοδούλου αναφέρει ότι ο στόχος της αιτήτριας είναι η απόκτηση του πλήρους ελέγχου της εναγομένης 2 με τον παραγκωνισμό της καθ΄ης η αίτηση κατά παράβαση της συμφωνίας ημερ. 28.4.2005, η πρόκληση αδιεξόδου και στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 4 και η πρόκληση της διάλυσης της εξ ανταπαιτήσεως εναγομένης 4 εν όψει της αδυναμίας λήψης ομόφωνων αποφάσεων, και η εξεύρεση τρόπου απόκτησης του ελέγχου της θυγατρικής εταιρείας της εξ ανταπαιτήσεως εναγομένης 4, Closed Joint Stock Company Naftatrans, της οποίας η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 4 κατέχει το 100% του μετοχικού κεφαλαίου. Κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος της αιτήτριας εισηγήθηκε ότι το άρθρο 32 του Ν. 14/60 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να ακυρώσει και/ή τροποποιήσει προσωρινό διάταγμα και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της αιτήτριας να αποδείξει εύλογη αιτία. Αφού ο κ. Κυριακίδης ανέλυσε τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα και αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπό κρίση αίτησης, εισηγήθηκε ότι η συνέχιση της ισχύος του διατάγματος αποτελεί αδικαιολόγητη παρέμβαση στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της αιτήτριας και κατάχρηση της διαδικασίας και ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση πρέπει να εγκριθεί. Ο κ. Κυριακίδης ακολούθως σχολίασε τους λόγους ένστασης και τις θέσεις της καθ΄ ης η αίτηση. Αρχικά ήταν η θέση του ότι η εισήγηση για παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από την πλευρά της αιτήτριας δεν ευσταθεί καθότι η αίτηση έγινε διά κλήσεως και έτσι ακούστηκαν και οι δύο πλευρές στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης. Ο κ. Κυριακίδης εξέφρασε τη θέση ότι ο οποιοσδήποτε μεταγενέστερος τερματισμός και η εκκρεμότητα άλλων διαδικασιών δεν αφορούν τα επίδικα θέματα της παρούσας αίτησης και επομένως δεν μπορούν να επηρεάσουν την έκβαση αυτής. Ο δικηγόρος της αιτήτριας ανέφερε επίσης ότι η αναφορά στους λόγους ένστασης και στην ένορκη δήλωση του κ. Χριστοδούλου στα ισχυριζόμενα κίνητρα της αιτήτριας είναι εντελώς άσχετη, νομικά αβάσιμη και αναληθής. Ήταν η βασική θέση του κ. Κυριακίδη ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη, και από τη στιγμή που το ουσιαστικό δικαίωμα της αγωγής, βάσει του οποίου εκδόθηκαν τα διατάγματα, έχει καταλυθεί, τότε το διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί. Ο κ. Κυριακίδης κάνει παραπομπή στην αγόρευση των δικηγόρων της καθ΄ης η αίτηση στο πλαίσιο του αιτήματος για οριστικοποίηση των διαταγμάτων, στην οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα μεταβίβασης των 10 μετοχών της αιτήτριας εφόσον η συμφωνία μετόχων λήξει ή νόμιμα τερματιστεί, επομένως η ίδια η καθ΄ης η αίτηση αναιρεί τη θέση της και αυτό είναι ενδεικτικό της καταχρηστικής στάσης της. Τέλος, ο κ. Κυριακίδης εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο δεν καλείται να επανεκδικάσει την αίτηση για έκδοση του διατάγματος ούτε να επανεκδώσει το διάταγμα, παρά μόνο πρέπει να ικανοποιηθεί κατά πόσο συντρέχει εύλογη αιτία που να καθιστά ορθή και δίκαιη την ακύρωση του διατάγματος. Η κα Κακουλλή, στη δική της αγόρευση, αναφέρθηκε περιληπτικά στα γεγονότα, όπως αυτά περιέχονται στην ένορκη δήλωση του κ. Χριστοδούλου, για να καταδείξει ότι ο στόχος της αιτήτριας είναι να ξεφορτωθεί τις πρόνοιες της συμφωνίας ημερ. 28.4.2005 για να ελέγχει την εναγόμενη 2, και ότι με το εκδοθέν διάταγμα η καθ΄ ης η αίτηση ζητά τη διατήρηση του status quo, δηλαδή τον σεβασμό των δικαιωμάτων της εναγομένης 2, μέχρι την επίλυση της επίδικης διαφοράς, κάτι το οποίο θα εξαλειφθεί με την ακύρωση του διατάγματος. Ήταν η θέση της κας Κακουλλή ότι η αιτήτρια παρέλειψε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό κρίση αίτηση, και αυτό καταδεικνύει την πρόθεση της να αξιοποιήσει μία πρόνοια της εν λόγω συμφωνίας με παραπομπή σε αυτή μεμονωμένα και αποσπασματικά, ενώ η πλευρά της καθ΄ης η αίτηση έθεσε όλα τα γεγονότα ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει πλήρη εικόνα αυτών στο πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης. Η κα Κακουλλή σημείωσε ακόμα ότι το Δικαστήριο που οριστικοποίησε το διάταγμα είχε ενώπιον του τη συμφωνία ημερ. 28.4.2005, και δεν έκρινε ότι το διάταγμα έπρεπε να είχε ημερομηνία λήξης τις 27.10.2010 (προφανώς πρόκειται για τυπογραφικό λάθος και πρέπει να είναι 27.4.2010), αλλά καθόρισε την ισχύ του μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής. Επομένως, αυτός ο όρος δεν είναι κάτι καινούργιο, λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, ή έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, κατά την έκδοση της απόφασης του, και αν η πλευρά της αιτήτριας θεωρούσε αυτό το μέρος της απόφασης σε σχέση με τον καθορισμό του χρόνου ισχύος του διατάγματος λανθασμένο, τότε έπρεπε να το εγείρει ως λόγο έφεσης στο πλαίσιο της Έφεσης αρ. 473/2009 που καταχωρήθηκε εναντίον της εν λόγω απόφασης του Δικαστηρίου. ΄Ετσι η κα Κακουλλή εισηγήθηκε ότι το παρόν Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο για να αναθεωρήσει την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 25.11.2009 και να ενεργήσει ως Εφετείο. Τέλος, η κα Κακουλλή αναφέρθηκε στις θεραπείες που ζητούνται με την παρούσα αγωγή και οι οποίες επεκτείνονται πέραν αυτών στις οποίες εστιάζεται η αιτήτρια και καλύπτουν τη χρονική περίοδο πέραν της 27.4.2010, σε αντίθεση με τη θέση της αιτήτριας. Η δικηγόρος της καθ΄ης η αίτηση κατέληξε ότι το Δικαστήριο οριστικοποίησε το διάταγμα ούτως ώστε η αγωγή και οι αιτούμενες θεραπείες να μην καταστούν άνευ αντικειμένου, και κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την υπό κρίση αίτηση. Το πρώτο θέμα που εγείρεται είναι κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει την παρούσα αίτηση εν όψει της φύσης της αιτούμενης θεραπείας. Παρόλο που ο ισχυρισμός για δεδικασμένο δεν περιέχεται στους λόγους ένστασης, εν τούτοις αυτός μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο όπου προκύπτει αυτόματα από τα ενώπιον του γεγονότα. Σχετική είναι η υπόθεση Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v. Δημήτρη

(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 551, στην οποία γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Stylianou ν. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542 όπου αναφέρθηκε ότι δεν είναι απαραίτητη η ρητή αναφορά σε κώλυμα όταν από τα γεγονότα που παρατίθενται προκύπτει επίκληση του. Αυτός ο ισχυρισμός αποτέλεσε αντικείμενο της αγόρευσης της δικηγόρου της καθ΄ης η αίτηση η οποία εισηγήθηκε ότι το θέμα του χρονικού περιορισμού της απαγόρευσης πώλησης των μετοχών της αιτήτριας, με βάση τον σχετικό όρο της συμφωνίας ημερ. 28.4.2005, ήταν γνωστό σε όλες τις πλευρές και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της μονομερούς αίτησης και εκδίκασης αυτής για την οριστικοποίηση των διαταγμάτων, επομένως η πλευρά της αιτήτριας όφειλε να καταχωρήσει έφεση εναντίον αυτού του μέρους της απόφασης για την οριστικοποίηση των διαταγμάτων αν διαφωνούσε με την περίοδο ισχύος αυτών και δεν δικαιούται να ζητά την αιτούμενη θεραπεία με την υπό κρίση αίτηση από το παρόν Δικαστήριο. Ο δικηγόρος της αιτήτριας, κατά την αγόρευση του και σε απάντηση των λόγων ένστασης, ασχολήθηκε με το θέμα λέγοντας ότι η αιτήτρια δεν ζητά επανεκδίκαση της αίτησης έκδοσης του διατάγματος ούτε και επανέκδοση αυτού αλλά διαφορετική θεραπεία με διαφορετικά κριτήρια για τα οποία η αιτήτρια πρέπει να ικανοποιήσει το παρόν Δικαστήριο. Στην υπόθεση Genzyme Corporation v. Kayat Trading Ltd
(2010)1(A) A.A.Δ. 639, λέχθηκε ότι η δημιουργία κωλύματος το οποίο πηγάζει από την αρχή του δεδικασμένου αποκλείει την εκ δευτέρου δικαστική εξέταση ζητήματος το οποίο λύθηκε σε προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου. Η ανάγκη εφαρμογής του κανόνα επεξηγήθηκε στην υπόθεση K.S.R. Commercio S.A. κ.ά. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309, στην οποία τονίστηκε ότι: «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματά του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπισή του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα.» Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου λόγω ύπαρξης άλλης απόφασης έχουν καθιερωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Borna Alikhani, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Hossein Alikhani v. Γεώργιου Προδρόμου και Borna Alikhani, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Hossein Alikhani v. Ρέβης Προδρόμου, Πολ. Εφέσεις αρ. 22/2009 και 27/2009, ημερ. 10.4.2012, Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1298 και Κανάρης v. Λοίζου κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ.
  1. Χρήσιμη ανάλυση επί του θέματος περιέχεται επίσης στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, του Τάκη Ηλιάδη, στις σελ. 90-
  2. Το δεδικασμένο προϋποθέτει τελεσίδικη απόφαση επί αγωγής ή ζητήματος εγερθέντος ενώπιον Δικαστηρίου μεταξύ των ιδίων διαδίκων με την ίδια ιδιότητα, καθώς επίσης ταυτότητα επιδίκων θεμάτων. Στην υπό κρίση περίπτωση, είναι πρόδηλο ότι η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 25.11.2009 είναι τελεσίδικη καθότι αυτή είναι καθοριστική για τα δικαιώματα των διαδίκων, ανεξαρτήτως της δυνατότητας καταχώρησης έφεσης ή ακόμα του γεγονότος ότι εκκρεμεί ακρόαση έφεσης. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, του Τάκη Ηλιάδη, στη σελ. 95, όπου γίνεται και παραπομπή σε σχετική Αγγλική νομολογία καθώς επίσης στην υπόθεση Κωστοπούλλου κ.ά. ν. Λοΐζου κ.ά.
(2005)1 Α.Α.Δ. 576. Τόσο στην προγενέστερη αίτηση ημερ. 7.10.2009 όσο και στην παρούσα αίτηση οι διάδικοι είναι οι ίδιοι και έχουν την ίδια ιδιότητα. Η τελευταία προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα του δεδικασμένου επιβάλλει την ταύτιση των επίδικων θεμάτων και περιλαμβάνει όχι μόνο θέματα που ηγέρθησαν στην προγενέστερη διαδικασία αλλά και ζητήματα τα οποία οι διάδικοι, ασκώντας εύλογη επιμέλεια, θα μπορούσαν να προβάλουν σε αυτή ως μέρος της επίδικης διαφοράς τους. Στην υπόθεση Theoki and Another v. Djoni and Another
(1984)1 C.L.R. 296, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την Αγγλική απόφαση Henderson v. Henderson (1843-1860) All E.R. (Rep.) 378, αποφάσισε ότι ο κανόνας δεν εφαρμόζεται μόνο σε θέματα που είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία αλλά και σε κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίο οι διάδικοι με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εγείρει. Το ακόλουθο απόσπασμα από την εν λόγω υπόθεση είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «I state the rule of the Court correctly, when I say, that where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by, a Court of competent jurisdiction, the Court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which has not brought forward only because they have, from negligence, inadvertence, or even accident,omitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in special case, not only to points upon which the Court was actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belonged to the subject of litigation and which the parties, exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time.» Χρήσιμη παραπομπή γίνεται επίσης στις υποθέσεις Θεοδώρου v. Μάντη
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1036, Παπαμιχαήλ v. Παμπόρης Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 563 και Τσιακλίδης v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2005)1(Α) Α.Α.Δ.
  1. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου της παρούσας αγωγής, η συμφωνία ημερ. 28.4.2005 με το περιεχόμενο αυτής, που αποτελεί τη βάση της απαίτησης των εναγουσών στην παρούσα αγωγή, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την πλευρά των εναγουσών στο πλαίσιο της μονομερούς αίτησης ημερ. 7.10.2009 με την οποία ζητούσαν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Μετά την έκδοση αυτών, η πλευρά της εναγομένης 1 καταχώρησε ένσταση η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Anatoly Loktionov, και στην οποία δεν αμφισβητείται η ύπαρξη της εν λόγω συμφωνίας. Μάλιστα, κατά την εκδίκαση της αίτησης για οριστικοποίηση των διαταγμάτων, στην αγόρευση των δικηγόρων των εναγουσών γίνεται ρητή παραπομπή στον σχετικό όρο της εν λόγω συμφωνίας αλλά και ο δικηγόρος της εναγομένης 1 στη δική του αγόρευση κάνει αναφορά και παραθέτει αυτούσιο το περιεχόμενο του σχετικού όρου και σχολιάζει αυτόν δίνοντας τη δική του νομική ερμηνεία σε συνάρτηση με τα γεγονότα τα οποία η πλευρά της εναγομένης 1 επικαλείται προς υποστήριξη της ένστασης της. Στην απόφαση του ημερ. 25.11.2009 το Δικαστήριο, κατά την παράθεση των γεγονότων, κάνει επίσης αναφορά στην ύπαρξη του εν λόγω όρου στη συμφωνία ημερ. 28.4.
  2. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, είναι πρόδηλο ότι το θέμα της ύπαρξης του εν λόγω όρου στη συμφωνία ημερ. 28.4.2005 που έθετε χρονικό περιορισμό στην απαγόρευση μεταβίβασης των μετοχών της ενάγουσας 1 και της εναγομένης 1 για 5 χρόνια από την ημερομηνία της συμφωνίας, ήταν γνωστό στις δύο πλευρές και μάλιστα αποτέλεσε αντικείμενο επίκλησης και σχολιασμού από τις δύο πλευρές στο πλαίσιο της εκδίκασης της αίτησης ημερ. 7.10.2009 για οριστικοποίηση των προσωρινών διαταγμάτων που εκδόθηκαν την ίδια ημερομηνία. Αυτό το θέμα τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου στο πλαίσιο εκδίκασης της εν λόγω αίτησης. Βέβαια δεν μου διαφεύγει ότι η πλευρά της εναγομένης 1, στην ένσταση της στην αίτηση ημερ. 7.10.2009, δεν ήγειρε ισχυρισμό ότι σε περίπτωση που τα προσωρινά διατάγματα οριστικοποιούνταν από το Δικαστήριο, τότε η ισχύς τους μπορούσε να ήταν κατά το μέγιστο μέχρι τις 27.4.2010, κατ΄ επίκληση και εφαρμογή του σχετικού όρου της συμφωνίας ημερ. 28.4.
  3. Όμως, εφόσον όλα τα δεδομένα ήταν εξ αρχής γνωστά και στις δύο πλευρές, και ειδικότερα στην πλευρά της εναγομένης 1, και επομένως η εναγόμενη 1 είχε την ευχέρεια και τη δυνατότητα να εγείρει αυτό το θέμα στο πλαίσιο της αίτησης ημερ. 7.10.2009, θεωρώ ότι η εναγόμενη 1 δεν μπορεί να προβάλλει εκ νέου το ίδιο θέμα όπως κάνει με την υπό κρίση αίτηση. Οι θεραπείες που η εναγόμενη 1 ζητά με την παρούσα αίτηση ουσιαστικά ισοδυναμούν με τον περιορισμό της ισχύος των διαταγμάτων που εκδόθηκαν από το Δικαστήριο και οριστικοποιήθηκαν στο πλαίσιο της αίτησης ημερ. 7.10.2009, κάτι το οποίο, όπως αναφέρεται πιο πάνω, είναι άρρηκτα συνυφασμένο με τα επίδικα θέματα της αίτησης ημερ. 7.10.2009 που αφορούσαν την οριστικοποίηση και διάρκεια ισχύος των εν λόγω διαταγμάτων και μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο της εν λόγω αίτησης, και επομένως θεωρώ ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει την παρούσα αίτηση λόγω της ύπαρξης δεδικασμένου. Μάλιστα, προχωρώντας ακόμα ένα βήμα, συμφωνώ με τη θέση της δικηγόρου της ενάγουσας 1 ότι η εναγόμενη 1 είχε στη διάθεση της νομικά διαβήματα τα οποία μπορούσε να χρησιμοποιήσει για την επίτευξη του στόχου της να περιορίσει τη χρονική περίοδο ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων, και αυτά είναι τόσο η έγερση του θέματος στο πλαίσιο εκδίκασης της αίτησης ημερ. 7.10.2009 όσο και η καταχώρηση έφεσης σε σχέση με αυτό το θέμα κατά της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 25.11.
  4. Αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου αναπόφευκτα απολήγει στην απόρριψη της παρούσας αίτησης. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω και την ουσία της υπό κρίση αίτησης. Το άρθρο 32 του Ν. 14/60 προνοεί ότι οποιοδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του εδαφίου
(1)του ίδιου άρθρου, δύναται να τροποποιηθεί καθ΄οιονδήποτε χρόνο από το Δικαστήριο με μόνη προϋπόθεση την απόδειξη εύλογης αιτίας. Επομένως, κατά την εξέταση της παρούσας αίτησης το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο η αιτήτρια απέσεισε το βάρος να καταδείξει ότι συντρέχει εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την ακύρωση ή τροποποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Σχετικές είναι οι υποθέσεις ABP Holdings κ.ά. v. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 και Seamark Consultancy Services Ltd κ.ά. v. Lasala κ.ά.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά., Πολ. Έφεση αρ. 54/2012, ημερ. 27.6.2012, αναγνωρίστηκε ότι η ενδιάμεση θεραπεία «παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος.» Πριν προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης, κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με τον ισχυρισμό της καθ΄ης η αίτηση ότι η αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό κρίση αίτηση. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπεια την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει. Αυτή η νομική αρχή δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση αίτηση, καθότι η αίτηση καταχωρήθηκε διά κλήσεως και αυτή εκδικάστηκε αφού η ενάγουσα 1 καταχώρησε ένσταση και είχε την ευκαιρία να προβάλει τους δικούς της ισχυρισμούς και να θέσει τα γεγονότα εκείνα που θεωρούσε σκόπιμο να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Έτσι, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει επί της αίτησης έχοντας ενώπιον του τις ολοκληρωμένες θέσεις όλων των πλευρών. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ.
  1. Άλλωστε, αυτή διαφάνηκε να είναι και η θέση της ενάγουσας 1, όπως αναφέρθηκε από τη δικηγόρο της κατά την αγόρευση της. Είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι ο χρόνος λήξης της απαγόρευσης πώλησης των μετοχών που η αιτήτρια κατέχει στην εναγόμενη 2, δηλαδή τα 5 χρόνια από την ημερομηνία της εν λόγω συμφωνίας, σύμφωνα με ρητό όρο αυτής, έχει παρέλθει. Αυτό το γεγονός από μόνο του δεν θεωρώ ότι είναι αρκετό να επιφέρει τέτοια διαφοροποίηση των περιστάσεων που αφορούν το εκδοθέν διάταγμα έτσι ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση ή τροποποίηση του. Η αιτήτρια επικαλείται τον εν λόγω όρο της συμφωνίας η οποία, όπως ισχυρίζεται, αποτελεί τη βάση της απαίτησης των εναγουσών, και εφόσον ο όρος αυτός πλέον καθίσταται χωρίς ισχύ, τότε δεν συντρέχει λόγος για την ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος. Πράγματι η απαίτηση των εναγουσών στηρίζεται στην εν λόγω συμφωνία και ειδικότερα στον ισχυριζόμενο παράνομο τερματισμό αυτής από την εναγόμενη 1, εξ ου και η αξίωση τους περιλαμβάνει δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ειδοποίηση τερματισμού της συμφωνίας ημερ. 28.4.2005 που απέστειλε η εναγόμενη 1 είναι παράνομη και/ή αντισυμβατική και διατάγματα του Δικαστηρίου που να απαγορεύουν στην εναγόμενη 1 να διαθέσει και/ή μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει με οποιονδήποτε τρόπο και/ή επιβαρύνει το κεφάλαιο της και/ή οποιεσδήποτε από τις 600 μετοχές που κατέχει στην εναγόμενη 2 μέχρι και τις 27.4.
  2. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η αιτήτρια απομονώνει μέρος της απαίτησης των εναγουσών καθότι αυτές δεν ζητούν μόνο εφαρμογή της εν λόγω πρόνοιας της συμφωνίας σε σχέση με την απαγόρευση πώλησης των μετοχών από την εναγόμενη 1 αλλά και αναγνώριση της εγκυρότητας και ισχύος της συμφωνίας και της γενικής απαγόρευσης πώλησης των μετοχών από την εναγόμενη 1, πέραν του χρονικού περιορισμού, για να προσδοθεί αποτελεσματικότητα και να επιτευχθεί ο σκοπός της εν λόγω συμφωνίας, σύμφωνα βέβαια με την ερμηνεία που οι ενάγουσες δίνουν σε αυτή. Η πλευρά της εναγομένης 1 έχει διαφορετική άποψη αναφορικά με την ερμηνεία της εν λόγω συμφωνίας, όμως αυτό είναι θέμα που άπτεται της ουσίας της αγωγής και δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης. Η πλευρά της αιτήτριας ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η ενάγουσα 2 προέβη σε μεταβίβαση των δικών της μετοχών μετά τη λήξη της προθεσμίας που προνοούσε η συμφωνία, και επομένως είναι άδικο η εναγόμενη 1 να τύχει διαφορετικής μεταχείρισης σε σχέση με τη δυνατότητα μεταβίβασης των μετοχών της. Για τον σκοπό εξέτασης της παρούσας αίτησης, θεωρώ ότι εκείνο που ενέχει σημασία είναι κατά πόσο δικαιολογείται η διαφοροποίηση του εκδοθέντος διατάγματος που αφορά τις μετοχές της εναγομένης
  3. Το εκδοθέν διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απαγόρευση πώλησης των μετοχών της εναγομένης 1 μόνο σύμφωνα με τις πρόνοιες της εν λόγω συμφωνίας αλλά αποσκοπεί στη διατήρηση του status quo με τη μη αποξένωση των μετοχών της εναγομένης 1 μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής και την απόφαση του Δικαστηρίου αναφορικά με την ισχύ της εν λόγω συμφωνίας και την εφαρμογή αυτής. Επομένως, με αυτά τα δεδομένα, δεν θεωρώ ότι η μεταβίβαση των μετοχών της ενάγουσας 2 αυτόματα εξουδετερώνει την ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος και/ή παραγνωρίζει τα δικαιώματα των μερών στην εν λόγω συμφωνία ημερ. 28.4.2005 της οποίας η νομική ισχύς επιδιώκεται να αποφασιστεί από το Δικαστήριο με την παρούσα αγωγή. Τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του κ. Χριστοδούλου που συνοδεύει την ένσταση, και τα οποία κατά την εισήγηση της καθ΄ης η αίτηση είναι ουσιαστικά και πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, δεν αμφισβητήθηκαν ή αντικρούστηκαν με οποιοδήποτε τρόπο από την πλευρά της αιτήτριας. Αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της επίδικης διαφοράς στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, όμως, σύμφωνα με τη θέση του κ. Χριστοδούλου, είναι ενδεικτικά της στάσης και συμπεριφοράς της αιτήτριας και τείνουν να καταδείξουν την πρόθεση της να προχωρήσει σε ενέργειες που θα αλλάξουν τη δομή και τρόπο διοίκησης της εναγομένης 2, με αποτέλεσμα την αναγκαιότητα της διατήρησης της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος για να διατηρηθεί η υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Τέλος, ο δικηγόρος της αιτήτριας παρέπεμψε το Δικαστήριο στην αγόρευση των δικηγόρων της καθ΄ης η αίτηση στο πλαίσιο της αίτησης ημερ. 7.10.2009, στην οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα μεταβίβασης των 10 μετοχών της αιτήτριας εφόσον η συμφωνία μετόχων λήξει ή νόμιμα τερματιστεί, επομένως η ίδια η καθ΄ης η αίτηση δεν μπορεί τώρα να αλλάζει θέση και να ισχυρίζεται ότι η μεταβίβαση των μετοχών της εναγομένης 1 δεν είναι δυνατή έστω και μετά τη λήξη της πενταετούς περιόδου σύμφωνα με τις πρόνοιες της εν λόγω συμφωνίας. Δεν υιοθετώ αυτή τη θέση του δικηγόρου της αιτήτριας. Με μίαν ανάγνωση της εν λόγω αγόρευσης των δικηγόρων της ενάγουσας 1, σε αυτή αναφέρεται ότι για να μπορούσε η εναγόμενη 1 να προβεί σε μεταβίβαση των 10 μετοχών, θα έπρεπε η συμφωνία μετόχων να είχε λήξει (που δεν έληξε) ή νόμιμα τερματιστεί, κάτι το οποίο και πάλι δεν έγινε, και αυτό είναι το επίδικο ζήτημα που θα αποφασιστεί στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Θεωρώ ότι αυτή η αναφορά δεν συνεπάγεται αναγνώριση του δικαιώματος της εναγομένης 1 να μεταβιβάσει τις μετοχές της μετά τη λήξη της πενταετούς περιόδου, λαμβάνοντας υπόψη όλο το περιεχόμενο της εν λόγω αγόρευσης, τις θέσεις της ενάγουσας 1 αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα καθώς επίσης τον λόγο και τη φύση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, στην περίπτωση που θα μπορούσα να εξετάσω την ουσία της υπό κρίση αίτησης, θα κατέληγα στο συμπέρασμα ότι η αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί και απορρίπτεται καθότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης εύλογης αιτίας που να δικαιολογεί την ακύρωση ή τροποποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου για την ύπαρξη δεδικασμένου, η υπό κρίση αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας 1 - καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον της εναγομένης 1 - αιτήτριας, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)......... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Πολιτική / Ενδιάμεση Απόφαση Αναφορά: Ακύρωση Προσωρινού Διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.