Ελληνικής Τράπεζας Λτδ ν. Χαράλαμπου Θεοδώρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 81/2005, 7/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 81/2005 Μεταξύ: Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και
- Χαράλαμπου Θεοδώρου, από τη Λεμεσό
- Τρύφωνα Παναγίδη, από τη Λεμεσό
- Παναγιώτας Θεοδώρου Χαραλάμπους, από τη Λεμεσό
- Μιχάλη Χριστοδούλου, από τη Λεμεσό Εναγόμενων ---------------------- Αίτηση ημερομηνίας 27.4.2012 από τον εναγόμενο 4 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7.1.2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενο 4 - αιτητή: κ. Μ. Ιωάννου Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κ. Θ. Χριστοδούλου (κ. Γ. Αγαπίου για να ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 21.9.2005 εκδόθηκε εξ συμφώνου η ακόλουθη απόφαση στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο: «Μετά από εμφάνιση της αγωγής αυτής στην παρουσία του κ. Χριστοδούλου για Χρύση Δημητριάδη & Σία, δικηγόρου για Ενάγουσα, και του κ. Θουκιδίδη, δικηγόρου για τους Εναγόμενους 1,2,3 και 4, Το Δικαστήριο αυτό εκ συμφώνου δια του παρόντος ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ και ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ όπως:
- Οι Εναγόμενοι 1 και 3 πληρώσουν αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως στην ενάγουσα το ποσό των £20.000,00 με τόκο προς 10,5% ετησίως επ΄ αυτού από 21/09/05 μέχρι τελείας εξοφλήσεως.
- Ο Εναγόμενος 2 πληρώσει αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως με τους Εναγόμενους 1 και 3 στην Ενάγουσα το ποσό των £1.500,00 με τόκο προς 9% ετησίως επ' αυτού από 09/07/1991 μέχρι 31/08/1994, τόκους προς 8,5% από 01/09/1994 μέχρι 17/07/1997, τόκους προς 8% από 18/07/1997 μέχρι 02/01/2003 και τόκους προς 10,5% από 03/01/03 μέχρι τελείας εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστους έτους.
- Ο Εναγόμενος 4 πληρώσει αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως με τους Εναγόμενους 1,2 και 3 στην Ενάγουσα το ποσό των £9.600,00 με τόκο προς 8,5% ετησίως επ΄ αυτού από 03/03/97 μέχρι 17/07/97, τόκους προς 8% από 19/07/97 μέχρι 02/01/03 και τόκους προς 10,5% από 03/01/03 μέχρι τελείας εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
- Οι Εναγόμενοι 1,2,3 και 4 πληρώσουν αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως στην Ενάγουσα το ποσό των £424,50 έξοδα της αγωγής αυτής συμπεριλαμβανομένων των εξόδων εκδόσεως της απόφασης αυτής με τόκο επ΄ αυτού προς 8% από 11/01/05 μέχρι τελείας εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ.
- Θα υπάρχει αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι 30/09/05 υπό τον όρο ο Εναγόμενος 1 θα πληρώσει μέχρι τότε το ποσό των £10.000,
- Θα υπάρχει περαιτέρω αναστολή μέχρι 31/10/
- Αν την 01/11/05 ο Εναγόμενος 1 πληρώσει το ποσό των £200,00 θα υπάρχει περαιτέρω αναστολή εκτέλεσης μήνα με μήνα νοουμένου ότι ο Εναγόμενος 1 θα συνεχίσει να καταβάλλει το ποσό των £200,00 την 1η μέρα εκάστου μήνα μέχρι πλήρους εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων.
- Οι Ενάγοντες επιφυλάσσουν το δικαίωμα καταχώρησης ΜΕΜΟ εναντίον των Εναγομένων». Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων, βάση της αγωγής αποτέλεσαν διάφορες τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν στον εναγόμενο 1, δυνάμει δύο συμφωνιών που συνήψαν μαζί του, υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού η μία και δανείου η άλλη. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 ενάχθηκαν υπό την ιδιότητά τους ως εγγυητών του εναγόμενου 1, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα μαζί του, σε σχέση με τις υποχρεώσεις του έναντι των εναγόντων, απόρροια των παραπάνω συμφωνιών. Στις 27.4.2012, ο εναγόμενος 4 ( στο εξής «ο αιτητής») καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου παραμερίζον και/ή ακυρώνον το Διάταγμα και/ή την απόφαση την εκδοθείσα την 21.09.2005 εναντίον του Εναγομένου αρ. 4 εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή δικαιωματικά (ex debito justitiae) και/ή άλλως πως όπως το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθό και δίκαιο κάτω από τις περιστάσεις και τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης. Β. Οιανδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δικαία και εύλογο. Γ. Έξοδα». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.5, Δ.17 Θ.10, Δ.26,Θ.14 και Δ.48 Θ.Θ.2 μέχρι 4 και 9 (h), στο άρθρο 30 1.,
- και
- του Συντάγματος και τέλος, στην εν γένει πρακτική, διακριτική ευχέρεια καθώς και στις εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση εμφαίνονται στη επισυνημμένη ένορκη δήλωση του αιτητή, ημερομηνίας 27.4.
- Οι βασικές θέσεις του αιτητή, όπως αναδύονται μέσα από το περιεχόμενο της ένορκής του δήλωσης είναι οι εξής: Έμαθε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του στην παρούσα αγωγή στις 9 ή 10 Απριλίου 2012, όταν επικοινώνησε μαζί του δικαστικός επιδότης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και τον πληροφόρησε ότι είχε ένταλμα κατάσχεσης τριών αυτοκινήτων του προς ικανοποίηση της εν λόγω απόφασης. Ουδέποτε του επιδόθηκε κλητήριο ένταλμα ή οποιαδήποτε αίτηση σε σχέση με την αγωγή, μα ούτε και πληροφορήθηκε από οποιοδήποτε και με οποιοδήποτε τρόπο για την ύπαρξη της αγωγής ή της απόφασης σ' αυτή. Όταν στις 23.4.2012 επισκέφθηκε μαζί με το δικηγόρο του το πρωτοκολλητείο και ερεύνησαν το δικαστικό φάκελο της υπόθεσης, δεν υπήρχε σ' αυτόν ένορκη δήλωση επίδοσης της αγωγής στον ίδιο ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που να αποδείκνυε ότι του έγινε τέτοια επίδοση. Τα διάφορα έγγραφα που υπήρχαν στο φάκελο τα έβλεπε για πρώτη φορά. Ανάμεσα στα διάφορα έγγραφα που υπήρχαν στο φάκελο ήταν και μία έκθεση υπεράσπισης καθώς και μία επιστολή του δικηγόρου Άγι Π. Θουκυδίδη, ημερομηνίας 22.6.2005 μαζί με ένα τύπο διορισμού δικηγόρου. Πραγματικά εκπλάγηκε όταν τα είδε. Ουδέποτε στη ζωή του συνάντησε το δικηγόρο Άγι Θουκυδίδη, ουδέποτε συνομίλησε μαζί του και ουδέποτε το διόρισε δικηγόρο για να τον εκπροσωπήσει στην παρούσα αγωγή, να καταχωρήσει την υπεράσπιση που καταχώρησε και τέλος να δεχθεί εκ συμφώνου απόφαση σ' αυτήν εναντίον του. Στο καταχωρημένο κλητήριο ένταλμα αναφέρεται ως διεύθυνσή του η οδός Πέτρου Τσίρου & Δροσίνης 26, πολ. Olga, διαμ. 103, Λεμεσός. Διέμενε στo συγκεκριμένο διαμέρισμα μέχρι και τις 20.10.1994 που το πούλησε σε πρόσωπο που αναφέρει, στο οποίο παράδωσε και την κατοχή. Μολονότι είναι η υπογραφή του στο σχετικό τύπο διορισμού που υπάρχει στο φάκελο του Δικαστηρίου, εντούτοις δεν υπόγραψε για να διορίσει τον Άγι Θουκυδίδη για να τον υπερασπίσει στην παρούσα αγωγή. Θυμάται πολύ καλά ότι αρχές καλοκαιριού του 2005, του τηλεφώνησε ένας επιδότης από το Δικαστήριο και του ανάφερε ότι είχε μια υπόθεση εναντίον του. Συγκεκριμένα, του είπε ότι δήθεν έδωσε μία επιταγή στη υπεραγορά Ορφανίδης στη Λάρνακα για το ποσό των £2.000,00, η οποία δεν είχε αντίκρισμα, οπότε και θα έπρεπε να του υπογράψει ένα έντυπο όπως τον τύπο διορισμού δικηγόρου υπό εναγόμενου που υπάρχει στο φάκελο της παρούσας υπόθεσης. Ανάφερε τότε στον επιδότη ότι ουδέποτε ήταν πελάτης στη συγκεκριμένη υπεραγορά και ίσως να είναι κάποιο άλλο άτομο που εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή, ωστόσο, αφού του ζήτησε επιδότης του Δικαστηρίου να θέσει την υπογραφή του, την έθεσε. Αυτή ήταν και η μοναδική φορά στη ζωή του που έθεσε την υπογραφή του σε τέτοιο έντυπο και δε γνωρίζει πως αυτό βρέθηκε στο φάκελο της υπόθεσης. Διάβασε προσεκτικά την έκθεση απαιτήσεως των εναγόντων και αρνείται όλους τους ισχυρισμούς τους που έχουν σχέση μαζί του, ως επίσης και ότι τους οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Πιστεύει ότι έχει καλή υπεράσπιση και είναι άδικο να αναγκαστεί να πληρώσει χωρίς να χρωστά. Οι ενάγοντες, στις 10.7.2012 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, επικαλούμενοι τους ακόλουθους λόγους: «
- Η αγωγή επιδόθηκε στον Εναγόμενο 4 προσωπικά και/ή η επίδοση της αγωγής στον Εναγόμενο 4 ήταν ορθή και/ή κανονική.
- Ο Εναγόμενος 4 διόρισε δικηγόρο και/ή αντιπροσωπεύθηκε από δικηγόρο στη διαδικασία και την ημέρα έκδοσης της εκ συμφώνου απόφασης.
- Η Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου 4 η οποία συνοδεύει την Αίτηση στερείται πειστικότητας και/ή εμπεριέχει δηλώσεις που δεν ευσταθούν και/ή αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του.
- Ο Εναγόμενος 4 δεν αποκάλυψε και/ή δεν έχει καλή υπεράσπιση.
- Η παρούσα αίτηση γίνεται με μεγάλη καθυστέρηση.
- Η Αίτηση είναι κατά Νόμο και/ή ουσία αβάσιμη». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.5, Δ.17 Θ.Θ.1 μέχρι 14, Δ.26 Θ.14, Δ.40 Θ.Θ.1 μέχρι 17 και Δ.48 Θ.Θ. 1 μέχρι 9, στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του υπαλλήλου των εναγόντων Χρίστου Τσίγκη, ημερομηνίας 10.7.
- Οι βασικές θέσεις των εναγόντων σύμφωνα με το περιεχόμενο της παραπάνω ένορκης δήλωσης είναι οι εξής: Το κλητήριο ένταλμα έχει επιδοθεί στον αιτητή στις 16.5.
- Συνεπώς, ο περί αντιθέτου ισχυρισμός του είναι ψευδής. Ο διορισμός του κ. Θουκυδίδη από τον αιτητή ήταν νόμιμος, δεδομένης της παραδοχής του ότι του υπόγραψε σχετικό διοριστήριο, οπότε, ο κ. Θουκυδίδης ενεργούσε καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο εκ μέρους του και για λογαριασμό του. Η αγωγή επιδόθηκε στον αιτητή στην οδό 1ης Απριλίου 89 Α, Αγία Φύλα, Λεμεσός. Ο αιτητής δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε υπεράσπιση. Η αίτηση γίνεται με μεγάλη καθυστέρηση και είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του αιτητή, παραδέχτηκε πως δεν έχει προσωπική γνώση σε σχέση με τα εξής: Κατά πόσο το κλητήριο ένταλμα της υπόθεσης επιδόθηκε στο αιτητή στις 16.5.
- Ποια ήταν η διεύθυνση κατοικίας του τελευταίου στις 24.5.
- Ότι στις 24.5.2005, ο αιτητής δε διέμενε στην Αγία Φύλα, αλλά στο χωριό Παρεκκλησιά. Τέλος, αν ο αιτητής διόρισε δικηγόρο στην υπόθεση. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στην ολότητά του το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Παρατηρώ τα εξής: Η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη για όλους τους λόγους που συνθέτουν την ένσταση των εναγόντων σ' αυτή. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται ο αιτητής ότι ουδέποτε του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής, στο πλαίσιο της οποίας στις 21.9.2005 εκδόθηκε η εκ συμφώνου απόφαση και εναντίον του, την οποία επιδιώκει να παραμερίσει με την υπό κρίση αίτηση. Αυτό δεν είναι αληθές. Προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του δικαστικού επιδότη Παναγιώτη Κανάρη, ημερομηνίας 24.5.2005 (βλ. το τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Χρίστου Τσίγκη για τους ενάγοντες) ότι επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής (το οποίο επισυνάπτεται) επιδόθηκε προσωπικά στον αιτητή από τον εν λόγω επιδότη, έναντι της υπογραφής του πρώτου, στις16.5.
- Το γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, αντεξεταζόμενος δήλωσε έντιμα πως δεν έχει προσωπική γνώση του παραπάνω γεγονότος, δεν αναιρεί αυτό καθ' αυτό το γεγονός που αποδεικνύεται όχι από ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντα για τους ενάγοντες, αλλά, για να επαναλάβω, από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του δικαστικού επιδότη ο οποίος επέδωσε το κλητήριο ένταλμα στον αιτητή. Με αυτό ως δεδομένο, θεωρώ πως αιτητής, στην προσπάθειά του να καταρρίψει τη θέση των εναγόντων επί του προκειμένου, εκείνο που θα μπορούσε και όφειλε να κάνει ήταν, είτε να ζητήσει άδεια να αντεξετάσει το δικαστικό επιδότη επί του περιεχομένου της ένορκης του δήλωσης, με την οποία αναφέρει ότι επέδωσε προσωπικά στον αιτητή επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής είτε ακόμη να ζητήσει άδεια να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, με την οποία να τοποθετείται κατά τρόπο σαφή, αρκούντος πειστικό και τεκμηριωμένο επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του δικαστικού επιδότη είτε τέλος και τα δύο. Ούτε το ένα έκανε μα ούτε και το άλλο, παρά μόνο, επενδύοντας στο γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, αντεξεταζόμενος, ανάφερε το αυτονόητο κατά τη γνώμη μου, που είναι η παραδοχή του πως δε γνωρίζει προσωπικά κατά πόσο του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα, μου ζητά να δεχθώ πως δε συνέβη κάτι τέτοιο, όπως καθόλου πειστικά και χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης είναι η θέση του και ταυτόχρονα να μην αποδώσω καθόλου βαρύτητα στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, όχι οποιουδήποτε τυχαίου προσώπου, αλλά, ενός δικαστικού επιδότη. Ούτε και το αναντίλεκτο γεγονός ότι στο κλητήριο ένταλμα της αγωγής που βρίσκεται στο δικαστικό φάκελο αναγράφεται ως διεύθυνση του αιτητή η οδός Πέτρου Τσίρου & Δροσίνης 26 καθιστά αληθή τον αναληθή ισχυρισμό του ότι δεν του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα, επειδή, όπως ισχυρίζεται, στον ουσιώδη χρόνο δε διέμενε στην εν λόγω διεύθυνση. Επί τούτου θεωρώ και πάλι καθ' όλα πειστική - οπότε και την αποδέχομαι - τη θέση των εναγόντων, η οποία αποδεικνύεται και με ανεξάρτητη αλλά και άμεσα σχετική μαρτυρία ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον αιτητή στην οδό 1ης Απριλίου 89, Αγία Φύλα (βλ. το πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη Παναγιώτη Κανάρη - τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Χρίστου Τσίγκη για τους ενάγοντες - ). Ως εντελώς αναληθείς και στερούμενοι πειστικότητας απορρίπτονται και όλοι οι ισχυρισμοί και θέσεις του αιτητή αναφορικά με τις συνθήκες και το λόγο που καθ' ομολογία του υπόγραψε το σχετικό τύπο διορισμού δικηγόρου υπό εναγόμενου, δυνάμει του οποίου - παρότι αρνείται ο ίδιος ότι συνέβηκε κάτι τέτοιο - εξουσιοδότησε το δικηγόρο Άγι Θουκυδίδη να τον υπερασπίσει στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, εάν όντως ο λόγος που υπόγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο είναι αυτός που αναφέρει στην παράγραφο 11 της ένορκης του δήλωσης, όφειλε προτού υπογράψει να ρωτήσει τον επιδότη που του ζήτησε να υπογράψει ή με κάποιο τρόπο να φροντίσει να μάθει τι ήταν αυτό που θα υπόγραφε καθώς και το λόγο που θα έπρεπε να το υπογράψει. Έπειτα, και πάλι προτού το υπογράψει θα έπρεπε να επιδιώξει να δει το φάκελο της υπόθεσης που του είπε ο επιδότης ότι είχε εναντίον του. Τέλος, σε κάθε περίπτωση, αφού όπως ισχυρίζεται δεν είχε σχέση με την υπόθεση που υποτίθεται ότι του ανάφερε ο επιδότης ότι είχε εναντίον του, κατ' ουδένα λόγο δεν έπρεπε να δεχθεί να υπογράψει κάποιο έγγραφο χωρίς να γνωρίζει είτε το περιεχόμενό του είτε το λόγο που θα το υπόγραφε. Παρά τα προηγούμενα υπάρχει και η καθαρά νομική πτυχή του θέματος, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων που είναι η εξής: Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Τουτζικιάν κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας ( Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ.1240: «Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε, αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο.» Βλέπε και τη Μακρή κ.ά. ν. Χ'' Ευαγγέλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 203 από την οποία το ακόλουθο απόσπασμα: «Ο γενικός κανόνας είναι ότι ο καθένας υποτίθεται λαμβάνει γνώση του περιεχομένου ενός εγγράφου το οποίο υπογράφει και το βάρος της απόδειξης σε υπόθεση που η υπεράσπιση στηρίζεται επί του non est factum, όπως η παρούσα, ευρίσκεται πάνω στον εναγόμενο.» Των παραπάνω λεχθέντων, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι ο αιτητής, μολονότι διόρισε καθ' όλα νόμιμα το δικηγόρο Άγι Θουκυδίδη για να τον υπερασπίσει στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, με την υπό κρίση αίτηση, προκειμένου να αποστεί των υποχρεώσεών του οι οποίες απορρέουν από την απόφαση που ο τελευταίος δέχθηκε και εναντίον του, επίσης, καθ' όλα νόμιμα αργότερα, στα πλαίσια της σχετικής εξουσιοδότησης που του παραχώρησε με την υπογραφή του σχετικού διοριστηρίου, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε εξουσιοδότησε το συγκεκριμένο δικηγόρο για να τον εκπροσωπήσει στην παρούσα αγωγή κ.λ.π. καθώς και για να δεχθεί απόφαση σ' αυτή εναντίον του. Σε σχέση με το τελευταίο, τηρουμένων των αναλογιών, παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1(Β) Α.Α.Δ 793: «.το κατ' ισχυρισμό λάθος των δικηγόρων του εφεσείοντα ορθά δεν έγινε αποδεκτό ως βάσιμη αιτία παραμερισμού της απόφασης. Οι περιστάσεις της υπόθεσης δεν άφηναν περιθώρια αποδοχής τέτοιου ισχυρισμού γιατί αν συνέβαινε το αντίθετο θα δημιουργούσε «επικίνδυνο ρήγμα στην απονομή της δικαιοσύνης». Στην υπόθεση Βαρδιάνου ν. E. Richards
(1998)1 Α.Α.Δ. 698, η οποία υιοθετήθηκε στην Κυριάκου Α. Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 184 ειπώθηκαν τα εξής: «Ο διάδικος δεν μπορεί κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No 2) Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992: "The court should not be astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded." Βλέπε επίσης Μιχαηλίδης ν. Χρίστου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1190 και Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1348. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης.» Υπεισέρχομαι τώρα στο ερώτημα κατά πόσο ο αιτητής - μολονότι για λόγους που έχουν αναφερθεί η τύχη της αίτησης έχει ήδη κριθεί - με όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση έχει αποδείξει στον αναγκαίο βαθμό για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ότι έχει πράγματι καλή υπεράσπιση στην αγωγή, κάτι που αποτελεί πρωταρχικής σημασίας ζήτημα προκειμένου το Δικαστήριο να παραμερίσει δική του απόφαση (βλ. τη Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736). Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι αρνητική. Ακολουθεί το σκεπτικό: Ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός του αιτητή της παραγράφου 16 της ένορκής του δήλωσης σύμφωνα με τον οποίο αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες και η πίστη που εκφράζει στην παράγραφο 19 της ίδιας δήλωσής ότι έχει καλή υπεράσπιση και είναι άδικο να αναγκαστεί να πληρώσει χωρίς να χρωστά, δεν αποδεικνύουν άνευ άλλου ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, αφού, συν τοις άλλοις, απλή άρνηση δεν αποτελεί υπεράσπιση. Όπως υποδεικνύεται στην Καλλής (ανωτέρω): «ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ' αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση». Τα όσα αναφέρει ο αίτησης στην παράγραφο 17 της ένορκής του δήλωσης, δεν μπορούν να θεωρηθούν τέτοια στοιχεία, γιατί πολύ απλά ανάγονται σε χρόνο μεταγενέστερο του χρόνου έκδοσης της προς παραμερισμό απόφασης. Ενώπιόν μου εκκρεμεί αίτηση παραμερισμού απόφασης, οπότε τα διάφορα στοιχεία που ο αιτητής όφειλε να προσκομίσει (αν διέθετε τέτοια στοιχεία) ή τα γεγονότα που θα έπρεπε να επικαλεστεί προκειμένου να με πείσει πως έχει καλή ή γνήσια υπεράσπιση στην αγωγή θα έπρεπε να ανάγονταν σε χρόνο πριν από την έκδοση της απόφασης και όχι μετά την επέλευση του γεγονότος αυτού. Με απλή ανάγνωση του περιεχομένου 17 της ένορκής του δήλωσης είναι φανερό ότι ο αιτητής επιχειρεί να με πείσει πως έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, επικαλούμενος διάφορες πληρωμές που έγιναν από τους εναγόμενους έναντι του εξ αποφάσεως χρέους τους, δηλαδή, μετά την έκδοση της απόφασης. Τέλος, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και για τον επιπλέον λόγο ότι μία απόφαση που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Ανδρέου ν. P. & D. Crystal Line Co. Ltd
(2001)1(Γ) A.A.Δ.1521 μπορεί να ακυρωθεί με απόφαση που εκδίδεται στο πλαίσιο νέας αγωγής που καταχωρείται για το σκοπό αυτό. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 4 - αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση παραμερισμού εκ συμφώνου απόφασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο