AVIVA INSURANCE UK LIMITED ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 2640/12, 16/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2640/12 Μεταξύ: AVIVA INSURANCE UK LIMITED Ενάγουσα και
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
- Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων
- CH & G Emporium Cars Ltd Εναγόμενων Ημερομηνία: 16.1.13 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: κα Έλ. Μιχαηλίδου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση η κα Ειρήνη Ηλία) -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υπεβλήθη εκ μέρους της Ενάγουσας / Αιτήτριας στις 17.10.12 με την οποία ζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στην Εναγόμενη 3:
- διά θυροκολλήσεως του κλητηρίου εντάλματος στη θύρα του εγγεγραμμένου γραφείου της που βρίσκεται στην οδό Διαγόρου 9, 3012, Λεμεσός
- διά δημοσίευσης ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος σε ημερήσια εφημερίδα. Η αίτηση, η οποία υποβλήθηκε μονομερώς, βασίζεται στην Δ.5, θθ.1, 2, 7, 9 και 10, Δ.5Α και Δ.48, θθ 1, 2, 8
(1)(e) και
(2)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στην διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Παναγιώτη Χατζηευθυβούλου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Αιτήτριας, ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια να προβεί εκ μέρους και για λογαριασμό της στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Ο εν λόγω δικηγόρος προέβη στην εν λόγω ένορκο δήλωση καθότι οι διευθυντές και οι εκπρόσωποι της Αιτήτριας διαμένουν μόνιμα στο εξωτερικό. Στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης 3, από τώρα και στο εξής «η Εναγόμενη», είναι, όπως προκύπτει από έρευνα που έγινε στον Έφορο Εταιρειών, η οδός Διαγόρου 9, 3012, Λεμεσός. Μια δεύτερη διεύθυνση της Εναγόμενης, την οποία πληροφορήθηκαν οι δικηγόροι της Αιτήτριας, είναι η Λεωφόρος Σπύρου Κυπριανού 134, 3083, Λεμεσός. Προσπάθειες, όμως, που καταβλήθηκαν από τον ιδιώτη επιδότη, Μιχάλη Νεοφύτου, για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος απέβησαν άκαρπες καθότι τα γραφεία της Εναγόμενης και στις δύο πιο πάνω διευθύνσεις είναι κλειστά. Η Εναγόμενη δεν έπαυσε να υπάρχει ούτε και έχει διαλυθεί, η δε διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εξακολουθεί να είναι η ίδια στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών. Ο πιο πάνω αναφερόμενος ιδιώτης επιδότης Μιχάλης Νεοφύτου επικοινώνησε, επίσης, τηλεφωνικά με αξιωματούχο της Εναγόμενης με τον οποίο διευθέτησε συνάντηση για σκοπούς επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος σε αυτόν. Ο τελευταίος, όμως, δεν παρουσιάσθηκε στην συνάντηση. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αξιωματούχο ή άλλο ανώτερο υπάλληλο της Εναγόμενης είναι εξαιρετικά δύσκολη έως ακατόρθωτη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η παραχώρηση άδειας του Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος με τους τρόπους που αναφέρονται στην αίτηση είναι αναγκαία και δίκαιη. Η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος δεν θα επιφέρει οποιαδήποτε ζημιά ή αδικία στην Εναγόμενη και/ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Η Δ.5, θ.7 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: «In the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Στην απουσία νομοθετικής πρόνοιας που να ρυθμίζει την επίδοση διαδικαστικού μέτρου σε νομικό οργανισμό, επίδοση επίσημου αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος ή άλλου διαδικαστικού μέτρου στον πρόεδρο ή άλλο ανώτερο αξιωματούχο ή στον ταμία ή γραμματέα ενός τέτοιου οργανισμού ή παράδοση ενός τέτοιου αντιγράφου στο γραφείο ενός τέτοιου οργανισμού θα θεωρείται καλή επίδοση». Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 43 αποφασίσθηκε ότι η επίδοση κλητηρίου εντάλματος σε νομική οντότητα ρυθμίζεται από την Δ.5, θ.7 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και όχι από το άρθρο 372 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε. Με αναφορά στην υπόθεση Sekavin v. Ship Platon Ch.
(1987)1 CLR 69 αναφέρθηκε ότι οι κανόνες που ρυθμίζουν την επίδοση δικαστικών εγγράφων, ιδιαίτερα οι προϋφιστάμενοι του Συντάγματος, πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο που να συνάδει με το άρθρο 30.3(α) του Συντάγματος και την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος που αυτό κατοχυρώνει. Παραθέτω πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 43, που πιο πάνω μνημονεύεται: «Η απόφαση στη συνέχεια θεωρεί αμφίβολη την εφαρμογή του αρθρ. 372 στις δικαστικές διαδικασίες. Προχωρεί ωστόσο να διατυπώσει θετική άποψη ότι το άρθρ. 372 δεν μπορεί να ρυθμίζει την επίδοση δικαστικών εγγράφων. Αυτό είναι και το νόημα της απόφασης. Υπογραμμίζουμε την κρίσιμη σκέψη της απόφασης στη σελ. 76: "If addressed to a legal entity, a corporation or a company, Rule 20 of the Admiralty Rules provides service must be effected in the manner provided by law for service of legal process upon them. The relevant provisions of the Companies Law are those of s. 372 providing "a document may be served on a company by leaving it or sending it by post to the registered office of the company." It is doubtful whether this rule applies to service of judicial proceedings. If that were the case it would appear to me to fall short of complying with the provisions of Article 30.3 (a)." Το ίδιο πνεύμα επικράτησε και στην υπόθεση Lexicon, ανωτέρω. Στην Balm Maritime Co., η επίδοση έγινε σύμφωνα με τη διάταξη
- Το ναυτοδικείο εντούτοις ακύρωσε την απόφαση, που λήφθηκε ερήμην των εναγομένων, καθοδηγούμενο από τη συνταγματική αρχή του άρθρ. 30.3.(α). Δεν αμφιβάλλουμε για την ορθότητα των παραπάνω πρωτόδικων αποφάσεων και ότι το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρ. 30.3(α) και (β), θα προσθέταμε, του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το άρθρ. 30.3(α) και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των "θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών" του Συντάγματος». Η Δ.5, θ.9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: «Αν ήθελε φανεί στο Δικαστήριο ή στον Δικαστή, ότι για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατόν να γίνει έγκυρη επίδοση σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 της Διάταξης αυτής το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να εκδώσει διάταγμα για υποκατάστατη ή άλλη επίδοση ή υποκατάστατη επίδοση ειδοποίησης διά επιστολής, δημόσιας δημοσίευσης ή με άλλο τρόπο που θα θεωρήσει δίκαιο». Η Δ.5 Α των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: «Κάθε αίτηση προς το Δικαστήριο ή τον Δικαστή για διάταγμα για υποκατάστατη ή άλλη επίδοση ή για υποκατάστατη επίδοση ειδοποίησης πρέπει να υποστηρίζεται με ένορκο δήλωση που να αναφέρει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η αίτηση». Στην σελίδα 133 της Ετήσιας Πρακτικής (Annual Practice) του 1958 υπό τον υπότιτλο: «Where person to be served is usually resident within the jurisdiction» αναφέρεται, ότι στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρονται με μεγάλη λεπτομέρεια όλες οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν εκ μέρους του ενάγοντα για διενέργεια προσωπικής επίδοσης στον εναγόμενο και ότι όλοι οι πρακτικοί τρόποι για την διενέργεια μιας τέτοιας επίδοσης έχουν εξαντληθεί και, κατ' επέκταση, ότι είναι αδύνατη η διενέργεια έγκυρης προσωπικής επίδοσης στον εναγόμενο. Από το Τεκμήριο 1 προκύπτει ότι διευθυντής της Εναγόμενης είναι ο Ανδρέας Αντωνίου. Ως διευθυντής διετέλεσε και η Χρυστάλλα Αντωνίου, πλην όμως ο διορισμός αυτής τερματίσθηκε στις 23.12.
- Στο Τεκμήριο 1 αναφέρεται, επίσης, μεταξύ άλλων, ότι ο Ανδρέας Αντωνίου έχει ως διεύθυνση την Διαγόρου 9 στην Λεμεσό. Προσπάθειες για επίδοση στην πιο πάνω διεύθυνση έγιναν σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και απέβησαν άκαρπες. Από το Τεκμήριο 1, όμως, προκύπτει ότι υπάρχει ακόμα ένα πρόσωπο στο οποίο θα μπορούσε να διενεργηθεί επίδοση του κλητηρίου εντάλματος πλην όμως στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αναφέρεται να έγιναν προσπάθειες επίδοσης σε αυτό. Πρόκειται για την Άντρη Χρ. Παντελή η οποία, σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, είναι γραμματέας της Εναγόμενης και έχει ως διεύθυνση την Οδυσσέως και Γ. Χαλέπα 12, 3060 στην Λεμεσό. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αξιωματούχο ή άλλο ανώτερο υπάλληλο της Εναγόμενης είναι εξαιρετικά δύσκολη έως ακατόρθωτη. Κανένας, όμως, ισχυρισμός δεν προβλήθηκε στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση που να εξηγεί γιατί η επίδοση στο πιο πάνω πρόσωπο είναι δύσκολη ή ακατόρθωτη. Στην απουσία προβολής λόγου που να δικαιολογεί τον πιο πάνω ισχυρισμό δεν μπορώ να τον αποδεχθώ αναφορικά με το πιο πάνω πρόσωπο. Αφ' ης στιγμής δεν έχουν εξαντληθεί όλες οι προσπάθειες για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σύμφωνα με την Δ.5, θ.7 κρίνω πως δεν παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος. Και αν ακόμα η πιο πάνω κρίση μου είναι εσφαλμένη θεωρώ ότι η υπό κρίση αίτηση δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας και για τους επιπρόσθετους λόγους που πιο κάτω αναφέρονται. Στην υπόθεση Σταύρου Φραγκέσκου κ.α. ν. Χριστίνας Γεωργίου Γρηγορίου
(2000)1 ΑΑΔ 1765 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης διέπεται από την Δ.5, θ.9, η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιτρέψει υποκατάστατη επίδοση στις περιπτώσεις όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατό να γίνει έγκυρη επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται από την Δ.5, θ.2. Μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της (Βλ. Annual Practice 1960, σελ. 102). Οι πρόνοιες της Δ.5, θ.9 έχουν πολύ ευρεία εφαρμογή και παρέχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο (βλ. Porter v. Freudenberg
(1915)1 K.B. 857). Όπως λέχθηκε στην Karim (πιο πάνω) το κύριο ερώτημα είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγόμενου». Στην Ετήσια Πρακτική (Annual Practice) του 1958, σελ. 133, υπό τον τίτλο: «Where person to be served is usually within the jurisdiction» αναφέρεται, ότι στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται, ότι με την υπό του ενάγοντα προτεινόμενη επίδοση το κλητήριο κατά πάσα πιθανότητα θα έρθει εις γνώση του εναγόμενου (will probably come to the knowledge of the defendant). Στην υπόθεση Gouner Jevdet Mehmet and Others v. Vassiliko Cement Works Ltd
(1979)1 JSC 18 ο Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, κ. Πικής, όπως ήταν τότε, ανέφερε τα ακόλουθα: «The leading authority on the subject of substituted service is Porter v. Freudenberg (1914 and 1915) All England Law Reports Reprint 918, where an exceptionally strong Court of Appeal, presided over by the Chief Justice and including the Master of the Rolls dwelt at length on the implications of substituted service and the circumstances upon which it may be ordered. Not only must the applicant satisfy the Court that personal service cannot be effected, as the applicants have clearly satisfied the Court in the present case, but must, significantly establish that by the suggested substitution the notice . is likely to reach the defendant or come to his knowledge. The Court did not attempt to limit the width of the discretion of the Court but took pains to stress that in the ordinary case the basic factor relevant to the exercise of the Court's discretion is the likelihood of the defendant taking knowledge of the proceedings. The rule may be relaxed in the face of exceptional circumstances as in the case of a defendant who flees the jurisdiction in order to evade service». Σε ελεύθερη μετάφραση: Η απόφαση οδηγός στο θέμα της υποκατάστατης επίδοσης είναι η Porter v. Freudenberg (1914 and 1915) All England Law Reports Reprint 918, όπου ένα εξαιρετικά ισχυρό Εφετείο προεδρεύοντος του Chief Justice και απαρτιζόμενο και από τον Master of the Rolls ασχολήθηκε εις βάθος με τις συνέπειες της υποκατάστατης επίδοσης και τα περιστατικά στην βάση των οποίων αυτή δύναται να διαταχθεί. Όχι μόνο ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί προσωπική επίδοση, κάτι για το οποίο οι αιτητές έχουν ξεκάθαρα ικανοποιήσει το Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση, αλλά πρέπει, πρωτίστως, να αποδείξει, ότι με την προτεινόμενη επίδοση ενδέχεται η ειδοποίηση . να φθάσει στον εναγόμενο ή να έλθει εις γνώση του. Το Δικαστήριο δεν επιχείρησε να περιορίσει το εύρος της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, αλλά τόνισε ότι στις σύνηθεις περιπτώσεις ο βασικός παράγοντας που άπτεται της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι το ενδεχόμενο ο εναγόμενος να λάβει γνώση της διαδικασίας. Χαλάρωση του κανόνα δύναται να επιτραπεί όταν συντρέχουν εξαιρετικά περιστατικά όπως όταν ο εναγόμενος εγκαταλείπει την δικαιοδοσία για να αποφύγει την επίδοση». Στην ίδια υπόθεση τονίσθηκε, ότι το βάρος που επιβάλλεται στον ενάγοντα από την Νομολογία είναι μεγάλο, στην Κύπρο δε αυτό είναι ιδιαίτερα αυξημένο εν' όψει του ότι το δικαίωμα να πληροφορείται κάποιος για την διαδικασία που κινήθηκε εναντίον του είναι καλά διασφαλισμένο από το Σύνταγμα. Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος διά την θυροκόλλησης του στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης που βρίσκεται στην οδό Διαγόρου 9, 3012 στην Λεμεσό. Μόνο που σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση το εν λόγω γραφείο είναι κλειστό. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, δεν κατέστη δυνατή και η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος δια της παράδοσης του εντός αυτού. Υπό το φως των πιο πάνω δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο τρόπος αυτός επίδοσης θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι με βεβαιότητα, το κλητήριο ένταλμα υπόψη των αξιωματούχων της Εναγόμενης ή του προσώπου, που, σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, έχει ως διεύθυνση την διεύθυνση του πιο πάνω γραφείου. Συναφώς οποιοσδήποτε ισχυρισμός που να αναιρεί το πιο πάνω συμπέρασμα δεν προβλήθηκε. Ο ισχυρισμός δε που προβάλλεται ότι το εγγεγραμμένο γραφείο μιας εταιρείας είναι το μέρος επίδοσης σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε, είναι εντελώς αδύναμος. Σύμφωνα με την υπόθεση Sekavin v. Ship Platon Ch.
(1987)1 CLR 69, που πιο πάνω μνημονεύεται, το άρθρο 372 του πιο πάνω Νόμου δεν ρυθμίζει την επίδοση δικαστικών εγγράφων. Όσον αφορά επίδοση διά δημοσίευσης ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος σε ημερήσια εφημερίδα έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Στην Ετήσια Πρακτική (Annual Practice) του 1958, σελίδα 134 υπό τον τίτλο: «Order for Substituted Service of Writ» αναφέρεται, ότι υποκατάστατη επίδοση με δημοσίευση σε εφημερίδα (advertisement) δύναται να διαταχθεί μόνο όταν υπάρχει κάποιος λόγος να πιστεύει κανείς ότι το κλητήριο θα έλθει σε γνώση του εναγόμενου. Στην σελίδα 140 του ιδίου συγγράμματος υπό τον τίτλο: «Service by Advertisement» αναφέρονται τα εξής: «This method of service is sometimes necessary, especially in Queen's Bench actions, e.g., where the defendant's residence is not known, and in cases where there is reason to believe that he is keeping out of the way to evade service, and it is not possible to name any person, service on whom in substitution would probably be effective in reaching the defendant. In practice, an order for service by advertisement will not be made save in an exceptional case where there is good reason to believe that the advertisement will be seen by the defendant». Σε μετάφραση: «Αυτή η μέθοδος επίδοσης είναι κάποτε αναγκαία, ιδίως στις υποθέσεις του Queen's Bench, για παράδειγμα, όταν δεν είναι γνωστό πού διαμένει ο εναγόμενος και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει λόγος να πιστεύει κανείς ότι αυτός κρύβεται για να αποφύγει την επίδοση και δεν υπάρχει άλλο πρόσωπο, η επίδοση στο οποίο θα ήταν αποτελεσματική για να φθάσει το κλητήριο στον εναγόμενο. Στην πράξη δεν εκδίδεται διάταγμα για επίδοση διά δημοσίευσης σε εφημερίδα εκτός σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου υπάρχει καλός λόγος να πιστεύει κανείς ότι ο εναγόμενος θα δει την δημοσίευση». Ο ισχυρισμός ότι ο αξιωματούχος της Εναγόμενης για τον οποίο γίνεται λόγος στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση και η ταυτότητα του οποίου, σημειωτέον, δεν αποκαλύφθηκε δεν παρευρέθηκε στην συνάντηση με τον επιδότη δεν μπορεί από μόνος του και δίχως άλλο να αποτελέσει την βάση για την εξαγωγή συμπεράσματος ότι αυτός αποφεύγει την επίδοση. Συναφώς κανένας ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από τον ενόρκως δηλούντα προς αυτή την κατεύθυνση. Άλλωστε, διάφοροι λόγοι μπορεί να επενήργησαν ώστε το πιο πάνω πρόσωπο να μην μπορούσε να συναντήσει τον επιδότη κατά την συμφωνηθείσα συνάντηση. Επίσης, δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός προς την κατεύθυνση ότι μετά την προγραμματισμένη συνάντηση έγιναν και άλλες προσπάθειες για επικοινωνία και/ή συνάντηση με το πιο πάνω πρόσωπο και ότι αυτός δεν ανταποκρίθηκε είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο και/ή υπό συνθήκες που θα μπορούσαν εύλογα να αποτελέσουν την βάση για την εξαγωγή του πιο πάνω συμπεράσματος. Αλλά και το ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης είναι κλειστό και αυτό από μόνο του δεν αποτελεί επαρκή μαρτυρία που να δικαιολογεί την εξαγωγή ενός τέτοιου συμπεράσματος. Υπό το φως των πιο πάνω και με βάση τα δεδομένα που έχω ενώπιόν μου, ήτοι ότι (α) δεν υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η Εναγόμενη αποφεύγει την επίδοση, (β) η διεύθυνση της γραμματέως της Εναγόμενης, Άντρης Χρ. Παντελή, είναι γνωστή και (γ) καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε που να καταδεικνύει ότι η επίδοση στο πιο πάνω πρόσωπο είναι ανέφικτη δεν μπορώ να θεωρήσω την παρούσα περίπτωση ως μια εξαιρετική περίπτωση. Επομένως, η εισήγηση για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος διά δημοσίευσης σε εφημερίδα είναι εκ προοιμίου απορριπτέα. Επίσης, δεν υπάρχει ενώπιόν μου οποιαδήποτε μαρτυρία στην βάση της οποίας να ικανοποιηθώ, για να χρησιμοποιήσω και τα λόγια του Λόρδου Reading Chief Justice στην Porter v. Freudenberg (πιο πάνω), ότι το κλητήριο θα φθάσει στην Εναγόμενη ή θα περιέλθει εις γνώση των αξιωματούχων της αν η υπό της Αιτήτριας προτεινόμενη τιαύτη μέθοδος επίδοσης υιοθετηθεί. Συναφώς δεν υπάρχει οποιαδήποτε εισήγηση για δημοσίευση σε συγκεκριμένη εφημερίδα, πράγμα που καταδεικνύει ότι η εισήγηση δεν διέπεται από σοβαρότητα. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι αξιωματούχοι της Εναγόμενης ή κάποιοι εξ' αυτών θα δουν την δημοσίευση και έτσι θα λάβουν γνώση για το κλητήριο. Κανένας, όμως, ισχυρισμός δεν προβάλλεται προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Επομένως, και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι η προηγούμενη κρίση μου περί μη εξαιρετικής περίπτωσης είναι εσφαλμένη η εισήγηση είναι απορριπτέα για τον λόγο που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως ο Αιτητής απέτυχε να καταδείξει ότι οι προσφερόμενοι τρόποι επίδοσης θα θέσουν κατά λογική προοπτική, αν όχι με βεβαιότητα, το κλητήριο ένταλμα υπόψη της Εναγόμενης. Συναφώς ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρει ότι είναι πεποίθηση του είναι ότι με τους εισηγηθέντες τρόπους επίδοσης το κλητήριο θα έλθει εις γνώση της Εναγόμενης. Ό,τι μόνο αυτός υποστηρίζει είναι ότι υπό τις περιστάσεις η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αναγκαία και δίκαιη. Στην υπόθεση Sabine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(Α) ΑΑΔ 678 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το δικαστήριο λανθασμένα ενέκρινε το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση, εφόσον: (α) καμιά μαρτυρία δεν δόθηκε ότι υπήρχε πρακτική δυσκολία στο να γίνει προσωπική επίδοση, (β) κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου σχετικά με τις προσπάθειες που έγιναν για προσωπική επίδοση και ότι είχαν εξαντληθεί όλες οι δυνατότητες για προσωπική επίδοση ή ότι η Εφεσείουσα σκόπιμα απέφευγε επίδοση και (γ) καμιά μαρτυρία δεν προσφέρθηκε που να δείχνει ότι η δημοσίευση σε αγγλόφωνη εφημερίδα στην Κύπρο, εύλογα θα έφερνε σε γνώση της Εφεσείουσας την αίτηση διαζυγίου. Η δημοσίευση, ως μέθοδος επίδοσης, συνήθως επιλέγεται όταν ο ακριβής τόπος διαμονής του διαδίκου είναι άγνωστος. Όμως προτού εγκριθεί ένα τέτοιο αίτημα, το δικαστήριο θα πρέπει να πειστεί ότι υπάρχουν εύλογες πιθανότητες να περιέλθει στην αντίληψη του διαδίκου. Λόγω της δραστικότητας του μέτρου και των συνεπειών, αυτού του είδους η υποκατάσταση επίδοση εγκρίνεται με φειδώ και ως έσχατη ανάγκη (Βλ. Lazard Bros & Co v. Banque Industrielle de Moscow [1932] 146 L.T. 240)». Στην υπόθεση Gouner Jevdet Mehmet and Others v. Vassiliko Cement Works Ltd
(1979)1 JSC 18 τονίσθηκε, ότι κανένας δεν πρέπει να δικάζεται χωρίς να του έχει παρασχεθεί η δέουσα ευκαιρία να ακουσθεί στη διαδικασία εναντίον του, η γνωστοποίηση δε της διαδικασίας αυτής αποτελεί προϋπόθεση για την εμφάνισή του. Τα πιο πάνω αποτελούν θεμελιώδη παράμετρο της φυσικής δικαιοσύνης, η οποία δεν θα πρέπει ποτέ και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες και περιστάσεις να καταστρατηγείται. Το κοινό έχει ζωτικό συμφέρον στην επιβεβαίωση ότι οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης τηρούνται κατά την απονομή της δικαιοσύνης. Υπό το φως των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Κρίνω δε πως αν αυτή εγκριθεί η ορθή απονομή της δικαιοσύνης θα πληγεί. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Δεν εκδίδεται καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.)............................................ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Υποκατάστατη επίδοση κλητηρίου εντάλαμτος Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο