← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. C Christos Aqua Energy Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4300/2008, 18/1/2013

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. C Christos Aqua Energy Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4300/2008, 18/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4300/2008 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και

  1. C. Christos Aqua Energy Ltd, εκ Λεμεσού
  2. Χρίστου Χριστοδούλου, εκ Λεμεσού Εναγόμενων ---------------------- Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 17.7.2012 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18.1.2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες-αιτητές: κα Μουζουρίδου Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση 1 και 2: κα Ιωάννου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Βάση της αγωγής των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης των πρώτων αποτελεί γραπτή συμφωνία δανείου που συνήψαν με τους εναγόμενους 1, ημερομηνίας 1.12.2006, τις υποχρεώσεις των οποίων εγγυήθηκε προσωπικά ο εναγόμενος 2, δυνάμει εγγράφου εγγυήσεως, ίδιας ημερομηνίας. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης, σε αντάλλαγμα του ότι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν να παρέχουν στους εναγόμενους 1 το ρηθέν δάνειο, ο εναγόμενος 2, στις 3.11.2006 εκτέλεσε την υποθήκη με αριθμό Υ10861/06 με βάση την οποία υποθήκευσε συγκεκριμένο ακίνητο (για το οποίο δίδονται πλήρεις λεπτομέρειες). Σύμφωνα πάντοτε με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων, λόγω παράλειψης των εναγόμενων 1 να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους έναντί τους, απόρροια της παραπάνω συμφωνίας δανείου, στις 2.4.2008 προέβηκαν γραπτώς σε τερματισμό της εν λόγω συμφωνίας. Με την αγωγή τους οι ενάγοντες, μεταξύ άλλων, αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό των €44.751,43, που αποτελεί το χρεωστικό υπόλοιπο των εναγόμενων 1 για το επίδικο δάνειο, ενώ ζητούν και διάταγμα εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου του εναγόμενου
  3. Στις 5.6.2012 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση αναβλήθηκε από το Δικαστήριο λόγω έλλειψης χρόνου και ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 19.12.
  4. Στις 17.7.2012, οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν: «(Α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διά του οποίου να επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως διά της αντικατάστασης της παραγράφου 3 με την κάτωθι παράγραφο:- Δυνάμει Εγγράφου Συμφωνίας Δανείου ημερομηνίας 1/12/2006 μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 στο πλήρες περιεχόμενο και όρους της οποίας οι Ενάγοντες επιφυλάσσονται να αναφερθούν κατά τη ακρόαση της παρούσας υπόθεσης, οι Εναγόμενοι 1 με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας ζήτησαν και οι Ενάγοντες απεδέχθησαν όπως παρέχουν σ' αυτούς δάνειο, υπό τους κάτωθι μεταξύ άλλων όρους:- (Β) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διά του οποίου να επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως διά της αντικατάστασης της παραγράφου 5(α) με την κάτωθι παράγραφο:- Εις αντάλλαγμα του ότι οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν να παρέχουν το ρηθέν δάνειο στους Εναγόμενους 1, ο Εναγόμενος 2 την 3/11/2006 εκτέλεσεν την υποθήκη με αριθμόν Υ10861/06 με βάση την οποία είχε υποθηκεύσει το πιο κάτω ακίνητο. (α) Ένα χωράφι με αριθμό εγγραφής 2974 Φύλλο/Σχέδιο 58/47 τεμάχιο 38, εγγεγραμμένο μερίδιο το 1/3 το οποίο υποθηκεύτηκε όλο, εις την τοποθεσία Καψάλια εις το χωριό Ακρωτήρι, στην Επαρχία Λεμεσού. Η ρηθείσα υποθήκη είναι για το ποσό των €215.283,78 (ΛΚ126.000.-) με τόκο προς 7,500% ετησίως από τις 3/11/2006 μέχρι εξοφλήσεως και σύμφωνα με τους όρους εγγράφου υποθήκης τα οποία έχουν επισυναφθεί στην αναφερόμενη υποθήκη ως αναπόσπαστο μέρος. Οι Ενάγοντες επιφυλάσσονται να προσκομίσουν σχετική μαρτυρία προς τον καθορισμό και την διακρίβωση του εγγεγραμμένου μεριδίου του Εναγόμενου 2 το οποίο υποθηκεύτηκε δυνάμει της ρηθείσας υποθήκης καθώς επίσης να αναφερθούν στο πλήρες κείμενο των ως άνω εγγράφων κατά την Ακρόαση της Υπόθεσης». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25 Θ.Θ.1 μέχρι 6, Δ.48 και Δ.64, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωσης της υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων, Πέρσας Κυριακίδου, ημερομηνίας 17.7.
  5. Επειδή, όπως θα διαφανεί αργότερα έχει σημασία, το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης παρατίθεται αυτούσιο: «Εγώ η κάτωθι υπογεγραμμένη, Πέρσα Κυριακίδου, εκ Λεμεσού ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
  6. Είμαι υπάλληλος εις το δικηγορικό γραφείο των Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι, Δικηγόρων του Ενάγοντα, γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Ενάγοντα όπως προβώ εις την παρούσα Ένορκο Δήλωση.
  7. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 4/11/2008 και επιδόθηκε στους Εναγομένους 1 &
  8. Οι Εναγόμενοι 1 & 2 καταχώρησαν Σημείωμα Εμφανίσεως διά των δικηγόρων τους κ. Μιχάλη Β. Ιωάννου την 2/10/
  9. Σύμφωνα με τα όσα με πληροφορούν οι δικηγόροι οι οποίοι χειρίζονται την εν θέματι υπόθεση, η Έκθεση Απαίτησης που καταχωρήθηκε χρήζει τροποποίησης για να συνάδει με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.
  10. Τα σφάλματα τα οποία υπάρχουν στην Έκθεση Απαίτησης οφείλονται αποκλειστικά σε αθώες παραλείψεις τα οποία έγιναν κατά την δακτυλογράφηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής.
  11. Έντιμα και ειλικρινά πιστεύω ότι: (α) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις και προσθήκες είναι αναγκαίες προς το σκοπό παράθεσης όλων των επίδικων ζητημάτων και πραγματικών γεγονότων ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου. (β) Τα λάθη που επιδιώκονται να διορθωθούν με τις αιτούμενες τροποποιήσεις έχουν γίνει καλόπιστα. (γ) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι απαραίτητες προς το σκοπό ορθούς απονομής δικαιοσύνης καθώς επίσης και της αποφυγής σύγχυσης κατά τη δικαστική διαδικασία.
  12. Η παρούσα αίτηση καταχωρείται καλόπιστα και μόλις έγιναν αντιληπτά τα ανωτέρω λάθη χωρίς να υπάρχει οιανδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση της.
  13. Εν όψει των ανωτέρω αληθώς πιστεύω ότι είναι ορθό και δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα». Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των εναγόμενων 1 και 2, η οποία εδράζεται στους ακόλουθους 14 λόγους: «α. Η αίτηση όπως είναι διατυπωμένη στο Α της αιτήσεως όπως ζητείται αντικατάσταση της παραγράφου 3 χωρίς να διευκρινίζεται αν ζητείται να αντικατασταθούν και οι υποπαράγραφοι Α-ΣΤ είναι αόριστος και προκαλεί σύγχυση. β. Η αιτούμενη τροποποίηση στην παράγραφο Β (α) με αναφορά σε εγγεγραμμένο 1/3 μερίδιο δεν θα πρέπει να επιτραπεί διότι οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες μεριδιούχοι ανά 2/3 μερίδια δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση ούτε και αναφέρεται στην παρούσα αγωγή ποιοι είναι και αν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση είναι δυνατόν να επηρεάσει τα δικαιώματα τρίτων και ειδικότερα των ιδιοκτητών των υπολοίπων 2/3 μεριδίων. γ. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι σε αγωγές που έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία πρέπει να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, άλλως η όλη διαδικασία θα είναι θνησιγενής και άκυρη. δ. Οι Ενάγοντες Αιτητές αποκρύπτουν από το Δικαστήριο ότι η υποθήκη Υ10861/06 την οποία επιζητούν να εισάξουν εις το δικόγραφο των αποτέλεσε αντικείμενο εκδίκασης της αγωγής 4622/08 Ε.Δ. Λεμεσού κατά τρόπο ώστε έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο. ε. Η ενόρκως δηλούσα Πέρσα Κυριακίδου ενώ αναφέρει εις την παράγραφο αρ. 1 της ένορκης δήλωσης της ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης δεν αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων της ούτε και με ποιο τρόπο περιήλθαν εις γνώση της αυτά τα γεγονότα κατά παράβαση της Δ.39 Θ.1 Θ.
  14. ζ. Τα σφάλματα για τα οποία γίνεται αναφορά στην παράγραφο αρ.4 της ένορκης δήλωσης καθώς και στην παράγραφο αρ. 6 δεν καθορίζεται χρονικά πότε έγιναν αντιληπτά κατά τρόπο ώστε το Δικαστήριο να το λάβει υπόψη του και να κρίνει ορθά κατά πόσο υπήρξε ή όχι καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας. η. Εις την παράγραφο αρ. 7 η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι είναι ορθό και δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα χωρίς να αποκαλύπτει από ποίο πήρε την εν λόγω συμβουλή και χωρίς να είναι δικηγόρος ή νομικός καταλήγει στο συμπέρασμα που κατέληξε ενώ αν θα εκδοθούν ή όχι τα αιτούμενα διατάγματα είναι έργο του Δικαστηρίου και όχι της δικηγορικής υπαλλήλου. θ. Έπρεπε η ενόρκως δηλούσα να εξηγήσει λεπτομερώς εις τι συνίσταται η ανάγκη για τροποποίηση και όχι να προβαίνει σε μία γενική και αόριστη αναφορά μη προσκομίζοντας ουσιαστικά καμία μαρτυρία στην οποία το Δικαστήριο να μπορεί να βασιστεί και να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα για τροποποίηση. ι. Η αιτούμενη τροποποίησης δεν αποβλέπει εις την διακρίβωση των μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενων πραγματικών διαφορών αλλά αντίθετα τείνει να προκαλέσει σύγχυση και δυσμενή επηρεασμό των Εναγομένων αρ. 1 και 2 στην υπεράσπιση των. κ. Η ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρει στην ένορκο δήλωση της πότε προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση κατά τρόπο ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να καταλήξει σε συμπέρασμα αν υπήρχε καθυστέρηση ή όχι θέμα ουσιαστικό στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. λ. Η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει σύγχυση, θα περιπλέξει και θα καθυστερήσει την δικαία εκδίκαση της υποθέσεως. μ. Υπάρχει παντελή έλλειψη μαρτυρίας η οποία δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να αξιολογήσει κατά πόσο συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις ώστε να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για να επιτρέψει ή όχι την αιτούμενη τροποποίηση. ν. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος για τροποποίηση ήτο στους Ενάγοντες με την μαρτυρία όπως του προσκόμισαν στο Δικαστήριο υπό μορφή ένορκος δήλωσης δεν παρουσίασαν την κατάλληλη μαρτυρία για να δικαιολογείται η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος για τροποποίηση. ξ. Η αιτούμενη τροποποίηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και δεν δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση κατά τρόπο ώστε να μην δικαιολογείται η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39 Θ.Θ.2, 6 και 20, Δ.48 Θ.4, Δ.25 Θ.Θ.1 μέχρι 6 και Δ.64 Θ.1, στην πρακτική και τις εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2, ημερομηνίας - όπως και η ένσταση - 4.10.
  15. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 2 και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Οι αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Clive Preece κ.ά. και Νάσως Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση Αρ.271/2008, ημερομηνίας 16.12.2011 επισημαίνονται τα εξής: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα

(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4.5.2012, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Και λίγο παρακάτω: «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))». Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χρίστου Χαρίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 50/2010, ημερομηνίας 11.5.2011, σύμφωνα με την οποία: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄ αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης, υπό το φως και των προβαλλόμενων λόγων ένστασης. Ο 1ος λόγος ένστασης, μολονότι αναδεικνύει ένα γεγονός, που ενδεχομένως θα δημιουργήσει πρόβλημα στους ενάγοντες κατά την ακρόαση της αγωγής, σε περίπτωση που εγκριθεί η αίτησή τους, εντούτοις, δεν μπορεί να αποτελεί βάσιμο λόγο απόρριψης της αίτησης. Είναι γεγονός ότι με την αιτούμενη επί του προκειμένου τροποποίηση (υπό Α στο σώμα της αίτησης) επιδιώκεται η αντικατάσταση (γενικά και αόριστα) της παραγράφου 3 της έκθεσης απαίτησης, με νέα παράγραφο, στην οποία δεν περιέχονται - ενώ γίνεται αναφορά - οι όροι που διέπουν την επίδικη συμφωνία δανείου, κάτι που συμβαίνει στο αρχικό και ισχύον μέχρι σήμερα κλητήριο ένταλμα. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω κατά πόσο αποτελεί συνειδητή επιλογή των εναγόντων η απάλειψη των όρων που διέπουν την επίδικη συμφωνία δανείου που συνήψαν με τους εναγόμενους 1 ή αν πρόκειται για λάθος διατύπωση το σχετικό αίτημά τους, ωστόσο, παραμένει γεγονός, ότι, αυτό, όπως είναι διατυπωμένο, σε περίπτωση που αποδεχτώ την αίτησή τους, στη νέα - τροποποιημένη έκθεση απαίτησης δε θα υπάρχει αναφορά στους όρους δανείου που αναφέρονται στις υποπαραγράφους Α μέχρι ΣΤ της παραγράφου 3 της ισχύουσας μέχρι σήμερα έκθεσης απαίτησης Οι 2ος και 3ος λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι. Δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποια έννοια ή λογική θα επηρεαστούν τα δικαιώματα ή συμφέροντα των συνιδιοκτητών του εναγόμενου 2 επί του επίδικου - ενυπόθηκου ακινήτου του, εάν επιτραπεί στους ενάγοντες να αναφέρουν το κατά τους ισχυρισμούς τους πραγματικό και ορθό συμφέρον του τελευταίου επί του εν λόγω ακινήτου που είναι το 1/3 και όχι το όλο, όπως αναφέρεται στο ισχύον κλητήριο ένταλμα. Οτιδήποτε άλλο αναφέρεται από τους εναγόμενους στους συγκεκριμένους λόγους ένστασης αφορά στην ουσία της επίδικης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων που σε καμιά περίπτωση είναι δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης. Το τελευταίο ισχύει και για τον 4ος λόγος ένστασης, ο οποίος επίσης απορρίπτεται. Ως εντελώς αβάσιμος απορρίπτεται και ο 5ος λόγος ένστασης. Η ενόρκως δηλούσα για τους ενάγοντες, σαφώς και αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων της για όσα αναφέρει που είναι οι δικηγόροι των εναγόντων οι οποίοι χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με την παράγραφο 3 της δήλωσής της, ενώ δεν είναι ορθό ότι η Δ.39.Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διαλαμβάνει ότι σε μία ένορκη δήλωση, θα πρέπει να γίνεται αναφορά - εκτός από την πηγή - και στον τρόπο με τον οποίο περιήλθε σε γνώση του ενόρκως δηλούντα η σχετική, κατά περίπτωση, πληροφορία. Ακόμη και να αποτελούσε γεγονός ότι δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της ενόρκως δηλούσας για τους ενάγοντες, πότε έγιναν αντιληπτά τα σφάλματα που επικαλείται, προκειμένου να αποφανθώ κατά πόσο υπήρξε ή όχι καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, η ουσία είναι ότι ακόμη κι αν διαπιστωθεί ότι υπήρξε τέτοια καθυστέρηση, νοουμένου ότι δε θα προκληθεί οποιαδήποτε βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα και οι αιτητές δεν ενεργούν κακόπιστα, οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα πρέπει να επιτραπούν (βλ. τις Χριστοδούλου, Federal Bank of Lebanon, Χαρίδη, Ρωσσίδου, Παπαχρυσοστόμου και Clive Preece, ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει, έστω έμμεσα, στην ένορκη δήλωση της ενόρκως δηλούσας για τους ενάγοντες καθορίζεται πότε έγιναν αντιληπτά τα σφάλματα που αυτή αναφέρει. Αν ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός της παραγράφου 6 της δήλωσής της, ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε μόλις έγιναν αντιληπτά τα λάθη που αναφέρει στην προηγούμενη παράγραφο, γίνεται αντιληπτό ότι τα λάθη ή σφάλματα που επικαλείται έγιναν αντιληπτά, περίπου λίγο πριν τις 17.7.2012 που καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Ούτως εχόντων των πραγμάτων απορρίπτεται και ο 6ος λόγος ένστασης. Και ο 7ος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος οπότε και απορρίπτεται. Εν πάση περιπτώσει, ουσιαστικά αποτελεί επανάληψη του 5ου λόγου ένστασης, ο οποίος επίσης έχει απορριφθεί. Ούτε και ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα για τους ενάγοντες στην παράγραφο 7 της δήλωσής της, όπως της καταλογίζεται από τους εναγόμενους με το συγκεκριμένο λόγο ένστασης, ότι αποτελεί έργο της η έκδοση ή όχι των αιτούμενων διαταγμάτων. Για λόγους που αναφέρει, εκφράζει απλώς την πίστη της ότι είναι ορθό, δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Και ο 8ος λόγος ένστασης απορρίπτεται, ως επίσης αβάσιμος. Προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ενόρκως δηλούσας για τους ενάγοντες, ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες, προκειμένου η έκθεση απαίτησης να συνάδει με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, ακολούθως, για σκοπούς παράθεσης όλων των επίδικων ζητημάτων και πραγματικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου και τούτο, για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης καθώς και της αποφυγής σύγχυσης κατά την ακρόαση. Ο 9ος λόγος ένστασης είναι εντελώς αβάσιμος και ατεκμηρίωτος, οπότε, δεν μπορεί, παρά να έχει την ίδια τύχη με όλους τους προηγούμενους λόγους. Ο 10ος λόγος ένστασης, με διαφορετική, κάπως, διατύπωση, συνιστά επανάληψη του 6ου λόγου ένστασης, επομένως και αυτός απορρίπτεται. Τίποτα απ' όσα συνθέτουν τον 11ο λόγο ένστασης ευσταθεί, ιδιαίτερα, αν ληφθούν υπόψη η φύση, έκταση και ο σκοπός των αιτούμενων τροποποιήσεων, οπότε και αυτός ο λόγος απορρίπτεται. Ο 12ος λόγος ένστασης είναι γενικός, αόριστος και χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης. Επομένως και αυτός απορρίπτεται. Το ίδιο ισχύει και για το 13ο λόγο ένστασης που αποτελεί επανάληψη του προηγούμενου λόγου. Κατά την εξέταση του 6ου λόγου ένστασης μου δόθηκε η ευκαιρία να επισημάνω με αναφορά σε νομολογία, ότι, η όποια καθυστέρηση ή αμέλεια διαπιστωθεί συναφώς με το χρόνο καταχώρησης αίτησης τροποποίησης, δεν απολήγει άνευ άλλου σε απόρριψη της αίτησης. Στην παρούσα υπόθεση, ενώ είναι γεγονός ότι δε δίδεται καμιά εξήγηση ή δικαιολογία από τους ενάγοντες, γιατί χρειάστηκε να παρέλθει περίοδος 3 ½ και πλέον ετών από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής μέχρι και τη μέρα που καταχώρησαν την παρούσα αίτηση, την ίδια ώρα, οι εναγόμενοι απέτυχαν να προσκομίσουν οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει έστω, ποια βλάβη ή αδικία θα τους προκληθεί σε περίπτωση που επιτρέψω τις αιτούμενες τροποποιήσεις και σε τέτοια περίπτωση, που να μην μπορεί να αποκατασταθεί ή αποζημιωθεί με χρήμα. Κατ' ακολουθία όλων τω παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη πως δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί βάσιμα ότι οι ενάγοντες με την υπό κρίση αίτηση ενεργούν κακόπιστα, φρονώ ότι το καλώς νοούμενο συμφέρον της δικαιοσύνης επιτάσσει την έγκριση της αίτησης. Ούτε και μου διαφεύγει ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει. Η αίτηση εγκρίνεται. Η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Η υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης καθώς και η ανταπαίτηση να καταχωρηθούν εντός περαιτέρω 15 ημερών. Η απάντηση στην υπεράσπιση και η υπεράσπιση στην ανταπαίτηση να καταχωρηθούν εντός περαιτέρω 7 ημερών. Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης παρατηρώ τα εξής: Δεδομένης της απόφασής μου να δεχτώ την αίτηση, απορρίπτοντας όλους τους λόγους ένστασης, αρκετοί των οποίων κρίθηκαν ως εντελώς αβάσιμοι και ατεκμηρίωτοι είτε ακόμη, εντελώς αδικαιολόγητα και επαναλαμβανόμενοι, θεωρώ πως δε θα ήταν ορθό οι ενάγοντες να επωμιστούν πλήρως τα έξοδα ακρόασης της αίτησης, τα οποία προκάλεσαν αχρείαστα οι εναγόμενοι 1 και 2. Επομένως, αυτά, σε εφαρμογή όσων αναφέρονται συναφώς με το θέμα στην υπόθεση Χατζηγέρου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (Αρ.1 )
(2003)3 Α.Α.Δ.31 επιδικάζονται κατά το ήμισι υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 και σε βάρος των εναγόντων, ενώ αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο σύνολό τους επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.