← Κύπρος

MC Marine Constructions Innovations Ltd ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Aρ. Αγωγής: 3644/2012, 25/1/2013

MC Marine Constructions Innovations Ltd ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Aρ. Αγωγής: 3644/2012, 25/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 3644/2012 Μεταξύ: M.C. Marine & Constructions Innovations Ltd Εναγόντων και Marfin Popular Bank Public Co Ltd Εναγομένων ---------------------- Αίτηση για προσωρινά διατάγματα ημερ. 8.8.2012 Ημερομηνία: 25 Ιανουαρίου 2013 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές : κ. Χριστοφή για κ. Χρ. Χριστοφόρου Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Αγιομαμίτης για κκ. Chrysses Demetriades & Co Ltd Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 8.8.2012 οι ενάγοντες καταχώρησαν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο με το οποίο ζητούν αποζημιώσεις συνεπεία παράνομης και/ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγομένων για απώλεια κέρδους και/ή για ζημιά των εναγόντων λόγω της μη συνέχισης παροχής και/ή της αυθαίρετης διακοπής των τραπεζικών διευκολύνσεων δυνάμει των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών από το 2005 μέχρι το

  1. Επίσης οι ενάγοντες ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο οι εναγόμενοι να διατάσσονται να διαγράψουν οποιαδήποτε ποσά έχουν χρεώσει σε οποιουσδήποτε λογαριασμούς των εναγόντων αυθαίρετα και/ή παράνομα και αντισυμβατικά και τα οποία δεν προβλέπονται από τις μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες. Οι ενάγοντες ζητούν ακόμα παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Την ίδια μέρα οι ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση, την υπό κρίση αίτηση, δυνάμει της οποίας εκδόθηκαν προσωρινά διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στους εναγόμενους να διορίσουν Παραλήπτη και/ή Διαχειριστή επί της περιουσίας των εναγόντων δυνάμει των οποιωνδήποτε ομολόγων επιβάρυνσης που συνάφθηκαν μεταξύ των διαδίκων από την 1.1.2005 μέχρι τις 31.12.2009 και να απαγορεύεται στους εναγόμενους να προβούν σε οποιαδήποτε μέτρα εκποίησης των υποθηκών με αριθμούς Υ2094/2008, Υ6329/2008 και Υ7728/2010 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και Υ12448/2010 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου. Τα προσωρινά διατάγματα επιδόθηκαν στους εναγόμενους οι οποίοι καταχώρησαν ένσταση στην παρούσα αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στη Δ.48 Θθ. 1-4, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του κ. Στέλιου Χαραλάμπους, ο οποίος είναι διευθυντής και ο μοναδικός μέτοχος των εναγόντων. Στην εν λόγω ένορκη του δήλωση ο κ. Χαραλάμπους αναφέρεται στο ιστορικό της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, επισυνάπτει τις συμφωνίες μεταξύ τους και άλλα σχετικά έγγραφα, και ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι προέβηκαν σε παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις τόκων στον τρεχούμενο λογαριασμό των εναγόντων που ανοίχθηκε δυνάμει συμφωνίας ημερ. 31.1.2005, με αποτέλεσμα τον αδικαιολόγητο πλουτισμό των εναγομένων εις βάρος των εναγόντων, και ότι η εγγύηση που υπογράφηκε από τον κ. Zanotto Francesco αφορά μεγαλύτερο ποσό από το συμφωνηθέν και αυτό έγινε χωρίς να του επεξηγηθεί το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραψε και χωρίς να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Επίσης ο κ. Χαραλάμπους αναφέρει ότι το 2009 οι ενάγοντες, κάτω από την πίεση και αθέμιτη οικονομική επιρροή των εναγομένων, συμφώνησαν με αυτούς να προβούν σε νέες συμφωνίες δανείων εις αντικατάσταση των υφισταμένων και σε νέα υποθήκευση του βιομηχανικού ακινήτου στο οποίο οι ενάγοντες ανήγειραν υποστατικό για τις ανάγκες διεξαγωγής των δραστηριοτήτων τους, δυνάμει συμφωνίας μίσθωσης με το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, η δε συμφωνία υποθήκης προβλέπει ποσοστό επιτοκίου αντίθετο με αυτό που προβλέπεται στη σχετική συμφωνία δανείου. Ο κ. Χαραλάμπους ισχυρίζεται επίσης ότι οι ενάγοντες αναγκάστηκαν να υποκύψουν σε όλες τις απαιτήσεις των εναγομένων παραχωρώντας τους όλες τις εξασφαλίσεις που ζήτησαν για τη συνέχιση παροχής των συμφωνηθεισών διευκολύνσεων, και ζήτησαν από τους εναγόμενους την αποδέσμευση του ποσού των €220.
  2. Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν κάτι τέτοιο και είπαν στον κ. Χαραλάμπους ότι για να γίνει αυτό πρέπει ο ίδιος να συγκατατεθεί όπως οι εναγόμενοι λάβουν το ποσό των €100.000 που έχει κατατεθειμένο σε λογαριασμό γραμματίου στους εναγόμενους καθότι αυτοί αντιμετωπίζουν πρόβλημα ρευστότητας. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του κ. Χαραλάμπους, οι εναγόμενοι του είπαν ότι αν δεν αποδεχθεί κάτι τέτοιο, θα διορίσουν Διαχειριστή/Παραλήπτη των εναγόντων δυνάμει των ομολόγων επιβάρυνσης και θα προχωρήσουν αρχικά με εκποίηση της υποθήκης της κατοικίας του και ακολούθως με εκποίηση των δικαιωμάτων μίσθωσης του προαναφερόμενου βιομηχανικού οικοπέδου. Ο κ. Χαραλάμπους αναφέρει ακόμα ότι ζήτησε αναλυτικές καταστάσεις όλων των δανείων των εναγόντων για έλεγχο και εξεύρεση λύσης για την αποπληρωμή των οφειλόμενων ποσών δυνάμει των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών, αλλά οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να τις δώσουν εκτός αν και πάλι ο κ. Χαραλάμπους συγκατατεθεί όπως οι εναγόμενοι λάβουν το ποσό των €100.
  3. Ήταν η θέση του κ. Χαραλάμπους ότι η όλη συμπεριφορά των εναγομένων είναι εκβιαστική, αντισυμβατική και παράνομη με αποτέλεσμα αυτοί να αποκομίζουν παράνομο οικονομικό όφελος και οι ενάγοντες να κινδυνεύουν να απολέσουν κέρδη από τη μη έγκυρη εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων από ήδη αναληφθείσες εργασίες των οποίων τα κέρδη υπολογίζονται στις €950.000 περίπου. Ο κ. Χαραλάμπους αναφέρει ότι το πραγματικό ποσό που οι ενάγοντες οφείλουν στους εναγόμενους δεν ξεπερνά το ποσό των €850.000 ενώ αυτοί ισχυρίζονται ότι το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται στις €1.4000.000, και ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα οι ενάγοντες θα βρεθούν σε δεινή θέση καθότι οι δραστηριότητες τους είναι εξειδικευμένες και ο Διαχειριστής/Παραλήπτης δεν θα μπορεί να υλοποιήσει τις εργασίες που οι ενάγοντες έχουν ήδη αναλάβει. Ακόμα, με τον διορισμό Διαχειριστή/Παραλήπτη και την εκποίηση του ακινήτου των εναγόντων και της κατοικίας του κ. Χαράλαμπους, αυτοί θα υποστούν τεράστια οικονομική ζημιά, θα απολέσουν την εργασία τους και τα συμβόλαια με τρίτα πρόσωπα θα ακυρωθούν. Τέλος, ο κ. Χαραλάμπους επικαλείται πρόσφατη τηλεφωνική επικοινωνία με αξιωματούχο των εναγομένων κατά την οποία ο τελευταίος του είπε ότι αν δεν συγκατατεθεί στη λήψη των €100.000 από τους εναγόμενους μέχρι τις 17.8.2012, τότε οι εναγόμενοι θα προχωρούσαν σε κατάθεση αίτησης για εκποίηση των υποθηκών και στον διορισμό Διαχειριστή/Παραλήπτη. Επομένως, αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και θα είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι λόγοι ένστασης είναι ότι δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για να παραμείνουν σε ισχύ τα εκδοθέντα διατάγματα, η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, και οι ενάγοντες δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια και δεν προέβηκαν σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ειδικότερα γεγονότων και εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή τους και/ή ήταν σε γνώση τους κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η ένσταση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του κ. Μάκη Αδάμου, υπάλληλου στο Τμήμα Μεγάλων Χρεών των εναγομένων. Ο κ. Αδάμου αναφέρεται και αυτός με τη σειρά του εκτενώς στο ιστορικό της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, και ειδικότερα στη σύναψη συμφωνιών μεταξύ τους και στις επιστολές των εναγόντων προς τους εναγόμενους. Ο κ. Αδάμου αρνείται τον ισχυρισμό του κ. Χαραλάμπους ότι η συμφωνία δανείου ημερ. 31.1.2005 περιέχει άκυρο και/ή ακυρώσιμο και/ή παράνομο και/ή ασαφή όρο αναφορικά με τη χρέωση του τόκου, και ισχυρίζεται ότι οι οποιεσδήποτε χρεώσεις στον λογαριασμό των εναγόντων έγιναν σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας και με τις επιστολές προσφοράς των εναγομένων που κοινοποιούνταν προς τους ενάγοντες. Ο κ. Αδάμου αρνείται επίσης τον ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι έδωσαν διαβεβαιώσεις προς τους ενάγοντες ότι το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού θα ήταν μόνο Λ.Κ.20.000, αλλά τα Τεκμήρια Α-Γ, τα οποία οι ενάγοντες παρέλειψαν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο, δείχνουν ότι αυτοί γνώριζαν ότι το όριο ήταν Λ.Κ.30.
  4. Ο κ. Αδάμου επισυνάπτει απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγόντων για την υποβολή αιτήματος τους για συνέχιση και παροχή των τραπεζικών τους διευκολύνσεων συνολικού ποσού Λ.Κ.140.000, και μάλιστα οι ενάγοντες παρέλειψαν να αποκαλύψουν ότι οι ίδιοι πρόσφεραν ως εξασφάλιση την προσωπική εγγύηση του κ. Zanotto Francesco για το ποσό των Λ.Κ.83.000 (€141.813,92). Σχετικά είναι τα Τεκμήρια Δ-Ζ. Ο κ. Αδάμου απορρίπτει πλήρως τους ισχυρισμούς του κ. Χαραλάμπους αναφορικά με τις συνθήκες υπογραφής της εγγύησης από τον κ. Zanotto Francesco. Ο κ. Αδάμου αναφέρεται με λεπτομέρεια σε όλες τις τραπεζικές διευκολύνσεις που οι εναγόμενοι παρείχαν στους ενάγοντες και δίνει την εκδοχή των εναγομένων αναφορικά με αυτές όπου αρνείται τη θέση του κ. Χαραλάμπους. Ειδικότερα, ο κ. Αδάμου αναφέρει ότι οι ενάγοντες ζήτησαν την παροχή διευκολύνσεων το 2008 και ότι απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι στις 16.9.2008 οι εναγόμενοι, κατόπιν οδηγιών των εναγόντων, μετέφεραν το ποσό των €220.000 στον τρεχούμενο λογαριασμό τους, επισυνάπτοντας κατάσταση του λογαριασμού δανείου, την εντολή των εναγόντων για τη μεταφορά του εν λόγω ποσού από τον λογαριασμό δανείου στον τρεχούμενο λογαριασμό τους και το παραστατικό της μεταφοράς, Τεκμήρια Λ, Μ και Ν αντίστοιχα. Ο κ. Αδάμου ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι εκτέλεσαν προς όφελος τους την υποθήκη με αρ. Υ6329/2008 για το ποσό των €400.000 και ότι είναι οι ενάγοντες που πρόσφεραν ως εξασφάλιση την εγγραφή β΄ υποθήκης του βιομηχανικού ακινήτου για τη χορήγηση σε αυτούς τραπεζικών διευκολύνσεων ύψους €1.350.000, Τεκμήριο Ι. Ο κ. Αδάμου αρνείται τον ισχυρισμό του κ. Χαραλάμπους ότι οι ενάγοντες υποχρεώθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο να υπογράψουν τις συμφωνίες του 2009 και 2010 και επισυνάπτει επιστολές των εναγόντων και άλλα σχετικά έγγραφα, Τεκμήρια Ξ-Ρ, από τα οποία φαίνεται ότι οι ενάγοντες ζητούσαν την παροχή των διευκολύνσεων, αυτοί πρόσφεραν τις εξασφαλίσεις και οι εναγόμενοι αποδέχονταν τα αιτήματα τους, και μάλιστα δεν υπάρχει αντίφαση ως προς το ποσοστό επιτοκίου μεταξύ της συμφωνίας υποθήκης του βιομηχανικού ακινήτου και της σχετικής συμφωνίας δανείου. Ο κ. Αδάμου απορρίπτει κατηγορηματικά ως ψευδή τον ισχυρισμό του κ. Χαραλάμπους για την απαίτηση των εναγομένων για τη λήψη του ποσού των €100.000 και ότι οι εναγόμενοι του είπαν ότι θα προχωρούσαν στον διορισμό Διαχειριστή/Παραλήπτη και στην εκποίηση των υποθηκών. Ακόμα, ο κ. Αδάμου αναφέρει ότι ο κ. Χαραλάμπους απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι στις 17.11.2011 (προφανώς πρόκειται για τυπογραφικό λάθος στις παραγράφους 25 και 27 της ένορκης δήλωσης του κ. Αδάμου και η ημερομηνία είναι 17.10.2011) οι εναγόμενοι τερμάτισαν όλους τους λογαριασμούς των εναγόντων με επιστολές, Τεκμήριο Σ. Σύμφωνα με τον κ. Αδάμου, οι ενάγοντες ουδέποτε έκαναν πρόταση για τη συνέχιση παροχής διευκολύνσεων αφού με τον τερματισμό της συμφωνίας δεν μπορεί να συνεχιστεί τέτοια παροχή, και τόσο ο ίδιος όσο και ακόμα ένα λειτουργός των εναγομένων, ως οι μόνοι αρμόδιοι για τον χειρισμό των λογαριασμών των εναγόντων, ουδέποτε είπαν στον κ. Χαραλάμπους ότι σε περίπτωση που δεν συγκατατίθετο στη λήψη του ποσού των €100.000 από τους εναγόμενους, αυτοί θα προχωρούσαν στον διορισμό Διαχειριστή/Παραλήπτη και στην εκποίηση των υποθηκών. Ο κ. Αδάμου αναφέρει ότι η εκποίηση των υποθηκών δεν είναι δυνατή καθότι δεν έχει εξασφαλιστεί δικαστική απόφαση και αν η εκποίηση ζητείτο με βάση τη νομοθεσία μέσω του Κτηματολογίου, τότε οι ενάγοντες θα λάμβαναν γνώση για τη διαδικασία έναρξης της εκποίησης και θα μπορούσαν να λάβουν ανάλογα μέτρα. Ήταν η θέση του κ. Αδάμου ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στο αίτημα τους για την έκδοση διατάγματος αναφορικά με την υποθήκη Υ12248/2010, καθότι αυτή εκτελέστηκε προς όφελος των εναγομένων από τον κ. Χαραλάμπους και όχι από τους ενάγοντες. Περαιτέρω ο κ. Αδάμου ισχυρίζεται ότι οι μόνες καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες οι ενάγοντες ζήτησαν τους έχουν δοθεί και είναι αυτές που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του κ. Χαραλάμπους, καθώς επίσης ότι οι εναγόμενοι απέστελλαν στους ενάγοντες εξαμηνιαίες αναλυτικές καταστάσεις κάθε λογαριασμού τους από το άνοιγμα του μέχρι και τον τερματισμό του. Ο κ. Αδάμου ισχυρίζεται ακόμα ότι αν πράγματι οι ενάγοντες δεν έχουν τις καταστάσεις λογαριασμού, δεν μπορούν να ισχυρίζονται παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις. Ο κ. Αδάμου λέει ακόμα ότι τυχόν άσκηση του δικαιώματος των εναγομένων για διορισμό Παραλήπτη/Διαχειριστή θα είναι εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και ο κ. Χαραλάμπους δεν νομιμοποιείται να προβάλλει ισχυρισμό για την εκποίηση της οικίας του καθότι αυτός δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Ο κ. Αδάμου αρνείται τον ισχυρισμό του κ. Χαραλάμπους για την τηλεφωνική επικοινωνία του με αξιωματούχο των εναγομένων, και ισχυρίζεται ότι αυτή η αναφορά είναι γενική και αόριστη και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Τέλος, ο κ. Αδάμου ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι τερμάτισαν τις συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων από τις 17.10.2011 και δεν προέβηκαν στην άσκηση των δικαιωμάτων τους από τότε, οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν μαρτυρία για την πρόθεση των εναγομένων για την άσκηση των δικαιωμάτων τους, και σε περίπτωση μη ισχύος των διαταγμάτων και έκδοσης απόφασης υπέρ των εναγόντων, οι εναγόμενοι είναι σε θέση να την ικανοποιήσουν με χρηματική αποζημίωση ως ένας από τους μεγαλύτερους τραπεζικούς οργανισμούς στην Κύπρο. Ο κ. Αδάμου καταλήγει ότι η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και εκδικητική και επομένως τα διατάγματα πρέπει να ακυρωθούν. Κατά την αγόρευση του (η οποία κατατέθηκε γραπτώς) ο δικηγόρος των εναγόντων αρχικά αναφέρθηκε στη σχετική νομολογία και εισηγήθηκε ότι στην υπό κρίση περίπτωση ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Ειδικότερα, ο κ. Χριστοφόρου ανέφερε ότι το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο αποκαλύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και οι ισχυρισμοί του κ. Χαραλάμπους, ο οποίος δεν αντεξετάστηκε από την πλευρά των εναγομένων, είναι ικανοί να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης. Επίσης ο κ. Χριστοφόρου εξέφρασε τη θέση ότι αν δεν οριστικοποιηθούν τα διατάγματα, οι ενάγοντες θα υποστούν καταστροφικές συνέπειες και ανεπανόρθωτη ζημιά, ενώ οι εναγόμενοι είναι πλήρως εξασφαλισμένοι, και τέλος το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των εναγόντων για να διατηρηθεί η κατάσταση πραγμάτων που επικρατούσε πριν την παράνομη ενέργεια των εναγομένων η οποία οδήγησε στην ανατροπή της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων και έτσι να αποφευχθούν οι προαναφερόμενες συνέπειες στους ενάγοντες. Ο κ. Χριστοφόρου εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η νομική αρχή της παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από πλευράς των εναγόντων δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση καθότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων για τα εν λόγω γεγονότα αφορούν τις δικές τους θέσεις επί των γεγονότων της υπόθεσης, και το Δικαστήριο δεν δικαιούται να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και να καταλήξει σε ευρήματα. Ήταν η θέση του κ. Χριστοφόρου ότι οι ενάγοντες απεκάλυψαν όλα τα γεγονότα και παρουσίασαν όλα τα έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους, και ακόμα το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Κ διαψεύδει τους ισχυρισμούς του κ. Αδάμου και των εναγομένων και δείχνει ότι αυτοί ενήργησαν αντισυμβατικά και προς βλάβη των συμφερόντων των εναγόντων. Γι΄ αυτό ο κ. Χριστοφόρου ζήτησε όπως τα διατάγματα οριστικοποιηθούν. Ο δικηγόρος των εναγομένων στη δική του αγόρευση (η οποία επίσης κατατέθηκε γραπτώς) εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες δεν κατέδειξαν ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής τους, για τον λόγο ότι οι ισχυρισμοί του κ. Χαραλάμπους για παράνομη χρέωση τόκου και για αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων είναι εντελώς γενικοί, αόριστοι και αβάσιμοι. Αυτοί αντικρούονται από την πλευρά των εναγομένων, μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Αδάμου ο οποίος παραθέτει αναλυτικά και λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους οι εναγόμενοι τερμάτισαν τις τραπεζικές διευκολύνσεις στους ενάγοντες. Επιπλέον, ήταν η θέση του κ. Αγιομαμίτη ότι οι ενάγοντες δεν μπορούν να επικαλούνται την εκποίηση της υποθήκης του ακινήτου του κ. Χαραλάμπους καθότι αυτός δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή, ουδεμία αναφορά γίνεται στο είδος των εργασιών των εναγόντων για να καταδειχθεί αν πράγματι με τον διορισμό Διαχειριστή/Παραλήπτη δεν θα είναι δυνατή η εκτέλεση των εργασιών των εναγόντων, ως ο ισχυρισμός του κ. Χαραλάμπους, και για να προχωρήσει η εκποίηση των υποθηκών μέσω του Κτηματολογίου, οι ενάγοντες θα λάβουν γνώση για την έναρξη της διαδικασίας και θα μπορέσουν να προβάλουν τις θέσεις τους για το θέμα αυτό. Ήταν η θέση του δικηγόρου των εναγομένων ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν το επείγον της έκδοσης των διαταγμάτων, και ότι οι ισχυρισμοί του κ. Χαραλάμπους για τις προθέσεις των εναγομένων και τη δήθεν τηλεφωνική του επικοινωνία με αξιωματούχο των εναγομένων παραμένουν εντελώς γενικοί και αόριστοι. Το γεγονός ότι οι εναγόμενοι τερμάτισαν τις συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων στις 17.10.2011 και από τότε δεν προχώρησαν σε οποιαδήποτε μέτρα εναντίον των εναγόντων καταδεικνύει από μόνο του, σύμφωνα με τον κ. Αγιομαμίτη, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων. Ο κ. Αγιομαμίτης επανέλαβε ότι οι εναγόμενοι είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον τους. Τέλος, ο κ. Αγιομαμίτης παρέθεσε αναλυτικά όλα τα γεγονότα τα οποία οι ενάγοντες γνώριζαν και όφειλαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο στην υπό κρίση μονομερή αίτηση, με ειδική αναφορά στο θέμα των €220.000, και εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο ότι τα διατάγματα πρέπει να ακυρωθούν με έξοδα υπέρ των εναγομένων. Στο πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης, το Δικαστήριο οφείλει να ασχοληθεί πρώτα με τον λόγο ένστασης για την παράλειψη αποκάλυψης εκ μέρους των εναγόντων-αιτητών όλων των ουσιωδών γεγονότων που αφορούν την υπόθεση. Αποτελεί βασική νομική αρχή ακολουθούμενη σταθερά τόσο από την Αγγλική όσο και την Κυπριακή νομολογία ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπεια την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει ακυρώνοντας το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί, όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.

(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως ('uberrima fides'), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά - βλ. Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 607. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, θεωρώ ότι το θέμα της μη αποκάλυψης εξετάζεται στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει, και εκδίδει, μονομερές διάταγμα χωρίς το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα να λάβει γνώση και να έχει την ευκαιρία να ακουστεί, επομένως είναι καθήκον του αιτητή να θέσει την όλη υπόθεση του με ακριβή και δίκαιο τρόπο. Όταν το άλλο μέρος αποταθεί για ακύρωση του διατάγματος και το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκρυφτεί κάποιο ουσιαστικό γεγονός, τότε ακυρώνει το διάταγμα και δεν εξετάζει την ουσία. Για τον σκοπό εξέτασης της μη αποκάλυψης, το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση - βλ. Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd. κ.ά
(1996)1(Α) Α.Α.Δ.
  1. Με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Χαραλάμπους που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και τα συνημμένα τεκμήρια, προκύπτει ότι η βασική θέση των εναγόντων αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι η ακόλουθη. Οι ενάγοντες προέβηκαν αρχικά στην παροχή του τρεχούμενου λογαριασμού με αρ. 081-11-015615 στους ενάγοντες με όριο που δεν θα υπερέβαινε το πόσο των Λ.Κ.20.000 δυνάμει του ομολόγου επιβάρυνσης που εκδόθηκε ως εξασφάλιση και των προφορικών διαβεβαιώσεων των εναγομένων προς τον διευθυντή των εναγόντων προς τούτο. Ο κ. Zanotto Francesco ενημερώθηκε από τους εναγόμενους ότι θα υπέγραφε εγγύηση για το ποσό των Λ.Κ.20.000 και αντί αυτού ο κ. Zanotto Francesco υπέγραψε εγγύηση για το ποσό των Λ.Κ.83.000 χωρίς να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή και χωρίς να του επεξηγηθούν τα έγγραφα τα οποία υπέγραψε. Ουδέποτε υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για αύξηση του ορίου του εν λόγω λογαριασμού από Λ.Κ.20.000 σε Λ.Κ.83.
  2. Το δάνειο των €220.000 δόθηκε για άνοιγμα πίστωσης, η οποία δεν ανοίχθηκε ποτέ, και αυτό παραμένει δεσμευμένο από τους εναγόμενους παρά το αίτημα των εναγόντων για την αποδέσμευση του. Οι εναγόμενοι είπαν στον κ. Χαραλάμπους ότι για να συγκατατεθούν στην αποδέσμευση του εν λόγω ποσού πρέπει ο ίδιος να συναινέσει στη λήψη από τους εναγόμενους του ποσού των €100.000 που αυτός έχει κατατεθειμένο σε λογαριασμό γραμματίου στους εναγόμενους. Για την παραχώρηση του εν λόγω δανείου οι εναγόμενοι απαίτησαν την εκ νέου υποθήκευση του βιομηχανικού ακινήτου, όπως και έγινε. Κατά τον Μάρτιο 2009, οι ενάγοντες, κάτω από πίεση και αθέμιτη και απρεπή επιρροή των εναγομένων, ως οικονομικά ισχυρότεροι, δέχθηκαν και αντικατάστησαν τις υφιστάμενες συμφωνίες δανείων με δύο νέες. Οι ενάγοντες ζήτησαν αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών και οι εναγόμενοι αρνούνται να τις δώσουν εκτός αν ο κ. Χαραλάμπους συγκατατεθεί στο θέμα του ποσού των €100.
  3. Οι εναγόμενοι, παράνομα και αντισυμβατικά, συνεχίζουν να μην παραχωρούν τραπεζικές διευκολύνσεις στους ενάγοντες. Με μία ανάγνωση του περιεχόμενου της ένορκης δήλωσης του κ. Αδάμου που συνοδεύει την ένσταση και τα συνημμένα τεκμήρια, διαφαίνεται μία άλλη διάσταση στα προαναφερόμενα γεγονότα από αυτή που περιγράφεται από τον κ. Χαραλάμπους εκ μέρους των εναγόντων. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι η πλευρά των εναγόντων δεν αντεξέτασε τον κ. Αδάμου ούτε και παρουσίασε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία εις αντίκρουση των θέσεων του κ. Αδάμου. Συγκεκριμένα, κατόπιν αίτησης των εναγόντων ημερ. 14.1.2005, Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του κ. Αδάμου, οι ενάγοντες ζήτησαν την παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων συνολικού ύψους Λ.Κ.40.000 με εξασφαλίσεις την κυμαινόμενη επιβάρυνση για το πόσο των Λ.Κ.20.000 και την προσωπική εγγύηση του κ. Χαραλάμπους για το ποσό των Λ.Κ.30.
  4. Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν την παροχή τρεχούμενου λογαριασμού για το ποσό των Λ.Κ.30.000 με τις ίδιες εξασφαλίσεις, Τεκμήρια Β και Γ. Ακολούθησε νέο αίτημα των εναγόντων ημερ. 30.1.2006, Τεκμήριο Δ, με το οποίο ζητούσαν την παροχή διευκολύνσεων συνολικού ποσού Λ.Κ.140.000, προσφέροντας διάφορες εξασφαλίσεις, μεταξύ και των οποίων την προσωπική εγγύηση του κ. Zanotto Francesco για το ποσό των Λ.Κ.83.
  5. Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν και ενέκριναν το αίτημα των εναγόντων για το ποσό των Λ.Κ.65.000 με τη συγκεκριμένη εξασφάλιση, Τεκμήρια Ε, Στ και Ζ. Μάλιστα το Τεκμήριο Ζ περιέχει δήλωση και υπογραφή του κ. Zanotto Francesco. Μεταγενέστερα, στις 18.2.2008, οι ενάγοντες ζήτησαν την παροχή διευκολύνσεων ύψους €775.000, προσφέροντας ως μία εκ των εξασφαλίσεων την προσωπική εγγύηση του κ. Zanotto Francesco για το ποσό των €141.814, Τεκμήριο Η, και οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν με τους όρους που περιέχονται στην επιστολή τους προς τους ενάγοντες ημερ. 18.3.2008, Τεκμήριο Θ, που περιλαμβάνει την εν λόγω εγγύηση. Στις 16.7.2008 οι ενάγοντες ζήτησαν διευκολύνσεις από τους εναγόμενους ύψους €1.350.000 και οι ίδιοι πρόσφεραν ως εξασφάλιση τη δεύτερη υποθήκη του βιομηχανικού ακινήτου, Τεκμήριο Ι. Στις 27.8.2008 οι εναγόμενοι προχώρησαν στην παροχή του δανείου για το ποσό των €220.000 σύμφωνα με τους όρους και για τον σκοπό που αναφέρεται στη σχετική επιστολή τους προς τους ενάγοντες, δηλαδή την ενίσχυση κεφαλαίου κίνησης και την αποπεράτωση εργασιών ανέγερσης εργοστασίου και ανακαίνισης καταστημάτων της εταιρείας, Τεκμήριο Κ, και το οποίο κατόπιν αιτήματος των εναγόντων, μεταφέρθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό των εναγόντων, Τεκμήρια Λ-Ν. Τον Μάρτιο 2009 οι ενάγοντες έστειλαν επιστολές στους εναγόμενους, Τεκμήρια Ξ και Ο, ζητώντας την παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων και οι διάδικοι συνήψαν τις δύο συμφωνίες του Μαρτίου
  6. Οι ενάγοντες απέστειλαν νέα επιστολή στους εναγόμενους ημερ. 20.9.2010 για την παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων και οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν ως η επιστολή τους προς τους ενάγοντες ημερ. 26.11.2010, Τεκμήρια Π και Ρ. Στις 17.10.2011 οι εναγόμενοι προέβηκαν σε τερματισμό όλων των λογαριασμών των εναγόντων και απέστειλαν σχετικές επιστολές τερματισμού, Τεκμήριο Σ. Οι εναγόμενοι απέστειλαν τις καταστάσεις που τους ζητήθηκαν από τους ενάγοντες, και είναι το Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του κ. Χαραλάμπους, και απέστελλαν εξαμηνιαίες αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού στους ενάγοντες από το άνοιγμα κάθε λογαριασμού μέχρι τον τερματισμό του. Με την παράθεση των πιο πάνω θέσεων και ισχυρισμών της κάθε πλευράς και με βάση τα έγγραφα που έχουν παρουσιαστεί από την κάθε πλευρά, και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε αξιολόγηση ή σε ευρήματα επί γεγονότων, προκύπτει ξεκάθαρα το συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν στο Δικαστήριο ουσιαστικά γεγονότα που θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης, με αποτέλεσμα μάλιστα να παρουσιάζεται μία διαφοροποιημένη εικόνα των γεγονότων από την πλευρά των εναγόντων και η οποία ομολογουμένως έδωσε άλλη διάσταση των γεγονότων στο Δικαστήριο κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ενώ οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός είχε όριο Λ.Κ.20.000, αυτός είχε όριο Λ.Κ.30.000 και οι εξασφαλίσεις που δόθηκαν ήταν αυτές που οι ίδιοι οι ενάγοντες πρότειναν στους εναγόμενους. Η προσωπική εγγύηση του κ. Zanotto Francesco δεν αφορούσε τη συγκεκριμένη διευκόλυνση, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αλλά την αύξηση του ορίου αυτού σε Λ.Κ.65.000, και μάλιστα αυτή η εξασφάλιση προτάθηκε από τους ίδιους τους ενάγοντες και έγινε αποδεκτή από τους εναγόμενους. Αυτό το γεγονός αποκρύβεται από το Δικαστήριο, όπως επίσης το γεγονός ότι ο ίδιος ο κ. Zanotto Francesco υπέγραψε το Τεκμήριο Ζ. Ακόμα, οι ίδιοι οι ενάγοντες μεταγενέστερα πρόσφεραν και πάλι ως εξασφάλιση την προσωπική εγγύηση του κ. Zanotto Francesco, η οποία έγινε και πάλι αποδεκτή από τους εναγόμενους. Οι ενάγοντες δεν αποκαλύπτουν ούτε αυτό το γεγονός στο Δικαστήριο. Επομένως, ενώ οι ενάγοντες παρουσιάζουν μία αυθαίρετη και μονομερή αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού με την εξασφάλιση εγγύησης από πρόσωπο που δεν γνώριζε τι υπέγραφε και τις συνέπειες, προκύπτει ότι το όριο του λογαριασμού είχε αυξηθεί, κατόπιν αιτήματος των εναγόντων, και μάλιστα οι ίδιοι πρότειναν στους εναγόμενους την εγγύηση από τον κ. Zanotto Francesco, ο οποίος την αναγνωρίζει και ενυπογράφως, την οποία οι ενάγοντες πρόσφεραν και μεταγενέστερα. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η παροχή του δανείου για το ποσό των €220.000 αφορούσε το άνοιγμα πίστωσης, χωρίς να παρουσιάσουν οποιοδήποτε έγγραφο προς τούτο, ενώ στο Τεκμήριο Κ στην ένορκη δήλωση του κ. Αδάμου αναγράφεται ο σκοπός του εν λόγω δανείου που είναι διαφορετικός. Οι ισχυρισμοί των εναγόντων για την άρνηση αποδέσμευσης του εν λόγω ποσού, χωρίς και πάλι την παρουσίαση οποιουδήποτε σχετικού εγγράφου, καταρρίπτονται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων Λ-Ν στην ένορκη δήλωση του κ. Αδάμου, που δείχνουν την εντολή των εναγόντων για τη μεταφορά του εν λόγω ποσού και την αποδοχή και συμμόρφωση των εναγομένων με το αίτημα τους. Αυτό το γεγονός είναι ουσιώδους σημασίας καθότι, ενώ οι ενάγοντες αποδίδουν στους εναγόμενους άρνηση αποδέσμευσης του ποσού και ταυτόχρονα χρήση επιρροής και πίεσης, και ακόμα 'εκβιασμού', προς τους ενάγοντες, που είναι η βασική τους θέση και ακόμα η βάση της απαίτησης τους, εν τούτοις οι εναγόμενοι προέβηκαν άμεσα στην ικανοποίηση του αιτήματος τους και στην πίστωση του ποσού προς όφελος τους ως το αίτημα τους. Οι ενάγοντες αναφέρουν ότι οι εναγόμενοι απαίτησαν τη δεύτερη υποθήκη του βιομηχανικού ακινήτου ενώ παραλείπουν να αναφέρουν ότι αυτοί πρόσφεραν τέτοια εξασφάλιση, σύμφωνα με το Τεκμήριο Ι της ένορκης δήλωσης του κ. Αδάμου. Επίσης, ενώ οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αναγκάστηκαν να προχωρήσουν σε ακύρωση των συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων και στη σύναψη δύο νέων συμφωνιών τον Μάρτιο 2009, και σε σύναψη άλλης συμφωνίας τον Νοέμβριο 2010, λόγω άσκησης πίεσης και/ή αθέμιτης επιρροής των εναγομένων προς αυτούς, ως οικονομικά ισχυρότεροι, αποκρύβουν από το Δικαστήριο ότι οι ίδιοι προέβηκαν σε σχετικά αιτήματα προς τους εναγόμενους, ως τα Τεκμήρια Ξ και Π, και μάλιστα χωρίς να αναφέρουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπέβαλαν αυτά τα αιτήματα προς τους εναγόμενους. Οι ενάγοντες αποκρύβουν το πολύ σημαντικό στοιχείο του τερματισμού των συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων και μάλιστα την αποστολή των σχετικών επιστολών τερματισμού, καθότι και πάλι αφήνουν την εντύπωση ότι οι ενάγοντες τώρα απλώς αρνούνται να συνεχίσουν την παροχή των συμφωνηθεισών τραπεζικών διευκολύνσεων και πιέζουν για τη λήψη του ποσού των €100.000, τον διορισμό Διαχειριστή/Παραλήπτη και την εκποίηση των υποθηκών, ενεργώντας αυθαίρετα, ενώ οι ίδιοι τερμάτισαν τις συμφωνίες επικαλούμενοι τους λόγους τους. Οι ενάγοντες όφειλαν να αποκαλύψουν αυτό το γεγονός και να επισυνάψουν τις σχετικές επιστολές για να μπορούσε το Δικαστήριο να έχει την πλήρη αλλά και δίκαιη εικόνα των γεγονότων, να γνωρίζει τις θέσεις και των δύο πλευρών και έτσι να αποφασίσει επί της μονομερούς έκδοσης των διαταγμάτων. Είναι πρόδηλο από όσα αναφέρονται πιο πάνω, ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να αποκαλύψουν ουσιαστικά γεγονότα τα οποία ήταν σε γνώση τους και έτσι να προσδώσουν την πλήρη και ακριβοδίκαιη εικόνα στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της μονομερούς αίτησης τους. Με αυτό τον τρόπο οι ενάγοντες παραπλάνησαν το Δικαστήριο και αυτή η διαπίστωση οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη της αίτησης και την ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω και την ουσία της αίτησης. Το άρθρο 32 του Ν. 14/60 παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R. 557, το θέμα δεν τελειώνει εδώ, και το Δικαστήριο πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ'Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου και άλλων ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα και Άλλοι ν. Χρυσάνθου και Άλλων
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι όταν αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του εναγόμενου, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Διαφωτιστικό επί τούτου είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση M. Ch. Mitsingas Trading Ltd. and Another ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791: «Το ίδιο ισχύει και για το εύρημα του Δικαστηρίου ότι στην απουσία του προσωρινού διατάγματος θα ήταν, σε περίπτωση τελικής επιτυχίας, αδύνατη η πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους. Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R.231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφαση του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα.» Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητήριου, οι ενάγοντες ζητούν αποζημιώσεις συνεπεία παράνομης και/ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγομένων για απώλεια κέρδους και/ή για ζημιά των εναγόντων λόγω της μη συνέχισης παροχής και/ή της αυθαίρετης διακοπής των τραπεζικών διευκολύνσεων δυνάμει των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών από το 2005 μέχρι το 2010, καθώς επίσης παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Περαιτέρω οι ενάγοντες ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο οι εναγόμενοι να διατάσσονται να διαγράψουν οποιαδήποτε ποσά έχουν χρεώσει σε οποιουσδήποτε λογαριασμούς των εναγόντων αυθαίρετα και/ή παράνομα και αντισυμβατικά και τα οποία δεν προβλέπονται από τις μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες. Όπως αναφέρεται πιο πάνω, κατά την εξέταση της υπό κρίση αίτησης, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε τελική απόφαση επί της ουσίας των επίδικων θεμάτων της παρούσας αγωγής, παρά μόνο περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Έχοντας υπόψη τη βάση της απαίτησης των εναγόντων, καταλήγω ότι οι ενάγοντες έχουν αποκαλύψει στο δικόγραφο τους σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Βασικός ισχυρισμός των εναγόντων, μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Χαραλάμπους, είναι η περίληψη στη συμφωνία ημερ. 31.1.2005 άκυρου και/ή ακυρώσιμου και/ή παράνομου και/ή ασαφούς όρου για τη χρέωση του τόκου και ακόμα η αυθαίρετη και παράνομη χρέωση τόκου και δικαιωμάτων κατά παράβαση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Αυτός ο ισχυρισμός τους μάλιστα αποτελεί μέρος της βάσης της απαίτησης τους έναντι των εναγομένων, όπως φαίνεται και από την αιτούμενη θεραπεία για την έκδοση διατάγματος στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο. Προς τούτο ο κ. Χαραλάμπους επισυνάπτει κατάσταση του σχετικού λογαριασμού, Τεκμήριο 4, χωρίς όμως να προσδιορίζει και/ή επεξηγεί ποιες είναι αυτές οι χρεώσεις και πώς είναι αυθαίρετες και παράνομες. Πέραν του ότι αυτή η θέση του κ. Χαραλάμπους παραμένει εντελώς γενική και αόριστη, οι συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων που αφορούν τον εν λόγω λογαριασμό και επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του κ. Χαραλάμπους περιέχουν τον καθορισμό και τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου, και η πλευρά των εναγομένων, μέσω του κ. Αδάμου, επισυνάπτει τις σχετικές επιστολές των εναγομένων προς τους ενάγοντες οι οποίες και πάλι περιέχουν τον καθορισμό και τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου. Σύμφωνα με τη θέση του κ. Αδάμου, οι οποιεσδήποτε χρεώσεις στον εν λόγω λογαριασμό έγιναν σύμφωνα με τους όρους των σχετικών συμφωνιών ενώ η προμήθεια και τα τραπεζικά δικαιώματα κοινοποιούνταν με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση στους ενάγοντες. Επομένως, με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ότι οι ενάγοντες προβάλλουν μία γενική, αόριστη και ατεκμηρίωτη θέση για το θέμα της χρέωσης του τόκου και των δικαιωμάτων, και η απλή παράθεση του Τεκμηρίου 4 δεν είναι ικανή από μόνη της να επιβεβαιώσει αυτή τη θέση των εναγόντων. Επιπλέον, οι συμφωνίες που οι ίδιοι οι ενάγοντες παρουσιάζουν και οι σχετικές επιστολές που οι εναγόμενοι απέστειλαν στους ενάγοντες και τις οποίες παρουσιάζουν, περιέχουν όρο για τον καθορισμό και τον τρόπο υπολογισμού του τόκου και οι εναγόμενοι δίνουν τη θέση τους και για τον τρόπο χρέωσης των δικαιωμάτων τους. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι αυτή η θέση των εναγόντων δεν είναι ικανή, για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης, να καταδείξει ότι υπάρχει καλή αιτία αγωγής και ορατή πιθανότητα επιτυχίας αυτής. Επιπλέον, οι ενάγοντες, και πάλι μέσω του κ. Χαραλάμπους, κάνουν αναφορά στο θέμα της προσωπικής εγγύησης του κ. Zanotto Francesco, η οποία όμως δεν επιβεβαιώνεται αναφορικά με το ύψος του ορίου του λογαριασμού ούτε και αναφορικά με τις συνθήκες υπογραφής της εγγύησης από τον κ. Zanotto Francesco, όπως διαφαίνεται από τα Τεκμήρια Δ-Ζ στην ένορκη δήλωση του κ. Αδάμου, και ειδικότερα το Τεκμήριο Ζ που φέρει την υπογραφή του κ. Zanotto Francesco. Επίσης, ο ισχυρισμός της πλευράς των εναγόντων για τον σκοπό της σύναψης συμφωνίας δανείου για το ποσό των €220.000 και την άρνηση των εναγομένων να αποδεσμεύσουν το εν λόγω ποσό αντικρούεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Κ στην ένορκη δήλωση του κ. Αδάμου, στο οποίο αναφέρεται ο σκοπός αυτού, και από τα Τεκμήρια Λ-Ν στην ένορκη δήλωση του κ. Αδάμου, τα οποία δείχνουν την άμεση ανταπόκριση των εναγομένων στο αίτημα των εναγόντων με το έμβασμα του εν λόγω ποσού στον λογαριασμό των εναγόντων ως το αίτημα τους. Ο κ. Χαραλάμπους, εκ μέρους των εναγόντων, αποδίδει τη σύναψη νέων συμφωνιών το 2009 και συμφωνίας το 2010 μεταξύ των διαδίκων στην πίεση και την επιρροή που οι εναγόμενοι άσκησαν στους ενάγοντες ως οικονομικά ισχυρότεροι. Ο κ. Χαραλάμπους όμως παραλείπει να δώσει οποιαδήποτε στοιχεία ή λεπτομέρειες για το εν λόγω θέμα και ουδόλως επεξηγεί τη στάση των εναγομένων έναντι των εναγόντων. Μάλιστα, με βάση τα Τεκμήρια Ξ-Ρ στην ένορκη δήλωση του κ. Αδάμου, διαφαίνεται ότι οι εν λόγω συμφωνίες έγιναν κατόπιν αιτήματος των εναγόντων και αποδοχής των εναγομένων, χωρίς οι ενάγοντες να δικαιολογήσουν τα αιτήματα τους και/ή να επεξηγήσουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέβαιναν σε αυτά για να καταδειχθεί ενδεχομένως ότι οι ενάγοντες ενεργούσαν κάτω από πίεση και αθέμιτη επιρροή των εναγομένων. Θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί του κ. Χαραλάμπους αναφορικά με το θέμα της εγγύησης του κ. Zanotto Francesco, το θέμα της αποδέσμευσης του ποσού των €220.000 και το θέμα της σύναψης των συμφωνιών του 2009 και 2010 σχετίζονται με τη βασική θέση των εναγόντων για την παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων, που αποτελεί και πάλι τη βάση της απαίτησης των εναγόντων για αποζημιώσεις. Όμως, με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, διαφαίνεται ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί παρέμειναν γενικοί, ασαφείς και αόριστοι, και ακόμα αντικρούονται από την πλευρά των εναγομένων. Τέλος, οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει το αίτημα τους για την αποστολή των αναλυτικών καταστάσεων που ζήτησαν από τους εναγόμενους, ενώ επισυνάπτουν τέτοια κατάσταση ημερ. 25.7.2012 για τον λογαριασμό αρ. 081-11-015615, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του κ. Χαραλάμπους. Σε αυτή αναγράφεται η φράση 'on request', γεγονός που δείχνει ότι οι ενάγοντες έλαβαν αναλυτική κατάσταση που αφορά τουλάχιστον τον εν λόγω λογαριασμό κατόπιν αιτήματος τους. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, στο πλαίσιο εξέτασης της υπό κρίση αίτησης, θεωρώ ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να παρουσιάσουν τέτοια μαρτυρία η οποία είναι ικανή στο στάδιο αυτό να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Με βάση και πάλι τη μαρτυρία που προσάχθηκε από την πλευρά των εναγόντων, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος διορισμού Διαχειριστή και/ή Παραλήπτη και/ή εκποίησης των υποθηκών. Ο ισχυρισμός του κ. Χαραλάμπους για τη συμπεριφορά των εναγομένων σε σχέση με την απαίτηση τους για το ποσό των €100.000 αντικρούεται από τα γεγονότα που αφορούν τη μεταφορά του ποσού των €220.000 στον λογαριασμό των εναγόντων, και αυτό επηρεάζει τη θέση του κ. Χαραλάμπους αναφορικά με την τηλεφωνική του συνομιλία με αξιωματούχο των εναγομένων και το περιεχόμενο αυτής. Το Δικαστήριο διαπιστώνει και πάλι ότι αυτή η αναφορά χαρακτηρίζεται από γενικότητα και ασάφεια, καθότι δεν καθορίζεται πότε έγινε η εν λόγω συνομιλία και με ποιο πρόσωπο εκ μέρους των εναγομένων συνομίλησε ο κ. Χαραλάμπους. Αντίθετα, η πλευρά των εναγομένων παρουσίασε συγκεκριμένη μαρτυρία αναφορικά με τα πρόσωπα που χειρίζονταν όλους τους λογαριασμούς των εναγόντων και ότι κανείς εξ αυτών δεν προέβη στην ισχυριζόμενη τηλεφωνική επικοινωνία με τον κ. Χαραλάμπους. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του τέτοια μαρτυρία που να δείχνει την άμεση και/ή οποιαδήποτε πρόθεση των εναγομένων στον διορισμό Διαχειριστή και/ή Παραλήπτη και/ή στην εκποίηση των υποθηκών, λαμβανομένης υπόψη της ημερομηνίας τερματισμού των συμφωνιών χωρίς οι εναγόμενοι να προβούν σε οποιαδήποτε μέτρα από τότε, σύμφωνα και πάλι με τη μαρτυρία του κ. Αδάμου. Επιπλέον, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι από τη στιγμή που ο κ. Χαραλάμπους, υπό την προσωπική του ιδιότητα, δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή, οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να ζητούν την έκδοση διατάγματος αναφορικά με την εκποίηση της υποθήκης Υ12248/2010, η οποία αφορά περιουσία του κ. Χαραλάμπους, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι αυτή δόθηκε ως εξασφάλιση των διευκολύνσεων που οι εναγόμενοι παραχώρησαν στους ενάγοντες. Οι ενάγοντες επίσης αναφέρουν ότι αν δεν οριστικοποιηθούν τα διατάγματα, θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, επαγγελματική και οικονομική. Ο κ. Χαραλάμπους ισχυρίζεται ότι ο διορισμός Διαχειριστή και/ή Παραλήπτη θα προκαλέσει σοβαρή οικονομική ζημιά στους ενάγοντες καθότι οι δραστηριότητες τους είναι εξειδικευμένες και οι εργασίες που έχουν αναλάβει δεν θα μπορούν να διεκπεραιωθούν. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτή η θέση και πάλι παραμένει γενική και ασαφής, καθότι δεν αναφέρεται η φύση της δραστηριότητας των εναγόντων και ακόμα δεν παρουσιάζονται οι συμφωνίες που, σύμφωνα πάντα με τον κ. Χαραλάμπους, οι ενάγοντες έχουν ήδη συνάψει για εργασίες που ανέλαβαν τα κέρδη των οποίων ανέρχονται στις €950.000, ή έστω κάποια στοιχεία αναφορικά με αυτές. Ο κ. Αδάμου αναφέρει ότι οι εναγόμενοι είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση εκδοθεί εναντίον τους, και επί αυτού λαμβάνω υπόψη τη θέση του κ. Χαραλάμπους με την οποία αναγνωρίζεται και η οφειλή των εναγόντων προς τους εναγόμενους. Ειδικότερα ο κ. Χαραλάμπους αναφέρει ότι η οφειλή των εναγόντων προς τους εναγόμενους δεν ξεπερνά το ποσό των €850.000, ενώ σύμφωνα με τους εναγόμενους το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται στις €1.400.000, χωρίς και πάλι να παρουσιάζει οποιαδήποτε στοιχεία προς υποστήριξη της θέσης του για το ύψος του ποσού που οι ενάγοντες αναγνωρίζουν ότι οφείλουν στους εναγόμενους. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, στην περίπτωση που θα μπορούσα να εξετάσω την ουσία της υπό κρίση αίτησης, θα κατέληγα στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων και επομένως αυτά πρέπει να ακυρωθούν. Με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου για την παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους των εναγόντων-αιτητών στη μονομερή αίτηση τους, τα εκδοθέντα διατάγματα ημερ. 8.8.2012 ακυρώνονται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων-καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων-αιτητών, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............ Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Πολιτική / Ενδιάμεση Απόφαση Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.