CHRYSOSTOMOU BROS COMPANY LIMITED ν. Θεόδωρου Καπνίση, Aρ. Αγωγής: 1707/07, 9/1/2013 διαμερίσματος αρ ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 1707/07 Μεταξύ: CHRYSOSTOMOU BROS CO LIMITED Εναγόντων και Θεόδωρου Καπνίση Εναγομένου Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 26.10.2012 Μεταξύ: CHRYSOSTOMOU BROS COMPANY LIMITED Εναγόντων και Θεόδωρου Καπνίση Εναγομένου Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου 2013 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Γρηγορίου Για τον Εναγόμενο: κ. Κλεοβούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες ζητούν την ανάληψη κατοχής του διαμερίσματος αρ. 3 που βρίσκεται στο κτιριακό συγκρότημα Rialas Building στην οδό Γρίβα Διγενή στη Μέσα Γειτονιά στη Λεμεσό. Επίσης οι ενάγοντες ζητούν την επαναφορά του επίδικου διαμερίσματος από τον εναγόμενο στην αρχική του κατάσταση καθώς και το ποσό των Λ.Κ.40.000 ως αποζημιώσεις που υπέστησαν και περαιτέρω αποζημιώσεις για ζημιές που θα υποστούν λόγω της παράνομης επέμβασης του εναγομένου στο εν λόγω διαμέρισμα. Στην υπεράσπιση του ο εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και αναφέρει ότι αγόρασε το διαμέρισμα με τη συγκατάθεση των εναγόντων από τα πρόσωπα στο οποία οι ενάγοντες είχαν αρχικά πουλήσει το διαμέρισμα, και έκτοτε το κατέχει και το εκμεταλλεύεται, με τη γνώση και αποδοχή των εναγόντων, και έτσι οι ενάγοντες παρεμποδίζονται να εγείρουν την παρούσα αγωγή και να αξιώνουν δικαιώματα επί του διαμερίσματος. Περαιτέρω ο εναγόμενος επικαλείται την εφαρμογή του εμπιστεύματος και/ή ιδιοκτησιακού κωλύματος και/ή κωλύματος κατοχής με βάση την εν λόγω συμπεριφορά των εναγόντων. Ο εναγόμενος ακόμα ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους και να προβούν στη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στο όνομα του εναγομένου, και γι΄ αυτό ο εναγόμενος εγείρει ανταπαίτηση με την οποία ζητά αναγνωριστική δήλωση του Δικαστηρίου για τα δικαιώματα του επί του επίδικου διαμερίσματος και διάταγμα του Δικαστηρίου για τη μεταβίβαση αυτού στο όνομα του εναγομένου. Διαζευκτικά ο εναγόμενος αξιώνει το ποσό των Λ.Κ.60.000 ως αποζημιώσεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή παράβαση συμφωνίας και/ή δυνάμει των αρχών της επιείκειας. Τα γεγονότα που οδήγησαν στην επίδικη διαφορά, όπως έχουν διαφανεί μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας των εναγόντων και σύμφωνα με την εκδοχή των μαρτύρων των εναγόντων, είναι τα ακόλουθα. Οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, και ασχολούνται μεταξύ άλλων με την εργολαβία οικοδομών, ανάπτυξη ακινήτων και αγοραπωλησίες ακινήτων και είναι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας. Οι ενάγοντες ήταν και εξακολουθούν να είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου διαμερίσματος. Σχετικοί είναι οι τίτλοι ιδιοκτησίας, Τεκμήρια 1 και
- Οι ενάγοντες συνήψαν συμφωνία πώλησης του επίδικου διαμερίσματος προς το ζεύγος Terence και Patricia Mills από την Αγγλία στις 13.10.
- Η εν λόγω συμφωνία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Το ζεύγος Mills κατέβαλε τμηματικά το ποσό των Λ.Κ.19.500 στους ενάγοντες, όπως προνοούσε η μεταξύ τους συμφωνία, και παρέλαβε το διαμέρισμα τον Απρίλιο του 1983, ενώ ανέμενε την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας και την εξασφάλιση άδειας από το Υπουργικό Συμβούλιο για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του. Ακολούθησε η σύναψη συμφωνίας πώλησης του επίδικου διαμερίσματος από το ζεύγος Mills στον εναγόμενο στις 20.10.
- Η εν λόγω συμφωνία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο εναγόμενος πλήρωσε στους Mills το ποσό των Λ.Κ.1.300 και παρέλαβε την κατοχή του επίδικου διαμερίσματος. Εν τω μεταξύ οι ενάγοντες συνέχισαν να πληρώνουν τους φόρους ακίνητης ιδιοκτησίας, κτηματικούς φόρους, ΣΑΛΑ και την ασφάλεια του επίδικου διαμερίσματος για λογαριασμό των Mills, όπως φαίνεται στη σχετική κατάσταση λογαριασμού των εναγόντων - Τεκμήριο
- Οι Mills επιθυμούσαν τη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος απ' ευθείας στον εναγόμενο, και αυτοί συμφώνησαν με τον εναγόμενο όπως ο τελευταίος καταβάλει στους ενάγοντες το οφειλόμενο υπόλοιπο και το ποσό των φόρων για να γίνει η μεταβίβαση του διαμερίσματος. Έτσι, στις 7.10.2004 οι ενάγοντες συνήψαν ακυρωτική συμφωνία με την οποία η συμφωνία ημερ. 13.10.1982 ακυρώνεται νοουμένου ότι οι ενάγοντες θα πουλούσαν το διαμέρισμα στον εναγόμενο, ο οποίος θα πλήρωνε στον κ. Ανδρέα Τσαγγαρίδη το ποσό των Λ.Κ.14.700 με τη μεταβίβαση του διαμερίσματος στο όνομα του. Ο εναγόμενος πλήρωσε το ποσό των Λ.Κ.2.500 στον κ. Ανδρέα Τσαγγαρίδη, έναντι του ποσού των Λ.Κ.5.900 που ήταν οι οφειλόμενοι φόροι για τα έτη 1992 - 2004, ενώ το υπόλοιπο θα πληρωνόταν με τη μεταβίβαση. Η ακυρωτική συμφωνία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 και η σχετική απόδειξη πληρωμής του ποσού των Λ.Κ.2.500 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά στους Mills και τους ενάγοντες, προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες, κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας. Έτσι οι δικηγόροι των Mills απέστειλαν επιστολή προς τον εναγόμενο ημερ. 15.12.2006, Τεκμήριο 7, με την οποία οι Mills τερμάτισαν το συμβόλαιο που συνήψαν με τον εναγόμενο ημερ. 20.10.
- Κατόπιν συνεννόησης, οι ενάγοντες αποδέχθηκαν να πάρουν πίσω το επίδικο διαμέρισμα από τους Mills και έτσι υπογράφηκε ακυρωτική συμφωνία μεταξύ τους ημερ. 15.1.2007, με την οποία η συμφωνία ημερ. 13.10.1982 ακυρώνεται. Η εν λόγω ακυρωτική συμφωνία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Οι ενάγοντες εξέδωσαν επιταγή στο όνομα του κ. Φώτου Τσαγγαρίδη για το ποσό των Λ.Κ.14.700, Τεκμήριο 9, και ο κ. Τσαγγαρίδης κατέθεσε το εν λόγω ποσό στον λογαριασμό των Mills. Σχετική είναι η απόδειξη - Τεκμήριο
- Οι ενάγοντες, με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 14.3.2007, ζήτησαν από τον εναγόμενο να τους παραδώσει το επίδικο διαμέρισμα, ο οποίος όμως δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα τους ενώ συνεχίζει να κατέχει και εκμεταλλεύεται αυτό. Η εν λόγω επιστολή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο δικηγόρος κ. Φώτος Τσαγγαρίδης απέστειλε επιστολή στον εναγόμενο ημερ. 28.3.1995, με την οποία τον ενημέρωνε ότι οι ενάγοντες ήταν έτοιμοι να μεταβιβάσουν το επίδικο διαμέρισμα νοουμένου ότι αυτός πλήρωνε το οφειλόμενο ποσό, διαφορετικά θα προέβαιναν σε ακύρωση του συμβολαίου ημερ. 20.10.
- Η εν λόγω επιστολή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο εναγόμενος, μέσω του δικηγόρου του, απάντησε στην εν λόγω επιστολή με επιστολή ημερ. 3.4.1995, Τεκμήριο
- Επιπλέον, σύμφωνα με τη μαρτυρία του κ. Φ. Τσαγγαρίδη, σε κάποιο στάδιο ο εναγόμενος ζήτησε όπως η μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος γίνει στο όνομα της συζύγου του, κάτι το οποίο έγινε αποδεκτό από τους Mills, όπως φαίνεται στην επιστολή του κ. Α. Τσαγγαρίδη προς αυτούς ημερ. 8.11.2004, Τεκμήριο
- Εν όψει της μη ανταπόκρισης του εναγομένου με τις υποχρεώσεις του σε σχέση με την πληρωμή του ποσού, οι Mills έδωσαν οδηγίες στους δικηγόρους Τσαγγαρίδης & Τσαγγαρίδης για την έγερση αγωγής εναντίον του και προς τούτο υπέγραψαν σχετικό έντυπο διορισμού δικηγόρου, Τεκμήριο
- Τελικά δεν καταχωρήθηκε τέτοια αγωγή. Ήταν η βασική θέση της πλευράς του εναγομένου ότι αυτός ήταν πάντα πρόθυμος να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό, κάτι το οποίο τόσο ο κ. Μελέτης Χρυσοστόμου, διευθυντής των εναγόντων, Μ.Ε.1, όσο και ο κ. Φώτος Τσαγγαρίδης, Μ.Ε.2, αρνήθηκαν, και ο Μ.Ε.2 ανέφερε ότι τα ίδια τα γεγονότα διαψεύδουν αυτή τη θέση του εναγομένου . Ακόμα, η πλευρά του εναγομένου αμφισβήτησε τη δυνατότητα μεταβίβασης του επίδικου διαμερίσματος στον εναγόμενο λόγω οικονομικής δυσκολίας των εναγόντων, όμως οι Μ.Ε.1 και 2 επέμεναν ότι το επίδικο διαμέρισμα ήταν διαθέσιμο για μεταβίβαση, καθότι είχαν πληρωθεί όλοι οι σχετικοί φόροι, σύμφωνα με την Απόδειξη του Δήμου Μέσα Γειτονιάς, ημερ. 22.10.2009, Τεκμήριο
- Ο Μ.Ε.1 εξήγησε ότι η εν λόγω Απόδειξη δόθηκε σε αντικατάσταση προγενέστερης για να καλύπτει και άλλα διαμερίσματα, ενώ ο Μ.Ε.2 αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες είχαν οικονομικά προβλήματα, όμως επειδή είχαν ακίνητη περιουσία, γινόταν διευθέτηση με το Κτηματολόγιο και όταν αποδεσμευόταν κάποια περιουσία, όπως το επίδικο διαμέρισμα, δεσμευόταν άλλη. Τέλος, ο Μ.Ε.2 ανέφερε ότι η μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στους Mills δεν κατέστη δυνατή καθότι αυτοί έπρεπε να πάρουν σχετική άδεια από το Υπουργικό Συμβούλιο, διαδικασία η οποία διαρκούσε 6-12 μήνες, ενώ ήταν η θέση του δικηγόρου του εναγομένου ότι αυτή η διαδικασία μπορούσε να ολοκληρωθεί σε μερικούς μήνες. Ο εναγόμενος με τη σειρά του αναφέρθηκε στις σχέσεις του με τους ενάγοντες, και στο γεγονός ότι οι ενάγοντες του ανέθεσαν τη διαχείριση των πολυκατοικιών τους Ριαλάς, Πεγιάζης και Αθηνά για 7 έτη. Λόγω της σχέσης τους, ο εναγόμενος αγόρασε αρχικά ένα διαμέρισμα στην πολυκατοικία Ριαλάς, το οποίο μεταβιβάστηκε στο όνομα του το 1987, αφού ο εναγόμενος πλήρωσε αρχικά ένα μικρό ποσό και το υπόλοιπο με τη μεταβίβαση. Μετά από κάποια χρόνια, τα αδέλφια Χρυσοστόμου, και ιδιαίτερα ο κουμπάρος του Νεόφυτος, τον παρότρυνε να αγοράσει άλλα δύο διαμερίσματα από αγοραστές που ήθελαν να τα πουλήσουν, το ένα εκ των οποίων είναι το επίδικο με βάση το συμβόλαιο, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον εναγόμενο, τα διαμερίσματα αγοράστηκαν σε χαμηλές τιμές σε σύγκριση με τις τιμές που επικρατούσαν το 2005, όταν αυτές ανέβηκαν στα ύψη. Το 1992, όταν ο εναγόμενος αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα, ζήτησε από τους ενάγοντες να γίνει η μεταβίβαση και το ξοφλήσει, όπως έγινε με άλλο διαμέρισμα, όμως οι ενάγοντες του είπαν ότι αυτό δεν ήταν εφικτό διότι το διαμέρισμα είχε επιβαρύνσεις και γι΄ αυτό έγινε η συμφωνία με τους Mills. Οι ενάγοντες είχαν υποθηκεύσει τα δύο διαμερίσματα, ενώ έφτασαν στα όρια της χρεοκοπίας, με αποτέλεσμα να αδυνατούν να τα μεταβιβάσουν. Τον Οκτώβριο 2004, ο Μ.Ε.1 του ζήτησε όπως πληρώσει το ποσό των Λ.Κ.2.500 που ήταν οι φόροι του επίδικου διαμερίσματος για να προχωρήσει στη μεταβίβαση του, κάτι το οποίο ο εναγόμενος έπραξε, χωρίς να έχει οποιαδήποτε υποχρέωση προς τούτο σύμφωνα με το αγοραπωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο
- Ο εναγόμενος προέβη σε έρευνα στον Έφορο Εταιρειών και στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού, και κατέθεσε τα σχετικά έγγραφα ως Τεκμήρια 20 και 21 αντίστοιχα. Αυτά δείχνουν τις επιβαρύνσεις επί του επίδικου ακίνητου, και συγκεκριμένα ότι το 1992 το διαμέρισμα ήταν επιβαρυμένο με την Υποθήκη 6344/1987, η οποία εξαλείφθηκε το 2007, και το Μέμο ΕΒ 415/90, το οποίο ακυρώθηκε το 1998, ενώ στις 11.10.2004, όταν ο εναγόμενος πλήρωσε το ποσό των φόρων, αυτό βαρυνόταν με τα Μέμο ΕΒ 2035/04 που καταχωρήθηκε στις 8.10.2004 και ακυρώθηκε το 2005 και ΕΒ 1231/04 ημερ. 25.6.2004 που ακυρώθηκε το
- Με βάση το Τεκμήριο 20, το επίδικο διαμέρισμα είναι υποθηκευμένο για το ποσό των €246.038,
- Όταν ο εναγόμενος αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα, το 1992, ο ίδιος δεν γνώριζε για τις εν λόγω επιβαρύνσεις, αλλά οι ενάγοντες του είχαν πει μόνο ότι δεν μπορούσαν να του το μεταβιβάσουν λόγω χρεών. Ο εναγόμενος θεώρησε ότι όταν του ζητήθηκε να πληρώσει τους φόρους, οι ενάγοντες ήταν έτοιμοι να του μεταβιβάσουν το διαμέρισμα, κάτι το οποίο δεν έγινε και αργότερα του είπαν ότι η εταιρεία δεν ήταν ακόμα έτοιμη. Ο ίδιος δεν θυμάται τη λήψη των επιστολών, Τεκμήρια 7 και 11, και ακολούθως έλαβε την αγωγή. Ούτε θυμάται τη λήψη της επιστολής, Τεκμήριο 15, όμως αφού ο δικηγόρος του απάντησε σε αυτή, τότε δεν την αμφισβητεί. Μάλιστα, ο ίδιος αποτάθηκε στις 9.11.2004 και εξασφάλισε δάνειο από τη ΣΠΕ Αγ. Αθανασίου στις 12.11.2004 για να μπορέσει να πληρώσει τους ενάγοντες και έτσι να γίνει η μεταβίβαση του διαμερίσματος στο όνομα του. Σχετική είναι η Βεβαίωση της ΣΠΕ, ημερ. 25.10.2011, Τεκμήριο
- Ο εναγόμενος κατέχει και εκμεταλλεύεται το επίδικο διαμέρισμα από το 1992 μέχρι σήμερα, δεν κατέθεσε το αγοραπωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο επειδή ο τίτλος δεν είχε μεταβιβαστεί στο όνομα των πωλητών, ενώ ο ίδιος ήταν πάντοτε έτοιμος για τη μεταβίβαση και ανέμενε από τους ενάγοντες να τον ειδοποιήσουν, κάτι το οποίο ουδέποτε έπραξαν. Παρόλο που οι ενάγοντες αναγνωρίζουν τον εναγόμενο ως τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος, αφού αυτός πληρώνει τα κοινόχρηστα έξοδα του, οι ενάγοντες κινούν την παρούσα αγωγή εκδικητικά ζητώντας ανάκτηση του διαμερίσματος λόγω αύξησης των τιμών. Ο εναγόμενος κατέθεσε δέσμη αποδείξεων πληρωμών των κοινοχρήστων για το επίδικο διαμέρισμα, Τεκμήριο 24, και επιστολή του ημερ. 27.1.2012, Τεκμήριο 23, που δείχνει ότι η έγερση της Αγωγής, Τεκμήριο 12, καταχωρήθηκε εκ λάθους, και έτσι αυτή αποσύρθηκε. Τέλος, ο εναγόμενος αναφέρει ότι ο ίδιος δεν γνώριζε για την έλευση των Mills στην Κύπρο το 2007, ούτε και για την ακυρωτική συμφωνία μεταξύ τους και των εναγόντων, ο ίδιος ήταν πάντα πρόθυμος να ξοφλήσει το τίμημα νοουμένου ότι οι ενάγοντες θα του μεταβίβαζαν το διαμέρισμα, αλλά οι ενάγοντες ποτέ δεν ήταν σε θέση να του το μεταβιβάσουν. Κατά την αντεξέταση του ο εναγόμενος δήλωσε ότι ήξερε ότι η αγορά του διαμερίσματος δεν ήταν ασφαλής, εξ ου και είπε στους ενάγοντες ότι δεν θα τους έδινε τα χρήματα αν δεν γινόταν η μεταβίβαση, και αυτοί τον παρότρυναν να το αγοράσει και η μεταβίβαση θα γινόταν μετά. Ο εναγόμενος επέμενε ότι αυτός ήταν έτοιμος από την ώρα της αγοράς του διαμερίσματος να το πληρώσει νοουμένου ότι οι ενάγοντες ήταν έτοιμοι να του το μεταβιβάσουν, όμως αυτοί του είπαν ότι είχαν κάποια προβλήματα με τον φόρο και έτσι θα του το μεταβίβαζαν αργότερα. Ήταν η θέση του δικηγόρου των εναγόντων ότι ο εναγόμενος επωφελήθηκε της ευκαιρίας να αγοράσει το επίδικο διαμέρισμα σε πολύ χαμηλή τιμή ενώ δεν είχε πρόθεση να το πληρώσει, όμως ο ίδιος αρνήθηκε τέτοια θέση. Ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες του πρόσφεραν την αγορά του και δεν ήταν υποχρεωμένοι να το δώσουν σε τέτοια τιμή, ο ίδιος έκανε δάνειο και περίμενε τους ενάγοντες να του το μεταβιβάσουν, τους τηλεφώνησε και πολλές φορές καλώντας τους να προβούν στη μεταβίβαση αλλά αυτοί δεν ανταποκρίθηκαν ποτέ. Ο εναγόμενος επέμενε ακόμα ότι το 2004 δεν συνάντησε τους Mills ούτε και ήταν σε γνώση του το Τεκμήριο 6, σε αντίθετη εισήγηση του δικηγόρου των εναγόντων, και δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 20 και
- Επανέλαβε το ερώτημα του γιατί οι ενάγοντες δεν ήταν έτοιμοι για τη μεταβίβαση όταν αυτός πλήρωσε τους φόρους σε υποβολή του δικηγόρου των εναγόντων ότι αυτοί μπορούσαν να ανταλλάξουν τη δεσμευμένη περιουσία στο Κτηματολόγιο για να μπορέσουν να μεταβιβάσουν το επίδικο διαμέρισμα. Ο εναγόμενος αρνήθηκε επίμονα τη θέση ότι οι ενάγοντες μπορούσαν να μεταβιβάσουν το διαμέρισμα στο όνομα του αλλά ο ίδιος απέφευγε την πληρωμή τους. Επίσης ο εναγόμενος αναγνώρισε ότι ο ίδιος επιθυμούσε τη μεταβίβαση του διαμερίσματος για να μπορεί να το εκμεταλλευτεί ή πουλώντας το ή υποθηκεύοντας το, όμως τον βόλευε και η κωλυσιεργία των εναγόντων εφόσον ο ίδιος εκμεταλλευόταν το διαμέρισμα. Τέλος, ο εναγόμενος είπε ότι οι ενάγοντες έπρεπε να τον καλούσαν για τη μεταβίβαση, και ο ίδιος ήταν έτοιμος να πάρει το δάνειο για την πληρωμή τους, ενώ τελικά ο λόγος που δεν συνήψε το δάνειο ήταν ότι οι ενάγοντες δεν του είπαν ότι ήταν έτοιμοι για τη μεταβίβαση. Η κα Ειρήνη Χριστοδούλου, Κτηματολογικός Γραφέας στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού από το 1991, αναγνώρισε το Τεκμήριο 21, το οποίο εκδόθηκε από το Κτηματολόγιο και δόθηκε στον εναγόμενο δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου, και κατέθεσε ότι το επίδικο διαμέρισμα είχε διάφορες επιβαρύνσεις κατά καιρούς και αναφέρθηκε στις επιβαρύνσεις στις οποίες έκανε αναφορά ο εναγόμενος. Η Μ.Υ.2 δήλωσε επίσης ότι τα εν λόγω βάρη δεν επέτρεπαν τη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος σε οποιοδήποτε πρόσωπο και για να γίνει δυνατή η μεταβίβαση έπρεπε πρώτα να εξαλειφθούν τα εν λόγω βάρη. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Υ.2 είπε ότι όταν κατατίθεται ένα μέμο, αυτό αφορά όλη την περιουσία του ενδιαφερόμενου προσώπου, και για να γίνει δυνατή η μεταβίβαση ενός διαμερίσματος σε ακίνητο που είναι υποθηκευμένο, πρέπει να γίνει απαλλαγή του συγκεκριμένου διαμερίσματος. Η τελευταία μάρτυρας για την πλευρά του εναγομένου ήταν η κα Βαθούλα Δημητριάδη, η οποία εργαζόταν στη ΣΠΕ Αγίου Αθανασίου από το έτος 1985 στο τμήμα τρεχουμένων και μετά στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, κατόπιν της συγχώνευσης τους στις 12.1.
- Κατόπιν έρευνας που διενεργήθηκε στο αρχείο της ΣΠΕ Αγ. Αθανασίου, η Μ.Υ.3 επιβεβαίωσε ότι στις 9.11.2004 ο εναγόμενος υπέβαλε αίτηση προς τη ΣΠΕ για σύναψη δανείου ύψους Λ.Κ.23.000 και κατέθεσε σχετικό αντίγραφο των πρακτικών συνεδρίασης της Επιτροπείας της ΣΠΕ, Τεκμήριο
- Σε αυτό αναφέρεται ότι ο λόγος του δανείου είναι η αγορά διαμερίσματος και ότι ως εξασφάλιση για το εν λόγω δάνειο προσφερόταν η εγγραφή υποθήκης του επίδικου διαμερίσματος. Η Μ.Υ.3 κατέθεσε επίσης αντίγραφο των πρακτικών συνεδρίασης της Επιτροπείας της ΣΠΕ ημερ. 12.11.2004, Τεκμήριο 26, στην οποία η αίτηση του εναγομένου για το εν λόγω δάνειο είχε εγκριθεί. Η Μ.Υ.3 επιβεβαίωσε ότι η σύναψη του εν λόγω δανείου δεν ολοκληρώθηκε και αναγνώρισε τη Βεβαίωση, Τεκμήριο 22, με τη διευκρίνιση ότι η ημερομηνία έκδοσης της είναι η 25η Οκτωβρίου 2012 και όχι 2011, όπως φαίνεται και από την αναφορά σε αυτή. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Υ.3 είπε ότι για να τύχει έγκρισης η αίτηση δανείου του εναγομένου αυτή πρέπει να υποβλήθηκε μέσω του εντύπου αίτησης δανείου και να συνοδευόταν από όλα τα απαραίτητα στοιχεία προς ικανοποίηση της Επιτροπείας. Η Μ.Υ.3 δεν ήταν σε θέση να αναφέρει σε ποιο διαμέρισμα αφορούσε η αίτηση, όμως είπε ότι αυτό πρέπει να αναγράφεται στο έντυπο της αίτησης δανείου, την οποία μπορούσε να παρουσιάσει αν της ζητείτο. Η διαδικασία που ακολουθείται μετά την έγκριση ενός δανείου είναι η προφορική ενημέρωση του αιτητή περί τούτου, και η ίδια δεν γνωρίζει τον λόγο για τον οποία τελικά η σύναψη του δανείου δεν ολοκληρώθηκε γιατί αυτή δεν καταγράφεται πουθενά. Πιθανόν ο εναγόμενος να πληροφόρησε περί τούτου τον τότε Γραμματέα της ΣΠΕ, ο οποίος αφυπηρέτησε. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και από τις δύο πλευρές ότι η σημερινή αγοραστική αξία του επίδικου διαμερίσματος ανέρχεται στο ποσό των €80.000 και η σημερινή ενοικιαστική αξία αυτού ανέρχεται στο ποσό των €350 μηνιαίως. Κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος του εναγομένου έκανε εκτενή αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων και στη δοθείσα μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κ. Κλεοβούλου επεσήμανε ότι η μαρτυρία των εναγόντων έρχεται σε πλήρη αντίφαση με το περιεχόμενο των δικογραφημένων θέσεων τους, με αποτέλεσμα η εκδοχή των εναγόντων να απορρίπτεται στο σύνολο της. Ήταν επίσης η θέση του κ. Κλεοβούλου ότι ο τερματισμός της συμφωνίας αγοραπωλησίας του επίδικου διαμερίσματος στον εναγόμενο δεν είναι νόμιμος και ότι η παρούσα αγωγή εγείρεται με σκοπό την «υφαρπαγή» του διαμερίσματος από τον εναγόμενο λόγω της αύξησης της τιμής του, ενώ οι ίδιοι οι ενάγοντες ουδέποτε ήταν σε θέση να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι του εναγομένου. Ο κ. Κλεοβούλου κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία που προσκομίστηκε για την πλευρά του εναγομένου και να στηριχθεί σε αυτή για να καταλήξει στα ευρήματα του. Ο δικηγόρος του εναγομένου εισηγήθηκε ότι στην παρούσα περίπτωση εφαρμόζεται η νομική αρχή του ιδιοκτησιακού κωλύματος, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να δικαιούται την εγγραφή του επίδικου διαμερίσματος στο όνομα του ή αποζημίωση λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού ή αθέτησης υπόσχεσης με βάση τη σημερινή αξία του διαμερίσματος. Ο δικηγόρος των εναγόντων, κατά τη δική του αγόρευση, εισηγήθηκε ότι οι μάρτυρες των εναγόντων παρουσίασαν μία συνεπή και ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων, η οποία επιβεβαιώνεται και από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ ο εναγόμενος παρουσίασε μία ασαφή, αόριστη και αντιφατική εκδοχή η οποία πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο ως αναξιόπιστη. Ο κ. Γρηγορίου ανέφερε ότι η μαρτυρία της Μ.Υ.2 ήταν συνεπής και μάλιστα ενισχύει τη θέση των εναγόντων αναφορικά με τη δυνατότητα μεταβίβασης του επίδικου διαμερίσματος, ενώ η μαρτυρία της Μ.Υ.3 χαρακτηρίζεται από γενικότητα και πολλά κενά. Ο κ. Γρηγορίου εξέφρασε τη θέση ότι είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι ενάγοντες είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου διαμερίσματος και ότι ο εναγόμενος το κατέχει και το καρπούται από το
- Η συμφωνία αγοραπωλησίας του επίδικου διαμερίσματος μεταξύ των Mills και του εναγομένου έγινε χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση των εναγόντων, οι οποίοι έμαθαν για την κατοχή του διαμερίσματος από τον εναγόμενο το 2004 από τον ίδιο τον εναγόμενο, και συγκατατέθηκαν στην απ΄ ευθείας μεταβίβαση σε αυτόν νοουμένου ότι θα εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του με την πληρωμή του τιμήματος πώλησης στους Mills και των τελών και των φόρων στους ενάγοντες. Ο εναγόμενος δεν εκπλήρωσε τις εν λόγω υποχρεώσεις του και έτσι το 2007 οι ενάγοντες τερμάτισαν το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του διαμερίσματος που συνήψαν με τους Mills. Με αυτά τα δεδομένα, ήταν η θέση του κ. Γρηγορίου ότι η συμφωνία μεταξύ των Mills και του εναγομένου δεν αποτελεί εμπράγματη σύμβαση και δεν είναι εκτελεστή εφόσον αυτή δεν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο, οι ενάγοντες ουδέποτε παραιτήθηκαν των δικαιωμάτων τους αναφορικά με το επίδικο διαμέρισμα και έτσι όλα τα συστατικά του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης έχουν αποδειχθεί. Τέλος, ο κ. Γρηγορίου εξέφρασε τη θέση ότι η αρχή του ιδιοκτησιακού κωλύματος δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση εφόσον η συγκατάθεση των εναγόντων έγινε υπό προϋποθέσεις, ενώ ο ισχυρισμός του εναγομένου για καταπίστευμα παρέμεινε γενικός και μετέωρος χωρίς να δοθούν στοιχεία στο δικόγραφο του ή να προσκομιστεί σχετική μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Μ.Ε.1 δεν δημιούργησε θετική εικόνα προς το Δικαστήριο και γενικά δεν έπεισε για την αλήθεια των όσων έλεγε. Ήταν εμφανές από την έναρξη της μαρτυρίας του ότι αυτός προωθούσε μία εκδοχή των γεγονότων εντελώς αντιφατική με το περιεχόμενο των δικογράφων των εναγόντων, γεγονός που πλήττει καίρια την αξιοπιστία του. Συγκεκριμένα, στην έκθεση απαίτησης οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος αυθαίρετα και παράνομα, και χωρίς την έγκριση και συγκατάθεση των εναγόντων, επεμβαίνει στο επίδικο διαμέρισμα, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στο ιστορικό της πώλησης του επίδικου διαμερίσματος και την υπογραφή συμβολαίων αναφορικά με αυτό. Εφόσον ο εναγόμενος πρόβαλε τον ισχυρισμό για τη σύναψη των συμβολαίων για την αγοραπωλησία του επίδικου διαμερίσματος ημερ. 13.10.1982 μεταξύ των εναγόντων και των Mills και ημερ. 20.10.1992 μεταξύ των Mills και του εναγομένου στο δικό του δικόγραφο, στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση για πρώτη φορά οι ενάγοντες αναφέρονται στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ημερ. 13.10.1982 προς τους Mills, και ότι αυτό τερματίστηκε λόγω παράλειψης καταβολής του υπολοίπου του τιμήματος αγοράς από αυτούς, ενώ ισχυρίζονται ότι ουδέποτε έλαβαν γνώση ή έδωσαν τη συγκατάθεση τους στη δήθεν πώληση προς τον εναγόμενο και εν πάση περιπτώσει οι Mills δεν είχαν δικαίωμα να πουλήσουν το διαμέρισμα στον εναγόμενο. Κατά την προφορική μαρτυρία του Μ.Ε.1, αυτός απεκάλυψε ότι το 2004 πληροφορήθηκε από τους δικηγόρους των Mills για τη σύναψη του συμβολαίου ημερ. 21.10.1992 μεταξύ τους και του εναγομένου, και ότι ο εναγόμενος έλαβε κατοχή αυτού. Επίσης ο Μ.Ε.1 πρόσθεσε ότι σε κάποιο στάδιο οι Mills ζήτησαν από τους ενάγοντες να μεταβιβάσουν το επίδικο διαμέρισμα απ΄ ευθείας προς τον εναγόμενο, και τελικά υπογράφηκε η συμφωνία ημερ. 7.10.
- Ο εναγόμενος όμως δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις προς τους Mills και τους ενάγοντες, με αποτέλεσμα οι Mills να προβούν σε ακύρωση της συμφωνίας τους με τον εναγόμενο ημερ. 20.10.1992 και ακολούθως της συμφωνίας τους με τους ενάγοντες ημερ. 15.1.
- Αυτή η μαρτυρία του Μ.Ε.1 έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τη δικογραφημένη θέση των εναγόντων ότι αυτοί ουδέποτε γνώριζαν για την πώληση του επίδικου διαμερίσματος από τους Mills προς τον εναγόμενο και μάλιστα ουδέποτε έδωσαν τη συγκατάθεση τους γι΄ αυτό. Πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης του Δικαστηρίου, ήταν εμφανής η προσπάθεια του Μ.Ε.1 να μην αποκαλύψει την πραγματική διάσταση των γεγονότων, επικαλούμενος τις ενέργειες των δικηγόρων των Mills χωρίς τη γνώση ή εμπλοκή των εναγόντων, ενώ οι δικηγόροι των Mills ήταν ταυτόχρονα και οι δικηγόροι των εναγόντων. Ο Μ.Ε.1 προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από τις οποιεσδήποτε επαφές και συμφωνίες μεταξύ των Mills και των δικηγόρων, ενώ αναγνώρισε ότι αυτός ήταν ο Διευθυντής και Πρόεδρος των εναγόντων και γνώριζε τα πάντα και ακόμα ότι οι ενάγοντες δέχθηκαν ό,τι τους είπαν οι δικηγόροι τους αναφορικά με το επίδικο διαμέρισμα. Άλλωστε η συμμετοχή των δικηγόρων των εναγόντων ήταν καθοριστική στη σύναψη όλων των συμφωνιών που αφορούν την πώληση του επίδικου διαμερίσματος και οι ενάγοντες ήταν πλήρως ενημερωμένοι εφόσον, εξάλλου, συμμετείχαν στην όλη εξέλιξη των γεγονότων, είτε με την υπογραφή συμβολαίων είτε με την απαίτηση πληρωμής των φόρων από τον εναγόμενο προς αυτούς είτε ακόμα με την αποδοχή της επιταγής για το ποσό των Λ.Κ.2.
- Ο Μ.Ε.1 προσπάθησε ακόμα να καταδείξει στο Δικαστήριο ότι οι ενάγοντες ήταν σε θέση αλλά και έτοιμοι να προβούν στη μεταβίβαση του επιδίκου διαμερίσματος, και μάλιστα όταν οι Mills είχαν έρθει στην Κύπρο. Προς τούτο, ο Μ.Ε.1 παρουσίασε τη Βεβαίωση Πληρωμής Τελών Ακίνητης Ιδιοκτησίας, ημερ. 22.10.2009, Τεκμήριο
- Παρόλο που ο Μ.Ε.1 έδωσε κάποια εξήγηση για τη χρονολογία της εν λόγω Βεβαίωσης, εν τούτοις δεν έχω ικανοποιηθεί ότι με αυτή τη Βεβαίωση αποδεικνύεται η δυνατότητα μεταβίβασης του επίδικου διαμερίσματος, κυρίως εν όψει του περιεχομένου των Τεκμηρίων 20 και 21 που δείχνουν ότι το επίδικο διαμέρισμα βαρυνόταν με επιβαρύνσεις κατά το έτος 2004 και δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί. Η θέση του Μ.Ε.1 ότι οι ενάγοντες έκαναν διευθέτηση με το Κτηματολόγιο για αποδέσμευση περιουσίας για τον σκοπό μεταβίβασης της με τη δέσμευση άλλης παρέμεινε εντελώς γενική, αόριστη και μετέωρη, χωρίς οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με το επίδικο διαμέρισμα, και έτσι δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. Ακόμα μία αναφορά του Μ.Ε.1 ενδυνάμωσε την πεποίθηση του Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία του αποσκοπούσε στην υποστήριξη της πλευράς των εναγόντων, χωρίς να αποκαλύπτεται η αληθής εικόνα των γεγονότων. Αυτή σχετίζεται με την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, καθότι ο ίδιος ανέφερε ότι οι ενάγοντες δεν οφείλουν σε κανένα και ότι πληρώνουν για όλη την περιουσία που ανήκει στην εταιρεία. Η απαίτηση από τους ενάγοντες της πληρωμής των οφειλόμενων τελών και φόρων από τον εναγόμενο δεν επιβεβαιώνει αυτόν τον ισχυρισμό, ο οποίος αντικρούστηκε από τον επόμενο μάρτυρα των εναγόντων. Ο Μ.Ε.2 αναγνώρισε ευθέως ότι οι ενάγοντες αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα και ότι αυτός ήταν ο λόγος που η εταιρεία ζήτησε από τον εναγόμενο την πληρωμή των φόρων για το διαμέρισμα για να μπορεί αυτή με τη σειρά της να προβεί στην πληρωμή τους και έτσι να γίνει δυνατή η μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος. Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, αδυνατώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ως αξιόπιστη, παρά μόνο βέβαια αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα οποία επιβεβαιώνονται από τα τεκμήρια που βρίσκονται κατατεθειμένα ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 επικεντρώθηκε στις ενέργειες τόσο του ίδιου όσο και του πατέρα του αναφορικά με το επίδικο διαμέρισμα, υπό την ιδιότητα τους ως δικηγόροι των Mills και των εναγόντων, και η οποία επιβεβαιώνεται από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου. Επισημαίνω και πάλι ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.2 έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο των δικογράφων των εναγόντων, οι οποίοι εκπροσωπούνται από τους εν λόγω δικηγόρους, αναφορικά με το θέμα της γνώσης των εναγόντων και της συγκατάθεσης τους για την πώληση του επίδικου διαμερίσματος από τους Mills στον εναγόμενο, εφόσον οι δικηγόροι ήταν οι άμεσα εμπλεκόμενοι, μεσολαβούσαν σε όλες τις συμφωνίες που έγιναν μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών και αυτοί ενημέρωναν τους ενάγοντες. Εφόσον ο Μ.Ε.2 προώθησε μαρτυρία η οποία δεν συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων, ενώ οι δικηγόροι των εναγόντων είχαν άμεση γνώση των γεγονότων και άμεση εμπλοκή στην όλη υπόθεση, και ακόμα πρόβαλε αντιφατική θέση με τον Μ.Ε.1 αναφορικά με την οικονομική κατάσταση των εναγόντων, το Δικαστήριο αδυνατεί να αποδεχθεί το σύνολο της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα για να στηριχθεί στα ευρήματα του. Επιπλέον η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα παρέμεινε γενική και αόριστη σε κάποια θέματα, όπως το θέμα της ενόχλησης του εναγομένου για την υλοποίηση των συμφωνηθέντων και το θέμα της δυνατότητας μεταβίβασης του διαμερίσματος. Ειδικότερα, ο Μ.Ε.2 προέβη σε μία γενική αναφορά ότι ενοχλούσαν τακτικά τον εναγόμενο, χωρίς περαιτέρω στοιχεία και λεπτομέρειες, για να καταδείξει την άρνηση του στην εκπλήρωση των δικών του υποχρεώσεων. Επομένως, η μαρτυρία του Μ.Ε.2 γίνεται αποδεκτή μόνο στον βαθμό και πάλι που αυτή αφορά τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα οποία επιβεβαιώνονται από τα τεκμήρια που βρίσκονται κατατεθειμένα ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο εναγόμενος με τη σειρά του δημιούργησε καλή εντύπωση προς το Δικαστήριο. Γενικά η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, σαφήνεια και συνέπεια. Αρχικά επισημαίνω ότι η μαρτυρία του συνάδει με το περιεχόμενο του δικογράφου του, ενώ αυτή παρέμεινε σταθερή καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο εναγόμενος αναφέρθηκε εκτενώς στην εξέλιξη των γεγονότων σε σχέση με την πώληση του επίδικου διαμερίσματος σε αυτόν, με ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι οι ενάγοντες προχώρησαν με τη δική τους βούληση στη συγκατάθεση τους για την αγορά του διαμερίσματος από αυτόν και μάλιστα στην καθορισθείσα τιμή. Αυτή η εκδοχή του εναγομένου συνάδει με τα όσα έλαβαν χώρα μεταξύ των εναγόντων, των Mills, των δικηγόρων και του ιδίου, καθότι είναι εμφανές ότι ο εναγόμενος προέβαινε στις ενέργειες του αναφορικά με το επίδικο διαμέρισμα κατόπιν συνεννόησης με τους δικηγόρους των Mills και των εναγόντων, και ακόμα των ιδίων των εναγόντων, και μάλιστα με την υπογραφή των σχετικών συμφωνιών. Ο εναγόμενος δεν είχε πρόθεση να αποκρύψει την αλήθεια από το Δικαστήριο καθότι δήλωσε ευθαρσώς ότι γνώριζε ότι η εν λόγω αγορά δεν ήταν ασφαλής με την έννοια ότι η μεταβίβαση θα καθυστερούσε, και αυτό το γεγονός αντικατοπτρίστηκε στην τιμή. Χαρακτηριστική και συνάμα πολύ αυθόρμητη και ειλικρινής ήταν η θέση του ότι ο ίδιος ήθελε τη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στο όνομα του για να μπορεί να το εκμεταλλευτεί, όμως τον βόλευε και η κωλυσιεργία των εναγόντων στη μεταβίβαση καθότι αυτός είχε κατοχή του διαμερίσματος και επωφελείτο τους καρπούς της εκμετάλλευσης του από τον ίδιο. Επίσης ο εναγόμενος έδωσε ολοκληρωμένες απαντήσεις και όλες τις λεπτομέρειες αναφορικά με τα βασικά επίμαχα θέματα της υπόθεσης, και συγκεκριμένα την αδυναμία μεταβίβασης του επίδικου διαμερίσματος από τους ενάγοντες στο όνομα του και της δυνατότητας εκπλήρωσης της υποχρέωσης του για την πληρωμή προς τους ενάγοντες του οφειλόμενου ποσού και των φόρων. Ο εναγόμενος παρουσίασε στοιχεία αναφορικά με τις επιβαρύνσεις του επίδικου ακινήτου και τη σύναψη δανείου από τον ίδιο για τον σκοπό αγοράς του διαμερίσματος, με παραπομπή στα σχετικά έγγραφα και ακόμα με την παρουσίαση των μαρτύρων του Κτηματολογίου και της ΣΠΕ για να διαφωτίσουν το Δικαστήριο και έτσι να αποκαλύψουν την πλήρη εικόνα των γεγονότων. Ο δικηγόρος των εναγόντων επικαλέστηκε την αναφορά του εναγομένου στη δομή της ενάγουσας εταιρείας και την προβολή διάφορων και αντιφατικών θέσεων για τον διευθυντή αυτής, για να καταδείξει ότι ο εναγόμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Θεωρώ ότι αυτό το θέμα δεν είναι ουσιώδους σημασίας έτσι ώστε να πλήττει την αξιοπιστία του, καθότι, εν πάση περιπτώσει, έχει διαφανεί από το σύνολο της μαρτυρίας η σχέση του εναγομένου με τον Νεόφυτο Χρυσοστόμου και τα υπόλοιπα αδέλφια Χρυσοστόμου και ακόμα το γεγονός ότι ο εναγόμενος είχε επαφές με πρόσωπα εκ μέρους των εναγόντων. Επίσης η αναφορά του εναγομένου στη μη λήψη οποιωνδήποτε επιστολών εκ μέρους των Mills ή των εναγόντων, ενώ τελικά παραδέχθηκε τη λήψη της επιστολής ημερ. 28.3.1995, Τεκμήριο 15, εφόσον αυτή απαντήθηκε μέσω του δικού του δικηγόρου, και πάλι δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του. Ο εναγόμενος έδωσε μία σαφή και λογική εξήγηση γι΄ αυτό το θέμα, δηλώνοντας ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τη λήψη των Τεκμηρίων 7 και 11 ενώ δεν αμφισβήτησε τη λήψη του Τεκμηρίου
- Για όλους τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι ο εναγόμενος κατέθεσε με ειλικρίνεια ενώπιον του Δικαστηρίου και αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη στο σύνολο της. Το Δικαστήριο αποδέχεται επίσης τη μαρτυρία και των δύο μαρτύρων υπεράσπισης, καθότι αυτές κατέθεσαν με βάση την ιδιότητα τους και τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους με αντικειμενικότητα και σαφήνεια. Δεν υιοθετώ τη θέση του δικηγόρου των εναγόντων ότι η Μ.Υ.2 επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι η μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος ήταν εφικτή, καθότι αυτή αναφέρθηκε με γενικότητα και αοριστία στη δυνατότητα απαλλαγής περιουσίας με τη δέσμευση άλλης, χωρίς αναφορά στο συγκεκριμένο διαμέρισμα και μάλιστα κατά τον επίδικο χρόνο. Ο δικηγόρος υπεράσπισης εισηγήθηκε επίσης ότι η αξιοπιστία της Μ.Υ.3 έχει κλονιστεί λόγω της αδυναμίας της να γνωρίζει τις λεπτομέρειες και τα στοιχεία αναφορικά με το εν λόγω δάνειο, και ακόμα να προσκομίσει την ίδια την αίτηση δανείου. Το Δικαστήριο και πάλι δεν συμμερίζεται την ίδια άποψη, καθότι η Μ.Υ.3 ήταν η πλέον αρμόδια μάρτυρας για να καταθέσει για το εν λόγω θέμα, λόγω της ιδιότητας της στη ΣΠΕ κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρουσίασε τα σχετικά έγγραφα αναφορικά με το δάνειο, ενώ είπε ξεκάθαρα ότι δεν καταγράφεται πουθενά ο λόγος μη παραχώρησης του δανείου. Η Μ.Υ.3 ήταν πάντοτε έτοιμη να παρουσιάσει το έντυπο της αίτησης του δανείου, διαβεβαιώνοντας ότι η αίτηση συνοδευόταν από όλα τα απαραίτητα στοιχεία προς ικανοποίηση της Επιτροπείας για να εγκριθεί το δάνειο, ενώ έδωσε μαρτυρία αναφορικά με την προφορική ενημέρωση του εναγομένου για την έγκριση του δανείου και ακόμα την πιθανότητα ενημέρωσης του Γραμματέα από τον εναγόμενο για τον λόγο της μη ολοκλήρωσης της παραχώρησης του δανείου. Το κενό στην προφορική μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρα αναφορικά με ποιο διαμέρισμα αφορούσε η εν λόγω αίτηση δανείου συμπληρώνεται από τη μαρτυρία του εναγομένου, την οποία έχω ήδη αποδεχθεί στην ολότητα της, ότι το δάνειο αφορούσε την αγορά του επίδικου διαμερίσματος το οποίο προσφερόταν ως εξασφάλιση με υποθήκη για το εν λόγω δάνειο, όπως αναφέρεται στα Τεκμήρια 22 και
- Επομένως, ικανοποιούμαι ότι οι Μ.Υ.2 και 3 είναι αξιόπιστες. Έτσι τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης στηρίζονται στη μαρτυρία της υπεράσπισης και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα όπως αυτά επιβεβαιώνονται από τα τεκμήρια που βρίσκονται κατατεθειμένα ενώπιον του Δικαστηρίου, ως ακολούθως. Οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, και ασχολούνται μεταξύ άλλων με την εργολαβία οικοδομών, ανάπτυξη ακινήτων και αγοραπωλησίες ακινήτων και είναι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας. Οι ενάγοντες ήταν και εξακολουθούν να είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του διαμερίσματος αρ. 3 στο κτιριακό συγκρότημα Rialas Building στην οδό Γρίβα Διγενή στη Μέσα Γειτονιά στη Λεμεσό, με αριθμό εγγραφής 290 (LIV/51.5.1, τεμ. 292). Σχετικοί είναι οι τίτλοι ιδιοκτησίας, Τεκμήρια 1 και
- Στις 13.10.1982 οι ενάγοντες συνήψαν συμφωνία πώλησης του επίδικου διαμερίσματος προς το ζεύγος Terence και Patricia Mills από την Αγγλία, Τεκμήριο
- Το ζεύγος Mills κατέβαλε τμηματικά το ποσό των Λ.Κ.19.500 στους ενάγοντες, όπως προνοούσε η μεταξύ τους συμφωνία, και παρέλαβε το διαμέρισμα τον Απρίλιο του 1983, ενώ ανέμενε την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας και την εξασφάλιση άδειας από το Υπουργικό Συμβούλιο για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του. Στις 20.10.1992 το ζεύγος Mills συνήψε συμφωνία πώλησης του επίδικου διαμερίσματος προς τον εναγόμενο, Τεκμήριο
- Εφόσον αποδέχθηκα τη μαρτυρία του εναγομένου στην ολότητα της, βρίσκω ότι ο εναγόμενος αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα κατόπιν παρότρυνσης εκ μέρους των εναγόντων, και επομένως οι ενάγοντες γνώριζαν και συγκατατέθηκαν στην αγορά αυτού από τον εναγόμενο κατά την ημερομηνία σύναψης της εν λόγω συμφωνίας, Τεκμήριο
- Ο εναγόμενος πλήρωσε στους Mills το ποσό των Λ.Κ.1.300, σύμφωνα με τις πρόνοιες της εν λόγω συμφωνίας, και παρέλαβε την κατοχή του επίδικου διαμερίσματος. Εν τω μεταξύ οι ενάγοντες συνέχισαν να πληρώνουν τους φόρους ακίνητης ιδιοκτησίας, κτηματικούς φόρους, ΣΑΛΑ και την ασφάλεια του επίδικου διαμερίσματος για λογαριασμό των Mills. Σχετικό είναι το Τεκμήριο
- Σε κάποιο στάδιο οι Mills επιθυμούσαν τη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος απ' ευθείας στον εναγόμενο. Στις 28.3.1995 ο Μ.Ε.2, ενεργώντας εκ μέρους των Mills, απέστειλε επιστολή στον εναγόμενο με την οποία τον ενημέρωνε ότι οι Mills ήταν έτοιμοι να μεταβιβάσουν το επίδικο διαμέρισμα στο όνομα του νοουμένου ότι αυτός πλήρωνε το οφειλόμενο ποσό, διαφορετικά θα προέβαιναν σε ακύρωση του συμβολαίου ημερ. 20.10.
- Η εν λόγω επιστολή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο εναγόμενος, μέσω του δικηγόρου του, απάντησε στην εν λόγω επιστολή με επιστολή ημερ. 3.4.1995, Τεκμήριο
- Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι σε κάποιο στάδιο ο εναγόμενος ζήτησε όπως η μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος γίνει στο όνομα της συζύγου του, όπως φαίνεται στην επιστολή του κ. Α. Τσαγγαρίδη προς αυτούς ημερ. 8.11.2004, Τεκμήριο
- Η σχετική δήλωση προς τούτο τελικά δεν υπογράφηκε. Στις 7.10.2004 οι ενάγοντες συνήψαν ακυρωτική συμφωνία με την οποία η συμφωνία ημερ. 13.10.1982 ακυρώνεται νοουμένου ότι οι ενάγοντες θα πουλούσαν το διαμέρισμα στον εναγόμενο έναντι του ποσού των Λ.Κ.16.000, ο οποίος είχε ήδη καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.1.300 στους Mills και θα πλήρωνε το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.14.700 στον κ. Ανδρέα Τσαγγαρίδη με τη μεταβίβαση του διαμερίσματος στο όνομα του. Η εν λόγω συμφωνία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Κατόπιν παράκλησης του Μ.Ε.1 προς τον εναγόμενο, ο τελευταίος πλήρωσε με επιταγή ημερ. 11.10.2004 το ποσό των Λ.Κ.2.500 στον κ. Ανδρέα Τσαγγαρίδη, έναντι του ποσού των Λ.Κ.5.900 που ήταν οι οφειλόμενοι φόροι για τα έτη 1992 - 2004 για το επίδικο διαμέρισμα, ενώ το υπόλοιπο θα πληρωνόταν με τη μεταβίβαση. Ο κ. Α. Τσαγγαρίδης παρέδωσε την εν λόγω επιταγή στον Μ.Ε.1, ο οποίος υπέγραψε σχετική απόδειξη πληρωμής, ημερ. 12.10.2004, Τεκμήριο
- Οι δικηγόροι των Mills απέστειλαν επιστολή προς τον εναγόμενο ημερ. 15.12.2006, Τεκμήριο 7, με την οποία οι Mills τερμάτισαν το συμβόλαιο που συνήψαν με τον εναγόμενο ημερ. 20.10.
- Κατόπιν συνεννόησης, οι ενάγοντες υπέγραψαν ακυρωτική συμφωνία με τους Mills ημερ. 15.1.2007, με την οποία η συμφωνία ημερ. 13.10.1982 ακυρώνεται. Η εν λόγω ακυρωτική συμφωνία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Οι ενάγοντες εξέδωσαν επιταγή στο όνομα του κ. Φώτου Τσαγγαρίδη για το ποσό των Λ.Κ.14.700, Τεκμήριο 9, και ο κ. Τσαγγαρίδης κατέθεσε το εν λόγω ποσό στον λογαριασμό των Mills. Σχετική είναι η απόδειξη - Τεκμήριο
- Οι ενάγοντες, με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 14.3.2007 ζήτησαν από τον εναγόμενο να τους παραδώσει το επίδικο διαμέρισμα λόγω παράνομης και αυθαίρετης επέμβασης του σε αυτό, ο οποίος όμως δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα τους ενώ συνεχίζει να κατέχει και εκμεταλλεύεται αυτό. Η εν λόγω επιστολή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 20 και 21, βρίσκω ότι το επίδικο διαμέρισμα είχε τις ακόλουθες επιβαρύνσεις, και συγκεκριμένα το 1992 αυτό ήταν επιβαρυμένο με την Υποθήκη 6344/1987, η οποία εξαλείφθηκε το 2007, και το Μέμο ΕΒ 415/90, το οποίο ακυρώθηκε το 1998, ενώ στις 11.10.2004, όταν ο εναγόμενος πλήρωσε το ποσό των φόρων, αυτό βαρυνόταν με τα Μέμο ΕΒ 2035/04 που καταχωρήθηκε στις 8.10.2004 και ακυρώθηκε το 2005 και ΕΒ 1231/04 ημερ. 25.6.2004 που ακυρώθηκε το
- Με βάση το Τεκμήριο 20, το επίδικο διαμέρισμα είναι υποθηκευμένο για το ποσό των €246.038,
- Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 9.11.2004 ο εναγόμενος υπέβαλε αίτηση προς τη ΣΠΕ Αγ. Αθανασίου για σύναψη δανείου ύψους Λ.Κ.23.000 για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος, το οποίο προσφερόταν ως εξασφάλιση με την εγγραφή υποθήκης. Η εν λόγω αίτηση είχε εγκριθεί στις 12.11.2004, όμως η σύναψη του εν λόγω δανείου τελικά δεν ολοκληρώθηκε. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 22, 25 και
- Αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός, και ως εκ τούτου αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ότι η σημερινή αγοραστική αξία του επίδικου διαμερίσματος ανέρχεται στο ποσό των €80.000 και η σημερινή ενοικιαστική αξία αυτού ανέρχεται στο ποσό των €350 μηνιαίως. Τέλος, βρίσκω ότι την 1.12.2010 καταχωρήθηκε η αγωγή αρ. 5917/10 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού μεταξύ της Διαχειριστικής Επιτροπής της Πολυκατοικίας Ριαλάς και των εναγόντων για την πληρωμή των κοινοχρήστων αναφορικά με το επίδικο διαμέρισμα για την περίοδο 1.3.2010 - 31.10.2010, Τεκμήριο
- Μετά την έγερση της εν λόγω αγωγής ο εναγόμενος απέστειλε επιστολή ημερ. 27.1.2012, Τεκμήριο 23, και διευθέτησε την πληρωμή των κοινοχρήστων, συμπεριλαμβανομένου του ποσού της αγωγής. Σχετικές είναι οι αποδείξεις, Τεκμήριο
- Επίσης, σύμφωνα με την Απόδειξη του Δήμου Μέσα Γειτονιάς, ημερ. 22.10.2009, Τεκμήριο 14, οι ενάγοντες δεν οφείλουν τέλη ακίνητης ιδιοκτησίας για το επίδικο ακίνητο μέχρι την εν λόγω ημερομηνία. Η βάση της απαίτησης των εναγόντων είναι η παράνομη επέμβαση. Αυτή συνιστά αστικό αδίκημα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Στην υπόθεση Λάμπρου κ.ά. v. Κεφάλα κ.ά.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1516, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακίνητου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122, λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα. (Δέστε Γεωργίου v. Ανδρέα
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2311..» Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι ενάγοντες ήταν και εξακολουθούν να είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου διαμερίσματος. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γλυκύς v. Ιεράς Μονής Μαχαιρά
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 654, η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής εκτός αν προκύπτει από μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει άλλος. Με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, οι ενάγοντες πούλησαν το επίδικο διαμέρισμα στους Mills δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 13.10.1982, Τεκμήριο
- Δυνάμει των όρων του εν λόγω συμβολαίου, οι ενάγοντες θα παράδιναν την κατοχή του επίδικου διαμερίσματος στους Mills με την αποπεράτωση αυτού και την παράδοση των κλειδιών τον Μάρτιο
- Το 1992 οι ενάγοντες παρότρυναν τον εναγόμενο να αγοράσει το επίδικο διαμέρισμα από τους Mills, και προς τούτο υπογράφηκε το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 20.10.1992, Τεκμήριο
- Με την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.1.300 από τον εναγόμενο προς τους Mills, που έγινε την ημερομηνία σύναψης του εν λόγω συμβολαίου, και σύμφωνα με τους όρους αυτού, ο εναγόμενος έλαβε την κατοχή του επίδικου διαμερίσματος. Αποτελεί επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο εναγόμενος κατέχει το επίδικο διαμέρισμα από τότε μέχρι και σήμερα. Οι ενάγοντες επικαλούνται τον τερματισμό και των δύο συμβολαίων για να καταδείξουν το δικαίωμα τους στην κατοχή του επίδικου διαμερίσματος και στη νομιμοποίηση τους στην έγερση της παρούσας αγωγής. Ο τερματισμός του συμβολαίου μεταξύ των εναγόντων και των Mills έγινε στις 15.1.2007 με τη σύναψη σχετικού συμβολαίου, Τεκμήριο 8, ενώ ο τερματισμός του συμβολαίου μεταξύ των Mills και του εναγομένου είχε προηγηθεί στις 15.1.2006, Τεκμήριο
- Επίσης οι ενάγοντες απέστειλαν επιστολή προς τον εναγόμενο ημερ. 14.3.2007, Τεκμήριο 11, με την οποία ισχυρίστηκαν την παράνομη επέμβαση επί του επίδικου διαμερίσματος από τον εναγόμενο και ζήτησαν την παράδοση του από αυτόν. Με αυτά τα δεδομένα οι ενάγοντες διεκδικούν την κατοχή του επίδικου διαμερίσματος, όμως ο εναγόμενος, με την υπεράσπιση του, ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες εμποδίζονται από του να αξιώνουν την κατοχή ή χρήση του εν λόγω διαμερίσματος λόγω ιδιοκτησιακού κωλύματος. Η αρχή του ιδιοκτησιακού κωλύματος (proprietary estoppel) καθιερώθηκε στην υπόθεση Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542, και αποτελεί μέρος του δικαίου της επιείκειας, ως ακολούθως: «It is established that a party, making a promise, cannot resile therefrom when it would be inequitable for him so to do notwithstanding the absence of a legally recognised relationship between the promisor and the promisee. And it is inequitable for the promisor to resile from his promise whenever, as a result of such representation, the promisee has modified his position in a way that it would be unjust for the promisor to withdraw from his representations; provided always, of course, that the representations made are clear and unambiguous, such as could lead the promisee to act upon them.» Στην υπόθεση Χρυσοστόμου v. Φράγκου κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 622, λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το ιδιοκτησιακό κώλυμα: «Στοιχειώδη προϋπόθεση για την ύπαρξη, έστω, λόγου περί του κωλύματος αποτελεί η παράσταση εκ μέρους του ιδιοκτήτη της γης, προς το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται, ότι ο ίδιος αποποιείται των δικαιωμάτων του επί της γης και ότι ο προς ον η παράσταση μπορεί να θεωρήσει τη γη ως δική του περιουσία.» Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Λοίζου v. Αντωνίου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1035 γίνεται παραπομπή στην Αγγλική υπόθεση Taylor Fashions Ltd v. Liverpool Victoria Trustees Co
(1981)1 All E.R. 897, στην οποία αναφέρθηκε ότι «εκείνο που ενδιαφέρει είναι μόνο το κατά πόσο θα ήταν, κάτω από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, άδικο να επωφεληθεί ο ιδιοκτήτης από ό,τι κατά τον ουσιώδη χρόνο, αποτελούσε και για τον ίδιο και για την άλλη πλευρά κοινή κατάσταση πραγμάτων ασχέτως του αν προέκυπτε από λάθος. Δηλαδή, εκείνο που αποβαίνει κρίσιμο είναι το κατά πόσο θα ήταν άδικο ή όχι να αναιρεθεί η βάση - η εκ των υστέρων αποδειχθείσα λανθασμένη - επί της οποίας είχαν ενεργήσει οι ενδιαφερόμενοι.» Τέλος χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Πελεκάνου κ.ά. v. Πελεκάνου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1678, η οποία αφορά το εξ υποσχέσεως κώλυμα (promissory estoppel), και στην οποία αναφέρεται ότι η παράσταση με την οποία δίδεται το μήνυμα ότι δεν θα επιμείνει κάποιος στα δικαιώματα του, μπορεί να είναι ρητή ή διά της συμπεριφοράς. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ο εναγόμενος αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα κατόπιν παρότρυνσης των εναγόντων, και προς τούτο υπογράφηκε το αγοραπωλητήριο έγγραφο μεταξύ των Mills και του εναγομένου ημερ. 20.10.1992, Τεκμήριο
- Από την ημερομηνία σύναψης του εν λόγω συμβολαίου, ο εναγόμενος έλαβε την κατοχή του επίδικου διαμερίσματος. Επομένως, οι ενάγοντες συγκατατέθηκαν αλλά και γνώριζαν από το 1992 ότι ο εναγόμενος αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα, έλαβε την κατοχή του και το εκμεταλλευόταν. Παρόλο που το επίδικο διαμέρισμα εξακολουθούσε να είναι εγγεγραμμένο στο όνομα των εναγόντων, εν τούτοις οι ενάγοντες υπέγραψαν την ακυρωτική συμφωνία με τους Mills ημερ. 7.10.2004, Τεκμήριο 6, δυνάμει της οποίας οι ενάγοντες και πάλι αναγνωρίζουν το δικαίωμα του εναγομένου επί του επίδικου διαμερίσματος δυνάμει της συμφωνίας αγοραπωλησίας αυτού ημερ. 20.10.
- Ως εκ τούτου οι ενάγοντες είχαν συγκατατεθεί, γνώριζαν και αναγνώρισαν και γραπτώς το δικαίωμα του εναγομένου επί του επίδικου διαμερίσματος για 12 ολόκληρα χρόνια. Επιπλέον, για όλο αυτό το χρονικό διάστημα, ο εναγόμενος, ενεργώντας καλόπιστα, κατείχε και εκμεταλλευόταν το επίδικο διαμέρισμα, σαν δικό του, εν γνώσει των εναγόντων και μάλιστα με τη συγκατάθεση τους. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η ακυρωτική συμφωνία τελούσε υπό όρους, τους οποίους ο εναγόμενος παρέλειψε να εκπληρώσει έτσι ώστε να επέλθει η ακύρωση τόσο της συμφωνίας αγοράς του διαμερίσματος από τον εναγόμενο όσο και της συμφωνίας αγοράς αυτού από τους Mills. Οι ενάγοντες βασίζονται στην παράλειψη συμμόρφωσης του εναγομένου με τις υποχρεώσεις του δυνάμει της εν λόγω ακυρωτικής συμφωνίας για να επανακτήσουν τα δικαιώματα τους επί του επίδικου διαμερίσματος. Με βάση τους όρους της ακυρωτικής συμφωνίας ημερ. 7.10.2004, Τεκμήριο 6, μεταξύ των εναγόντων και των Mills, οι ενάγοντες ανέλαβαν να μεταβιβάσουν το επίδικο διαμέρισμα στο όνομα του εναγομένου με την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ. 14.700 στον κ. Ανδρέα Τσαγγαρίδη η οποία θα γινόταν ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση αυτού, την οποία οι ενάγοντες ανέλαβαν να διεκπεραιώσουν εντός 15 ημερών από την ημερομηνία της εν λόγω συμφωνίας. Μάλιστα, οι ενάγοντες ζήτησαν από τον εναγόμενο την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.2.500 έναντι του οφειλόμενου ποσού των φόρων και των τελών, και ο εναγόμενος ανταποκρίθηκε άμεσα, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο
- Επίσης, ο εναγόμενος έλαβε τις αναγκαίες ενέργειες με τη σύναψη δανείου από τη ΣΠΕ Αγ. Αθανασίου και ήταν καθ' όλα έτοιμος να πληρώσει το υπόλοιπο ποσό για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στο όνομα του. Επομένως, βρίσκω ότι ο εναγόμενος ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του δυνάμει της συμφωνίας ημερ. 7.10.2004, πλην όμως οι ενάγοντες δεν ήταν ποτέ έτοιμοι, ούτε κατά τον προβλεπόμενο στη συμφωνία χρόνο ούτε σε οποιοδήποτε άλλο χρονικό στάδιο, να προχωρήσουν στη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στο όνομα του εναγομένου. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο εναγόμενος, ενεργώντας και πάλι καλόπιστα, ήταν πάντα πρόθυμος και έτοιμος να εκπληρώσει τις δικές του υποχρεώσεις προς υλοποίηση της μεταβίβασης του επίδικου διαμερίσματος στο όνομα του, ενώ οι ενάγοντες δεν ήταν σε θέση να προβούν στην εν λόγω μεταβίβαση. Είναι γεγονός ότι από το 1992 μέχρι και τουλάχιστον και το 2004, και ακόμα μέχρι το 2007, που έγινε η συμφωνία ημερ. 15.1.2007, Τεκμήριο 8, και στάληκε η επιστολή ημερ. 14.3.2007, Τεκμήριο 11, ο εναγόμενος αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα, έλαβε κατοχή αυτού και το εκμεταλλευόταν, ενώ ήταν πάντα πρόθυμος και έτοιμος να εκπληρώσει τις οποιεσδήποτε συμβατικές του υποχρεώσεις για τη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στο όνομα του. Καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα, οι ενάγοντες γνώριζαν και αποδέχθηκαν την αγορά του επίδικου διαμερίσματος από τον εναγόμενο, καθώς επίσης την κατοχή και εκμετάλλευση του από τον εναγόμενο. Εν όψει δε του γεγονότος ότι η αδυναμία μεταβίβασης του επίδικου διαμερίσματος δεν οφείλεται στον εναγόμενο αλλά στους ενάγοντες, θεωρώ ότι η στάση και συμπεριφορά των εναγόντων για τόσα πολλά χρόνια είναι τέτοια που εύλογα δημιουργεί την εντύπωση στον εναγόμενο ότι οι ενάγοντες αναγνωρίζουν το δικαίωμα ιδιοκτησίας και κατοχής του επίδικου διαμερίσματος από αυτόν και ότι οι ίδιοι έχουν αποποιηθεί των δικαιωμάτων τους επί αυτού, και ότι παρέμενε το θέμα της μεταβίβασης αυτού στο όνομα του μόλις οι ενάγοντες ήταν σε θέση να το πράξουν. Με αυτά τα δεδομένα, και ειδικότερα την αγορά και την απρόσκοπτη κατοχή και εκμετάλλευση του επίδικου διαμερίσματος από τον εναγόμενο, την αναγνώριση αυτού από τους ενάγοντες και την παράλειψη των ιδίων να προβούν στα αναγκαία διαβήματα για τη μεταβίβαση αυτού, για περίοδο πέραν των 12 ετών, θεωρώ ότι οι ενάγοντες κωλύονται από του να αξιώνουν την ιδιοκτησία και κατοχή του εν λόγω διαμερίσματος το οποίο ανήκει στον εναγόμενο. Στην υπό κρίση περίπτωση εφαρμόζεται η αρχή του ιδιοκτησιακού κωλύματος, έτσι ώστε το επίδικο διαμέρισμα να ανήκει πλέον στον εναγόμενο. Υπό το φως όλων όσων αναφέρονται πιο πάνω, η απαίτηση των εναγόντων δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Ο εναγόμενος δικαιούται στη μεταβίβαση και εγγραφή του επίδικου διαμερίσματος στο όνομα του. Κατά την εφαρμογή της αρχής του ιδιοκτησιακού κωλύματος με την έκδοση του ανάλογου διατάγματος, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη ότι δεν θα πρέπει να προκληθεί αδικία σε οποιαδήποτε πλευρά. Στην υπόθεση Stylianou v. Papacleovoulou (ανωτέρω), η θεραπεία ήταν για διάταγμα μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου στον εναγόμενο «. in as much as a court of equity must ensure that its orders do not work injustice.» Η ίδια αρχή υιοθετήθηκε στις υποθέσεις Τσιαλής v. Χατζηανδρέου (Τσιαλή)
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1250 και Λοίζου v. Αντωνίου (ανωτέρω). Στην τελευταία δε υπόθεση γίνεται αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Crabb v. Arun District Council
(1975)All E.R. 865, στην οποία τονίστηκε ότι το δίκαιο της επιείκειας εκφράζεται ποικιλόμορφα για να διατηρεί ισορροπία μεταξύ των εμπλεκομένων. Στο πλαίσιο έκδοσης διαταγής για τη μεταβίβαση και εγγραφή του επίδικου διαμερίσματος στο όνομα του εναγομένου, και με γνώμονα την απόδοση πλήρους αποτελεσματικότητας και συνέπειας στη δικαιική αρχή του ιδιοκτησιακού κωλύματος, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι ο εναγόμενος όφειλε να πληρώσει στους Mills το ποσό των Λ.Κ. 14.700, το οποίο τελικά οι ενάγοντες πλήρωσαν στους Mills. Επομένως ο εναγόμενος δικαιούται στην εγγραφή του επίδικου διαμερίσματος στο όνομα του νοουμένου ότι πληρώσει στους ενάγοντες το εν λόγω ποσό των Λ.Κ.14.700, ισόποσο σε €25.
- Δεν μου διαφεύγει ακόμα ότι ο εναγόμενος πλήρωσε και το ποσό των Λ.Κ.2.500 στους ενάγοντες ως οφειλόμενους φόρους και τέλη, έναντι του ποσού των Λ.Κ.5.900 που ήταν οι οφειλόμενοι φόροι για τα έτη 1992 - 2004 για το επίδικο διαμέρισμα, ενώ το υπόλοιπο θα πληρωνόταν με τη μεταβίβαση. Επομένως ο εναγόμενος οφείλει επίσης να πληρώσει στους ενάγοντες το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.3.400, ισόποσο σε €5.814, ενώ το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε εύρημα αναφορικά με την οφειλή οποιουδήποτε άλλου ανάλογου ποσού από το έτος 2005 μέχρι τη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στο όνομα του εναγομένου, ελλείψει οποιασδήποτε μαρτυρίας επί τούτου. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 14, οι ενάγοντες πλήρωσαν τα οφειλόμενα τέλη ακίνητης ιδιοκτησίας για το επίδικο διαμέρισμα μέχρι και τις 22.10.2009, όμως δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία για το ύψος του ποσού που έχει πληρωθεί γι΄ αυτό. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, η απαίτηση των εναγόντων απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον των εναγόντων όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση επιτυγχάνει ως ακολούθως. Εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο οι ενάγοντες διατάσσονται όπως προβούν στη μεταβίβαση και εγγραφή του επίδικου διαμερίσματος, και συγκεκριμένα του διαμερίσματος αρ. 3, στο κτιριακό συγκρότημα RIALAS BUILDING, στην οδό Γρίβα Διγενή, Μέσα Γειτονιά, Λεμεσός, με αριθμό εγγραφής 290 (LIV/51.5.1, τεμ. 292) στο όνομα του εναγομένου εντός τριών μηνών από σήμερα. Επίσης εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο οι ενάγοντες διατάσσονται όπως προβούν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες και υπογράψουν κάθε σχετικό έγγραφο προς τον σκοπό αυτόν. Ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση και εγγραφή του επίδικου διαμερίσματος στο όνομα του εναγομένου, ο εναγόμενος θα καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.14.700, ισόποσο σε €25.137, πλέον το ποσό των Λ.Κ.3.400, ισόποσο σε €5.
- Εφόσον η απαίτηση και η ανταπαίτηση εκδικάστηκαν μαζί, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα αναφορικά με την ανταπαίτηση. (Υπ.) ........................... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Πολιτική / Τελική Απόφαση Αναφορά: Ανάκτηση Διαμερίσματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο