BIRISAN JOANA BIANGA ν. ZINKA MINCHEVA ASENOVA, Αρ. Αγωγής: 2741/10, 25/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2741/10 Μεταξύ: BIRISAN JOANA BIANGA, εκ Λεμεσού Ενάγουσας και ZINKA MINCHEVA ASENOVA, εκ Λάρνακας Εναγόμενης --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 24.9.2012 Ημερομηνία: 25.1.2013 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη - αιτήτρια: κ. Θεοδότου (για να ακούσει απόφαση κ. Χριστοφή) Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κ. Χατζηλοϊζου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση της ενάγουσας εναντίον της εναγόμενης, σύμφωνα με την αγωγή της πρώτης, η οποία καταχωρήθηκε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 27.5.2010 είναι για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστηκε συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος που έγινε στη Λεμεσό κατά ή περί τις 16.12.2009, το οποίο οφείλεται στην αμέλεια και/ή παράβαση των νομικών καθηκόντων της εναγόμενης, οδηγού και ιδιοκτήτριας του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής DAQ
- Στις 15.3.2011 η ενάγουσα καταχώρησε την ακόλουθη μονομερή αίτηση: «Η ανωτέρω αιτήτρια εξαιτείται: α. Διάταγμα του Δικαστηρίου προς υποκατάστατον επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον αγωγή στη ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ η οποία ήτο η ασφαλιστική εταιρεία που κάλυπτε την Εναγόμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο του δυστυχήματος ήτοι 16/12/2009 και η διεύθυνση της η οποία είναι: Λεωφ. Αθαλάσσης αρ. 165 Λευκωσία. Κατά τον ουσιώδη χρόνο του δυστυχήματος η Εναγόμενη ήτο οδηγός του αυτοκινήτου υπ΄ αριθμόν εγγραφής DAQ
- β. Διατάγματος του δικαστηρίου όπως η Εναγόμενη καταχωρήσει εμφάνιση εντός προθεσμίας που θα ορίσει το δικαστήριο μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. γ. Διατάγματος του δικαστηρίου όπως εάν η Εναγόμενη παραλείψει να καταχωρήσει εμφάνιση εντός της ορισθείσης προθεσμίας 30 ημερών από την επίδοση οιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση στην αγωγή θα θεωρείται ως επιδοθείσα εάν αναρτηθεί στον πίνακα του Δικαστηρίου για περίοδο πέντε
(5)ημερών. δ. Τα έξοδα της αιτήσεως.» Επειδή έχει σημασία παρατίθεται και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης στην οποία προέβηκε η Έλενα Κυπριανού προς υποστήριξη της αίτησης: «Εγώ η κάτωθι υπογεγραμμένη Έλενα Κυπριανού, εκ Λεμεσού, ορκίζομαι και λέγω τα εξής:
- Είμαι υπάλληλος εις το δικηγορικό γραφείο του κ. Χρήστου Χατζηλοίζου, γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα ένορκον δήλωση.
- Εδιάβασα το κλητήριο ένταλμα και συμφωνώ με το περιεχόμενό του.
- Από έρευνα που έγινε μέσω του δικαστικού επιδότη η Εναγόμενη εγκατέλειψε την διεύθυνση εις οδό Βασιλέως Ευαγόρου αρ. 15 και είναι άγνωστο που διαμένει. Σχετική Βεβαίωση του επιδότη κ. Παναγιώτη Παναγιώτου επισυνάπτεται ως τεκμήριο Α.
- Από έρευνες που διενέργησα μέσω της αστυνομίας, το όχημα που οδηγούσε η Εναγόμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο του δυστυχήματος την 16/12/09 καλύπτετο από την ασφαλιστική εταιρεία ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ. Αντίγραφο αστυνομικής έκθεσης επισυνάπτεται ως τεκμήριο Β.
- Εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος της Ενάγουσας, η Ενάγουσα έχει καλό και νόμιμο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης.
- Είναι ορθόν και εύλογο όπως δοθεί το ζητούμενο διάταγμα.» Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης, στις 23.3.2011 την έκανε αποδεκτή, ορίζοντας στην εναγόμενη χρόνο 45 ημερών από την επίδοση του σχετικού διατάγματος για να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή, με οδηγίες, όπως, σε διαφορική περίπτωση, κάθε μεταγενέστερο έγγραφο ή ειδοποίηση σε σχέση με την αγωγή εναντίον της εναγόμενης, να θεωρείται ότι έχει επιδοθεί νόμιμα, με ανάρτηση στον πίνακα ειδοποιήσεων του Δικαστηρίου, για περίοδο 7 ημερών. Η ενάγουσα, στις 20.6.2011 καταχώρησε έκθεση απαίτησης και στις 29.6.2011 αίτηση, με την οποία ζητούσε την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης, επειδή - όπως αναφέρεται στο σώμα της αίτησης - στις 12.4.2011 της επιδόθηκε πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος και/ή έλαβε γνώση και παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση. Η εν λόγω αίτηση, στις 29.9.2011 αποσύρθηκε άνευ βλάβης, ενώ, δύο περίπου βδομάδες μετά και συγκεκριμένα στις 14.10.2011 καταχωρήθηκε νέα - ίδια αίτηση, η οποία, στις 4.11.2011 που ήταν ορισμένη για ακρόαση αποσύρθηκε και πάλι, άνευ βλάβης. Στις 16.3.2012, η εναγόμενη καταχώρησε μέσω των δικηγόρων της εμφάνιση υπό διαμαρτυρία στην αγωγή. Επειδή η εναγόμενη παρέλειψε να καταχωρήσει υπεράσπιση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και η ενάγουσα αίτηση για απόφαση λόγω αυτής της παράλειψης εκδόθηκε από τον Πρωτοκολλητή δυνάμει της Δ.26 Θ.13 και επιδόθηκε στους διαδίκους σχετική ειδοποίηση. Στις 24.7.2012 η αγωγή ορίστηκε αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο για απόδειξη στις 25.9.
- Στις 24.9.2012, η εναγόμενη καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά τ' ακόλουθα: «Α. Άδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο παραμερισμός (setting aside) ή/και η ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό υπόθεση. Β. Άδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο παραμερισμός (setting aside) ή/και η ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 23.3.2011 διά του οποίου επιτράπηκε η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής στην Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ κατόπιν αίτησης χωρίς ειδοποίηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 15.3.
- Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται ή/και ακυρώνεται η υποκατάστατη επίδοση του ως άνω κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής η οποία έγινε στις 12.4.
- Δ. Έξοδα και Φ.Π.Α.» Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 2, 14, 15 και 23 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (Ν. 96
(1)/2000), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.2 Θ.Θ.2, 3 και 12, Δ.5, Δ.5 Α, Δ.6 Θ.Θ.1 μέχρι 4, Δ.16 Θ.9, Δ.48 Θ.Θ. 1 μέχρι 4, 8
(4), 9 και 13, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Ανδρέα Ευσταθίου, υπαλλήλου της εταιρείας Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ, ο οποίος, όπως αναφέρει στην παράγραφο Α.
- αυτής ασκεί καθήκοντα υπευθύνου στα γραφεία της εταιρείας στη Λεμεσό, για απαιτήσεις σε τροχαία δυστυχήματα. Οι κύριες θέσεις που προβάλλει ο ενόρκως δηλών για την εναγόμενη με το περιεχόμενο της παραπάνω ένορκης δήλωσης είναι οι εξής: Πρώτο, κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής, η εναγόμενη είχε εγκαταλείψει μόνιμα την Κύπρο. Επομένως, το κλητήριο ένταλμα καθίσταται άκυρο εξ υπαρχής, δοθέντος ότι θα έπρεπε να προηγηθεί αίτηση για να δοθεί άδεια για σφράγιση του κλητηρίου, κάτι που δεν έχει γίνει. Επιπλέον, με δεδομένη την ανακριβή αναφορά της Λάρνακας στο κλητήριο, ως τόπου διαμονής της εναγόμενης, αυτό, εκ των πραγμάτων και πάλι θα ήταν ελαττωματικό και παράτυπο. Δεύτερο, η αίτηση για παραχώρηση άδειας για υποκατάστατη επίδοση πάσχει επειδή η σχετική άδεια αφορά επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής προς την Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ και όχι στη Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ που είναι το ορθό όνομα της ασφαλιστικής εταιρείας. Τρίτο, η αίτηση για παραχώρηση άδειας για υποκατάστατη επίδοση πάσχει και για τον επιπλέον λόγο, ότι δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο το ουσιώδες γεγονός της απουσίας της εναγόμενης από τη Κύπρο, σε μόνιμη βάση, πριν από την καταχώρηση της αγωγής. Συνεπεία αυτού πλήττεται ανεπανόρθωτα και το εκδοθέν διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση. Τέταρτο, στις 12.4.2011 παραδόθηκαν στα γραφεία της εταιρείας στη Λευκωσία, μόνο το κλητήριο ένταλμα της αγωγής και το Διάταγμα ημερομηνίας 23.3.
- Ωστόσο, μαζί με αυτά θα έπρεπε να είχε παραδοθεί και η μονομερής αίτηση που οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, μαζί με τη σχετική ένορκη δήλωση που τυχόν συνόδευε την αίτηση. Τούτο συνιστά ουσιώδη παρατυπία που θα πρέπει να οδηγήσει σε ακύρωση της διενεργηθείσας επίδοσης. Καταλήγοντας ο ενόρκως δηλών, ισχυρίζεται ότι συνεπεία όλων των παραπάνω παρατυπιών και παραβάσεων των Θεσμών, στις 12.3.2012 - 16.3 είναι το ορθό - καταχωρήθηκε εκ μέρους της εναγόμενης εμφάνιση υπό διαμαρτυρία. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της ενάγουσας, η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «
- Η Αίτηση είναι νομικά απαράδεκτη και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί.
- Από την αίτηση δεν αποκαλύπτονται νομικοί και πραγματικοί λόγοι που να δικαιολογούν την καθυστέρηση και την αδράνεια της νυν Αιτήτριας στην καταχώρηση της επίδικης αίτησης της και αυτό παρά το ότι τα όσα επιδόθηκαν στην Ασφαλιστική Εταιρεία Μινέρβα Λτδ δηλαδή το διάταγμα Δικαστηρίου υποκατάστατης επίδοσης της αγωγής της επιδόθηκε κανονικά αλλά προβάλλουν αδικαιολόγητες, αβάσιμες και αναληθείς δικαιολογίες, ενώ η νομική σύμβουλος κα. Τσέλιγκα δεν τα παρέλαβε υπό διαμαρτυρία ούτε και διαμαρτυρήθηκε ότι δεν ήτο στο όνομα της Ασφαλιστικής Εταιρείας.
- Ακύρωση και/ή παραμερισμός του κλητηρίου εντάλματος στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής λαμβανομένης υπ' όψιν της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρηση της επίδικης αίτησης θα αποτελούσε μέτρο υπονόμευσης της απονομής της Δικαιοσύνης και της ανάγκης για ταχεία διεκπεραίωση της δικαστικής υπόθεσης και θα παραβίαζε το συνταγματικό δικαίωμα της καθ' ης η αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσης σε εύλογο χρόνο.
- Η συμπεριφορά της Εναγόμενης-Αιτήτριας Μινέρβα Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ είναι ασυγχώρητη και περιφρονητική σε τέτοιο βαθμό που να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της Δικαιοσύνης.
- Η αδιαφορία της Αιτήτριας δεν μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος των δικαιωμάτων της καθ' ης η αίτηση.
- Η Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ και η Αιτήτρια παραδέχεται την επίδοση της αγωγής και το σχετικό διάταγμα της υποκατάστατης επίδοσης της αγωγής αλλά οι ισχυρισμοί που προβάλλει για τη μη έγκαιρη καταχώρηση της παρούσης αίτησης είναι αδικαιολόγητος και αναληθείς.» Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 2, 14, 15 και 23 του Νόμου 96
(1)/2000, ανωτέρω, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.2 Θ.Θ.2, 3 και 12, Δ.5 Α, Δ.6 Θ.Θ.1 μέχρι 4, Δ.16 Θ.9, Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 4, 8
(4), 9 και 13, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του δικηγόρου στο γραφείο του δικηγόρου της ενάγουσας Πέτρου Χατζηλοϊζου, ημερομηνίας 20.12.2012. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Πέτρου Χατζηλοϊζου. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Υπεισέρχομαι τώρα στην ουσία της αίτησης, υπό το φως και των λόγων ένστασης της ενάγουσας σ' αυτή. Ειδικότερα: Η Διαταγή 16 Θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι: «Ένας εναγόμενος προτού καταχωρήσει εμφάνιση θα δικαιούται, χωρίς να ζητήσει διάταγμα να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, να εκδώσει κλήσεις για παραμερισμό της επίδοσης σ' αυτόν του κλητηρίου ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ακυρώσει το διάταγμα που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση.» Η σχετική διαταγή έχει τύχει ερμηνείας από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Γεωργιάδης v. Χάσικου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1136 και Παπακόκκινου v. Landbroke P.L.C. κ.α.
(1995)1 A.A.Δ. 1090. Σύμφωνα με την πρώτη: «Σε αντίθεση με την Αγγλική Διάταξη, η αντίστοιχη Κυπριακή Διάταξη 16 Κανόνας 9, προβλέπει ότι ένας εναγόμενος πριν καταχωρήσει εμφάνιση είναι ελεύθερος χωρίς να πάρει οποιοδήποτε διάταγμα να καταχωρήσει, ή καταχωρώντας εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, να υποβάλει αίτηση δια κλήσεως για ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου που του έγινε ή για ακύρωση διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση.» Η παραπάνω αρχή επαναβεβαιώνεται και στην G. J. Magdon Ltd v. A. L. Metal Trading Ltd
(2001)
(1)(Γ) Α.Α.Δ. 2064 στην οποία προστίθεται ότι η σχετική Διαταγή (Δ.16 Θ.9) καθώς και η νομολογία αποκοπούν στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, αφού τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο. Η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη, γιατί πολύ απλά, κατά παράβαση της Δ.16.Θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ενώ θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί ταυτόχρονα με την καταχώρηση της εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και όχι αργότερα, η εναγόμενη προέβηκε στην καταχώρησή της, 6 και πλέον μήνες μετά που καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή υπό διαμαρτυρία. Για επαναλάβω το σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία καταχωρήθηκε στις 16.3.2012 και η υπό κρίση αίτηση στις 24.9.2012. Παρότι η τύχη της αίτησης έχει κριθεί, εντούτοις, χάριν πληρότητας της απόφασής μου και για το ενδεχόμενο που αυτή ήθελε κριθεί εσφαλμένη σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης, θα τοποθετηθώ και επί των λόγων για τους οποίους η εναγόμενη ζητά της έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ειδικότερα: H θέση ότι το κλητήριο ένταλμα καθίσταται άκυρο εξ υπαρχής, επειδή, «δοθέντος» ότι η εναγόμενη εγκατέλειψε την Κύπρο πριν από την καταχώρηση της αγωγής, επομένως θα έπρεπε να είχε προηγηθεί άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος, κάτι που - όντως - δεν έχει γίνει είναι εσφαλμένη. Ακολουθεί το σκεπτικό: Μολονότι στη νομική βάση της αίτησης ημερομηνίας 15.3.2011, για έκδοση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση του επίδικου κλητηρίου εντάλματος στον ασφαλιστή της εναγόμενης, περιέχονται και οι δικονομικές διατάξεις (Δ.5 Θ.Θ.1, 9 και 10 και Δ.5 Α) που διέπουν θέματα επίδοσης και/ή υποκατάστατης επίδοσης, η ουσία είναι ότι περιέχεται και το άρθρο 23 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000 καθώς και το αντίστοιχο άρθρο 15Β του καταργηθέντος - από τον ισχύοντα νόμο - νόμου Κεφ.333. Επειδή οι δύο διατάξεις είναι ταυτόσημες ως προς το περιεχόμενό τους για ό,τι μας αφορά, για την ερμηνεία τους παραπέμπω στην υπόθεση Lion Insurance Agency Ltd v. Κωνσταντίνου
(2002)1(Α) Α.Α.Δ.265, στην οποία επισημαίνονται τα εξής, με αναφορά στο άρθρο 15 Β του Κεφ.333: «Σκοπός του άρθρου 15Β του Νόμου είναι η εξυπηρέτηση των σύγχρονων αναγκών. Παρέχει τη δυνατότητα στον ζημιωθέντα από τροχαίο ατύχημα να εισπράξει αποζημίωση από τον ασφαλιστή από τον οποίο θα εισέπραττε με βάση το άρθρο 10
(1)του Νόμου εάν ο αδικοπραγήσας ήταν στην Κύπρο, του επιδίδετο η αγωγή και καταδικάζετο σε αποζημιώσεις. Σύμφωνα με την Phillis Padley v. Dorothy Mary Dobson κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1583, το άρθρο 15Β δημιουργεί ένα νέο και ουσιαστικό δικαίωμα απευθείας αγωγής του ενάγοντα κατά του ασφαλιστή ως αυτός να ήταν ο εναγόμενος.» Και ακολούθως, στις σελ.271 και 272: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο αν και δεν αρνείται ότι το περιεχόμενο του άρθρου 15Β περιέχει ουσιαστικές διατάξεις δικαίου εν τούτοις προχωρεί να αποδώσει σ΄ αυτό και δικονομικές προεκτάσεις. Δεν συμφωνούμε με τη θέση αυτή. Το περιεχόμενο του άρθρου 15Β περιέχει μόνο ουσιαστικές διατάξεις δικαίου. Η θέση αυτή έχει επιβεβαιωθεί από δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, την Padley v. Dobson
(1999)1 Α.Α.Δ. 1583 και Kόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. ν. Σάββα Χ"Σάββα
(2001)1 Α.Α.Δ. 612. Στην Padley v. Dobson (πιο πάνω) έχουν λεχθεί τα εξής:- "Το άρθρο 15Β μπορεί να προνοεί ότι επίδοση στον ασφαλιστή κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση λογίζεται ως επίδοση στον εναγόμενο, το εδάφιο
(2)όμως καθιστά καθαρό ότι δεν πρόκειται για πραγματική υποκατάστατη επίδοση, καθ' όσον προνοεί ότι η απόφαση που θα εκδοθεί δεν θα είναι εκτελεστή εναντίον του εναγομένου και ότι απλώς ο ενάγων έχει έναντι του ασφαλιστή τα ίδια δικαιώματα που θα είχε αν η αγωγή είχε επιδοθεί στον εναγόμενο. Το άρθρο 15Β λοιπόν δεν διέπει στην πραγματικότητα το διαδικαστικό θέμα της υποκατάστατης επίδοσης μάλλον, ώστε ενδεχόμενα να είχε εφαρμογή η Δ.10 θ.2 αναλογικά, παρά δημιουργεί ένα νέο και ουσιαστικό δικαίωμα απευθείας αγωγής του ενάγοντα κατά του ασφαλιστή (έστω στην ίδια έκταση με εκείνο του ενάγοντα κατά του εναγομένου) ως αυτός να ήτο ο εναγόμενος. Το δικαίωμα αυτό είναι ευρέως γνωστό ως απευθείας αγώγιμο δικαίωμα με ουσιαστική υφή (right of direct action) σε πολλές δικαιοδοσίες, ιδιαίτερα στις Η.Π.Α. από δεκαετίες και εξυπηρετεί τις σύγχρονες πραγματικότητες, όπως προφανώς επιδιώκει και το άρθρο 15Β." Και στην Κόσμος (πιο πάνω) αναφέρονται τα εξής, επιβεβαιώνοντας την Padley σε σχέση με την ερμηνεία του άρθρου 15Β:- "Σαφώς, νομίζουμε, αποσκοπεί στη διαφοροποίηση της βασικής προϋπόθεσης για τη γέννηση της ευθύνης του ασφαλιστή. Εννοούμε την έκδοση απόφασης κατά του εναγομένου. Η έκδοση τέτοιας απόφασης προϋποθέτει, βέβαια, επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο. Χωρίς τέτοια επίδοση δεν θα ήταν δυνατό να διαγνωστεί εγκύρως η ευθύνη του. Η υποκατάστατη επίδοση, όπως την ρυθμίζουν οι διαδικαστικοί κανονισμοί, συνιστά τρόπο έγκυρης επίδοσης. Εγκρίνεται υπό το θεμελιακό δεδομένο που ευλόγως διασφαλίζει γνωστοποίηση της διαδικασίας στον εναγόμενο ώστε να του παρέχεται η δυνατότητα να ακουστεί. Το άρθρο 15Β υπερβαίνει αυτήν την ανάγκη. Δεν στοχεύει στην εισαγωγή συστήματος υποκατάστατης επίδοσης κατά διαφοροποίηση ή εμπλοκή στα ρυθμιζόμενα με διαδικαστικές πρόνοιες. Δεν ενδιαφέρεται για τη διασφάλιση της πράγματι επίδοσης στον εναγόμενο. Εισάγει στην ουσία τη δυνατότητα γέννησης της υποχρέωσης στον ασφαλιστή χωρίς επίδοση στον εναγόμενο." Βλέπε και Κοινοπραξία Ασφαλιστών Οχημάτων Δημόσιας Χρήσης
(2004)1(Β) Α.Α.Δ.751 και Lion Insurance Agency Ltd
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.
- Από τα παραπάνω είναι σαφές, ότι, η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής στην κατ' ισχυρισμό της ενάγουσας ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης, δεν ενέχει την έννοια της υποκατάστατης επίδοσης με την δικονομική έννοια του όρου, αλλά, της απευθείας και προσωπικής επίδοσης στον οιονεί εναγόμενο, που είναι ο ασφαλιστής της εναγόμενης (βλ. τη φράση «. το άρθρο 15Β δημιουργεί ένα νέο ουσιαστικό δικαίωμα απευθείας αγωγής του ενάγοντα κατά του ασφαλιστή ως αυτός να ήταν ο εναγόμενος.» από την Κωνσταντίνου, ανωτέρω.). Η παραπάνω διαπιστώσεις και συμπεράσματά μου καθιστούν άνευ αντικειμένου τη θέση της εναγόμενης ότι το κλητήριο είναι ελαττωματικό, επειδή σ' αυτό αναφέρεται ως τόπος διαμονής της η Λάρνακα. Φυσικά διερωτώμαι και για τη σκοπιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού της εναγόμενης, δεδομένης της θέσης της ότι στον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν μόνιμα εκτός Κύπρου, την οποία είχε εγκαταλείψει πριν από την καταχώρηση της αγωγής. Για δύο λόγους, δε θα ήμουν διατεθειμένος να εκδώσω οποιοδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα, εξαιτίας του γεγονότος ότι η εταιρεία MINERVA INSURANCE COMPANY LIMITED με ειδικό ψήφισμα έχει αλλάξει το όνομά της και από τις 25.2.2005 ονομάζεται ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για την ίδια ασφαλιστική εταιρεία η υπό αναφορά και αυτός είναι ο πρώτος λόγος για τον οποίο δε δέχομαι ότι πάσχει η αίτηση της ενάγουσας για παραχώρηση άδειας για υποκατάστατη επίδοση. Έπειτα είναι και το γεγονός, ότι, ο ενόρκως δηλών για την εναγόμενη, που ας σημειωθεί, καθ' ομολογία του είναι υπάλληλος της ασφαλιστικής εταιρείας της εναγόμενης, δεν μπορεί να παραβλέπει ότι υπάρχει αλληλογραφία μεταξύ του δικηγόρου της ενάγουσας και της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας, σε σχέση με το επίδικο ατύχημα, κατά την οποία, ο πρώτος, απευθυνόταν πάντοτε προς στην ασφαλιστική εταιρεία υπό την αρχική της ονομασία, χωρίς αυτή να εγείρει οποτεδήποτε θέμα μη ορθής αναφοράς στο όνομά της (βλ. τα τεκμήρια Α μέχρι Θ στην ένορκη δήλωση του Πέτρου Χατζηλοϊζου, η οποία υποστηρίζει την ένσταση της ενάγουσας, η σχετική αλληλογραφία). Επομένως, η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία, δεν μπορεί σήμερα να εγείρει τέτοιο θέμα, αφού, με τη συμπεριφορά της θεωρώ πως έχει χάσει το σχετικό δικαίωμα. Δεν είναι ορθό ότι η αίτηση της ενάγουσας, ημερομηνίας 15.3.2011 είναι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, όπως ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών στην παράγραφο Γ.
- της ένορκής του δήλωσης. Ούτε και τίθεται θέμα μη αποκάλυψης οποιουδήποτε ουσιώδους γεγονότος και συγκεκριμένα, ότι η εναγόμενη, προτού καν καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή απουσίαζε από την Κύπρο και βρισκόταν στο εξωτερικό, σε μόνιμη βάση, όπως αναφέρεται στην ίδια παράγραφο της ένορκης δήλωσης του Ανδρέα Ευσταθίου. Χωρίς να υπεισέρχομαι στην ορθότητα ή μη έκδοσης του διατάγματος με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση της αγωγής στον ασφαλιστή της εναγόμενης, η ουσία είναι ότι το Δικαστήριο που (υπό διαφορετική σύνθεση) το εξέδωσε, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που επισυνάπτεται στη σχετική αίτηση, προς υποστήριξή της, για ό, τι μας αφορά, φαίνεται να βασίστηκε στον ισχυρισμό της παραγράφου 3 της εν λόγω ένορκης δήλωσης, σύμφωνα με τον οποίο, η εναγόμενη εγκατέλειψε τη διεύθυνση στην οδό Βασιλέως Ευαγόρου αρ.15 και είναι άγνωστο που διαμένει. Πουθενά στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι η εναγόμενη δε διαμένει στη Δημοκρατία ή το αντίθετο, για να τίθεται θέμα - στη δεύτερη περίπτωση - μη αποκάλυψης από την ενάγουσα ουσιώδους γεγονότος, σε βαθμό που να μου παρέχεται η δυνατότητα ακύρωσης του σχετικού διατάγματος. Επομένως, ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι το εν λόγω διάταγμα πάσχει επειδή εκδόθηκε χωρίς να υπάρχει μαρτυρία συναφώς με τον τόπο διαμονής της εναγόμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο, έχω τη γνώμη πως δε νομιμοποιούμαι να το ακυρώσω, επειδή, σε τέτοια περίπτωση είναι ως εάν να ενεργούσα ως εφετείο, με εκκαλούμενη δική μου απόφαση και τούτο, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι - για να επαναλάβω - το διάταγμα εκδόθηκε από άλλο Δικαστή. Ο Δικαστής ήταν άλλος, αλλά το Δικαστήριο είναι το ίδιο. Ο μόνος λόγος για τον οποίο θα ακύρωνα το διάταγμα ημερομηνίας 23.3.2011 και θα διέταζα τον παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος που έγινε βάσει αυτού είναι η παράλειψη της ενάγουσας να επιδώσει μαζί με το κλητήριο ένταλμα και το διάταγμα και τη μονομερή αίτηση στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα καθώς και την επισυνημμένη σ' αυτή ένορκη δήλωση. Ότι δεν επιδόθηκαν τα εν λόγω έγγραφα στην ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης προκύπτει από τη σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που Πέτρου Χατζηλοϊζου (μέρος του τεκμηρίου Ξ) στην οποία αναφέρεται από τον ιδιώτη επιδότη Παναγιώτη Μαλέκκο ότι στις 12.4.2011, επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στην αγωγή ως και το διάταγμα ημερομηνίας 23.3.2011 επιδόθηκαν στη Νάντια Τσέλιγκα για Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. Ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τη Δ.48 Θ.13 επί του προκειμένου είναι ολοφάνερο. Και, με δεδομένο ότι, όχι μόνο έχει αναδειχθεί από την εναγόμενη η συγκεκριμένη παρατυπία, αλλά αποτελεί και αυτοτελή λόγο ακύρωσης της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, σύμφωνα με το περιεχόμενο της παραγράφου Δ.
- της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, θεωρώ ότι η ενάγουσα όφειλε να προβεί σε κατάλληλο διορθωτικό διάβημα, επικαλούμενη τη Δ.64 για άρση της παρατυπίας. Δεν το έκανε και με δεδομένο ότι η σχετική διαταγή δεν αυτενεργεί, αναπόφευκτα θα έπρεπε να διατάξω παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και ακύρωση του διατάγματος που επέτρεψε τη εν λόγω επίδοση. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανέφερα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας και σε βάρος της εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία όμως θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση για παραμερισμό και/ή ακύρωση κλητηρίου εντάλματος. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο