← Κύπρος

Nicolettos Textiles Industries Ltd ν. Migato A E, Αρ. Αγωγής: 1508/12, 25/2/2013

Nicolettos Textiles Industries Ltd ν. Migato A E, Αρ. Αγωγής: 1508/12, 25/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A47 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1508/12 Μεταξύ: Nicolettos Textiles Industries Ltd, από την Λεμεσό Εναγόντων και Migato A. E., από την Αθήνα, Ελλάδα Εναγομένων Ημερομηνία: 25.2.13 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: κ. Χρ. Χριστοφόρου Για την Εναγόμενη / Καθ' ης η αίτηση: κ. Οικονομίδης για κκ Κ. Θ. Μιχαηλίδη & Σία (για να ακούσει την απόφαση η κα Χρ. Τζούρου) -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση η οποία υπεβλήθη εκ μέρους της Ενάγουσας / Αιτήτριας στις 4.4.12 με την οποία ζητείτο και στην βάση της οποίας εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα με το οποίο «αναστέλλεται η εκτέλεση πληρωμής της πιστώσεως (L/C) δια το ποσό των Ευρώ 21.442,09 σεντ την οποία άνοιξαν οι Ενάγοντες επί της National Bank of Greece (Cyprus) Ltd μέσω του καταστήματος τους στην Λεμεσό με αριθμό αναφοράς 6337200107170909 με ανταποκρίτρια Τράπεζα την National Bank of Greece SA που εδρεύει στην Αθήνα με δικαιούχους τους Εναγόμενους και η οποία είναι πληρωτέα στις 6.4.12 και το οποίο ποσό να παραμείνει δεσμευμένο προς όφελος των Εναγομένων μέχρι εκδίκασης και τελείας αποπεράτωσης της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου». Το εν λόγω διάταγμα ορίσθηκε επιστρεπτέο αρχικά στις 18.4.12 και ακολούθως στις 30.4.12 και 30.5.

  1. Σημειώνεται ότι στις 6.4.12 εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο δόθηκε η άδεια, μεταξύ άλλων, για επίδοση του πιο πάνω διατάγματος καθώς και της υπό κρίση αίτησης ημερομηνίας 4.4.12 εκτός δικαιοδοσίας. Στις 30.5.12 εμφανίσθηκε εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση δικηγόρος από το δικηγορικό γραφείο που αντιπροσωπεύει την Καθ' ης η αίτηση στην αγωγή και ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση. Η ένσταση εν τέλει καταχωρήθηκε στις 19.6.
  2. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 5 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Κεφ. 14/60, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 31 και 32, στην Δ.48, θ.1, 2, 8 και 9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Δημήτρη Χαραλάμπους, οικονομικού διευθυντή της Αιτήτριας και δεόντως υπό αυτής εξουσιοδοτημένου να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Με την ένσταση της η Καθ' ης η αίτηση προβάλλει πέντε λόγους ένστασης οι οποίοι και παρατίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης Ένστασης σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48, θ.4

(1)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Παναγιώτη Κωστέα, οικονομικού διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση και εξουσιοδοτημένου από αυτή να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Δεν προτίθεμαι να παραθέσω τις θέσεις των διαδίκων όπως αυτές εκτίθενται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Σχετική αναφορά θα γίνει στην πορεία και όπου αυτό κατά την κρίση μου καθίσταται αναγκαίο. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση της αίτησης και της ένστασης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. Σημειώνεται ότι στις 4.7.12 καταχωρήθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας αίτηση με την οποία ζητείτο η έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την παρουσία του Παναγιώτη Κωστέα για σκοπούς αντεξέτασής του επί του περιεχομένου της ένορκής του δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Η πιο πάνω αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Η αίτηση ακούσθηκε και εν τέλει απερρίφθη από το Δικαστήριο με αιτιολογημένη απόφασή του ημερομηνίας 27.9.12. Το άρθρο 32 του Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, ερμηνεύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ΚΟΤ ν. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ 255 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Προσωρινά διάταγμα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρείς βασικές προϋποθέσεις είναι: 1) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, 2) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και 3) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». Ο διάδικος που ζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει μέχρι τέλους το βάρος να αποδείξει ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 αλλά και να δικαιολογήσει την συνέχιση ενός διατάγματος που εκδόθηκε στην βάση μονομερούς αιτήσεως (Βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 ΑΑΔ 704). Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1993)1 ΑΑΔ 246 αναφέρθηκε ότι στην διαδικασία προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που ο νομοθέτης έταξε στο άρθρο 32 του Ν.14/60 ικανοποιούνται. Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Βλ American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504 (H.L.)). Ούτε και πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο καθότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από το στάδιο αυτό ως αναξιόπιστο. Στην υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263 αναφέρεται ενδεικτικά στις σελίδες 267 και 268 ότι οι διάδικοι στο στάδιο αυτό περιορίζονται στο κατά πόσο το διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί υπό το φως των προνοιών του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και των αρχών της Νομολογίας. Τα δικαιώματα των διαδίκων καθορίζονται αργότερα με την έκδοση της απόφασης, η οποία θα είναι απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης, και όχι στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος. Το ορθό για τον Δικαστή είναι όπως στην απόφασή του για προσωρινό διάταγμα αποφεύγει να κάνει αναφορά σε θέματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, για να αποφύγει με τον τρόπο αυτό να προδικάσει αναφορικά με αυτά. Τέλος, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (Βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 AAΔ 788). Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν προϋποθέτει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των έγγραφων προτάσεων (an arguable case on the strength of the pleadings). Κρίνω ότι η Αιτήτρια απεκάλυψε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επομένως, η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Μια περίπτωση που μπορεί να εμπίπτει σε αυτή την προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογισθεί έστω και με κάποια δυσκολία, τότε, δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου είναι τέτοια που αν δεν εμποδισθεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τους ενάγοντες να εισπράξουν το εξ' αποφάσεως χρέος αν η απόφαση είναι τελικά υπέρ τους (Βλ. Αρ. Αγ. 4679/02 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερομηνίας 26.9.03). Η θέση του Δημήτρη Χαραλάμπους όσον αφορά την υπό συζήτηση προϋπόθεση εμπίπτει στην δεύτερη κατηγορία. Αποτελεί ισχυρισμό του πιο πάνω Δημήτρη Χαραλάμπους ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η Καθ' ης η αίτηση δεν θα δύναται να ικανοποιήσει απόφαση η οποία ήθελε εκδοθεί εναντίον της και υπέρ της Αιτήτριας αφού η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει περιουσία στην Κύπρο. Θα είναι, επομένως, δύσκολο αν όχι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Πέραν από μια γενικόλογη άρνηση δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός απτός από μέρους της Καθ' ης η αίτηση που να τείνει να αντικρούσει τον πιο πάνω ισχυρισμό. Ο ισχυρισμός, έτσι, του Δημήτρη Χαραλάμπους επί του προκειμένου παρέμεινε αναντίλεκτος. Συνακόλουθα δέχομαι τα όσα επί του προκειμένου αναφέρονται στην ένορκο δήλωση του Δημήτρη Χαραλάμπους που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Έχω, επομένως, ικανοποιηθεί ότι πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση ο αιτητής αρκεί να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Για τον σκοπό αυτό το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του αιτητή («The Court must purport to make some evaluation . of the evidential strength of the case for the party applying for an injunction»). Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα (mere possibility), αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557). Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (Βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253). Αποτελεί ισχυρισμό του Δημήτρη Χαραλάμπους ότι τα εμπορεύματα που απεστάλησαν από την Καθ' ης η αίτηση στην Κύπρο δεν ήταν σύμφωνα με τα δείγματα και τα παραγγελθέντα και ενώ έπρεπε να είναι σε άριστη κατάσταση αυτά ήταν εκτός προδιαγραφών και παρουσίαζαν ελλατώματα. Κάποια ζεύγη παρουσίαζαν σοβαρά ελαττώματα ενώ κάποια άλλα παρουσίαζαν μικρότερα. Σε κανένα, όμως, σημείο της ένορκης δήλωσης του Δημήτρη Χαραλάμπους δεν γίνεται αναφορά στο είδος των ελαττωμάτων αυτών. Επίσης, καμία εξήγηση δεν δόθηκε γιατί 1.000 ζεύγη ήταν αδύνατο να διατεθούν στην Κυπριακή αγορά εκτός αν διατείθεντο «κατά 50% κάτω από την αξία των». Επίσης, κάποια σημαντικά σημεία από την ένορκο δήλωση του Παναγιώτη Κωστέα δεν αντικρούσθηκαν από την πλευρά της Αιτήτριας. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε αίτηση για έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον Παναγιώτη Κωστέα να παρουσιασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και αντεξετασθεί επί του περιεχομένου της ένορκής του δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση υπεβλήθη εκ μέρους της Αιτήτριας και απερρίφθη από το Δικαστήριο. Άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με την οποία να απαντούνται οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν ζητήθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας. Υπό το φως των πιο πάνω δίκαια μπορεί να λεχθεί ότι οι ισχυρισμοί αυτοί παρέμειναν αναντίλεκτοι. Μέσω δε των ισχυρισμών αυτών δίνεται μια διαφορετική εικόνα ως προς το τι έλαβε χώρα ανάμεσα στους διαδίκους από αυτή που η Αιτήτρια προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Οι ισχυρισμοί αυτοί για τους οποίους γίνεται αναφορά πιο πάνω είναι οι ακόλουθοι. Τα εμπορεύματα δεν έφθασαν στο Λιμάνι Λεμεσού όλα τον Σεπτέμβριο του 2001 όπως με την παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης του Δημήτρη Χαραλάμπους αφήνεται να νοηθεί. Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Κωστέα η τελευταία παρτίδα έφθασε τον Νοέμβριο του
  1. Συγκεκριμένα τα εμπορεύματα που αφορούν στο τιμολόγιο με αριθμό 178 ημερομηνίας 5.9.11 για το ποσό των Ευρώ 21.191,74 σεντ - Τεκμήριο 3 στην ένορκο δήλωση του Παναγιώτη Κωστέα που συνοδεύει την ένσταση - παραδόθηκαν με την φορτωτική με αριθμό 74 ημερομηνίας 5.9.11 - Τεκμήριο 4 στην ένορκο δήλωση του Παναγιώτη Κωστέα που συνοδεύει την ένσταση - τα εμπορεύματα που αφορούν στο τιμολόγιο με αριθμό 210 ημερομηνίας 26.9.11 για το ποσό των Ευρώ 21.509,23 σεντ - Τεκμήριο 5 στην ένορκο δήλωση του Παναγιώτη Κωστέα που συνοδεύει την ένσταση - παραδόθηκαν με την φορτωτική με αριθμό 54 ημερομηνίας 26.9.11 - Τεκμήριο 6 στην ένορκο δήλωση του Παναγιώτη Κωστέα που συνοδεύει την ένσταση - και, τέλος, τα εμπορεύματα που αφορούν στο τιμολόγιο με αριθμό 265 ημερομηνίας 7.11.11 για το ποσό των Ευρώ 21.442,09 σεντ - Τεκμήριο 8 στην ένορκο δήλωση του Παναγιώτη Κωστέα που συνοδεύει την ένσταση - παραδόθηκαν με την φορτωτική με αριθμό 64 ημερομηνίας 7.11.11 - Τεκμήριο 9 στην ένορκο δήλωση του Παναγιώτη Κωστέα που συνοδεύει την ένσταση. Αξίζει να σημειωθεί ότι η παράδοση της τρίτης παρτίδας εμπορευμάτων και η έκδοση του τρίτου τιμολογίου κατά τον Νοέμβριο του 2011 έλαβαν χώρα αφότου μετά την παράδοση της δεύτερης παρτίδας η Αιτήτρια μέσω του διευθυντή της, κύριου Χαραλάμπους, «έθεσε νέα επαναληπτική παραγγελία υποδημάτων» για το συνολικό ποσό των Ευρώ 10.938,64 σεντ με αποτέλεσμα η πιστωτική επιστολή η οποία είχε αρχικά εκδοθεί από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ στις 2.9.11 για το συνολικό ποσό των Ευρώ 52.401,17 σεντ - Τεκμήριο 2 στην ένορκο δήλωση του Παναγιώτη Κωστέα που συνοδεύει την ένσταση - να αυξηθεί σε Ευρώ 63.339,81 σεντ - Τεκμήριο 7 στην ένορκο δήλωση του Παναγιώτη Κωστέα που συνοδεύει την ένσταση. Μετά από κάθε παράδοση και παραλαβή εμπορευμάτων η Αιτήτρια πωλούσε τα εμπορεύματα χωρίς οποιοδήποτε παράπονο για ατέλεια ή ελάττωμα. Μάλιστα, αρχές του 2012 ο κύριος Νικολέττος από την Αιτήτρια τηλεφώνησε προς τον Παναγιώτη Κωστέα και τον εμπορικό διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση, Μηνά Ιγνατιάδη, και ζήτησε όπως η Καθ' ης η αίτηση συνεχίζει να πωλεί στην Αιτήτρια εμπορεύματα για την Λεμεσό, πράγμα το οποίο η Καθ' ης η αίτηση αρνήθηκε καθότι ο αντιπρόσωπος της Καθ' ης η αίτηση στην Λάρνακα θα άνοιγε κατάστημα και στην Λεμεσό και είχε συμφωνήσει με αυτόν να μην πωλεί και σε άλλον στην ίδια πόλη. Ο Παναγιώτης Κωστέας παραδέχεται ότι η Αιτήτρια απέστειλε την επιστολή ημερομηνίας 26.3.
  2. Η πιο πάνω επιστολή απεστάλη μετά τα πιο πάνω διαμειφθέντα και τα όσα στην εν λόγω επιστολή αναφέρονται είναι σύμφωνα με τον Παναγιώτη Κωστέα ψευτοδικαιολογίες για να μην πληρώσει η Αιτήτρια. Η αλήθεια είναι ότι ο Νικολέττος ήθελε, όπως είχε πει στον Παναγιώτη Κωστέα, να επιστρέψει στην Καθ' ης η αίτηση τα απώλητα εμπορεύματα, πράγμα το οποίο η Καθ' ης η αίτηση αρνήθηκε. Η Αιτήτρια συνεχίζει να πωλεί τα εμπορεύματα της στην Λάρνακα, Λεμεσό, Στρόβολο και Πάφο. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί παρέμειναν αναντίλεκτοι από την πλευρά της Αιτήτριας. Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας μαρτύρων ή σε εξαγωγή ευρημάτων αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης. Έργο του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο είναι η αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του αιτητή υπό το φως της όλης ενώπιον του προσαχθείσας μαρτυρίας και η απόφανση αν στην βάση της πιο πάνω αξιολόγησης ο αιτητής κατέδειξε ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας στην αγωγή. Κατ' αρχή, το γεγονός ότι στην ένορκό του δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ο Δημήτρης Χαραλάμπους καμία αναφορά δεν κάνει στο είδος των ελαττωμάτων που παρουσίαζε η παραγγελία που σύμφωνα με τον ίδιο παραλήφθηκε από την Καθ' ης η αίτηση εκ πρώτης όψεως δημιουργεί ερωτηματικά ως προς την γνησιότητα των επί του προκειμένου ισχυρισμών του. Όπως και το ότι καμία εξήγηση δεν δόθηκε γιατί 1.000 ζεύγη ήταν αδύνατο να διατεθούν στην Κυπριακή αγορά εκτός αν αυτά διατείθεντο σε τιμή που αντιστοιχούσε στο μισό της αξίας τους. Ερωτηματικά το εύλογο των οποίων ενισχύεται και ενδυναμώνεται από τα όσα προβάλλονται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και ανωτέρω αναφέρθηκαν. Όπως, για παράδειγμα, το ότι μετά από τις πρώτες δύο παραδόσεις όχι μόνο δεν έγινε οποιοδήποτε παράπονο από την Αιτήτρια για την ποιότητα των μέχρι τότε αποσταλθέντων εμπορευμάτων, τουναντίον, έλαβε χώρα τρίτη επιπρόσθετη παραγγελία από την Αιτήτρια, η οποία δεν περιλαμβάνετο στην αρχική συμφωνία, και η οποία έφθασε στην Κύπρο τον Νοέμβριο του
  3. Το ότι αρχές του 2012 η Αιτήτρια ζήτησε από την Καθ' ης η αίτηση να συνεχίζει να πωλεί στην Αιτήτρια εμπορεύματα για την Λεμεσό, πράγμα το οποίο η Καθ' ης η αίτηση αρνήθηκε. Τέλος, το ότι αίτημα της Αιτήτριας δεν ήταν η αποζημίωση της για ελαττώματα που παρουσίαζαν τα εμπορεύματα, αλλά η επιστροφή στην Καθ' ης η αίτηση των απούλητων εμπορευμάτων, πράγμα το οποίο η Καθ' ης η αίτηση, επίσης, αρνήθηκε. Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε το βάρος απόδειξης ότι δικαιολογείται η συνέχιση του διατάγματος είναι στους ώμους της Αιτήτριας. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί, όμως, οι οποίοι για άλλη μια φορά σημειώνεται παρέμειναν αναντίλεκτοι από την πλευρά της Αιτήτριας, τείνουν σοβαρά να αποδυναμώσουν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας περί ύπαρξης ελαττωμάτων στα εμπορεύματα, απάτης, ψευδών παραστάσεων και δόλου από μέρους της Καθ' ης η αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να καταδείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας στην αγωγή. Υπό το φως των πιο πάνω δεν έχω άλλη επιλογή παρά να ακυρώσω το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 4.4.
  4. Στην υπό εξέταση περίπτωση συντρέχει σύμφωνα με την Νομολογία και το κοινοδίκαιο επιπρόσθετος λόγος που συνηγορεί με την ακύρωση του προσωρινού μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ημερομηνίας 4.4.
  5. Στην Αγγλική υπόθεση Edward Owen Engineering Ltd v. Barclays Bank International Ltd
(1978)1 All E R 976 τονίσθηκε ο αυτόνομος χαρακτήρας της ανέκκλητης επιστολής πίστωσης ή τραπεζικής πίστωσης (letter of credit). Με αναφορά στην υπόθεση Malas v. British Imex Industries Ltd
(1958)1 All E R 262 λέχθηκε ότι η τράπεζα υποχρεούται να τιμήσει την τραπεζική πίστωση και πληρώσει νοουμένου ότι τα έγγραφα είναι ορθά και οι όροι της πίστωσης ικανοποιούνται. Η τράπεζα δεν εμπλέκεται σε οποιαδήποτε τυχόν διαφορά μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή, οποιαδήποτε δε τέτοια διαφορά θα πρέπει να διευθετηθεί μεταξύ των μερών στην σύμβαση πώλησης. Στην υπόθεση Malas v. British Imex Industries Ltd
(1958)1 All E R 262 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «... it seems to be plain that the opening of a confirmed letter of credit constitutes a bargain between the banker and the vendor of the goods, which imposes on the banker an absolute obligation to pay, irrespective of any dispute which there may be between the parties on the question whether the goods are up to the contract or not. An elaborate commercial system has been built up on the footing that bankers' confirmed credits are of that character, and, in my judgment, it would be wrong for this court in the present case to interfere with that established practice». Σε ελεύθερη μετάφραση: «... είναι απλό ότι το άνοιγμα μιας ανέκκλητης τραπεζικής πίστωσης αποτελεί συμφωνία μεταξύ της τράπεζας και του πωλητή των αγαθών η οποία επιβάλλει στην τράπεζα μια απόλυτη υποχρέωση να πληρώσει ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διαφοράς η οποία δυνατόν να υπάρχει μεταξύ των μερών ως προς το κατά πόσο τα αγαθά είναι σύμφωνα με την σύμβαση ή όχι. Στην βάση του ότι οι ανέκκλητες τραπεζικές πιστώσεις έχουν αυτό τον χαρακτήρα έχει αναπτυχθεί ένα καλά επεξεργασμένο εμπορικό σύστημα και κατά την κρίση μου θα ήταν σφάλμα αν το παρόν Δικαστήριο επενέβαινε σε αυτήν την καθιερωμένη πρακτική στην υπόθεση τούτη». Στην υπόθεση Sztejn v. Henry Schroder Banking Corpn
(1941)31 NY Supp 2d 631 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «It is well established that a letter of credit is independent of the primary contract of sale between the buyer and the seller. The issuing bank agrees to pay upon presentation of documents, not goods. This rule is necessary to preserve the efficiency of the letter of credit as an instrument for the financing of trade». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Είναι καλά καθιερωμένο ότι η τραπεζική πίστωση είναι ανεξάρτητη της σύμβασης μεταξύ του αγοραστή και του πωλητή. Η εκδότρια τράπεζα συμφωνεί να πληρώσει με την παρουσίαση των εγγράφων, όχι των αγαθών. Ο κανόνας αυτός είναι απαραίτητος προς διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της τραπεζικής πίστωσης ως μέσο για την χρηματοδότηση του εμπορίου». Στην πιο πάνω καθιερωμένη πρακτική υπάρχει μια εξαίρεση η οποία είναι γνωστή ως η εξαίρεση του έκδηλου δόλου εις γνώση της τράπεζας. Σύμφωνα με την εξαίρεση αυτή η τράπεζα δεν θα πρέπει να πληρώσει αν τα έγγραφα είναι εις γνώση της παραποιημένα (forged) ή αν η παράκληση για πληρωμή γίνεται με δόλιο τρόπο υπό περιστάσεις που δεν υπάρχει δικαίωμα για πληρωμή. Στην υπόθεση Sztejn v. Henry Schroder Banking Corpn
(1941)31 NY Supp 2d 631, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε ότι η αρχή της ανεξαρτησίας της υποχρέωσης της τράπεζας να τιμήσει την τραπεζική πίστωση δεν θα έπρεπε να επεκταθεί ώστε να προστατεύσει τον δόλιο πωλητή, ο οποίος εκ προθέσεως είχε παραλείψει να φορτώσει τα αγαθά τα οποία είχε παραγγείλει ο αγοραστής, όταν ο δόλος είχε έλθει εις γνώση της τράπεζας πριν τα έγγραφα παρουσιασθούν για πληρωμή (Βλ., επίσης, Bank Russo-Iran v. Gordon Woodroffe & Co Ltd
(1972)The Times, 4th October). Στην υπόθεση Edward Owen Engineering Ltd v. Barclays Bank International Ltd
(1978)1 All E R 976, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε, ακόμα, ότι την τράπεζα ποσώς ενδιαφέρουν οι σχέσεις μεταξύ προμηθευτή και πελάτη ή αν ο προμηθευτής έχει εκτελέσει ή όχι τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή αν έχει παραβιάσει την σύμβαση πώλησης. Η τράπεζα υποχρεούται να πληρώσει άνευ όρων. Η μοναδική εξαίρεση είναι όταν υπάρχει δόλος για τον οποίο η τράπεζα έχει γνώση. Στην υπόθεση R D Harbottle (Mercantile) Ltd v. National Westminster Bank Ltd
(1977)2 All E R 862 λέχθηκε ότι τα Δικαστήρια δεν επεμβαίνουν στον μηχανισμό των ανέκκλητων υποχρεώσεων οι οποίες αναλαμβάνονται από τις τράπεζες. Εκτός στην περίπτωση που η τράπεζα έχει γνώση του δόλου τα Δικαστήρια θα αφήσουν τους εμπόρους να επιλύσουν τις διαφορές τους είτε στα Δικαστήρια είτε σε διαιτησία αναλόγως των προνοιών των συμβάσεων που έχουν υπογράψει. Επίσης, τα Δικαστήρια σε μια τέτοια περίπτωση αδιαφορούν αν κατά πόσο τα μέρη αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην επίλυση των διαφορών τους μέσω των πιο πάνω οδών. Άλλωστε, αυτό είναι ένα από τα ρίσκα που τα μέρη είχαν αναλάβει προτού συμφωνήσουν για πληρωμή με τραπεζική πίστωση. Οι δεσμεύσεις της τράπεζας ανάγονται σε άλλο επίπεδο. Πρέπει να τιμηθούν χωρίς την οποιαδήποτε παρέμβαση από τα Δικαστήρια. Διαφορετικά η εμπιστοσύνη στο διεθνές εμπόριο θα πληγεί ανεπανόρθωτα. Τέλος, στην υπόθεση Howe Richardson Scale Co Ltd v. Polimex-Cekop
(1977)Court of Appeal Transcript 270 λέχθηκε ότι η υποχρέωση της τράπεζας να πληρώσει δεν εξαρτάται από την ορθή επίλυση της διαφοράς ως προς την επάρκεια της εκτέλεσης από τον πωλητή προς τον αγοραστή ή από τον αγοραστή προς τον πωλητή, αναλόγως της περίπτωσης, κάτω από την σύμβαση πώλησης και αγοράς. Αυτό που ενδιαφέρει την τράπεζα είναι αν έλαβε χώρα το γεγονός η επέλευση του οποίου ενεργοποιεί την υποχρέωση της για πληρωμή. Στην υπό εξέταση περίπτωση η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ εξέδωσε ανέκκλητη πιστωτική επιστολή να πληρώσει την National Bank of Greece SA. Με την έκδοση της πιο πάνω πίστωσης έδωσε την υπόσχεση στην National Bank of Greece SA να πληρώσει σε πρώτη ζήτηση και άνευ όρων. Η ζήτηση έγινε οπότε η εκδότρια τράπεζα όφειλε να τιμήσει την υπόσχεσή της ανεμπόδιστη από οποιαδήποτε παρέμβαση του Δικαστηρίου. Συνακόλουθα το διάταγμα που εκδόθηκε στις 4.4.12 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ............... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.