CM Zavos Contracting Ltd ν. Χριστάκη Κοιλώνη, Αρ. Αγωγής: 6460/07, 8/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A33 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 6460/07 Μεταξύ: C&M Zavos Contracting Ltd Εναγόντων και Χριστάκη Κοιλώνη Eναγομένου Ημερομηνία: 8/2/2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές׃ κα Θεριστή (για την απαγγελία της απόφασης κ. Μ. Σκουφάρης) Για Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση: κα Μιχαήλ (για την απαγγελία της απόφασης κ Π. Κονταξής) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αφορμή για έκδοση της παρούσας απόφασης αποτέλεσε η αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 25/10/2012 με την οποία επιδιώκουν να τροποποιήσουν την Απάντηση και Υπεράσπιση τους στην Ανταπαίτηση του εναγομένου. Η αιτούμενη τροποποίηση είναι μακροσκελής και με αυτήν οι ενάγοντες επιζητούν ουσιαστικά να εισαγάγουν ισχυρισμούς ότι ο εναγόμενος κωλύεται να ανταπαιτεί οποιοδήποτε ποσό από αυτούς καθότι το ένα από τα δύο σπίτια στα οποία εκτελέσθηκαν οι επίδικες εργασίες για τις οποίες αξιώνουν την αμοιβή τους το έχει ήδη πωλήσει σε τρίτο πρόσωπο χωρίς ο ίδιος να έχει προβεί σε οποιεσδήποτε επιδιορθώσεις. Επιδιώκουν ακόμα να συμπεριβάλουν στο συγκεκριμένο δικόγραφο ισχυρισμούς ότι ο εναγόμενος βρήκε της αρεσκείας του όλες τις διεξαχθείσες εργασίες και υπόγραψε τιμολόγια και/ή άλλα έγγραφα, με τα οποία βεβαίωνε την πλήρη ικανοποίηση του από την ποιότητα των εργασιών που εκτέλεσαν οι ενάγοντες. Την αίτηση, η οποία βασίζεται στη Δ.25 Θ.Θ.1-3 και 5 και Δ.48, Θ.Θ.1, 2, 4 και 9 και στη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη διακριτική ευχέρεια, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου καθώς και στη νομολογία υποστηρίζει ένορκος δήλωση του Κωνσταντίνου Ζαβού, διευθυντή των εναγόντων. Σύμφωνα με τα όσα ο ενόρκως δηλών προβάλλει, η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για να δικογραφηθεί το «θεμελιακής» όπως το χαρακτηρίζει σημασίας γεγονός ότι ο εναγόμενος έχει πουλήσει το ένα από τα δύο σπίτια στα οποία εκτελέσθηκαν οι επίδικες εργασίες και ως εκ τούτου, δεν νομιμοποιείται να διεκδικεί οποιοδήποτε ποσό όπως πράττει με την Ανταπαίτηση του αφού κανένα τέτοιο ποσό δεν θα κληθεί να καταβάλει. Ως λόγο για τη μη συμπερίληψη του ισχυρισμού αυτού από την αρχή, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν εκτίμησαν την σημασία του γεγονότος αυτού και έτσι δεν το ανέφεραν στους δικηγόρους τους. Αυτό το έπραξαν λίγες μέρες πριν την καταχώρηση της προηγούμενης αίτησης τροποποίησης που καταχωρήθηκε την 1/3/2012 και η οποία απορρίφθηκε με προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/10/2012 χωρίς όμως να εξετασθεί η ουσία της. Το αίτημα αυτό του ενάγοντα, συνάντησε την ένσταση του εναγομένου, ο οποίος και καταχώρησε σχετική ειδοποίηση ένστασης η οποία υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του ίδιου του εναγόμενου. Σύμφωνα με τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί υποβλήθηκε πολύ καθυστερημένα, ότι με αυτήν εισάγονται νέα γεγονότα, άσχετα με τα επίδικα τα οποία μεταβάλλουν τη βάση της αγωγής, ότι είναι μακροσκελής με αποτέλεσμα η καταχώρηση της να συνιστά κατάχρηση, ότι η έγκριση της θα επέφερε ως αποτέλεσμα την περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, ότι γίνεται κακόπιστα και τέλος ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται επαρκώς. Η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις και οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης έχουν εκτεθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 Α.Α.Δ. 33, οι αρχές αυτές συνοψίσθηκαν ως ακολούθως: «α. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. β. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. γ. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. δ. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.». Ο κυρίαρχος λόγος όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο M/V Vladimir Vasilief (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ., σ.71 που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο για να επιτρέψει τροποποίηση είναι η παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Όπως και ο Λόρδος Denning έχει αναφέρει στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R.754, η οποία και υιοθετήθηκε και στην Κύπρο, σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως την Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934, «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. σ. 704 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής». Όπως τέθηκε και στην απόφαση Νικολάου v. Μιλτιάδου κ.α.
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1005 «ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης». Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Αντρέας Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, στη σελίδα 562 της απόφασης λέχθηκε πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των Εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Όπως αναφέρθηκε στην Βασιλειάδης ν. Πετρολίνα
(1994)
(1)Α.Α.Δ. σ.14: «Άκαμπτοι κανόνες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσαν να διαγραφούν αλλά παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης». Στην Saba & Co v. T.P.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. σ. 426 λέχθηκε ότι: «Η καθυστέρηση δε, δεν είναι αφ΄ εαυτής αποφασιστικής σημασίας. Καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή». Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Ltd κ.α. ν. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. σ.72 λέχθηκε ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας συνυπολογίζει όλους τους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε διαδραματίζοντες ρόλο καθώς και όλα τα σχετικά γεγονότα στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. σ. 934, επετράπηκε η τροποποίηση, παρά το ότι η διαδικασία βρισκόταν σε πολύ προχωρημένο στάδιο και η αίτηση είχε καταχωρηθεί μετά την έναρξη της ακρόασης και αφού είχαν ακουσθεί επτά μάρτυρες, σε υπόθεση μάλιστα όπου είχε διεξαχθεί και επιτόπια έρευνα από το Κτηματολόγιο. Αναφέρθηκαν στην υπόθεση αυτή μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». Στην Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 AAΔ 24, υποβλήθηκε αίτημα για τροποποίηση στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ήδη ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς. Η αίτηση βασιζόταν στο Καν. 90 των Κυπριακών Θεσμών Ναυτοδικείου, όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσης υποθέσεις, ασκείται με βάση τις ίδιες αρχές, όπως και στις αστικές υποθέσεις. Αναφέρθηκε στην απόφαση αυτή ότι: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και εξισορροπούνται μετά από συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελέσφορο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στη εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Αξίζει στο σημείο αυτό να γίνει αναφορά στην Clive Preece κ.α. v. Νάσως Θεοφίλου Ρωσσίδου,, Πολτ. Εφ. 271/2008, ημερομ. 16/12/2011, όπου έγινε συμπερίληψη όλης της πιο πάνω νομολογίας και όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Στο στάδιο αυτό και πριν προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης, θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ περιληπτικά στο ιστορικό της υπόθεσης, όπως αυτό προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας. Η αγωγή στα πλαίσια της οποίας η παρούσα αίτηση έχει υποβληθεί, καταχωρήθηκε στις 7/12/
- Αφού καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης, ο εναγόμενος στις 20/2/2008 καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Στις 19/3/2008 καταχωρήθηκε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση και στη συνέχεια η υπόθεση ορίσθηκε σε διάφορες ημερομηνίες τόσο για οδηγίες όσο και για ακρόαση. Την 1/3/2012 καταχωρήθηκε άλλη αίτηση τροποποίησης που όμως στις 11/10/2012 απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου χωρίς όμως να εξετασθεί η ουσία της και στις 25/10/2012 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση λαμβάνοντας υπόψη τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Όπως διαφαίνεται από τα πιο πάνω από την καταχώρηση της αγωγής και μέχρι σήμερα έχουν παρέλθει πέντε και πλέον χρόνια χωρίς μέχρι σήμερα η ακρόαση της υπόθεσης να έχει ακόμα ξεκινήσει. Για να δικαιολογήσουν τον διαρρεύσαντα χρόνο οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι μη αξιολογώντας ορθά τη σημασία του γεγονότος ότι ο εναγόμενος είχε πωλήσει σε τρίτο πρόσωπο το ένα από τα δύο σπίτια στα οποία εκτέλεσαν τις επίδικες εργασίες, δεν το ανάφεραν στους δικηγόρους τους από την αρχή, αλλά το έπραξαν λίγες μέρες πριν την καταχώρηση της προηγούμενης αίτησης τροποποίησης ημερομ. 1/3/
- Oι ενάγοντες και εκτός από τον ισχυρισμό περί κωλύματος του εναγόμενου να διεκδικεί αποζημιώσεις λόγω της πώλησης της μίας από τις δύο οικίες στις οποίες εκτελέσθηκαν οι επίδικες εργασίες, επιδιώκουν να συμπεριλάβουν και άλλους ισχυρισμούς οι οποίοι όπως αναφέρουν κατέστησαν αναγκαίοι «εκ περισσής προσοχής». Παρά το ότι δεν προσδιορίζεται με περισσότερη σαφήνεια τι ακριβώς εννοείται με αυτό, ότι προκύπτει από τις γενικότερες αναφορές των εναγόντων είναι ότι η ανάγκη για συμπερίληψη των ισχυρισμών αυτών διαφάνηκε μετά από περαιτέρω μελέτη της υπόθεσης από ομάδα δικηγόρων οι οποίοι πλέον χειρίζονται την υπόθεση. Όπως αποφασίσθηκε στην υπόθεση Δόμνας Χριστοδούλου πιο πάνω, είναι δυνατό να επιτραπεί τροποποίηση ακόμα και όταν αυτή είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης κάτω βέβαια από κάποιες προϋποθέσεις οι οποίες εάν συντρέχουν ή όχι στην παρούσα περίπτωση θα κριθεί στη συνέχεια. Όσον αφορά το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης και όπως και στην υπόθεση Astor, πιο πάνω αποφασίσθηκε, ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνυπολογίζει όλους τους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντες ρόλο, καθώς και όλα τα σχετικά γεγονότα στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Έτσι και στην παρούσα υπόθεση, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για πολύ παλιά υπόθεση, είναι σημαντικό ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα ξεκινήσει. Όπως προκύπτει από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση οι ενάγοντες καταχώρησαν την προηγούμενη αίτηση τροποποίησης αμέσως μετά την πληροφόρηση των δικηγόρων τους για το γεγονός της πώλησης του σπιτιού και μετά από περαιτέρω μελέτη της υπόθεσης. Όταν η προηγούμενη αίτηση τροποποίησης απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 11/10/2012, καταχωρήθηκε λίγες μέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 25/10/2012 η παρούσα αίτηση. Κρίνεται λοιπόν ότι όσα έχουν προβληθεί από τους ενάγοντες για να δικαιολογήσουν τον χρόνο που παρήλθε αλλά και για να εξηγήσουν τους λόγους που καθιστούν αναγκαία την αιτούμενη τροποποίηση αποτελούν επαρκείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις. Με βάση τα πιο πάνω κρίνεται ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης σε σχέση με την καθυστέρηση αλλά και την μη επαρκή αιτιολόγηση δεν μπορούν να ευσταθήσουν. Ο εναγόμενος προβάλλει επίσης ως λόγους ένστασης ότι τα γεγονότα των οποίων επιδιώκεται η εισαγωγή, αποτελούν νέα γεγονότα τα οποία μεταβάλλουν τη βάση της αγωγής καθώς επίσης ότι είναι και άσχετα με τα επίδικα. Όμως αυτό δεν συμβαίνει αφού αυτά που επιδιώκεται να εισαχθούν δεν είναι άσχετα με τα επίδικα αλλά ούτε και με την εισαγωγή τους θα μεταβληθούν οι υφιστάμενες θέσεις των εναγόντων. Στην καταχωρηθείσα Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση του εναγόμενου, οι ενάγοντες αντιπαραθέτουν προς τους ισχυρισμούς του τελευταίου ότι εκπλήρωσαν όλες τους τις υποχρεώσεις έναντι του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και ότι και εάν ακόμα ήθελαν αποδειχθεί ελλείψεις ή αδυναμίες αυτές οφείλονται αποκλειστικά σε αμέλεια και /ή υπαιτιότητα δική του και/ή των αντιπροσώπων και/ή υπηρετών του. Υποστηρίζουν ακόμα ότι η κοστολόγηση στην οποία προχώρησε ο εναγόμενος είναι αυθαίρετη και/ή υπερβολική. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι ακόμα και στην περίπτωση που κρινόταν ότι με την τροποποίηση εισάγεται νέα βάση αγωγής, αυτή δεν οδηγεί αφευατού σε μη αποδοχή τέτοιου αιτήματος (βλ. Saba v. T.M.P. Agents
(1994)1 AAΔ 426). Με τις επιδιωκόμενες να εισαχθούν τροποποιήσεις δεν επιδιώκεται η εισαγωγή νέων γεγονότων που μεταβάλλουν την υφιστάμενη γραμμή που οι ενάγοντες έχουν ήδη δικογραφήσει αλλά με αυτήν δίδονται περισσότερες λεπτομέρειες για τις ήδη διεξαχθείσες εργασίες χωρίς τίποτε που να μην υπάρχει να προστίθεται. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι παρά το ότι θα μπορούσε αλλά και θα ήταν επιθυμητό οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί των διαδίκων και στην παρούσα περίπτωση των εναγόντων να εκτίθενται στα δικόγραφα τους πιο συνοπτικά και περιεκτικά, εν τούτοις οι εκτενέστερες αναφορές δεν μπορούν να παρεμποδίσουν την αιτούμενη τροποποίηση, αφού με αυτήν απλώς διευρύνονται οι ήδη υφιστάμενες θέσεις των εναγόντων με αποτέλεσμα η αιτούμενη τροποποίηση να στοχεύει στον πληρέστερο προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι μακροσκελής δεν συνιστά όπως προβάλλει ο εναγόμενος κατάχρηση. Στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348, επεξηγείται η φύση της δικαιοδοσίας προς παρεμπόδιση των διαδικασιών που αποτελούν κατάχρηση. Η δικαιοδοσία αυτή είναι σύμφυτη και αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η διαδικασία μπορεί να κατασταλεί και όταν το δικαίωμα του οποίου γίνεται η προσεπίκληση μολύνεται από αλλότρια κίνητρα. Γίνεται δε αναφορά στην υπόθεση Goldsmith v. Sperrings Ltd
(1977)2 All E.R. 566 (CA), όπου λέχθηκε ότι η άσκηση δικαιώματος μπορεί να περιοριστεί οποτεδήποτε ασκείται για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο παρέχεται από το νόμο, κυρίως όταν αποβλέπει στην απόκτηση παρεμφερούς πλεονεκτήματος (collateral advantage). (Βλ. επίσης Church of Scientology v. DHSS (1979 All E.R. 97 (CA)). Κρίνεται ότι ούτε και αυτός ο λόγος ένστασης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, αφού κανένα απολύτως στοιχείο δεν τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει τέτοια κατάχρηση, ούτε και το γεγονός ότι η αίτηση είναι όντως μακροσκελής δεν καταδεικνύει κατάχρηση. Mε γενικότητα και αοριστία προβάλλεται επίσης ως λόγος για απόρριψη της αίτησης ισχυριζόμενη κακοπιστία των εναγόντων. Δεν συγκεκριμενοποιείται όμως και δεν υποδεικνύεται που έγκειται η κακοπιστία αυτή. Όπως είναι νομολογημένο, για να πετύχει τέτοιος λόγος ένστασης, θα πρέπει η κακοπιστία να είναι εμφανής, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, αφού οι ενάγοντες καταχώρησαν την πρώτη αίτηση τροποποίησης όταν οι δικηγόροι τους αξιολόγησαν την πληροφορία που τους μετέφεραν οι πελάτες τους για πώληση της μίας από τις δύο οικίες στις οποίες διεξήχθησαν οι επίδικες εργασίες. Η γενικότητα με την οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός αυτός, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στην κατάληξη ότι πράγματι υπάρχει κακοπιστία εκ μέρους τους. Το ίδιο συμβαίνει και με την θέση που προέβαλε ο εναγόμενος ότι στην περίπτωση έγκρισης της αίτησης θα υπάρξουν επιπτώσεις στα δικαιώματα τους. Όμως καμία τέτοια συνέπεια δεν έχει υποδειχθεί που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων, έτσι ώστε το ζήτημα να εξετασθεί μέσα από το συγκεκριμένο πρίσμα. Με βάση όλα τα πιο πάνω, συνεκτιμώντας όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε υπόθεση δικάζεται και αποφασίζεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως αυτά εγείρονται στα δικόγραφα, της δυνατότητας που παρέχεται σε κάθε διάδικο να προβάλει ελεύθερα τους ισχυρισμούς του (βλ. Geto, πιο πάνω), σε συνδυασμό με το ότι καμία αδικία ή δυσμενής επηρεασμός θα επέλθει στα δικαιώματα του εναγομένου, κρίνεται ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, το αίτημα για τροποποίηση να εγκριθεί. Σε σχέση τώρα με το θέμα των εξόδων, χρήσιμα είναι τα όσα αποφασίσθηκαν στην υπόθεση Χαρίλαου Χατζηγέρου v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου,
(2003)3 ΑΑΔ 31, με την οποία ανατράπηκε ο κανόνας που ίσχυε μέχρι τότε ότι, τα έξοδα σε αίτηση τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση, γιατί αυτός δεν λάμβανε αρκούντως υπόψη τον κανόνα στον οποίο στηρίζεται η αρχή για επωμισμό της δαπάνης στο διάδικο που προκάλεσε αχρείαστα τα έξοδα. Αποφασίσθηκε στην υπόθεση αυτή ότι, η ορθή τομή σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι η επιδίκαση εξόδων στον καθ' ου η αίτηση, του ½ των εξόδων. Αποφασίστηκε σε αυτήν ότι «εφόσον η ακρόαση που προέκυψε από την ένσταση του καθ' ου η αίτηση, απέβη σε όφελος του αιτητή, το 1/2 των εξόδων επιδικάστηκαν υπέρ του καθ' ου η αίτηση» (βλ. Ευσταθίου v. Λαική
(2003)1 ΑΑΔ 1007). Γι' αυτό και υπέρ του εναγομένου, θα επιδικασθεί μόνο το ½ των εξόδων της αίτησης. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση ως η παραγρ. (A) της αίτησης. Η τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses), όπως και το ½ των εξόδων της παρούσας αίτησης όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου/καθ' ου η αίτηση και σε βάρος των εναγόντων/αιτητών και να είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Η σύνταξη του εκδοθέντος διατάγματος, να ζητηθεί εντός τεσσάρων ημερών από σήμερα και να ετοιμασθεί το συντομότερο. (Υπ.) ............. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής civil/interim subject: tropopiisi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο