Ayoub Farid Michel Saab ν. Sovateri Trading Company Ltd κ.α., Aρ. Αγωγής: 5165/12, 25/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 5165/12 Μεταξύ: Ayoub Farid Michel Saab Ενάγοντα και
- Sovateri Trading Company Ltd
- Βάσου Σαββίδη
- Πάμπου Γεωργίου
- Μαρίας Γεωργίου
- Ελένης Γεωργίου
- Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Εναγομένων Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερ. 12.11.2012 Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου 2013 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κα Προδρόμου για Γεώργιο Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Ανδρονίκου για Δρ. Ανδρέα Π. Ποιητή & Σία Για την Εναγόμενη 5 - Καθ' ης η Αίτηση: κα Κονναρή για Ανδρέα Κονναρή ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας ζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι αυτός είναι ο μοναδικός νόμιμος δικαιούχος της επίδικης οικίας, δυνάμει δεδηλωμένου και/ή εξυπακουόμενου και/ή εξ απαγωγής και/ή καταληκτικού εμπιστεύματος, και δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ακύρωση του αγοραπωλητήριου συμβολαίου της επίδικης οικίας και η απόσυρση του από το Κτηματολόγιο είναι αντισυμβατική και/ή άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή παράνομη. Περαιτέρω ο ενάγοντας ζητά αποζημιώσεις ύψους €454.794,87 για παράβαση συμφωνίας παρακαταθήκης και/ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς και/ή παράβασης καθηκόντων και υποχρεώσεων και/ή παράνομης συμπεριφοράς και/ή συμπαιγνίας και/ή συνομωσίας και/ή απάτης από τους εναγόμενους 1-4, και/ή δυνάμει των αρχών αδικαιολογήτου πλουτισμού. Τέλος, ο ενάγοντας ζητά παγοποιόν διάταγμα (Mareva) που να απαγορεύει στους εναγόμενους 1, 5 και 6 την πώληση και/ή μεταβίβαση και/ή αποξένωση και/ή επιβάρυνση της επίδικης οικίας μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Με την καταχώρηση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος, ο ενάγοντας καταχώρησε μονομερή αίτηση, την υπό κρίση αίτηση, δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινά διατάγματα με τα οποία απαγορεύεται και εμποδίζεται στους εναγόμενους 1 και 2 να αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν την επίδικη οικία, απαγορεύεται και εμποδίζεται στους εναγόμενους 5 και 6 να αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν την επίδικη οικία και/ή το μερίδιο που τους αναλογεί και/ή να σταματήσουν κάθε ενέργεια σε σχέση με το εν λόγω ακίνητο, απαγορεύεται και εμποδίζεται στους εναγόμενους 1, 2 και 5 να αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή χρησιμοποιήσουν και/ή επέμβουν στον οικιακό εξοπλισμό και την επίπλωση και γενικά το περιεχόμενο της επίδικης οικίας, και διάταγμα (Mareva) που παγοποιεί και/ή δεσμεύει ποσό μέχρι €450.000 σε οποιαδήποτε τράπεζα αναφορικά με λογαριασμούς και καταθέσεις των εναγομένων 1 και 2 και ποσό μέχρι €40.000 σε οποιαδήποτε τράπεζα αναφορικά με λογαριασμούς και καταθέσεις των εναγομένων 3 και
- Eπίσης εκδόθηκαν διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal αναφορικά με τους εναγόμενους 1-
- Τα εν λόγω διατάγματα επιδόθηκαν στους εναγόμενους 1, 2 , 3, 5 και
- Η πλευρά του ενάγοντα δήλωσε στο Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος 3 συμμορφώθηκε με τα διατάγματα, ενώ το διάταγμα που αφορούσε τον εναγόμενο 6 οριστικοποιήθηκε. Τα διατάγματα δεν επιδόθηκαν ακόμη στην εναγόμενη 4, ενώ οι εναγόμενοι 1, 2 και 5 καταχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι μετά την καταχώρηση της ένστασης από τους εναγόμενους 1 και 2 στην υπό κρίση αίτηση, ο ενάγοντας καταχώρησε αίτηση παρακοής εναντίον των εναγομένων 1 και
- Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν ένσταση στην εν λόγω αίτηση. Η αίτηση παρακοής αφορούσε και τον εναγόμενο 3, όμως αυτή αποσύρθηκε εναντίον του καθότι αυτός συμμορφώθηκε με τα διατάγματα. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στη Δ.39, τη Δ.48 Θθ. 1-9 και 12, τη Δ.59 και τη Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, στα άρθρα 2, 29, 30, 32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε, στο κοινοδίκαιο, στις αρχές της επιείκειας, στη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου και στις συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Σε αυτή ο ενάγοντας αναφέρει τα ακόλουθα. Κατά τον επίδικο χρόνο αυτός ήταν αρραβωνιασμένος με τη Raimi Margrethe Syndergard (από τώρα καλούμενη η 'Raimi') η οποία έχει ένα ανήλικο γιο από την προηγούμενη της σχέση. Εν όψει της δικαστικής διαδικασίας που εκκρεμούσε στη Δανία αναφορικά με την επιμέλεια και κηδεμονία του γιου της, και για τον σκοπό αυτής, ο ενάγοντας συμφώνησε με τη Raimi όπως ο ίδιος αγοράσει ακίνητο στην Κύπρο όπου η ίδια θα διέμενε με τον γιο της, και το οποίο θα εγγραφόταν στο όνομα της. Αν η διαδικασία ολοκληρωνόταν με επιτυχία και οι δύο τους παντρεύονταν, τότε το σπίτι θα παρέμενε εγγεγραμμένο στο όνομα της. Η Raimi μίλησε με τον εναγόμενο 3, ο οποίος της υπέδειξε την επίδικη οικία, και έτσι ο ενάγοντας αγόρασε αυτή από την εναγόμενη
- Η συμφωνία για την αγορά αυτής έγινε μεταξύ του ενάγοντα, της Raimi και της εναγόμενης 1, υπογράφηκε στις 2.12.2011 και χαρτοσημάνθηκε την ίδια μέρα για άμεση ολοκλήρωση της διαδικασίας. Παρόλο που ο ενάγοντας δεν φαίνεται στη συμφωνία ως συμβαλλόμενο μέρος, παρά μόνο ως μάρτυρας, αυτός ήταν παρών σε όλες τις συνομιλίες και διαπραγματεύσεις εφόσον αυτός θα πλήρωνε όλα τα χρήματα, και ο εναγόμενος 2 γνώριζε αυτό το γεγονός και ότι θα συνεργαζόταν αποκλειστικά με τον ενάγοντα για τα θέματα που αφορούσαν το ακίνητο. Την ημέρα υπογραφής του συμβολαίου, ο ενάγοντας προσωπικά πλήρωσε στον εναγόμενο 2, ως διευθυντή της εναγόμενης 1, το ποσό των €200.000, όπως προνοούσε το εν λόγω συμβόλαιο, και πλήρωσε το ποσό των €40.000 στον εναγόμενο 3, για να καταθέσει το συμβόλαιο στο Κτηματολόγιο, κάτι το οποίο τελικά διαφάνηκε ότι δεν έπραξε ενώ ο ενάγοντας πίστευε ότι αυτό είχε γίνει. Έτσι στις 20.4.2012 ο ενάγοντας μαζί με τη δικηγόρο του επισκέφθηκαν το Κτηματολόγιο με σκοπό την κατάθεση του, και τελικά αυτό κατατέθηκε με αρ. ΠΩΕ 634/
- Την ίδια μέρα ο ενάγοντας είχε συνάντηση με τους δικηγόρους του, τη Raimi και τον εναγόμενο 2, κατά την οποία συμφώνησαν ότι ο εναγόμενος 2 θα υπέγραφε το έγγραφο για τη διανομή του ακινήτου και η Raimi θα υπέγραφε το πληρεξούσιο που χρειαζόταν για την αγοραπωλησία, και ότι οι πληρωμές θα προχωρούσαν κανονικά. Μετά την κατάθεση του αγοραπωλητήριου στο Κτηματολόγιο, η δικαστική διαδικασία στη Δανία έληξε και η κηδεμονία του γιου της Raimi δόθηκε στην ίδια και τον πρώην συμβίο της από κοινού, και έτσι αυτή θα έμενε πλέον στη Δανία και δεν υπήρχε ανάγκη το σπίτι να είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της. Επομένως, ο ενάγοντας συζήτησε μαζί της και αποφάσισαν να του εκχωρήσει τα δικαιώματα στο αγοραπωλητήριο, κάτι το οποίο δεν έγινε ποτέ λόγω των γεγονότων που ακολούθησαν. Παρόλο που η εναγόμενη 1 όφειλε να παραδώσει την οικία και ο ενάγοντας δεν έπρεπε να πληρώσει το ποσό των €42.500,00, σύμφωνα με τον όρο 3.2 του συμβολαίου, ο ενάγοντας πλήρωσε στην εναγόμενη 1 το ποσό των €10.000 κατόπιν παράκλησης του εναγόμενου 2 λόγω οικονομικών δυσκολιών της εναγομένης
- Ο ενάγοντας ανέπτυξε και καλές προσωπικές σχέσεις με τον εναγόμενο 2 και τη σύζυγο του. Επιπλέον, ο ενάγοντας πλήρωσε διάφορα ποσά για την οικία, συνολικού ύψους €414.794,87, εκ των οποίων ποσό €145.00 περίπου πληρώθηκε από τον ενάγοντα απευθείας στους προμηθευτές για υλικά και προϊόντα που ενσωματώθηκαν στην οικία, και ως εκ τούτου η αξία της οικίας αυξήθηκε και αν οι εναγόμενοι πουλούσαν αυτή θα επωφελούνταν και θα οικειοποιούνταν τη διαφορά αυτής της αξίας. Ο εναγόμενος 2 επικοινωνούσε με τον ενάγοντα για οτιδήποτε αφορούσε την οικία, και ο ενάγοντας επισυνάπτει διάφορα τεκμήρια τα οποία δείχνουν ότι ο εναγόμενος 2 γνώριζε και αναγνώριζε ότι ο ενάγοντας ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης της οικίας. Εν τω μεταξύ οι σχέσεις του ενάγοντα και της Raimi σχετικά με την οικία έγιναν τεταμένες. Στις 18.7.2012 ο ενάγοντας είχε συνάντηση με τον δικηγόρο του και τον εναγόμενο 2, όπου ο ενάγοντας δήλωσε την ετοιμότητα του να πληρώσει το ποσό των €32.500 και να υπογράψει τραπεζική εγγύηση για το υπόλοιπο ποσό, συμπεριλαμβανομένων των επιπρόσθετων εργασιών, με την ταυτόχρονη ανάληψη κατοχής της οικίας. Ο εναγόμενος 2 δέχθηκε αυτή την πρόταση, όμως στις 21.7.2012 έστειλε e-mail στον ενάγοντα στο οποίο εκφράζει την αντίθεση του στην κατάθεση του συμβολαίου στο Κτηματολόγιο και ζητά από τον ενάγοντα τη μεταβίβαση της οικίας στη Raimi σαν δώρο ή τουλάχιστον να την αφήσει να το χρησιμοποιεί για 3 χρόνια. Ο ενάγοντας δεν γνωρίζει τον λόγο γι΄αυτό παρά μόνο ότι η Raimi δέχθηκε απειλές για τη λήψη νομικών μέτρων εναντίον της. Εν τω μεταξύ ο εναγόμενος 2 έστελλε τιμολόγια στον ενάγοντα για το σπίτι και ακόμα επιστολή ότι θεωρεί τον ίδιο και τη Raimi υπεύθυνους για το σπίτι, δηλώνοντας ότι η εναγόμενη 1 είναι σε δύσκολη οικονομική κατάσταση. Ο ενάγοντας δήλωσε ξανά έτοιμος να πληρώσει το υπόλοιπο και τότε ο εναγόμενος 2 απέστειλε επιστολή προς τη Raimi, με κοινοποίηση στον ενάγοντα, καλώντας την να πληρώσει το υπόλοιπο τίμημα, αλλιώς θα τερμάτιζε το συμβόλαιο. Η Raimi απάντησε και ακολούθησε αλληλογραφία στην οποία ο εναγόμενος 2 άρχισε να λέει ότι η Raimi είναι η ιδιοκτήτρια και ότι ο ενάγοντας απλώς πλήρωνε εκ μέρους της. Ο εναγόμενος 2, σε επιστολή του, ανέφερε στη Raimi ότι θα χρειαστούν χρόνια για την έκδοση των τίτλων της οικίας, σε αντίθεση με το τι της είχε πει προηγουμένως, και ισχυρίζεται ότι η υπογραφή των συμβολαίων έγινε κάτω από πίεση και ότι η πρόθεση του ενάγοντα είναι να οδηγήσει την κατάσταση σε δικαστική διαδικασία, ενώ ο ενάγοντας επέμενε στην προθυμία του να πληρώσει το υπόλοιπο και να παραδοθεί η οικία. Ο εναγόμενος 2 έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να σταματήσουν κάθε συζήτηση και διαπραγμάτευση, και οι τελευταίοι απέστειλαν επιστολή προς τον δικηγόρο του ενάγοντα στην οποία υποδεικνύουν ότι ο ενάγοντας δεν έχει αξίωση στην οικία. Στις 21.9.2012 ο ενάγοντας, ενώ βρισκόταν στο εξωτερικό, έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να κάνουν έρευνα στο Κτηματολόγιο, και αυτοί διαπίστωσαν ότι η εναγόμενη 1, μέσω του εναγόμενου 2, απέσυρε και/ή ακύρωσε το συμβόλαιο από το Κτηματολόγιο, κατόπιν ακύρωσης αυτού μεταξύ της Raimi και της εναγόμενης 1, κάτι το οποίο έγινε κακόβουλα και με πρόθεση των εναγομένων 1 και 2 να εκμεταλλευτούν το γεγονός ότι ο ίδιος δεν είναι μέρος στη συμφωνία και να πάρουν τα χρήματα και την οικία. Στις 24.9.2012 σε συνάντηση του ενάγοντα με τη Raimi στην παρουσία των δικηγόρων του και άλλων, η Raimi του είπε ότι ο εναγόμενος 2 άσκησε ψυχολογική πίεση σε αυτή και υπέγραψε την ακύρωση της συμφωνίας, εκβιάζοντας την με τη λήψη νομικών μέτρων εναντίον της, ενώ η Raimi διαβεβαίωσε τον ενάγοντα ότι η ίδια δεν έλαβε χρήματα και υπέθεσε ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 θα επέστρεφαν τα χρήματα στον ενάγοντα. Δεύτερη έρευνα των δικηγόρων του ενάγοντα στο Κτηματολόγιο κατέδειξε ότι στις 26.9.2012 κατατέθηκε νέο συμβόλαιο αγοράς σε σχέση με την επίδικη οικία μεταξύ της εναγόμενης 1 και της εναγόμενης
- Ο ενάγοντας, μέσω των δικηγόρων του, ζήτησε από τον εναγόμενο 2 να μάθει για τα χρήματα που πλήρωσε για την οικία, και αυτός απάντησε μόνο ότι απαιτούσε υπόλοιπο για εργασίες ενώ ό,τι αφορά το συμβόλαιο είναι θέμα προσωπικής φύσης και αφορά μόνο τα μέρη αυτού. Είναι εμφανές ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 ενήργησαν κακόπιστα και με απώτερο σκοπό την αποφυγή των ευθυνών τους. Ο δικηγόρος της εναγόμενης 5 ενημέρωσε τους δικηγόρους του ενάγοντα ότι αυτή δεν γνώριζε όσα είχαν προηγηθεί σε σχέση με την επίδικη οικία, ενώ ο ενάγοντας έχει σκοπό να καταγγείλει τους εναγόμενους 1-4 στην αστυνομία. Ο ενάγοντας πιστεύει ότι οι πράξεις των εναγομένων συνιστούν παράβαση σύμβασης, κατάχρηση εμπιστοσύνης και είναι άδικες, αυτοί ότι έχουν πλουτίσει αδικαιολόγητα εις βάρος του, και λόγω της οικονομικής κατάστασης της εναγόμενης 1 και του άμεσου κινδύνου αποξένωσης της επίδικης οικίας, η οριστικοποίηση των διαταγμάτων είναι απαραίτητη. Οι λόγοι ένστασης των εναγομένων 1 και 2 είναι ουσιαστικά ότι η αγωγή έπρεπε να είχε στραφεί εναντίον της Raimi και χωρίς αυτή ως διάδικο, η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει, ο ενάγοντας αγόρασε το σπίτι για την αρραβωνιαστικιά του, η Raimi είναι το συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία και ο ενάγοντας απλώς πλήρωνε εκ μέρους της. Περαιτέρω το πληρεξούσιο το οποίο η Raimi θα παραχωρούσε δεν υπογράφηκε ποτέ και η ακύρωση της συμφωνίας έγινε καθόλα νόμιμα. Επίσης, ο ενάγοντας δεν προέβη σε ειλικρινή αποκάλυψη των γεγονότων και προσπαθεί να παραποιήσει τα γεγονότα και ο εναγόμενος 2, ο οποίος, ουδόλως υπέχει προσωπική ευθύνη, συμφώνησε με τη Raimi ότι μόλις πουλήσει την οικία και εισπράξει το αντίτιμο, αυτός θα επιστρέψει το καταβληθέν ποσό στη Raimi και οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν έχουν πρόθεση κατακράτησης του εν λόγω ποσού. Ακόμα, ο ενάγοντας δεν δικαιούται σε οποιοδήποτε ποσό καθότι δεν είναι δικαιούχος της συμφωνίας. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η ένσταση των εναγομένων 1 και 2 περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2, ο οποίος επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης και ισχυρίζεται ότι τα μέρη της συμφωνίας είναι η Raimi και η εναγόμενη 1, καθότι η πραγματική πρόθεση του ενάγοντα ήταν να δωρίσει την οικία στη Raimi. Έγινε προσπάθεια του ενάγοντα να τροποποιήσει το έγγραφο αλλά αυτό δεν ήταν δυνατόν χωρίς τη συγκατάθεση της Raimi και το μόνο που ο ενάγοντας επεδίωκε ήταν την ακύρωση της συμφωνίας της εναγομένης 1 με τη Raimi λόγω του ότι η σχέση μεταξύ τους είχε χαλάσει. Οι λόγοι ένστασης της εναγόμενης 5 είναι ότι η αίτηση εδράζεται σε λανθασμένο, ελλιπές και/ή ανύπαρκτο νομικό υπόβαθρο, η αίτηση δεν συναρτάται με αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγόμενης 5, δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση των διαταγμάτων εναντίον της, η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική, ο ενάγοντας παραπλάνησε το Δικαστήριο ότι έχει δικαίωμα επί της επίδικης οικίας, η εναγόμενη 5 είναι καλή τη πίστη αγοράστρια και αυτή είναι πλέον η νόμιμη ιδιοκτήτρια της εν λόγω οικίας, τα δικαιώματα της επηρεάζονται άμεσα από τα εκδοθέντα διατάγματα και αυτή υφίσταται ζημιά, και τα διατάγματα αποτελούν παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος της απόλαυσης της ιδιοκτησίας της. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση της εναγόμενης 5 φαίνονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση της ίδιας, στην οποία αναφέρει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αποφάσισε να φύγει από την Αυστραλία και να μετακομίσει στην Κύπρο. Έτσι η εναγόμενη 5 έψαχνε να βρει σπίτι για να αγοράσει ως μόνιμη κατοικία της και περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2012 η ίδια επισκέφθηκε την επίδικη οικία και ο εναγόμενος 2 της είπε ότι δεν μπορούσε ακόμα να της την πουλήσει καθότι έπρεπε να ξεκαθαρίσουν κάποιες εκκρεμότητες. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2012 ο εναγόμενος 2 της είπε ότι όλα ξεκαθάρισαν και ότι η οικία ήταν έτοιμη για πώληση. Στις 25.9.2012 η εναγόμενη 5 υπέγραψε αγοραπωλητήριο συμβόλαιο για την επίδικη οικία και το οποίο χαρτοσημάνθηκε και κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Την ίδια μέρα υπογράφηκε συμφωνία διαχωρισμού της ακίνητης ιδιοκτησίας. Τη μέρα κατάθεσης του συμβολαίου στο Κτηματολόγιο, εκεί της είπαν ότι δεν υπήρχαν προηγούμενα αγοραπωλητήρια για την επίδικη οικία, και η ίδια πλήρωσε στην εναγόμενη το ποσό των €117.000 έναντι της τιμής πώλησης, όπως προνοούσε η συμφωνία, ενώ το υπόλοιπο θα πληρωθεί με την κατοχή και μεταβίβαση των μεριδίων. Τον Οκτώβριο 2012 η εναγόμενη 5 έκανε έρευνα στο Κτηματολόγιο και επιβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε άλλο κατατεθειμένο συμβόλαιο που να προηγείται του δικού της, και η ίδια έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα για να βεβαιωθεί ότι αυτό που αγόραζε είναι δικό της. Ο ενάγοντας δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε βάση αγωγής εναντίον της και αν ο ενάγοντας έχει καλή βάση αγωγής εναντίον της εναγομένης 1 τότε θα πρέπει να δεσμευτεί άλλη περιουσία της εναγομένης 1 για τυχόν ικανοποίηση απόφασης εναντίον της. Η ίδια δεν γνώριζε για τα γεγονότα, και ισχυρίζεται ότι είναι το μόνο πρόσωπο που έχει δικαιώματα επί της εν λόγω περιουσίας και ότι οποιοσδήποτε περιορισμός αυτού παραβιάζει θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Τέλος, η εναγόμενη 5 αναφέρει ότι αγόρασε την οικία καλόπιστα, είναι το αθώο μέρος και τα δικαιώματα της επηρεάζονται άμεσα από την έκδοση των διαταγμάτων. Γι΄αυτό ζήτησε την ακύρωση τους με έξοδα. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, η εναγόμενη 5 καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης της, στην οποία αναφέρει ότι μετά την υπογραφή του αγοραπωλητήριου συμβολαίου της επίδικης οικίας, έλαβε διάφορα διαβήματα και, συγκεκριμένα, προέβη στην παραγγελία διαφόρων επίπλων και εξοπλισμού για την οικία της η οποία θα αποτελεί τη μόνιμη κατοικία της. Το ποσό αυτών είναι συνολικά €8.134,68, από το οποίο η εναγόμενη ήδη κατέβαλε το ποσό των €3.194,
- Οι προμηθευτές την πιέζουν με την παράδοση τους καθότι αυτά λαμβάνουν μεγάλο μέρος των αποθηκευτικών τους χώρων, και αυτό τους δημιουργεί τεράστιες δυσκολίες, ενώ ούτε η ίδια μπορεί να τα παραλάβει καθότι δεν έχει χώρο αποθήκευσης τους. Κατά την αγόρευση της, η οποία κατατέθηκε γραπτώς, η δικηγόρος του ενάγοντα αρχικά επεσήμανε ότι εκκρεμεί αίτηση παρακοής εναντίον των εναγομένων 1 και 2 και αυτοί δείχνουν την κακοπιστία τους και μία υπεροπτική συμπεριφορά χωρίς ίχνος συνεργασίας με τον ενάγοντα καθότι δήλωσαν ότι δεν επιθυμούν διαπραγμάτευση μαζί του. Η κα Προδρόμου κάλεσε το Δικαστήριο να μην λάβει υπόψη την ένσταση των εναγομένων 1 και 2 εφόσον αυτοί παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τα διατάγματα του Δικαστηρίου και περιφρονούν το Δικαστήριο. Η κα Προδρόμου έκανε αναφορά στη σχετική νομολογία, και ανέφερε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση των διαταγμάτων. Ειδικότερα, η κα Προδρόμου εισηγήθηκε ότι είναι κοινώς παραδεκτό ότι ο ενάγοντας πλήρωσε τα χρήματα για την επίδικη οικία και είναι ο μοναδικός δικαιούχος αυτής, και επομένως αυτό καταδεικνύει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και συζητήσιμη υπόθεση, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Επίσης ήταν η θέση της κας Προδρόμου ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν ανέφεραν ότι έχουν περιουσιακά στοιχεία έτσι ώστε να φανεί ότι ο ενάγοντας μπορεί να εκτελέσει τυχόν απόφαση εκδοθεί εναντίον υπέρ του. Αντίθετα ο ενάγοντας γνωρίζει ότι η εναγόμενη 1 είναι σε άσχημη οικονομική κατάσταση, κάτι το οποίο επιβεβαιώνει και ο εναγόμενος 2, μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων που απέστειλε στον ενάγοντα, και εν όψει της νέας πώλησης της επίδικης οικίας και γενικότερα της στάσης των εναγομένων 1 και 2, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στον ενάγοντα εφόσον δεν θα μπορεί να εκτελέσει τυχόν απόφαση υπέρ του. Η κα Προδρόμου εισηγήθηκε ότι συντρέχει η προϋπόθεση του κατεπείγοντος και ακόμα ότι ο ενάγοντας προέβη σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης. Η δικηγόρος του ενάγοντα ανέφερε επίσης ότι η έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal είναι αναγκαία για να αποκαλυφθεί η κατάληξη των χρημάτων που ο ενάγοντας πλήρωσε και για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, και ακόμα ότι, παρόλο που δεν υπάρχει άμεσο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγόμενης 5, η αίτηση δεν είναι καταχρηστική όσον αφορά αυτή για τον λόγο ότι μπορούν να εκδοθούν διατάγματα που είναι βοηθητικά και παρεμπίπτοντα της αγωγής εναντίον συνεναγόμενου. Η κα Προδρόμου ανέφερε ακόμα ότι ο ενάγοντας έχει δικαίωμα να διεκδικεί την επίδικη οικία και δεν είναι αναγκαία η προσθήκη της Raimi στην αγωγή για να μπορεί ο ενάγοντας να προωθήσει την απαίτηση του. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της οριστικοποίησης των διαταγμάτων και επομένως κάλεσε το Δικαστηρίου να διατάξει τούτο. Στη δική του αγόρευση, η οποία και πάλι κατατέθηκε γραπτώς, ο δικηγόρος των εναγομένων 1 και 2 επεσήμανε ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα λόγω του ότι ο ενάγοντας δεν είναι μέρος στη συμφωνία αγοραπωλησίας της επίδικης οικίας, και αν ο ενάγοντας ήθελε να προωθήσει την απαίτηση του θα έπρεπε να προσθέσει τη Raimi ως διάδικο. Ο Δρ. Ποιητής έκανε εκτενή αναφορά σε όλα τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα που συνοδεύει την αίτηση για να καταδείξει ότι ο ενάγοντας δεν μπορεί να αντλήσει δικαιώματα από την εν λόγω συμφωνία και ότι η μόνη δικαιούχος της οικίας δυνάμει της συμφωνίας ήταν η Raimi. Ήταν περαιτέρω η θέση του Δρα Ποιητή ότι σε περίπτωση που ο ενάγοντας ισχυρίζεται εμπίστευμα, τότε ο εμπιστευματοδόχος είναι η Raimi και ο ενάγοντας όφειλε να κινήσει αγωγή εναντίον αυτής. Ο Δρ. Ποιητής εξέφρασε τη θέση ότι αν η εναγόμενη 1 πληρώσει τον ενάγοντα δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού, τότε η εταιρεία μένει εκτεθειμένη έναντι στη Raimi με την οποία είχε συνάψει τη συμφωνία. Ο Δρ. Ποιητής ισχυρίστηκε ότι τα διατάγματα πρέπει να ακυρωθούν λόγω της παράλειψης του ενάγοντα να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα, υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης, και δεν μπορεί να ζητούνται δύο θεραπείες ταυτόχρονα, δηλαδή η δέσμευση της περιουσίας και η παγοποίηση των λογαριασμών της εναγόμενης
- Αυτό, κατά την άποψη του Δρα Ποιητή, αποτελεί καταστρατήγηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, και έτσι ζήτησε όπως τα διατάγματα ακυρωθούν. Η δικηγόρος της εναγόμενης 5, στη δική της αγόρευση, που κατατέθηκε γραπτώς, επεσήμανε την παράλειψη του ενάγοντα να καταχωρήσει έκθεση απαίτησης για να διαφανεί επακριβώς η βάση της απαίτησης του, η οποία δεν είναι καθαρή με βάση την ένορκη του δήλωση, και αυτό δείχνει ότι ο σκοπός του ήταν απλώς η εξασφάλιση των διαταγμάτων, και επομένως τα διατάγματα πρέπει να ακυρωθούν. Η κα Κονναρή ανέφερε ότι δεν τηρείται η προϋπόθεση του επείγοντος, και ότι ο ενάγοντας παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα ή παραπλάνησε το Δικαστήριο αναφορικά με αυτά. Επίσης η κα Κονναρή εξέφρασε τη θέση ότι ο ενάγοντας δεν ξεκαθαρίζει το αγώγιμο του δικαίωμα, ο ενάγοντας όφειλε να περιλάβει τη Raimi ως διάδικο στην αγωγή, και ειδικότερα η εναγόμενη 5 είναι καλόπιστη αγοράστρια και έτσι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Επίσης, ο ενάγοντας δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης 1, και εν πάση περιπτώσει η μόνη περιουσία που δεν μπορεί να δεσμευτεί είναι η επίδικη οικία η οποία ανήκει πλέον στην εναγόμενη
- Ήταν η εισήγηση της κας Κονναρή ότι η κατάθεση του αγοραπωλητήριου εγγράφου στο Κτηματολόγιο αποτελεί εμπράγματο βάρος, το οποίο ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεση του αγοραπωλητήριου εγγράφου, και επομένως δεν μπορεί να προηγηθεί αυτού οτιδήποτε εκτός από προηγούμενα εμπράγματα βάρη που υπήρχαν κατά την κατάθεση του στο Κτηματολόγιο. Η εναγόμενη 5 απέκτησε νομικό δικαίωμα επί της εν λόγω περιουσίας το οποίο υπερισχύει οποιουδήποτε δικαιώματος δυνάμει των αρχών της επιείκειας. Η κα Κονναρή επεσήμανε την αναγκαιότητα του σεβασμού του συνταγματικού δικαιώματος κατοχής και απόλαυσης της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγόμενης 5, και ζήτησε την ακύρωση όλων των διαταγμάτων. Το πρώτο θέμα που εγείρεται προς εξέταση είναι η θέση της δικηγόρου του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν πρέπει να ακουστούν στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης καθότι δεν έχουν συμμορφωθεί με τα εκδοθέντα διατάγματα. Η απόφαση στην υπόθεση Νέου v. Παναγιώτου
(2008)2 Α.Α.Δ. 675 συνοψίζει τις αρχές που διέπουν το θέμα στο ακόλουθο απόσπασμα: «Στην Κύπρο έχουν υιοθετηθεί σε αγγλικές αρχές του κοινοδικαίου, ότι ένας διάδικος δεν μπορεί να ακουστεί εφόσον δεν έχει συμμορφωθεί με τις πρόνοιες ενός διατάγματος που έχει εκδοθεί μέσα στα πλαίσια μιας εκκρεμούσας διαδικασίας στην οποία είναι διάδικος. (Βλ. Mavrommatis α.ο. v. Cyprus Hotels Co. Ltd.
(1967)1 CLR 266, Θρασυβούλου v. Λοίζου Λουκά και Υιοί Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 687). Η προσέγγιση του κοινοδικαίου ότι ο κανόνας δεν είναι απόλυτος και ότι η εφαρμογή του επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο. (Βλ. Mouzouris α.ο. v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 CRL 287).» Η αρχή που ξεπροβάλλει μέσα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι δεν υπάρχει αυστηρός κανόνας αποκλεισμού διαδίκου που βρίσκεται σε παρακοή διατάγματος του Δικαστηρίου να ακουστεί από το Δικαστήριο, αλλά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να τον ακούσει αν η παρακοή του παρακωλύει το έργο του Δικαστηρίου για την απονομή της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Ιωσηφάκης v. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «..οι αρχές και η σχετική νομολογία ως προς την απεμπόλιση του δικαιώματος διαδίκου να τύχει ακρόασης από το Δικαστήριο λόγω παρακοής διατάγματος του Δικαστηρίου, εξετάστηκαν στην πρόσφατη υπόθεση, Αίτηση Marie Therese Smith v. Paphos Stone C. Estates Ltd. & Others
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 499. Επεξηγείται ότι διάδικος ο οποίος βαρύνεται με συνεχιζόμενη παρακοή διατάγματος του Δικαστηρίου, δεν εκπίπτει αυτομάτως του δικαιώματος να ακουστεί σε μεταγενέστερο διάβημα στην ίδια διαδικασία. Αναγνωρίζεται όμως διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αρνηθεί να τον ακούσει, αν κρίνει ότι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης το επιβάλλουν. (Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd.
(1977)1 A.A.Δ. 287, Hadkinson v. Hadkinson [1952] P. 285 και J. (HD) v. J. (AM) [1980] 1 All E.R. 156.» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, αρχικά επισημαίνω ότι το θέμα έχει ήδη εγερθεί σε προηγούμενη δικάσιμο και το Δικαστήριο αποφάσισε όπως ακουστεί πρώτα η υπό κρίση αίτηση πριν την εκδίκαση της αίτησης παρακοής εναντίον των εναγομένων. Εν πάση περιπτώσει, για το θέμα αυτό λαμβάνω υπόψη ότι τα εκδοθέντα διατάγματα αφορούν όλους τους εναγόμενους καθώς επίσης τη φύση των εκδοθέντων διαταγμάτων, και ειδικότερα ότι με αυτά έχει δεσμευτεί η επίδικη οικία σε σχέση με τους εναγόμενους 1, 2, 5 και 6, αλλά και χρηματικό ποσό αναφορικά με τους εναγόμενους 1 και 2 και τους εναγόμενους 3 και 4. Επίσης λαμβάνω υπόψη ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 άμεσα καταχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση, πριν καν την καταχώρηση της αίτησης παρακοής, στην οποία και πάλι καταχώρησαν ένσταση. Ακόμα, χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης παρακοής, λαμβάνω υπόψη τους λόγους ένστασης και τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ότι από τη στιγμή που οι εναγόμενοι 1 και 2 άμεσα αμφισβήτησαν την ισχύ των εκδοθέντων διαταγμάτων, πριν την καταχώρηση της αίτησης παρακοής, θεωρώ ότι αυτοί δεν έχουν επιδείξει τέτοια συμπεριφορά που να τους στερεί το δικαίωμα να ακουστούν στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης και ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει την εκδίκαση πρώτα της υπό κρίση αίτησης. Στο πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης, το Δικαστήριο οφείλει να ασχοληθεί πρώτα με τον λόγο ένστασης τόσο των εναγόμενων 1 και 2 όσο και της εναγόμενης 5 για την παράλειψη ειλικρινούς αποκάλυψης εκ μέρους του ενάγοντα των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση και για την παραπλάνηση του Δικαστηρίου από τον ενάγοντα αναφορικά με το περιεχόμενο των εγγράφων που επισύναψε και αναφορικά με το δικαίωμα του επί της επίδικης οικίας. Αποτελεί βασική νομική αρχή ακολουθούμενη σταθερά τόσο από την Αγγλική όσο και την Κυπριακή νομολογία ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπεια την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει ακυρώνοντας το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί, όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως ('uberrima fides'), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά - βλ. Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 607. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, θεωρώ ότι το θέμα της μη αποκάλυψης εξετάζεται στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει, και εκδίδει, μονομερές διάταγμα χωρίς το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα να λάβει γνώση και να έχει την ευκαιρία να ακουστεί, επομένως είναι καθήκον του αιτητή να θέσει την όλη υπόθεση του με ακριβή και δίκαιο τρόπο. Όταν το άλλο μέρος αποταθεί για ακύρωση του διατάγματος και το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκρυφτεί κάποιο ουσιαστικό γεγονός, τότε ακυρώνει το διάταγμα και δεν εξετάζει την ουσία. Για τον σκοπό εξέτασης της μη αποκάλυψης, το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση - βλ. Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd. κ.ά
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 597. Στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, ικανοποιούμαι ότι ο ενάγοντας προέβη σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που αφορούν την παρούσα αίτηση και έδωσε τη δική του εκδοχή των γεγονότων, χωρίς όμως να αποκρύψει οτιδήποτε από το Δικαστήριο. Αντίθετα, ο ενάγοντας επισύναψε και παρουσίασε όλα τα σχετικά έγγραφα που είχε στην κατοχή του και που είναι σχετικά με την υπόθεση και επομένως θεωρώ ότι η θέση των εναγόμενων 1 και 2 και της εναγόμενης 5 είναι αβάσιμη. Κατά την αγόρευση της η δικηγόρος της εναγόμενης 5 προέβη σε αναφορά στα γεγονότα τα οποία κατά την εισήγηση της δεν αποκαλύφθηκαν ή παρουσιάστηκαν με παραπλανητικό τρόπο από τον ενάγοντα. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί αυτή τη θέση καθότι η αναφορά της κας Κονναρή αφορά την εκδοχή του ενάγοντα αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και τη δική του ερμηνεία σχετικά με τα δικαιώματα του τα οποία διεκδικεί επί της επίδικης οικίας. Το άρθρο 32 του Ν. 14/60 παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60 είναι: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R. 557, το θέμα δεν τελειώνει εδώ, και το Δικαστήριο πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ'Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου και άλλων ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα και Άλλοι ν. Χρυσάνθου και Άλλων
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι όταν αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του εναγόμενου, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Διαφωτιστικό επί τούτου είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση M. Ch. Mitsingas Trading Ltd. and Another ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791: «Το ίδιο ισχύει και για το εύρημα του Δικαστηρίου ότι στην απουσία του προσωρινού διατάγματος θα ήταν, σε περίπτωση τελικής επιτυχίας, αδύνατη η πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους. Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφαση του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα.» Επιπλέον, η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6, το οποίο, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν αφαιρεί οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν. 14/60, που, όπως αναφέρεται πιο πάνω, προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να εφαρμόσει και το εν λόγω άρθρο όσον αφορά την ειδική ρύθμιση της κατάστασης στην οποία αναφέρεται - βλ. ABΡ Holdings Ltd. ν. Κιταλίδης κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 692. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης περιουσίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, θα είναι αρκετό για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το άρθρο 5
(1), το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι τηρούνται οι δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5
(2)του Νόμου: (α) ο ενάγοντας έχει καλή βάση αγωγής, και (β) με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγοντας να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782, ο όρος «καλή αιτία αγωγής» προσδιορίζει το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία, που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής, και έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο άρθρο 32 του Ν. 14/60. Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης. Το δεύτερο κριτήριο ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύτηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα - βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd. ν. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ.
(2001)1 Α.Α.Δ. 785. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος, ο ενάγοντας ζητά διάφορες θεραπείες δυνάμει εμπιστεύματος και/ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς και/ή παράβασης καθηκόντων και υποχρεώσεων και/ή παράνομης συμπεριφοράς και/ή συμπαιγνίας και/ή συνομωσίας και/ή απάτης από τους εναγόμενους 1-4, και/ή δυνάμει των αρχών αδικαιολογήτου πλουτισμού. Προς τούτο ο ενάγοντας ζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι αυτός είναι ο μοναδικός νόμιμος δικαιούχος της επίδικης οικίας και ότι η ακύρωση του αγοραπωλητήριου συμβολαίου της επίδικης οικίας και η απόσυρση του από το Κτηματολόγιο είναι αντισυμβατική και/ή άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή παράνομη. Περαιτέρω ο ενάγοντας ζητά αποζημιώσεις ύψους €454.794,87 και παγοποιόν διάταγμα (Mareva) έναντι των εναγομένων 1, 5 και 6. Όπως αναφέρεται πιο πάνω, κατά την εξέταση της υπό κρίση αίτησης, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε τελική απόφαση επί της ουσίας των επίδικων θεμάτων της παρούσας αγωγής, παρά μόνο περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Έχοντας υπόψη τη βάση της απαίτησης του ενάγοντα, καταλήγω ότι ο ενάγοντας έχει αποκαλύψει στο δικόγραφο του σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η συμφωνία αγοραπωλησίας της επίδικης οικίας έγινε μεταξύ του ίδιου, της Raimi και της εναγόμενης 1. Η οικία θα εγγραφόταν στο όνομα της Raimi για τους σκοπούς της διαδικασίας κηδεμονίας του γιου της και εφόσον αυτή παντρευόταν τον ενάγοντα, θα διέμεναν όλοι μαζί στην εν λόγω οικία. Επίσης ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι αυτός κατέβαλε όλα τα χρήματα σε σχέση με την αγορά της εν λόγω οικίας, ήταν το πρόσωπο με το οποίο οι εναγόμενοι 1 και 2 επικοινωνούσαν για οτιδήποτε αφορούσε την οικία, και ο ίδιος ήταν και είναι πρόθυμος να πληρώσει το υπόλοιπο για να πάρει κατοχή αυτής. Το αγοραπωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο, και ο ενάγοντας επικαλείται κάποια γεγονότα τα οποία παρεμπόδισαν την υπογραφή από τη Raimi του εγγράφου για εκχώρηση των δικαιωμάτων της στο αγοραπωλητήριο έγγραφο προς αυτόν για να λάβει κατοχή της οικίας και ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι ο μοναδικός ιδιοκτήτης και δικαιούχος της επίδικης οικίας δυνάμει εμπιστεύματος. Σύμφωνα με τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, διαφαίνεται ότι το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, Τεκμήριο 1, έγινε μεταξύ της εναγόμενης 1 και της Raimi και υπογράφηκε από τον εναγόμενο 2, εκ μέρους και για λογαριασμό της εναγόμενης 1, και τη Raimi. Προκύπτει επίσης ότι ο ενάγοντας πλήρωσε διάφορα ποσά δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας και ήταν το πρόσωπο που επικοινωνούσε με τους εναγόμενους 1 και 2 αναφορικά με την επίδικη οικία. Χωρίς να υπεισέρχομαι σε οποιαδήποτε συμπεράσματα ή ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, και πάντοτε για τον σκοπό εξέτασης της υπό κρίση αίτησης, δεν ικανοποιούμαι ότι τα διάφορα έγγραφα στα οποία ο ενάγοντας παραπέμπει στην ένορκη του δήλωση υποστηρίζουν τη θέση ότι ο εναγόμενος 2 αναγνώρισε ότι αυτός ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης και δικαιούχος της επίδικης οικίας. Στη σχετική αλληλογραφία αναφέρεται ότι το συμβαλλόμενο μέρος στην εν λόγω συμφωνία και η δικαιούχος της επίδικης οικίας είναι η Raimi, ανεξάρτητα του γεγονότος ότι ο ενάγοντας πλήρωνε γι΄ αυτή. Ο ενάγοντας κάνει συγκεκριμένη αναφορά στις επιστολές του εναγόμενου 2 προς τον ενάγοντα, Τεκμήρια 8-14, οι οποίες, σύμφωνα με τον ίδιο, δείχνουν ότι ο εναγόμενος 2 αναγνωρίζει τον ενάγοντα ως τον πραγματικό ιδιοκτήτη της οικίας. Σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο περιορίζεται στο να αναφέρει ότι το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών δεν επιβεβαιώνει αυτή τη θέση του ενάγοντα. Οι φράσεις που περιέχονται στα Τεκμήρια 13 και 14 και στις οποίες ο ενάγοντας παραπέμπει στην παράγραφο 21 (
- v)και (
- vi)της ένορκης του δήλωσης, δεν αναγνωρίζουν από μόνες τους δικαίωμα ιδιοκτησίας της επίδικης οικίας στον ενάγοντα. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά στο Τεκμήριο 12 για τη μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας της επίδικης οικίας στη Raimi. Η ίδια στάση εκ μέρους των εναγομένων διαφαίνεται και μέσα από τις επιστολές, Τεκμήρια 15-17, στις οποίες επίσης γίνεται αναφορά από τον ενάγοντα και οι οποίες επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του. Σε αυτές οι εναγόμενοι 1 και 2 αναφέρουν ότι αναγνωρίζουν μόνο τη Raimi ως το συμβαλλόμενο μέρος στη μεταξύ της εναγόμενης 1 και αυτής συμφωνία, και επομένως τη Raimi ως τη μόνη ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας. Μάλιστα στο Τεκμήριο 15 γίνεται αναφορά στην απροθυμία του ενάγοντα να ολοκληρώσει τη συμφωνία στο όνομα της Raimi με την καταβολή των τελικών πληρωμών για τη μεταβίβαση της οικίας σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας, στο γεγονός της κατάθεσης του αγοραπωλητήριου συμβολαίου στο Κτηματολόγιο από τον ενάγοντα χωρίς τη συγκατάθεση της εναγόμενης 1 και ότι η μεταβίβαση του εν λόγω συμβολαίου στον ενάγοντα δεν είναι δυνατή χωρίς τη συγκατάθεση της Raimi. Στο Τεκμήριο 16 εκφράζεται η θέση των εναγομένων 1 και 2 ότι ο ενάγοντας αγόρασε την οικία για τη Raimi και ότι ο ίδιος ανέλαβε την πληρωμή γι΄ αυτή ενώ τα τιμολόγια απευθύνονται στη Raimi που είναι το συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία. Στο Τεκμήριο 17 γίνεται αναφορά στην απόδοση από κοινού και/ή κεχωρισμένως ευθύνη στη Raimi και τον ενάγοντα για τυχόν ζημιές ήθελαν προκληθεί στην εναγόμενη 1 λόγω παράλειψης πληρωμής των τελευταίων τιμολογίων, όπως επισημαίνει ο ενάγοντας, όμως η πλευρά του ενάγοντα παραλείπει την αρχική αναφορά στην έλλειψη πρόθεσης του ενάγοντα να πληρώσει τα τιμολόγια και να ολοκληρώσει την αγορά της οικίας στο όνομα της Raimi και στην προσπάθεια του να αλλάξει το συμβόλαιο. Άλλωστε το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι λόγω επιστολές και συγκεκριμένες φράσεις που περιέχονται σε αυτές δεν μπορούν να εξεταστούν μεμονωμένα και ανεξάρτητα από την υπόλοιπη αλληλογραφία μεταξύ των μερών, και επί αυτού επισημαίνω ότι σε όλη την αλληλογραφία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον ενάγοντα, περιέχεται η συνεπής θέση της εναγόμενης 1 ότι η Raimi είναι το συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία και η νόμιμη ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας. Σχετικά επίσης είναι το Τεκμήριο 2 και τα Τεκμήρια 28, 30 και 31. Η θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 2 άλλαξε τη θέση του σε μεταγενέστερη αλληλογραφία αναφέροντας ότι η Raimi είναι η ιδιοκτήτρια δεν βρίσκει έρεισμα από τα έγγραφα που επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην ένορκη του δήλωση. Περαιτέρω, επί τούτου, ο εναγόμενος 2 αντικρούει τη θέση του ενάγοντα ότι ο ίδιος αναγνωρίζεται ως ο ιδιοκτήτης της επίδικης οικίας, με αναφορά στο Τεκμήριο 6, στο οποίο περιέχεται η φράση 'your house', προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η εν λόγω αναφορά έγινε καθότι τόσο ο εναγόμενος 2 όσο και ο ενάγοντας γνώριζαν ότι ο τελευταίος πλήρωνε για την οικία, ότι η Raimi και ο ενάγοντας ήταν αρραβωνιασμένοι και ότι θα έμεναν μαζί στην εν λόγω οικία. Στο σημείο αυτό δεν μου διαφεύγει επίσης ότι, παρόλη την επιμονή του ενάγοντα για τα δικαιώματα του επί της επίδικης οικίας, ο ενάγοντας, στην παράγραφο 14 της ένορκης του δήλωσης αναγνωρίζει ότι η εναγόμενη 1 θα μεταβίβαζε την επίδικη οικία στο όνομα της Raimi, και στην παράγραφο 17 της ένορκης του δήλωσης αναγνωρίζει ότι η Raimi έπρεπε να του είχε εκχωρήσει τα δικαιώματα της δυνάμει του αγοραπωλητήριου εγγράφου για να μπορούσε ο ίδιος να λάμβανε δικαιώματα επί της επίδικης οικίας. Σύμφωνα με όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το εν λόγω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ακυρώθηκε από τα συμβαλλόμενα σε αυτά μέρη, δηλαδή την εναγόμενη 1 και τη Raimi, και μετά την ακύρωση του και την απόσυρση της κατάθεσης του στο Κτηματολόγιο, η εναγόμενη 1 προέβη στην πώληση της οικίας στην εναγόμενη 5. Ο ενάγοντας αναφέρει ότι η ακύρωση της εν λόγω συμφωνίας έγινε κατόπιν πιέσεων από την εναγόμενη 1 προς τη Raimi και ότι αυτή υπέθεσε ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 θα επέστρεφαν τα χρήματα απευθείας στον ενάγοντα. Αυτός ο ισχυρισμός όμως παρέμεινε γενικός και αόριστος, χωρίς να δίνονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες, και μάλιστα αντικρούεται από την πλευρά των εναγομένων 1 και 2, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι ο τερματισμός αφορούσε μόνο τη Raimi. Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 19 που αφορά τη θέση και την πρόθεση της Raimi σε σχέση με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και τις υποχρεώσεις της δυνάμει αυτού καθώς επίσης το περιεχόμενο της ακυρωτικής συμφωνίας, Τεκμήριο 25. Ο εναγόμενος 2 αναφέρει περαιτέρω ότι συμφώνησαν με τη Raimi ότι θα της πληρώσει το τίμημα που έχει καταβληθεί εφόσον η εναγόμενη 1 πουλήσει την οικία και εισπράξει το αντίτιμο, κάτι το οποίο δεν έχει γίνει ακόμα. Επομένως, η εναγόμενη 1 αναγνωρίζει την οφειλή της δυνάμει της πρώτης συμφωνίας, έναντι βέβαια του συμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή τη Raimi, και επικαλείται συμφωνία μαζί της για την επιστροφή του ποσού που έχει ήδη πληρωθεί. Αυτή η θέση του εναγόμενου 2 αναφορικά με τη συμφωνία αποπληρωμής του ποσού στη Raimi δεν αντικρούστηκε με οποιονδήποτε τρόπο από την πλευρά του ενάγοντα, είτε με αντεξέταση του εναγόμενου 2 είτε με καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον ενάγοντα. Επίσης η θέση του εναγόμενου 2 ότι ο ίδιος ουδέποτε ενήργησε υπό την προσωπική του ευθύνη αλλά ενεργούσε πάντοτε υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εναγόμενης 1 και για λογαριασμό της και επομένως δεν έχει προσωπική ευθύνη στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, και πάλι δεν αντικρούστηκε με οποιονδήποτε τρόπο από την πλευρά του ενάγοντα. Ακόμα, αποτελεί κοινό έδαφος από όλες τις πλευρές η κατάθεση του αγοραπωλητήριου συμβολαίου της επίδικης οικίας μεταξύ της εναγόμενης 1 και της εναγόμενης 5 στο Κτηματολόγιο, ενώ η θέση της εναγόμενης 5 ότι αυτή είναι καλή τη πίστη αγοράστρια της επίδικης οικίας δεν αντικρούεται από την πλευρά του ενάγοντα. Η εναγόμενη 5 ισχυρίζεται ότι είναι η μόνη που έχει νομικά δικαιώματα σε σχέση με την επίδικη οικία και επομένως ότι όχι μόνο δεν μπορεί να είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή αλλά ούτε το δικαίωμα της επί της επίδικης οικίας μπορεί να υπόκειται σε οποιονδήποτε περιορισμό. Στο σημείο αυτό επιθυμώ να σχολιάσω τη θέση της δικηγόρου του ενάγοντα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη μέρος των αγορεύσεων του δικηγόρου των εναγομένων 1 και 2 και της δικηγόρου της εναγόμενης 5, για τον λόγο ότι αυτό αναφέρεται σε νέους ισχυρισμούς που δεν περιέχονται στις ενστάσεις των εν λόγω διαδίκων. Συγκεκριμένα, η κα Προδρόμου κάλεσε το Δικαστήριο να μην λάβει υπόψη κάποιες αναφορές του Δρα Ποιητή σε σχέση με τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Δεν υιοθετώ αυτή τη θέση καθότι η εν λόγω αναφορά δεν αποτελεί προσθήκη νέων ισχυρισμών αλλά σχολιασμό των εν λόγω τεκμηρίων προς υποστήριξη των θέσεων των εναγόμενων που περιέχονται στην ένσταση τους. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, κατά την εξέταση της υπό κρίση αίτησης, το Δικαστήριο περιορίστηκε στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και τις ενστάσεις και τα έγγραφα που επισυνάπτονται σε αυτές. Ο ενάγοντας επικαλείται, επίσης, δόλια και κακόπιστη συμπεριφορά των εναγομένων 1 και 2, λόγω της σύναψης του νέου συμβολαίου αγοραπωλησίας της επίδικης οικίας με την εναγόμενη 5, την κατάθεση αυτού στο Κτηματολόγιο και τον τρόπο συμπεριφοράς τους έναντι στον ενάγοντα, με παραπομπή στο περιεχόμενο των επιστολών τους προς τον ενάγοντα, Τεκμήρια 28, 30, 31 και 33, και στην άρνηση συζήτησης και/ή συνεργασίας τους με τον ενάγοντα. Με βάση τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, και πάντα στο πλαίσιο εξέτασης και για τον σκοπό της παρούσας αίτησης, δεν ικανοποιούμαι ότι αυτά καταδεικνύουν δόλια και κακόπιστη συμπεριφορά εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2, και ότι αυτοί έχουν αλλότρια κίνητρα. Διαφαίνεται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2, είτε οι ίδιοι είτε μέσω του δικηγόρου τους, έχουν απαντήσει σε όλες τις επιστολές εκ μέρους του ενάγοντα προβάλλοντας και εμμένοντας στις δικές τους θέσεις και ισχυρισμούς σε σχέση με την επίδικη διαφορά και αμφισβητούν τόσο την ισχύ των εκδοθέντων διαταγμάτων όσο και την αίτηση παρακοής στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, και κυρίως λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της γραπτής συμφωνίας αγοραπωλησίας της επίδικης οικίας μεταξύ της Raimi και της εναγόμενης 1, την ιδιότητα του εναγόμενου 2 στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας, τη συμμετοχή του ενάγοντα στην πληρωμή για την επίδικη οικία και στις συζητήσεις με τους εναγόμενους 1 και 2 για τις εργασίες σε αυτή, τον σκοπό αγοράς της εν λόγω οικίας, τη στάση των εναγομένων 1 και 2 αναφορικά με τα ισχυριζόμενα δικαιώματα του ενάγοντα στην εν λόγω οικία, την ακύρωση της εν λόγω συμφωνίας από τη Raimi και τη μετέπειτα σύναψη νέας συμφωνίας αγοραπωλησίας της επίδικης οικίας μεταξύ της εναγόμενης 1 και της την εναγόμενης 5, ως καλή τη πίστη αγοράστριας, και την κατάθεση αυτής στο Κτηματολόγιο, δεν ικανοποιούμαι ότι ο ενάγοντας αποκαλύπτει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης του. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι περιορίζεται στη θεώρηση των εγγράφων που έχουν τεθεί ενώπιον του στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης και ακόμα βασίζεται στις θέσεις των διαδίκων, όπως αυτές σχολιάζονται πιο πάνω. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε ευρήματα η συμπεράσματα αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καθότι αυτό αποτελεί έργο του στο πλαίσιο ακρόασης της ουσίας της αγωγής. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή δεν συντρέχει η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, καθιστά αχρείαστη την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ.1980, στην οποία λέχθηκε ότι από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα, περιττεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων και είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για το πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Επομένως, θεωρώ ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και τα εκδοθέντα διατάγματα πρέπει να ακυρωθούν. Επίσης, εν όψει της εν λόγω απόφασης του Δικαστηρίου αναφορικά με τη μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος των διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal αναφορικά με τους εναγόμενους 1 και 2, τα οποία και πάλι πρέπει να ακυρωθούν. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά., Πολ. Έφεση αρ. 54/2012, ημερ. 27.6.
- Το Δικαστήριο οφείλει να ασχοληθεί με ακόμα κάποια θέματα που ηγέρθηκαν στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης. Όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω, η δικηγόρος του ενάγοντα εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι αυτό δεν μπορεί να λάβει υπόψη μέρος των αγορεύσεων του δικηγόρου των εναγομένων 1 και 2 και της δικηγόρου της εναγόμενης
- Η κα Προδρόμου αναφέρθηκε στη θέση και των δύο δικηγόρων αναφορικά με την καθυστέρηση εκ μέρους του ενάγοντα στην καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης και την εισήγηση τους ότι αυτή αποτελεί λόγο για την ακύρωση των αιτούμενων διαταγμάτων. Αυτό το θέμα δεν αποτελεί λόγο ένστασης είτε των εναγομένων 1 και 2 είτε της εναγόμενης 5, ούτε και ηγέρθη από οποιονδήποτε εξ αυτών στο πλαίσιο της ένστασης τους ή της ένορκης δήλωσης που τις συνοδεύει, και επομένως δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Η κα Προδρόμου αναφέρθηκε επίσης στη θέση του δικηγόρου των εναγομένων 1 και 2 ότι δεν μπορεί να ζητούνται ταυτόχρονα δύο εξασφαλίσεις. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι αυτή η θέση και πάλι δεν περιλαμβάνεται στους λόγους ένστασης των εναγομένων 1 και 2 ή την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Βέβαια, το Δικαστήριο θα μπορούσε από μόνο του να εξετάσει το εν λόγω θέμα, αν προέκυπτε η ανάγκη, στο κατάλληλο στάδιο και συγκεκριμένα στο πλαίσιο εξέτασης κατά πόσο είναι δίκαιο να παραμείνουν σε ισχύ τα εκδοθέντα διατάγματα. Όμως με την απόφαση του Δικαστηρίου ότι δεν τηρείται η δεύτερη προϋπόθεση, δεν απαιτείται πλέον η εξέταση αυτού του θέματος. Πριν προχωρήσω στην τελική μου κατάληξη, επιθυμώ να σχολιάσω ακόμα κάποια θέματα. Δεν μου διαφεύγει ότι με την ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων η επίδικη οικία δεν παραμένει δεσμευμένη, με αποτέλεσμα τη δυνατότητα εκτέλεσης της συμφωνίας αγοραπωλησίας αυτής μεταξύ της εναγόμενης 1 και της εναγόμενης 5, ενώ ο ενάγοντας διεκδικεί δικαιώματα επί της εν λόγω οικίας. Πέραν του γεγονότος ότι το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα περιέχεται διαζευκτική θεραπεία στον ενάγοντα με την αξίωση του για αποζημιώσεις. Τέλος, επισημαίνω ότι βάση της υπό κρίση αίτησης αποτελεί και το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε. Επί αυτού του σημείου αρχικά αναφέρω ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, δεν ικανοποιούμαι ότι συντρέχει η πρώτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή ο ενάγοντας έχει καλή βάση αγωγής. Επίσης, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η οικονομική κατάσταση των εναγομένων 1 και 2 είναι τέτοια που αν τα εκδοθέντα διατάγματα δεν παραμείνουν σε ισχύ ο ενάγοντας θα εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ήθελε εκδοθεί υπέρ του. Προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού του, ο ενάγοντας επικαλείται την επιστολή των εναγομένων 1 ημερ. 19.7.2012 και το e mail του εναγόμενου 2 ημερ. 30.7.2012, Τεκμήρια 6 και 17 στην ένορκη του δήλωση αντίστοιχα. Στο Τεκμήριο 6 ο εναγόμενος 2 εκφράζει τις ευχαριστίες του για την πληρωμή των €10.000 το οποίο θα βοηθήσει στην ταμειακή ροή της εταιρείας, και στο Τεκμήριο 17 ο εναγόμενος 2 αναφέρει ότι η εταιρεία οπωσδήποτε χρειάζεται τα χρήματα και ότι στο παρόν στάδιο η εταιρεία δεν έχει χρήματα και θα πρέπει να προβεί σε διευθετήσεις για ιδιωτικά δάνεια για να κρατηθεί σε λειτουργία μέχρι να πληρωθεί. Το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων επί του θέματος είναι πολύ γενικό και αόριστο και δεν είναι ικανό, από μόνο του, χωρίς περαιτέρω στοιχεία, να αποδώσει οικονομική αδυναμία στην εναγόμενη 1 να ανταποκριθεί στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων της προς ικανοποίηση τυχόν απόφασης ήθελε εκδοθεί εναντίον της. Άλλωστε, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, ο εναγόμενος 2 αναγνωρίζει την οφειλή της εναγόμενης 1 προς τη Raimi και επικαλείται συμφωνία μαζί της ότι η εναγόμενη 1 θα της πληρώσει το ποσό που έχει καταβάλει όταν το εισπράξει από την εναγόμενη 5, κάτι το οποίο ακόμα δεν έχει γίνει. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Ως εκ τούτου τα εκδοθέντα διατάγματα ημερ. 12.11.2012 αναφορικά με τους εναγόμενους 1, 2 και 5 ακυρώνονται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1, 2 και 5 και εναντίον του ενάγοντα, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας αγωγής. (Υπ.) ................................ Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Πολιτική / Ενδιάμεση Απόφαση Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο