ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ FIRST UKRANIAN DEVELOPMENT LIMITED, Αιτ. Εταιρείας: 6/08, 13/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A37 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αιτ. Εταιρείας: 6/08 ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113, Άρθρα 209, 210, 211(ε), 212, 213 και 214 και ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ FIRST UKRANIAN DEVELOPMENT LIMITED Ημερομηνία: 13.2.13 Εμφανίσεις: Για την Delincyp Company Limited / Αιτήτρια: κκ Χρ. Κληρίδης, Τ. Πιριλλίδης και Α. Ερωτοκρίτου Για τον Καθ' ου η αίτηση: κ. Άθως Δημητρίου -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε στις 9.8.12 από την εταιρεία Delincyp Company Limited, από τώρα και στο εξής «η Αιτήτρια», με την οποία ζητείτο (διατηρούνται η ορθογραφία και τα σημεία της στίξης): «Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου διά του οποίου να διατάσσεται ο Εκκαθαριστής της πιο πάνω εταιρείας FIRST UKRANIAN DEVELOPMENT LIMITED (στο εξής «FUD») όπως αναστείλει την διαδικασία διαιτησίας υπ' αρ. 18075/FM που εκκρεμεί στην Ελβετία εκ μέρους του εν λόγω Εκκαθαριστή - Καθ' ου η αίτηση (στο εξής ο «Καθ' ου η αίτηση») εναντίον των Αιτητών και όπως μη λάβει οποιοδήποτε διαδικαστικό διάβημα σε αυτήν και όπως ανακαλέσει οποιεσδήποτε οδηγίες δόθηκαν στους διορισμένους δικηγόρους της FUD για την προώθηση και/ή άλλως της εν λόγω διαιτητικής διαδικασίας μέχρι εκδίκασης της αίτησης διά κλήσεως σημερινής ημερομηνίας και της ολοκλήρωσης της αντικατάστασης του νυν Εκκαθαριστή της FUD, κ. Χριστάκη Ιακωβίδη, ο οποίος, κατά ή περί την 06.08.2012, παραιτήθηκε και/ή υπέβαλε την παραίτησή του». Με την αίτηση διά κλήσεως που η Αιτήτρια καταχώρησε την ίδια ημέρα, από τώρα και στο εξής «η αίτηση διά κλήσεως», η Αιτήτρια ζητεί τα πιο κάτω διατάγματα και/ή δηλώσεις Δικαστηρίου: Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση του κ. Χριστάκη Ιακωβίδη, εκκαθαριστή της πιο πάνω υπό εκκαθάριση εταιρείας, ημερομηνίας 27.7.12, με βάση την οποία ο πιο πάνω εκκαθαριστής αποδέχθηκε μέρος της απαίτησης της Αιτήτριας για το ποσό των Δολλαρίων 4.950.542,00 σεντ πλέον τόκους σύμφωνα και με το εύρημα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στα πλαίσια της απόφασης του ημερομηνίας 27.11.09 της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης διάλυσης, δεν μπορεί να ανακληθεί από τον ίδιο τον εκκαθαριστή και/ή εσφαλμένα και αντινομικά επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο από τον Καθ' ου η αίτηση αφού μόνο το Σεβαστό Δικαστήριο κέκτηται εξουσία να πράξει έτσι και τούτο κατόπιν σχετικής αίτησης για απάλειψη ή μείωση του ποσού που επαληθεύτηκε και έγινε αποδεκτή από τον εκκαθαριστή Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση του εκκαθαριστή της πιο πάνω υπό εκκαθάριση Εταιρείας ημερομηνίας 3.8.12 με την οποία ο τελευταίος απέσυρε και/ή ανακάλεσε και/ή επιχείρησε να αποσύρει και ανακαλέσει την επιστολή του ημερομηνίας 27.7.12 και/ή την εκ μέρους του αποδοχή μέρους της απαίτησης της Αιτήτριας για το ποσό των Δολλαρίων 4.950.542,00 σεντ ως γενομένης αποδεχτής αντικανονικά και/ή άλλως (improperly admitted) είναι άκυρη και στερείται οποιουδήποτε νομικού ερείσματος και/ή αποτελέσματος και/ή ότι το περιεχόμενο των δικογράφων και/ή η βάση της αγωγής 5994/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας είναι άσχετα με το ζήτημα της αποδοχής ή μη της υποβληθείσας προς επαλήθευση και έγκριση από τον εκκαθαριστή απαίτησης της Αιτήτριας Δήλωση και/ή απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να γίνει αποδεκτή ολόκληρη η απαίτηση της Αιτήτριας για το ποσό των Δολλαρίων 12.446.229,00 πλέον τόκους προς 8% από 25.10.07 και/ή δήλωση και/ή απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διαφοροποιείται η απόφαση του εκκαθαριστή ημερομηνίας 27.7.12 και/ή 3.8.12 ούτως ώστε ολόκληρη η πιο πάνω απαίτηση της Αιτήτριας να γίνεται αποδεκτή Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η αποδοχή μέρους ή ολόκληρης της απαίτησης της Αιτήτριας έχει καταστήσει και/ή σε κάθε περίπτωση καθιστά την διαδικασία διαιτησίας στην Ελβετία υπ' αρ. 18075, άνευ αντικειμένου και/ή νομικά ανεπίτρεπτη λόγω δεδικασμένου (Res judicata) και/ή κωλύματος (estoppel) και/ή άλλως. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θθ 1-4 και 8
(4), στα άρθρα 226-260, 298 και 332 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε, στους Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμούς 1933-1938 και μετέπειτα τροποποιήσεων, περιλαμβανομένων των Κανονισμών 18, 28, 29, 30-34 και 92, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν 14/60, στα άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στο κοινοδίκαιο και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της Φρειδερίκης Κουδουνάρη ημερομηνίας 9.8.
- Η ενόρκως δηλούσα, από τώρα και στο εξής « η Φρειδερίκη Κουδουνάρη», είναι διευθύντρια της εταιρείας Avery Nominees Ltd, η οποία είναι μια εκ των διευθυντών της Αιτήτριας. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τα διοικητικά συμβούλια τόσο της πιο πάνω αναφερόμενης εταιρείας όσο και της Αιτήτριας να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 9.8.12 και ορίσθηκε την ίδια ημέρα. Στις 9.8.12 το Δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση και εξέδωσε το διάταγμα μονομερώς το οποίο όρισε επιστρεπτέο σε μεταγενέστερη ημερομηνία ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον Καθ' ου η αίτηση να εμφανισθεί και να δείξει λόγο γιατί αυτό δεν θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ μέχρι την εκδίκαση της αίτησης διά κλήσεως. Ταυτόχρονα όρισε την αίτηση διά κλήσεως για οδηγίες την ίδια ημέρα. Με Ειδοποίηση ένστασης στην οποία εκτίθενται εννέα λόγοι ένστασης, ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στο να παραμείνει σε ισχύ το μονομερώς εκδοθέν στις 9.8.12 διάταγμα μέχρι την εκδίκαση της αίτησης διά κλήσεως. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του ίδιου του Καθ' ου η αίτηση ονόματι Χρίστου Ιακωβίδη, από τώρα και στο εξής «ο Καθ' ου η αίτηση», εγκεκριμένου λογιστή και μέλους του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών (ΣΕΛΚ), του Insolvency Practitioners Association και του Association of Business Recovery Professionals (R3) του Ηνωμένου Βασιλείου με άδεια άσκησης επαγγέλματος στην Κύπρο από το έτος
- Δεν προτίθεμαι να παραθέσω τους λόγους ένστασης, ούτε και τους ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση που εκτίθενται στην ένορκό του δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση. Αναφορά στους λόγους ένστασης και τους αντίστοιχους ισχυρισμούς που τους υποστηρίζουν θα γίνει στην πορεία της εξέτασης της ένστασης. Θεωρώ, όμως, σκόπιμο να κάνω αναφορά στους ισχυρισμούς και τις θέσεις της Φρειδερίκης Κουδουνάρη, όπως αυτοί παρατίθενται στην ένορκό της δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Με τον τρόπο αυτό θεωρώ ότι θα γίνει κατανοητή η υπό κρίση αίτηση καθώς και οι θέσεις εκατέρωθεν των πλευρών. Σημειώνεται ότι παρόμοια θεραπεία με αυτήν που ζητείται με την υπό κρίση αίτηση επιδιώχθηκε από την Αιτήτρια και στο παρελθόν στα πλαίσια άλλης αίτησης που καταχωρήθηκε από την ίδια. Πρόκειται για την αίτηση ημερομηνίας 9.11.11 η οποία υποβλήθηκε μονομερώς και στην βάση της οποίας την ίδια ημέρα εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού διάταγμα με το οποίο ο Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του τότε ως προσωρινός εκκαθαριστής της υπό εκκαθάριση εταιρείας FUD, από τώρα και στο εξής «η FUD», διατάχθηκε να αναστείλει την διαδικασία διαιτησίας που εκκρεμούσε εναντίον της Αιτήτριας στην Ελβετία με αριθμό 18075/FM και/ή όπως μη λάβει οποιοδήποτε διαδικαστικό διάβημα σε αυτή και/ή όπως μη παραχωρήσει οποιεσδήποτε οδηγίες στους εκ μέρους του διορισθέντες δικηγόρους στην Ελβετία για την προώθηση και/ή άλλως της πιο πάνω διαιτητικής διαδικασίας μέχρι τελικής απόφασης επί της αίτησης διά κλήσεως την οποία η Αιτήτρια είχε καταχωρήσει την ίδια ημέρα, ήτοι στις 9.11.11, εναντίον και πάλι του Επίσημου Παραλήπτη. Με αιτιολογημένη απόφασή του, από τώρα και στο εξής «η απόφαση ημερομηνίας 14.6.12» το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ακύρωσε το διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 9.11.
- Μέρος του ιστορικού της υπόθεσης παρατέθηκε στην απόφαση ημερομηνίας 14.6.12 γι' αυτό και δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω στην παρούσα. Σημειώνεται ότι η αίτηση διά κλήσεως ημερομηνίας 9.11.11 εξακολουθεί να εκκρεμεί. Επίσης, μετά την απόφαση ημερομηνίας 14.6.12 την ίδια ημέρα διορίσθηκε με την σύμφωνη γνώμη όλων των ενδιαφερομένων μερών, συμπεριλαμβανομένης και της Αιτήτριας, ως εκκαθαριστής της FUD ο Καθ' ου η αίτηση. Είναι η θέση της Φρειδερίκης Κουδουνάρη, όπως αυτή αποκρυσταλλώνεται μέσα από την ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ότι η έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος δικαιολογείται για τους ακόλουθους λόγους: η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 27.11.09 με την οποία διατάχθηκε η εκκαθάριση της FUD, από τώρα και στο εξής «η απόφαση ημερομηνίας 27.11.09» και η οποία δεν εφεσιβλήθηκε, είναι δεσμευτική για την FUD, τον Καθ' ου η αίτηση και έναντι παντός τρίτου συμπεριλαμβανομένου του διαιτητή στην διαιτησία στην Ελβετία, από τώρα και στο εξής «ο διαιτητής», «αφού αποτελεί δεδικασμένο για όλα τα εκεί αποφασισθέντα θέματα και ευρήματα που έγιναν». Η διαιτησία δεν μπορεί να προωθηθεί αφού εκείνο που ουσιαστικά ζητείται από τον διαιτητή να αποφασίσει έχει ήδη αποφασισθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με την πιο πάνω απόφασή του και αποτελεί δεδικασμένο. Η προσπάθεια επανεξέτασης των ενστάσεων και υπερασπίσεων της FUD εμπεριέχει τον κίνδυνο ο διαιτητής ενεργώντας ως Εφετείο του πρωτόδικου Δικαστηρίου να καταλήξει σε διαφορετικά ευρήματα από αυτά που έγιναν στην απόφαση ημερομηνίας 27.11.09 και έτσι να δημιουργηθεί ένα αλαλούμ/μωσαϊκό αποφάσεων που σίγουρα δεν επενεργεί προς όφελος της δικαιοσύνης και ασφαλώς αποτελεί ανεπανόρθωτη βλάβη και ζημιά στα συμφέροντα της Αιτήτριας στις 27.7.12 ο Καθ' ου η αίτηση με επιστολή του προς τους δικηγόρους της Αιτήτριας αποδέχθηκε μέρος της απαίτησης της Αιτήτριας στα πλαίσια επαλήθευσης χρέους που η Αιτήτρια υπέβαλε προς τον Καθ' ου η αίτηση. Η αποδοχή έστω και μέρους της απαίτησης της Αιτήτριας από τον Καθ' ου η αίτηση καθιστά την διαδικασία διαιτησίας στην Ελβετία άνευ αντικειμένου. Η εν λόγω διαδικασία θα έπρεπε να τερματισθεί άμεσα αφού είναι αδιανόητο και αντιφατικό η FUD μέσω του Καθ' ου η αίτηση να αποδέχεται μέρος της απαίτησης της Αιτήτριας και από την άλλη παράλληλα να διατηρεί σε ζωή την διαδικασία διαιτησίας μέσω της οποίας αμφισβητεί την απαίτηση της Αιτήτριας την οποία αποδέχθηκε η απόσυρση της επιστολής του Καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 27.7.12 με μεταγενέστερη επιστολή του ημερομηνίας 3.8.12 και, κατά συνέπεια, η ενέργειά του να ανακαλέσει την από τον ίδιο προηγούμενη αποδοχή μέρους της απαίτησης της Αιτήτριας για το ποσό των Δολλαρίων 4.950.542,00 σεντ ως αποδεκτής τάχα αντικανονικά είναι αυθαίρετη, νομικά αβάσιμη και άκυρη. Η ορθή οδός που έπρεπε να ακολουθήσει ο Καθ' ου η αίτηση στην βάση του ότι κακώς ή λανθασμένα είχε αποδεχθεί την απαίτηση της Αιτήτριας είναι μέσω αίτησης στο Δικαστήριο με την οποία να ζητά απάλειψη ή μείωση του ποσού που επαληθεύτηκε και αφού η Αιτήτρια καλείτο να υποστηρίξει την απαίτηση της η απόφαση του Καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 27.7.12 με την οποία ο Καθ' ου η αίτηση αποδέχθηκε μόνο μέρος της απαίτησης της Αιτήτριας είναι, επίσης, λανθασμένη αφού από τα ενώπιον του Καθ' ου η αίτηση στοιχεία αλλά και στην βάση των ευρημάτων της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 27.11.09 ο Καθ' ου η αίτηση θα έπρεπε να κάνει αποδεκτή ολόκληρη την απαίτηση της Αιτήτριας ύψους Δολλάρια 12.446.229,00 σεντ η συνέχιση της διαιτητικής διαδικασίας στην Ελβετία από τον Καθ' ου η αίτηση μέχρι να ολοκληρωθεί η αντικατάστασή του είναι πλέον επικίνδυνη. Και αυτό γιατί στις 6.8.12 και ενώ είχε ζητηθεί από την Αιτήτρια από τον Καθ' ου η αίτηση να παραιτηθεί, κάτι το οποίο ο Καθ' ου η αίτηση έκανε, 20 λεπτά πριν την κοινοποίηση της παραίτησής του προς τους δικηγόρους της Αιτήτριας ο Καθ' ου η αίτηση έσπευσε να δώσει οδηγίες στην δικηγόρο του που τον εκπροσωπεί στην διαιτησία να προωθήσει την διαιτητική διαδικασία λησμονώντας ότι με επιστολή του 3.7.12 είχε δεσμευθεί ότι προτού προωθήσει την πιο πάνω διαδικασία θα προέβαινε σε έρευνες αναφορικά με δόλιες μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων και θα απέστελλε αρχικό υπόμνημα σε σχέση με τα ευρήματά του στους πιστωτές. Ενώ τίποτα από τα πιο πάνω δεν είχε γίνει ο Καθ' ου η αίτηση εντελώς αυθαίρετα και ξαφνικά είχε αποφασίσει την προώθηση της διαιτητικής διαδικασίας σε μια περίοδο, μάλιστα, που γνώριζε πολύ καλά ότι λόγω των θερινών διακοπών η Αιτήτρια και οι δικηγόροι της θα ήταν πρακτικά δύσκολο να ανταποκριθούν ή να αντιδράσουν. Με την πιο πάνω συμπεριφορά του ο παραιτηθείς Καθ' ου η αίτηση επιδιώκει να προκαλέσει πριν την τυπική αντικατάστασή του ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα της Αιτήτριας υπάρχει καλή συζητήσιμη υπόθεση. Περαιτέρω και υπό το φως των παραγράφων 1, 3 και 4 ανωτέρω υπάρχει μεγάλη πιθανότητα έκδοσης των αιτουμένων στα πλαίσια της αίτησης διά κλήσεως διαταγμάτων αν δεν εκδοθεί το διάταγμα η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία από τα εξής: (α) τυχόν έκδοση απόφασης από τον διαιτητή με διαφορετικά ευρήματα από εκείνα που έγιναν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στα πλαίσια της αίτησης διάλυσης της FUD, (β) η Αιτήτρια θα κληθεί να απαντήσει εκ νέου στα ίδια ακριβώς ζητήματα και ισχυρισμούς της FUD τα οποία είχαν εγερθεί, εξετασθεί και απορριφθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης της αίτησης διάλυσης και (γ) ο Καθ' ου η αίτηση ενώ έχει παραιτηθεί συνεχίζει να λαμβάνει αποφάσεις οι οποίες θα επηρεάσουν ανεπανόρθωτα και τελεσίδικα τα δικαιώματα και συμφέροντα της Αιτήτριας το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει προς όφελος της Αιτήτριας. Ένας από τους λόγους ένστασης είναι ότι η Αιτήτρια δεν έρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, έχει παραπλανήσει το Δικαστήριο και/ή δεν παρουσίασε και/ή δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα (τέταρτος λόγος ένστασης). Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Ακριβώς επειδή στο στάδιο που η αίτηση υποβάλλεται η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον αιτητή, ο αιτητής οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στον Δικαστή όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν εις γνώση του Δικαστή οιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις του καθ' ου η αίτηση ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστή να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης (Βλ. Mark S.W. Hoyle, «The Mareva Injunction and Related Orders»,
(1997), 3η έκδοση, σελ. 71 υπό τον τίτλο «Lack of full disclosure»). Το Δικαστήριο στην περίπτωση της μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (Βλ Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει την βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού (
(2001)1 ΑΑΔ 1168). Οι παράμετροι και οι διαστάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκαν από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Πική, όπως ήταν τότε, δίνοντας την απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597 στις σελίδες 601-602: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση την χορήγηση θεραπείας πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου». Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε από τον Πρόεδρο Πική, όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου, πιο πάνω, στις σελίδες 602-603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd . πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι . κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην Αγγλική υπόθεση The King v. The General Commissioners for the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, ex parte Princess Edmond De Polignac
(1917)1 KB 486 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «It has been for many years the rule of the Court and one which it is of the greatest importance to maintain, that when an applicant comes to the Court to obtain relief on an ex parte statement he should make a full and fair disclosure of all the material facts - facts, not law. He must not misstate the law if he can help it - the Court is supposed to know the law. But it knows nothing about the facts and the penalty by which the Court enforces that obligation is that if it finds out that the facts have not been fully and fairly stated to it, the Court will set aside any action which it has taken on the faith of the imperfect statement». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Για πολλά χρόνια αποτελεί κανόνα του Δικαστηρίου και είναι πολύ σημαντικό όπως ο κανόνας αυτός διατηρηθεί σε ισχύ ότι όταν ένας αιτητής αποτείνεται στο Δικαστήριο για ενδιάμεση θεραπεία με μονομερή αίτηση οφείλει να κάνει πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων - γεγονότων και όχι του Νόμου. Δεν θα πρέπει να παραθέσει λανθασμένα τον Νόμο, αν μπορεί - το Δικαστήριο θεωρείται ότι γνωρίζει τον Νόμο. Δεν γνωρίζει, όμως, τίποτα για τα γεγονότα και η τιμωρία που θα επιβάλει το Δικαστήριο αν ανακαλύψει ότι τα γεγονότα δεν έχουν εκτεθεί πλήρως και με τρόπο δίκαιο είναι να παραμερίσει οποιοδήποτε διάταγμα που εκδόθηκε στην βάση ανακριβούς δήλωσης». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «.γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας». Τέλος, η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα, που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που ο αιτητής μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα (Βλ. Bank Mellat v. Nikpour
(1985)F.S.R. 87). Εναπόκειται στον Δικαστή, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκτιμήσει την σημασία των στοιχείων που απεκρύβησαν. Ο Δικαστής κρίνει, και όχι ο αιτητής ή ο δικηγόρος του, αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό, αν ήταν γνωστό στον αιτητή ή όχι, αν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό ή αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης (Βλ. Rex Kensington Income Tax Commissioners
(1917)1 KB 486). Είναι η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι η Αιτήτρια όχι μόνο παρέλειψε να αποκαλύψει αλλά και παρουσίασε στο Δικαστήριο στοιχεία με τρόπο που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Και ότι αν το Δικαστήριο γνώριζε τα γεγονότα στις πραγματικές τους διαστάσεις δεν θα εξέδιδε το διάταγμα μονομερώς. Ένα από αυτά τα γεγονότα για το οποίο ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε αποκάλυψη είναι η παράλειψη της Φρειδερίκης Κουδουνάρη να επισυνάψει στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αντίγραφο της απόφασης ημερομηνίας 14.6.12 και να θέσει σε προσοχή του Δικαστηρίου σημαντικά, κατά την θέση του Καθ' ου η αίτηση, σημεία από την απόφαση αυτή, τα οποία, σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση, άπτονται και είναι απόλυτα σχετικά με την έκδοση του επίδικου διατάγματος, όπως, την κατάληξη του Δικαστηρίου στην απόφαση ημερομηνίας 14.6.12 για το ότι η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 9.11.11 είχε καταχωρηθεί με σημαντική καθυστέρηση και σε βαθμό που να μην δύναται να θεωρείται ότι συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος και ότι δεν ικανοποιείτο η τρίτη προϋπόθεση της Νομολογίας για έκδοση συντηρητικού διατάγματος, ήτοι ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Δεν θεωρώ ότι το εύρημα του Δικαστηρίου στην απόφαση ημερομηνίας 14.6.12 για το ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος είναι ουσιαστικό γεγονός και, κατ' επέκταση, ότι η Αιτήτρια είχε υποχρέωση να θέσει τούτο εις προσοχή του Δικαστηρίου. Ανεξαρτήτως του ότι με την υπό κρίση αίτηση ζητείται ουσιαστικά παρόμοια θεραπεία όπως και με την αίτηση ημερομηνίας 9.11.11 παραμένει το γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση είναι μια διαφορετική αίτηση η οποία υποβλήθηκε στην βάση νέων δεδομένων και είναι σε σχέση με αυτά τα δεδομένα που η οποιαδήποτε τυχόν καθυστέρηση στην υποβολή της θα πρέπει να ιδωθεί. Ακολουθεί ότι το ότι σύμφωνα με την απόφαση ημερομηνίας 14.6.12 κρίθηκε ότι η αίτηση ημερομηνίας 9.11.11 είχε καταχωρηθεί με καθυστέρηση δεν σημαίνει ότι και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με καθυστέρηση ώστε να μην δύναται να θεωρείται ότι συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος. Συναφώς κάτι τέτοιο δεν μπορεί λογικά να υποστηριχθεί στην βάση και μόνο του ότι με την υπό κρίση αίτηση ζητείται παρόμοια θεραπεία με αυτή που ζητείτο με την αίτηση ημερομηνίας 9.11.
- Τα νέα αυτά δεδομένα είναι η αποδοχή από μέρους του Καθ' ου η αίτηση μέρους της απαίτησης της Αιτήτριας στα πλαίσια επαλήθευσης χρέους στην οποία προέβη η Αιτήτρια, αποδοχή η οποία κοινοποιήθηκε στους δικηγόρους της Αιτήτριας από τον Καθ' ου η αίτηση με επιστολή του ημερομηνίας 27.7.
- Υπό το φως των πιο πάνω δοσμένων περιστάσεων οι λόγοι για τους οποίους με την απόφαση ημερομηνίας 14.6.12 κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος στην υποβολή της αίτησης ημερομηνίας 9.11.11 κρίνω πως δεν θα επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου στο να εκδώσει το προσβαλλόμενο διάταγμα μονομερώς. Ούτε και οι λόγοι για τους οποίους με την απόφαση ημερομηνίας 14.6.12 κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχε η τρίτη προϋπόθεση της Νομολογίας για έκδοση συντηρητικού διατάγματος αποτελεί ουσιαστικό γεγονός το οποίο η Αιτήτρια όφειλε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο. Κατ' αρχήν, το σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου και η αιτιολογία που δόθηκε γι' αυτό στα πλαίσια της απόφασης ημερομηνίας 14.6.12 δεν αποτελεί γεγονός, αλλά γνώμη του Δικαστηρίου. Και αν ακόμα αναφορικά με το πιο πάνω σημείο λανθάνομαι δεν θεωρώ ότι η αποκάλυψη των λόγων στην βάση των οποίων το Δικαστήριο με την απόφαση ημερομηνίας 14.6.12 έκρινε ότι δεν συνέτρεχε η τρίτη προϋπόθεση της Νομολογίας για έκδοση συντηρητικού διατάγματος ώστε το Δικαστήριο που εξέδωσε το επίδικο διάταγμα ουσιαστικά να διαμορφώσει άποψη και να υποβοηθηθεί στην απόφασή του σε σχέση με το υπό συζήτημα ζήτημα συνιστά ουσιώδη μη αποκάλυψη. Άλλωστε, τα δεδομένα τα οποία η Αιτήτρια επικαλέσθηκε για να δικαιολογήσει την έκδοση του διατάγματος μονομερώς παρατίθενται στην ένορκη δήλωση της Φρειδερίκης Κουδουνάρη που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και εναπόκειτο στο Δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα να τα αξιολογήσει προτού καταλήξει αν η τρίτη προϋπόθεση της Νομολογίας για έκδοση συντηρητικού διατάγματος ικανοποιείτο χωρίς υποβοήθηση από απόφαση οποιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου. Προδήλως, ο αδελφός Δικαστής που εξέδωσε το διάταγμα μονομερώς ικανοποιήθηκε περί του θέματος τούτου. Άλλα γεγονότα για τα οποία ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε αποκάλυψη άπτονται της θέσης της Αιτήτριας αναφορικά με αντιεπαγγελματική και/ή επικίνδυνη συμπεριφορά που επέδειξε ο Καθ' ου η αίτηση. Η αντιεπαγγελματική και/ή επικίνδυνη συμπεριφορά που καταλογίζεται από την Αιτήτρια στον Καθ' ου η αίτηση εδράζεται στους πιο κάτω ισχυρισμούς: ενώ αρχικά ο Καθ' ου η αίτηση αποδέχθηκε την απαίτηση, έστω και μέρος, της Αιτήτριας αργότερα την ανακάλεσε η απόφαση του Καθ' ου η αίτηση να ανακαλέσει την προηγούμενη αποδοχή του μέρους της απαίτησης της Αιτήτριας είναι αυθαίρετη, νομικά αβάσιμη και άκυρη καθότι αυτή δεν μπορούσε να γίνει χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου η απόφαση του Καθ' ου η αίτηση να αποδεχθεί μέρος και όχι ολόκληρη την απαίτηση της Αιτήτριας είναι εσφαλμένη στην βάση των ευρημάτων της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.11.09 η δικαιολογία που ο Καθ' ου η αίτηση επικαλέσθηκε για να ανακαλέσει την αποδοχή, ήτοι η ύπαρξη της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αριθμό 5994/10, είναι ψευδής και άσχετη με το ζήτημα της αποδοχής υπό το φως των πιο πάνω ο Καθ' ου η αίτηση επέδειξε αντιφατική και αντινομική συμπεριφορά η οποία επιδεικνύει προκατάληψη σε βάρος της Αιτήτριας στην επιστολή του ημερομηνίας 6.8.12 - Τεκμήριο 10 στην ένορκο δήλωση της Φρειδερίκης Κουδουνάρη που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση - ο Καθ' ου η αίτηση αναφέρει ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι θα πρέπει να συνεχίσει η διαδικασία της διαιτησίας στην Ελβετία είναι γιατί στην εν λόγω διαδικασία εμπλέκονται και άλλα οκτώ μέρη τα οποία δεν είναι εμπλεκόμενα στην διαδικασία εκκαθάρισης. Μόνο που ο διαιτητής απέρριψε τις αξιώσεις εναντίον των οκτώ πιο πάνω μερών, κάτι το οποίο καταμαρτυρείται από σχετική επιστολή του διαιτητή ημερομηνίας 14.10.11 - Τεκμήριο 13 στην ένορκο δήλωση της Φρειδερίκης Κουδουνάρη που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση στις 6.8.12 και ενώ ο Καθ' ου η αίτηση παραιτήθηκε 20 λεπτά πριν την κοινοποίηση της παραίτησής του προς τους δικηγόρους της Αιτήτριας έσπευσε να δώσει οδηγίες στην δικηγόρο που τον εκπροσωπεί στην διαιτητική διαδικασία στην Ελβετία για προώθηση της εν λόγω διαδικασίας. Λησμόνησε, όμως, ότι με επιστολή του ημερομηνίας 3.7.12 είχε δεσμευθεί ότι προτού προωθήσει την διαιτητική διαδικασία θα προέβαινε σε έρευνες αναφορικά με δόλιες μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων και θα έστελλε αρχικό υπόμνημα σε σχέση με τα ευρήματά του στους πιστωτές της FUD. Στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται ότι ενήργησε με τον αντιεπαγγελματικό τρόπο που του καταλογίζει η Αιτήτρια. Συγκεκριμένα αναφέρει τα ακόλουθα: μόλις διορίσθηκε εκκαθαριστής της FUD και πριν ακόμα παραλάβει τον φάκελο της εταιρείας από τον Επίσημο Παραλήπτη οι δικηγόροι της Αιτήτριας άρχισαν να τον βομβαρδίζουν με επιστολές απαιτώντας την αναστολή και τον τερματισμό της διαιτητικής διαδικασίας στην Ελβετία παρά την απόφαση ημερομηνίας 14.6.
- Πρόκειται για μια επιστολή ημερομηνίας 22.6.12 και δύο επιστολές με ημερομηνία 27.6.12 - Τεκμήρια 1, 2 και 3 αντίστοιχα στην ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση που υποστηρίζει την ένσταση. Επίσης, όταν στις 28.6.12 ο Καθ' ου η αίτηση ενημέρωσε τους δικηγόρους της Αιτήτριας ότι χρειαζόταν κάποιο χρόνο για να μελετήσει την υπόθεση ο Ελβετός δικηγόρος της Αιτήτριας άρχισε μια προσπάθεια με τον διαιτητή στην Ελβετία για τερματισμό και αναστολή της διαιτησίας παρερμηνεύοντας την απόφαση ημερομηνίας 14.6.
- Αντίγραφο του ηλεκτρονικού μηνύματος του Ελβετού δικηγόρου και η σχετική αλληλογραφία με τον διαιτητή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4 στην ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση που υποστηρίζει την ένσταση. Όταν και αυτή η προσπάθεια δεν είχε τελεσφορήσει οι δικηγόροι της Αιτήτριας στην Κύπρο με επιστολές τους ημερομηνίας 5.7.12 και 7.7.12 - Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα στην ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση που υποστηρίζει την ένσταση - επέμεναν όπως ο Καθ' ου η αίτηση αποδεχθεί την επαλήθευση χρέους της Αιτήτριας με απώτερο σκοπό να χρησιμοποιήσουν την επαλήθευση χρέους για τερματισμό και αναστολή της διαιτησίας στην Ελβετία. Ο Καθ' ου η αίτηση όχι μόνο δέχθηκε φοβερές πιέσεις για την επαλήθευση χρέους της Αιτήτριας αλλά και παραπλανήθηκε. Συγκεκριμένα, ένας εκ των δικηγόρων της Αιτήτριας σε συνάντηση που ο Καθ' ου η αίτηση είχε μαζί του στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της στις 26.7.12 έθεσε εις προσοχή του Καθ' ου η αίτηση την παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης της Αιτήτριας στην αγωγή 5994/10 σε μια προσπάθεια να πείσει τον Καθ' ου η αίτηση ότι ο Επίσημος Παραλήπτης είχε αποδεχθεί την επαλήθευση χρέους της Αιτήτριας. Απεκρύβη, όμως, από τον εν λόγω δικηγόρο ότι στην παράγραφο 7 της Υπεράσπισης που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της ίδιας αγωγής υπάρχει ρητή άρνηση από μέρους του Επίσημου Παραλήπτη τόσο της επαλήθευσης όσο και της ύπαρξης του χρέους. Ο Καθ' ου η αίτηση μέχρι την στιγμή εκείνη δεν γνώριζε για την ύπαρξη της αγωγής 5994/
- Επίσης, στην επιστολή των δικηγόρων της Αιτήτριας ημερομηνίας 27.6.12 η οποία αποστάληκε για σκοπούς ενημέρωσης του Καθ' ου η αίτηση δεν γίνεται καμία αναφορά στην πιο πάνω αγωγή. Επίσης, οι δικηγόροι της Αιτήτριας με σκοπό να πείσουν τον Καθ' ου η αίτηση να αποδεχθεί την επαλήθευση χρέους παραπλανητικά ισχυρίσθηκαν ότι το οφειλόμενο προς την Αιτήτρια χρέος ήταν εξ' αποφάσεως χρέος. Όταν δε ο Καθ' ου η αίτηση ζήτησε να του αποστείλουν αντίγραφο της απόφασης Δικαστηρίου οι δικηγόροι της Αιτήτριας τον παρέπεμψαν στην σελίδα 30, παράγραφο 2 της απόφασης ημερομηνίας 27.11.
- Βασιζόμενος στις πιο πάνω παραπλανητικές παραστάσεις και δείχνοντας εμπιστοσύνη στα λεγόμενα των δικηγόρων της Αιτήτριας ο Καθ' ου η αίτηση αποδέχθηκε την επαλήθευση του χρέους στις 27.7.
- Αντίγραφο της επιστολής του επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7 στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Αργότερα την ίδια ημέρα και συγκεκριμένα το απόγευμα παρέλαβε τον φάκελο της FUD από τον Επίσημο Παραλήπτη και μετά από προσεκτική μελέτη και έλεγχο των εγγράφων που περιείχοντο σε αυτόν αντιλήφθηκε ότι είχε παραπλανηθεί και ότι η επαλήθευση χρέους θα μπορούσε να εξετασθεί μόνο μετά την εκδίκαση της αγωγής 5994/10, ειδικότερα, εφόσον η επαλήθευση χρέους τελούσε υπό ένσταση και το χρέος δεν ήταν εξ' αποφάσεως. Ο Καθ' ου η αίτηση ενημέρωσε για την πιο πάνω απόφασή του τον δικηγόρο της Αιτήτριας με σχετική επιστολή ημερομηνίας 3.8.12 η οποία αποστάληκε και παραλήφθηκε ηλεκτρονικά στις 18:40 το ίδιο απόγευμα - Τεκμήριο 8 στην ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση που υποστηρίζει την ένσταση. Επίσης, με την επιστολή του ημερομηνίας 3.7.12 που είχε αποστείλει στην δικηγόρο του στην Ελβετία - Τεκμήριο 9 στην ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση που υποστηρίζει την ένσταση - ο Καθ' ου η αίτηση ουδέποτε δεσμεύτηκε να προβεί σε έρευνες σε σχέση με δόλιες μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων. Σημειώνεται ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Καθ' ου η αίτηση δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Αιτήτριας είτε με αντεξέταση του Καθ' ου η αίτηση, είτε με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με την οποία να προβάλλεται κάποια απάντηση σε αυτούς. Για τον λόγο αυτό αυτοί εύλογα δύνανται να θεωρηθούν ότι παρέμειναν αναντίλεκτοι. Η Φρειδερίκη Κουδουνάρη στην παράγραφο 16 της ένορκής της δήλωσης χαρακτηρίζει την ενέργεια του Καθ' ου η αίτηση να ανακαλέσει την αποδοχή της απαίτησης της Αιτήτριας ως αντιφατική και αντινομική και ως επιδεικνύουσα προκατάληψη σε βάρος της Αιτήτριας γι' αυτό και οι δικηγόροι της κάλεσαν τον Καθ' ου η αίτηση να παραιτηθεί. Η επιστολή του Καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 3.8.12 που η Φρειδερίκη Κουδουνάρη επισυνάπτει ως Τεκμήριο 5 στην ένορκό της δήλωση εξηγεί γιατί ο Καθ' ου η αίτηση αρχικά έκανε αποδεκτή την επαλήθευση και αργότερα την ανακάλεσε πλην όμως δεν κάνει οποιαδήποτε ρητή αναφορά στα όσα επιπρόσθετα ο Καθ' ου η αίτηση αναφέρει στην ένορκό του δήλωση περί πιέσεων και παραπλανήσεων από μέρους των δικηγόρων της Αιτήτριας. Σημειώνεται ότι οι λόγοι που παρατίθενται στην εν λόγω επιστολή είναι ακριβώς οι ίδιοι με αυτούς που ο Καθ' ου η αίτηση αναφέρει στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ως λόγοι που τον ώθησαν αργότερα να ανακαλέσει την αποδοχή μέρους της απαίτησης της Αιτήτριας. Η Φρειδερίκη Κουδουνάρη, όμως, καμία αναφορά ή μνεία δεν κάνει στην δική της ένορκο δήλωση του τι είχε προηγηθεί της πιο πάνω αποδοχής και, συγκεκριμένα, ότι ο Καθ' ου η αίτηση είχε δεχθεί πιέσεις να αποδεχθεί την απαίτηση της Αιτήτριας καθώς και ότι είχε πέσει θύμα παραπληροφόρησης και παραπλάνησης. Επίσης, ενώ στην τελευταία παράγραφο της πιο πάνω επιστολής ο Καθ' ου η αίτηση αφήνει αιχμές για πιέσεις («δεν θα δεχτώ υποδείξεις ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης αλλά θα πράξω αυτό που θεωρώ ορθό και η επαγγελματική μου ευσυνειδησία επιβάλλει») καμία σχετική αναφορά δεν γίνεται από την Φρειδερίκη Κουδουνάρη που να εξηγεί τι ήταν αυτό που είχε προηγηθεί ώστε να ωθήσει τον Καθ' ου η αίτηση να αναφέρει τα όσα πιο πάνω αναφέρονται. Συναφώς καμία αναφορά δεν γίνεται στο ότι κατά την συνάντηση του Καθ' ου η αίτηση με ένα εκ των δικηγόρων της Αιτήτριας που έλαβε χώρα στις 26.7.12 στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Αιτήτριας απεκρύβη στον Καθ' ου η αίτηση η θέση του Επίσημου Παραλήπτη η οποία εκφράζεται στην Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αγωγής 5994/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και συγκεκριμένα ότι δεν είναι αποδεκτή ούτε η επαλήθευση χρέους αλλά ούτε και η ύπαρξη χρέους. Και ότι τουναντίον ό,τι επιδείχθηκε στον Καθ' ου η αίτηση από τον εν λόγω δικηγόρο με σκοπό, προδήλως, να πεισθεί ο Καθ' ου η αίτηση να αποδεχθεί την επαλήθευση ήταν ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της Αιτήτριας στην Έκθεση Απαίτησής της. Ούτε ότι το χρέος ανακριβώς παρουσιάσθηκε στον Καθ' ου η αίτηση ως χρέος εξ αποφάσεως. Επίσης, η Φρειδερίκη Κουδουνάρη δεν επισυνάπτει στην ένορκό της δήλωση την επιστολή του Καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 3.7.12 - Τεκμήριο 13 στην ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση που συνοδεύει την ένσταση - σύμφωνα με την οποία ο λόγος που ο Καθ' ου η αίτηση δήλωσε την πρόθεσή του να παραιτηθεί από εκκαθαριστής της FUD δεν ήταν η κατά την Κουδουνάρη αντιεπαγγελματική συμπεριφορά που ο Καθ' ου η αίτηση σύμφωνα με την Αιτήτρια επέδειξε αλλά γιατί εμποδιζόταν από τους δικηγόρους της Αιτήτριας να ενεργεί ως η επαγγελματική του συνείδηση του υπέβαλε. Σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση ο λόγος που ο Καθ' ου η αίτηση εξέφρασε την πρόθεση να παραιτηθεί είναι γιατί η Αιτήτρια, ενώ τον είχε υποδείξει ως το καταλληλότερο άτομο για να διορισθεί εκκαθαριστής της FUD, ακολούθως, εξέφρασε την απαρέσκειά της στο να παραμείνει στο αξίωμα του εκκαθαριστή ο Καθ' ου η αίτηση. Ο λόγος δε που η Αιτήτρια δεν επιθυμούσε πλέον να παραμείνει ο Καθ' ου η αίτηση στο πιο πάνω αξίωμα είναι γιατί ο Καθ' ου η αίτηση είχε αρνηθεί να συναινέσει στις προτάσεις των δικηγόρων της Αιτήριας να διακόψει την διαιτησία στην Ελβετία παρά την απόφαση ημερομηνίας 14.6.12 καθώς και το γεγονός ότι ανακάλεσε την αποδοχή της απαίτησης της Αιτήτριας και όχι γιατί ενήργησε παράνομα. Από τα πιο πάνω καθίσταται έκδηλο ότι η Φρειδερίκη Κουδουνάρη επικεντρώνεται μόνο στην υπό αυτής ισχυριζόμενη παράνομη ανάκληση της αποδοχής από πλευράς του Καθ' ου η αίτηση μέρους της απαίτησης της Αιτήτριας απομονώντάς την από οποιαδήποτε αναφορά του τι οδήγησε τον Καθ' ου η αίτηση αρχικά να αποδεχθεί την επαλήθευση και αργότερα να την ανακαλέσει, στην βάση δε τούτου και μόνο διατείνεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση συμπεριφέρθηκε αντιεπαγγελματικά, αντιφατικά, αντινομικά και με προκατάληψη εις βάρος της Αιτήτριας. Επίσης, ενώ η Φρειδερίκη Κουδουνάρη επισυνάπτει στην ένορκό της δήλωση την επιστολή του Καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 6.8.12 - Τεκμήριο 10 - στην ένορκό της δήλωση παραλείπει να κάνει αναφορά στο υπόλοιπο της εν λόγω επιστολής και αναφορά μόνο κάνει στην λανθασμένη εντύπωση υπό την οποία τελούσε ο Καθ' ου η αίτηση, ότι, δηλαδή, η διαιτησία στην Ελβετία αφορούσε εκτός από την Αιτήτρια και άλλα οκτώ πρόσωπα. Σύμφωνα δε με την Φρειδερίκη Κουδουνάρη αυτός ήταν ένας από τους λόγους που σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση η διαιτησία στην Ελβετία θα έπρεπε να συνεχισθεί. Και ότι ο Καθ' ου η αίτηση μη γνωρίζοντας ότι οι αξιώσεις των οκτώ αυτών προσώπων είχαν απορριφθεί από τον διαιτητή έχει για τον λόγο αυτό καταστεί επικίνδυνος. Μόνο που όπως από την εν λόγω επιστολή από μια προσεκτική ανάγνωση προκύπτει δεν ήταν αυτός λόγος που σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση η διαιτησία στην Ελβετία θα έπρεπε να συνεχισθεί. Άλλοι ήταν οι λόγοι για τους οποίους ο Καθ' ου η αίτηση θεωρούσε ότι η διαιτησία στην Ελβετία έπρεπε να συνεχισθεί, τους οποίους και ο Καθ' ου η αίτηση παραθέτει στην εν λόγω επιστολή, όπως το ότι σκοπός της διαδικασίας στην αίτηση διάλυσης δεν ήταν για να αποφανθεί το Δικαστήριο τι ποσό οφείλετο από την FUD αλλά μόνο αν η τελευταία ήταν ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της αίτησης διάλυσης δεν είχε δικαιοδοσία να αποφασίσει ως προς το ύψος του ποσού που οφειλόταν από την FUD, ότι τα επίδικα θέματα στην διαιτησία είναι εντελώς διαφορετικά από τα θέματα που ήταν επίδικα στην αίτηση διάλυσης, ότι η απόφαση ημερομηνίας 27.11.09 δεν δεσμεύει την FUD ή τον ίδιο και ότι η συνέχιση της διαιτησίας στην Ελβετία μόνο προς το συμφέρον της είναι αφού ακόμα και σε περίπτωση αποτυχίας της FUD τα έξοδα που σε μια τέτοια περίπτωση η FUD θα κληθεί να πληρώσει καλύπτονται από μέτοχό της. Επίσης, ενώ με την ένορκό της δήλωση η Φρειδερίκη Κουδουνάρη αφήνει να νοηθεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση έχει ήδη παραιτηθεί παραλείπει να αναφέρει ότι σύμφωνα με ηλεκτρονικό μήνυμα του Καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 7.8.12, το οποίο απευθύνεται προς τους δικηγόρους της Αιτήτριας, Τεκμήριο 14 στην ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση που συνοδεύει την ένσταση - αναφέρεται ότι υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία η οποία πρέπει να ακολουθηθεί αναφορικά με την παραίτηση του και ότι, επομένως, μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία της παραίτησης του ο Καθ' ου η αίτηση εξακολουθεί να θεωρείται ο εκκαθαριστής της FUD. Άλλο γεγονός για το οποίο ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι υπήρξε παραπλάνηση του Δικαστηρίου είναι οι ισχυρισμοί της Φρειδερίκης Κουδουνάρη περί δεδικασμένου. Στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση η Φρειδερίκη Κουδουνάρη όχι μόνο κάνει αναφορά αλλά και εξαίρει, θα έλεγε κανείς, την σημασία των όσων επί του προκειμένου αποτελούν θέση της. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 12 της ένορκής της δήλωσης αναφέρει ότι η διαδικασία της διαιτησίας δεν μπορεί να προωθηθεί αφού εκείνο που ουσιαστικά ζητείται από τον διαιτητή να αποφασίσει έχει αποφασισθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στα πλαίσια της αίτησης διάλυσης με την απόφαση του ημερομηνίας 27.11.09 και αποτελεί δεδικασμένο. Και ότι η οποιαδήποτε προσπάθεια επανεξέτασης των ενστάσεων και υπερασπίσεων της FUD εμπεριέχει τον κίνδυνο, αφενός μεν, ο διαιτητής να ενεργήσει ως εφετείο του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ημερομηνίας 27.11.09, αφετέρου, να καταλήξει σε διαφορετικά ευρήματα με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα αλαλούμ/μωσαϊκό αποφάσεων με ανεπανόρθωτη ζημιά και βλάβη στα συμφέροντα της Αιτήτριας. Τίποτα από τα πιο πάνω δεν θεωρώ πως ευσταθεί. Απεναντίας, θα συμφωνήσω με τον Καθ' ου η αίτηση ότι η απόφαση ημερομηνίας 27.11.09 δεν είναι δεσμευτική για τον ίδιο, την FUD και την Αιτήτρια και δεν αποτελεί δεδικασμένο για την διαιτησία. Τα επίδικα θέματα στα πλαίσια της αίτησης διάλυσης ήταν πολύ διαφορετικά από αυτά που είναι επίδικα στην διαιτησία και τα οποία καταμαρτυρούνται σε έγγραφα που επισυνάφθηκαν ως τεκμήρια και από τις δύο πλευρές. Επίσης, στα πλαίσια της αίτησης διάλυσης ό,τι το Δικαστήριο είχε να αποφασίσει και αποφάσισε ήταν αν οι υπερασπίσεις που είχε εγείρει η FUD ήταν καλόπιστες και αν η Αιτήτρια μπορούσε να θεωρηθεί πιστωτής της FUD. Δεν είχε να αποφασίσει και ούτε αποφάσισε, αλλά ούτε και ήταν επίδικα θέματα στην εν λόγω αίτηση τα όσα αποτελούν επίδικα ζητήματα στην διαιτησία. Γι' αυτό και το Δικαστήριο διαπιστώνοντας ότι είχαν ικανοποιηθεί «όλες οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαιτούνται από την νομοθεσία (άρθρα 211(ε) και 212(α) του Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε), όπως η ύπαρξη χρέους από την FUD πέραν των Ευρώ 854,30 σεντ, επίδοση απαίτησης πληρωμής υπογραμμένη από την Αιτήτρια προς την FUD, η πάροδος τριών εβδομάδων απο της επίδοσης της πιο πάνω απαίτησης χωρίς να έχει ξοφληθεί ή εξασφαλισθεί το χρέος από την FUD ή χωρίς να έχει γίνει διευθέτηση προς εύλογη ικανοποίηση της Αιτήτριας, η δημοσίευση της αίτησης διάλυσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας όσο και σε μια ημερήσια εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας και η επίδοση της αίτησης διάλυσης στην FUD και τον Επίσημο Παραλήπτη, έκρινε ότι η Αιτήτρια δικαιούτο στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος και εξέδωσε εναντίον της FUD διάταγμα εκκαθάρισης. Επίσης, από μια προσεκτική ανάγνωση της απόφασης ημερομηνίας 27.11.09 εύκολα προκύπτει ότι το Δικαστήριο προέβη στα ευρήματα και συμπεράσματα στα οποία προέβηκε με σκοπό να αποφασίσει τα επίδικα ζητήματα της αίτησης διάλυσης και που είναι τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν. Δεν προέβη στα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα με σκοπό να αποφασίσει τι οφείλεται από την FUD προς της Αιτήτρια και ποιο ήταν το ύψος του χρέους. Σαφώς και με κανένα τρόπο δεν αποτελεί δεδικασμένο η απόφαση ημερομηνίας 27.11.09 για την διαιτησία η οποία σύμφωνα με την συμφωνία μεταξύ της FUD και της Αιτήτριας αποτελεί τον συμφωνηθέντα τρόπο επίλυσης τυχόν διαφορών που θα ανέκυπταν μεταξύ των δύο πιο πάνω μερών. Η απόφαση ημερομηνίας 27.11.09 δεν αποτελεί απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της FUD για οποιοδήποτε ποσό. Με την απόφαση ημερομηνίας 27.11.09 ό,τι αποφασίσθηκε ήταν ότι οι υπερασπίσεις που είχε προβάλει η FUD στα πλαίσια της αίτησης διάλυσης δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως καλόπιστες και, επομένως, ότι η Αιτήτρια μπορούσε να θεωρηθεί πιστωτής. Γι' αυτό και επειδή το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι πληρούνταν όλες οι τυπικές προϋποθέσεις του Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε, εξέδωσε το διάταγμα εκκαθάρισης εναντίον της FUD. Σημειώνεται, επίσης, ότι και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι το Δικαστήριο στην απόφαση ημερομηνίας 27.11.09 προέβη σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα τα οποία δεν του επιτρεπόταν στα πλαίσια της αίτησης διάλυσης να κάνει αυτό δεν σημαίνει ότι αυτά επηρεάζουν την διαιτησία ή ότι ο διαιτητής δεσμεύεται από αυτά. Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό της Φρειδερίκης Κουδουνάρη αναφορικά με δέσμευση από μέρους του Καθ' ου η αίτηση να προβεί σε έρευνες σε σχέση με δόλιες μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων θα πρέπει να αναφερθεί ότι στην επιστολή του Καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 3.7.12 που ο τελευταίος είχε αποστείλει στην δικηγόρο του στην Ελβετία - Τεκμήριο 14 στην ένορκο δήλωση της Φρειδερίκης Κουδουνάρη - ο Καθ' ου η αίτηση δεν αναφέρει να έδωσε οποιαδήποτε δέσμευση προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Η πιο πάνω έρευνα ήταν η εισηγηθείσα, όπως λέει η πιο πάνω επιστολή, από τον Καθ' ου η αίτηση της πορείας που θα ακολουθείτο από τον ίδιο. Απεκρύβη, επίσης, από την Φρειδερίκη Κουδουνάρη ότι η Αιτήτρια δεν ανταποκρίθηκε σε κάλεσμα του Καθ' ου η αίτηση στο οποίο η Αιτήτρια θα ενημερωνόταν από τον Καθ' ου η αίτηση για το αποτέλεσμα της πιο πάνω έρευνάς του. Είμαι της άποψης ότι με τους ισχυρισμούς της Φρειδερίκης Κουδουνάρη δίδεται μια εικόνα για τον Καθ' ου η αίτηση άλλη από αυτή που ισχύει στην πραγματικότητα, μια εικόνα σύμφωνα με την οποία ο Καθ' ου η αίτηση συμπεριφέρθηκε αντιεπαγγελματικά, επικίνδυνα και με σκοπό να πλήξει και να βλάψει τα συμφέροντα της Αιτήτριας. Οι ισχυρισμοί, όμως, του Καθ' ου η αίτηση ανατρέπουν αυτήν την εικόνα στο μυαλό κάθε λογικού ανθρώπου. Επίσης, η Αιτήτρια δεν έρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Προσπάθησε με ανακριβείς ισχυρισμούς να δώσει στο Δικαστήριο μια διαφορετική εικόνα των πραγμάτων, στην προκείμενη περίπτωση, προβάλλοντας ισχυρισμούς περί δεδικασμένου και, ουσιαστικά, αναρμοδιότητας του διαιτητή να δικάσει την διαιτησία. Θεωρώ ότι η προβολή όλων των πιο πάνω ανακριβειών είναι τέτοια που ήταν ικανή να επηρεάσει την δικαστική κρίση με αποτέλεσμα η υπό κρίση αίτηση να εγκριθεί και το διάταγμα να εκδοθεί μονομερώς. Θεωρώ ότι αν οι ισχυρισμοί του Καθ' ου η αίτηση τίθεντο στην προσοχή του Δικαστή ενώπιον του οποίου παρουσιάσθηκε η υπό κρίση αίτηση η κρίση του θα επηρεαζόταν σε βαθμό τέτοιο ώστε αυτός δεν θα εξέδιδε το διάταγμα μονομερώς. Για τους πιο πάνω λόγους δεν έχω άλλη επιλογή από του να ακυρώσω το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 9.8.
- Αν και η πιο πάνω κατάληξή μου δεν καθιστά αναγκαίο να εξετάσω τους λοιπούς λόγους ένστασης, εντούτοις, θα προχωρήσω να εξετάσω κάποιους από αυτούς σε περίπτωση που ήθελε κατ' έφεση φανεί ότι η κατάληξή μου αναφορικά με το ζήτημα της αποκάλυψης είναι εσφαλμένη. Το άρθρο 32 του του Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, ερμηνεύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ΚΟΤ ν. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ 255 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Προσωρινά διάταγμα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρείς βασικές προϋποθέσεις είναι: 1) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, 2) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και 3) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». Ο ζητών την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει μέχρι τέλους το βάρος να αποδείξει ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 αλλά και για να δικαιολογήσει την συνέχιση ενός διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση (Βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 ΑΑΔ 704). Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1993)1 ΑΑΔ 246 αναφέρθηκε ότι στην διαδικασία προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που ο νομοθέτης έταξε στο άρθρο 32 του Ν.14/60 ικανοποιούνται. Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Βλ American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504 (H.L.)). Ούτε και πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο καθότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από το στάδιο αυτό ως αναξιόπιστο. Στην υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263 αναφέρεται ενδεικτικά στις σελίδες 267 και 268 ότι οι διάδικοι στο στάδιο αυτό περιορίζονται στο κατά πόσο το διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί υπό το φως των προνοιών του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και των αρχών της Νομολογίας. Τα δικαιώματα των διαδίκων καθορίζονται αργότερα με την έκδοση της απόφασης, η οποία θα είναι απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης, και όχι στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος. Το ορθό για τον Δικαστή είναι όπως στην απόφασή του για προσωρινό διάταγμα αποφεύγει να κάνει αναφορά σε θέματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, για να αποφύγει με τον τρόπο αυτό να προδικάσει αναφορικά με αυτά. Τέλος, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (Βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 AAΔ 788). Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν προϋποθέτει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των έγγραφων προτάσεων (an arguable case on the strength of the pleadings). Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν υπάρχουν ισχυρισμοί που να εκτίθενται σε έγγραφες προτάσεις. Εξέταση της υπόθεσης στην Odysseos, πιο πάνω, αποκαλύπτει ότι ο όρος «pleadings» χρησιμοποιείται με την ευρεία έννοια του όρου, και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Βλ. Resola (Cyprus) Ltd. ν. Χάρη Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598). Πρόδηλο είναι ότι στην American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504 τίποτε δεν αναφέρθηκε, το οποίο να υποδηλώνει ότι η καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης αποτελούσε προϋπόθεση για την χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Αντίθετα στην υπόθεση εκείνη οι εκατέρωθεν θέσεις είχαν προσδιορισθεί σε ένορκες δηλώσεις, που αποτέλεσαν και το βάθρο για την χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Αυτό, άλλωστε, προκύπτει ευθέως και από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Krashias v. Adidas
(1989)1 AAΔ (Ε) 750 και Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως η Αιτήτρια απεκάλυψε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και, επομένως, ότι η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση ο αιτητής αρκεί να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Για τον σκοπό αυτό το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του αιτητή («The Court must purport to make some evaluation . of the evidential strength of the case for the party applying for an injunction»). Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα (mere possibility), αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557). Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (Βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253). Αναφορικά με την τέταρτη δήλωση που ζητείται με την αίτηση διά κλήσεως δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Για τους λόγους που έχουν ήδη ενωρίτερα αναφερθεί κρίνω πως δεν υπάρχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Αναφορικά με τις πρώτες δύο δηλώσεις έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Για λόγους που θα καταστούν εμφανείς δεν κρίνω σκόπιμο να αποφασίσω αν η ανάκληση της αποδοχής της επαλήθευσης της απαίτησης της Αιτήτριας από μέρους του Καθ' ου η αίτηση είναι έγκυρη ή όχι ή αν ο Καθ' ου η αίτηση όφειλε πριν ανακαλέσει την αποδοχή της επαλήθευσης να ζητήσει την άδεια του Δικαστηρίου προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Και αυτό γιατί η θέση της Αιτήτριας η οποία εκφράζεται μέσω της ένορκης δήλωσης της Φρειδερίκης Κουδουνάρη, ότι, δηλαδή, η διαιτησία στην Ελβετία έχει καταστεί άνευ αντικειμένου με την αποδοχή από μέρους του Καθ' ου η αίτηση της επαλήθευσης κρίνω πως δεν ευσταθεί. Η θέση της Αιτήτριας επί του προκειμένου ζητήματος έχει ήδη παρατεθεί γι' αυτό και δεν θεωρώ σκόπιμο να την παραθέσω εκ νέου. Ό,τι έχω να πω είναι το εξής. Εν πρώτοις, ο Καθ' ου η αίτηση έκανε αποδεκτό μόνο μέρος της απαίτησης της Αιτήτριας και όχι ολόκληρη. Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν βλέπω γιατί η διαιτησία στην Ελβετία έχει καταστεί «άνευ αντικειμένου» ή γιατί είναι αντιφατικό, από την μια, ο Καθ' ου η αίτηση να αποδέχεται την απαίτηση της Αιτήτριας και, από την άλλη, να δίδει οδηγίες για συνέχιση της διαιτησίας. Επίσης, με την αποδοχή της επαλήθευσης μπορεί να αναγνωρίζεται από μέρους του Καθ' ου η αίτηση ότι οφείλεται κάποιο ποσό στην Αιτήτρια από την FUD, αυτό που αποδέχθηκε, αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι αποκλείεται και η Αιτήτρια να οφείλει στην FUD σε σχέση με τις αξιώσεις της τελευταίας εναντίον της πρώτης στα πλαίσια της διαιτησίας, πράγμα που μπορεί να κριθεί μόνο στην διαιτησία. Επομένως, και αν ακόμα η ανάκληση της αποδοχής της επαλήθευσης δεν είναι έγκυρη, οπότε ισχύει η αποδοχή, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι με την αποδοχή της επαλήθευσης από μέρους του Καθ' ου η αίτηση η διαιτησία στην Ελβετία θα καταστεί «άνευ αντικειμένου» όπως η Αιτήτρια διατείνεται. Τέλος, αναφορικά με την τρίτη δήλωση, θα πρέπει να λεχθεί ότι στην βάση μιας γενικόλογης δήλωσης ότι ο εκκαθαριστής όφειλε να αποδεχθεί ολόκληρη της απαίτηση της Αιτήτριας δεν μπορώ να ικανοποιηθώ ότι υπάρχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας αναφορικά με το σημείο τούτο στην αίτηση διά κλήσεως. Επίσης, είναι η θέση της Αιτήτριας ότι ο Καθ' ου η αίτηση έπρεπε να κάνει αποδεκτή ολόκληρη την απαίτησή της στην βάση των ενώπιόν του στοιχείων αλλά και στην βάση της απόφασης ημερομηνίας 27.11.09. Μόνο που όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε η απόφαση ημερομηνίας 27.11.09 δεν ήταν απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της FUD για οποιοδήποτε ποσό. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως δεν αποδείχθηκε ότι υπάρχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας στα πλαίσια της αίτησης διά κλήσεως. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 αναφέρονται τα ακόλουθα. Μια περίπτωση που μπορεί να εμπίπτει σε αυτή την προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογισθεί έστω και με κάποια δυσκολία, τότε, δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου είναι τέτοια που αν δεν εμποδισθεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τους ενάγοντες να εισπράξουν το εξ' αποφάσεως χρέος αν η απόφαση είναι τελικά υπέρ τους (Βλ. Αρ. Αγ. 4679/02 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερομηνίας 26.9.03). Όπως και ενωρίτερα είδαμε, θέση της Αιτήτριας είναι ότι αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτή θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία και βλάβη στα συμφέροντά της από τα ακόλουθα: (α) τυχόν έκδοση απόφασης από τον διαιτητή με διαφορετικά ευρήματα από εκείνα που έγιναν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στα πλαίσια της αίτησης διάλυσης της FUD, (β) η Αιτήτρια θα κληθεί να απαντήσει εκ νέου στα ίδια ακριβώς ζητήματα και ισχυρισμούς της FUD τα οποία είχαν εγερθεί, εξετασθεί και απορριφθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης της αίτησης διάλυσης και (γ) ο Καθ' ου η αίτηση ενώ έχει παραιτηθεί συνεχίζει να λαμβάνει αποφάσεις οι οποίες θα επηρεάσουν ανεπανόρθωτα και τελεσίδικα τα δικαιώματα και συμφέροντα της Αιτήτριας. Κρίνω πως δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Η απόρριψη του βάσιμου των πιο πάνω θέσεων καθιστά και την θέση της Αιτήτριας για ανεπανόρθωτη ζημία και βλάβη στα συμφέροντά της εκ προοιμίου ανεδαφική. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως η Αιτήτρια απέτυχε να καταδείξει ότι αν δεν εξακολουθήσει σε ισχύ το διάταγμα θα είναι αδύνατη η απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι το προσωρινό διάταγμα δεν μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει μέχρι την εκδίκαση της αίτησης διά κλήσεως και θα πρέπει να ακυρωθεί. Η εξέταση δε των υπόλοιπων λόγων ένστασης καθίσταται αχρείαστη. Το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 9.8.12 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο