Κόκου Παναγιώτη Κουφού ν. Ανδρούλλας Παναγιώτου υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του Γιαννάκη Παναγιώτου, αποβιώσαντα από τη Λεμεσό, Αρ. Αγωγής: 1761/09, 26/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A50 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1761/09 Μεταξύ: Κόκου Παναγιώτη Κουφού, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και Ανδρούλλας Παναγιώτου υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του Γιαννάκη Παναγιώτου, αποβιώσαντα από τη Λεμεσό Εναγομένης ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 19.9.12 -------------------------- 26.2.2013 Για τον ενάγοντα-αιτητή: κος Α. Θουκυδίδης προσωπικά και για κ. Δημοσθένους Για την εναγόμενη-καθ'ης η αίτηση: Κος Ονησιφόρου για Ν. Πιριλίδη & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο ενάγοντας-αιτητής εξαιτείται τα ακόλουθα: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται ο τίτλος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής με την προσθήκη ως Εναγομένων 2 και 3 των Νεόφυτου Γιαννάκη Παναγιώτου και Μάριου Γιαννάκη Παναγιώτου, αντίστοιχα αμφοτέρων εκ Λεμεσού και της προσθήκης του αριθμού 1 στο όνομα της Εναγομένης. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται και/ή επιτρέπεται η συνέχιση της διαδικασίας της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής δια του ορθού τίτλου ως ακολούθως:
- Ανδρούλλα Παναγιώτου υπό την ιδιότητα της ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του Γιαννάκη Παναγιώτου, αποβιώσαντα, τέως εκ Λεμεσού.
- Νεόφυτου Γιαννάκη Παναγιώτου, εκ Λεμεσού
- Μάριου Γιαννάκη Παναγιώτου, εκ Λεμεσού Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται και/ή επιτρέπεται η αντικατάσταση της λέξεως «Εναγόμενος» με τη λέξη «αποβιώσας» οπουδήποτε απαντάται στην Έκθεση Απαίτησης. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται και/ή επιτρέπεται τροποποίηση της παραγράφου 1 της Έκθεσης Απαίτησης δια της προσθήκης στο τέλος της παραγράφου 1 της Εκθέσεως Απαιτήσεως των ακολούθων: ζ) με αριθμό εγγραφής 14102, Φ/ΣΧ54/17, τεμάχιο 359, τοποθεσία Πιρογές, στην Φασούλα, ½ μερίδιο του όλου, η) με αριθμό εγγραφής 14080, Φ/ΣΧ54/18, τεμάχιο 327, τοποθεσία Σκασμάδα, στη Φασούλα, ½ μερίδιο του όλου. Ε. Διάταγμα με το οποίο να διατάττεται και/ή επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης δια της προσθήκης μετά την παράγραφο 1 της Εκθέσεως Απαιτήσεως των ακολούθων νέων παραγράφων 1Α. Ο Ενάγων ήταν κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο συνιδιοκτήτης κατά ½ μερίδιο επί των ως άνω ακινήτων μετά του αποβιώσαντος πλην του αριθμού εγγραφής 12191 ως ανωτέρω αναφέρεται στο οποίο ήταν συνιδιοκτήτης κατά 1/3 μερίδιο. 1Β. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 είναι τα πρόσωπα τα οποία κατά/ή περί και/ή μετά την 25/09/2008 ενεγράφηκαν ως ιδιοκτήτες των πιο πάνω περιγραφομένων ακινήτων κατά ½ μερίδιο έκαστος και τα οποία ακίνητα απέκτησαν δυνάμει δωρεάς από τον αποβιώσαντα, εν γνώσει τους ότι αυτά δεν ανήκαν στον αποβιώσαντα. 1Γ. Ο Ενάγων κατά το έτος 1972 και μέχρι το έτος 1978 ασκούσε το επάγγελμα του εμπόρου και μεταπωλητή ειδών τροφίμων και ειδών υγιεινής καθώς και κατεψυγμένων κρεάτων, με την διάθεση και/ή μεταπώληση των εν λόγω εμπορευμάτων σε παντοπωλεία στην Λεμεσό, καθώς και με την καλλιέργεια αμπελιών και εσπεριδοειδών, περαιτέρω δε διάθετε και φάρμα με κοτόπουλα, στην Λεμεσό. 1Δ. Εκ των πιο πάνω εργασιών του ο Ενάγων κατά την περίοδο από το έτος 1972 μέχρι και το έτος 1978 είχε καθαρό κέρδος μηνιαίως εκ ΛΚ600= περίπου, ήτοι €1025.16, από την εργασία του ως έμπορας, ΛΚ7000= ήτοι €11.460,21, καθαρό κέρδος το χρόνο από την εξαγωγή σουλτανίνας, το οποίο ποσό διαμεριζόταν με τον αποβιώσαντα ως συνιδιοκτήτη, ΛΚ8000= ήτοι €13.668,81, από την εξαγωγή λεμονιών και πορτοκαλιών το οποίο ποσό και πάλι διαμεριζόταν με τον αποβιώσαντα, ως συνιδιοκτήτη. Περαιτέρω δε ο Ενάγων κατά το έτος 1978 όταν φυλακίσθηκε, από την εργασία του ως έμπορας του οφείλονταν από πελάτες του διάφορα ποσά, περί τις ΛΚ32,000, ήτοι €54.675,25 περίπου, τα οποία ποσά μετά την φυλάκιση του ανέλαβαν να εισπράξουν και εισέπραξαν ο αποβιώσας και/ή η αδελφή του χωρίς να εισπράξει και ούτε να δοθεί σ' αυτόν οιονδήποτε ποσό, μέχρι σήμερα, παρά το ότι οι εν λόγω εισπράξεις κατατέθηκαν σε λογαριασμό του αποβιώσαντος, πλήρεις λεπτομέρειες των πιο πάνω ο Ενάγων επιφυλάσσεται να αναφέρει κατά την ακρόαση της παρούσης αγωγής. Περαιτέρω ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι κατά τον χρόνο φυλάκισης του ήταν ιδιοκτήτης του υπ αρ. εγγραφής ΗΑ 982 οχήματος, το οποίο ο αποβιώσας πώλησε για το ποσό των ΛΚ1500 ήτοι €2.562,90, χρησιμοποιώντας το πληρεξούσιο έγγραφο και το οποίο ποσό ο Ενάγων ουδέποτε εισέπραξε και ουδέποτε του δόθηκε από τον αποβιώσαντα ή την Εναγομένη
- Περαιτέρω είναι ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι κατά την ημέρα σύλληψης του από την αστυνομία παρέδωσε στον αποβιώσαντα το ποσό των ΛΚ2000= ήτοι €3417.20 σε μετρητά καθώς και το ποσό των ΛΚ1587.44 ήτοι €2712.30 σε επιταγές, από τα οποία ποσά μόνο οι επιταγές κατατέθηκαν στον λογαριασμό του Ενάγοντα κατά τον Σεπτέμβριο του
- 1Δ. Μετά την φυλάκιση του Ενάγοντα, ο αποβιώσας συνέχισε τις εργασίες στα χωράφια, καθώς και στην φάρμα με τα κοτόπουλα συνεχίζοντας και μέχρι την αποφυλάκιση του Ενάγοντα να κερδίζει αρκετά χρήματα, χωρίς ο Ενάγων να εισπράξει και/ή να του δοθεί οιονδήποτε ποσό μέχρι σήμερα, παρ ότι ως συνιδιοκτήτης εδικαιούτο το ½ των καθαρών κερδών από τα πιο πάνω εισοδήματα, και ούτε να δοθεί σ αυτόν οιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού εσόδων και εξόδων. 1Ε. Οτιδήποτε έξοδα δικηγόρων υπεράσπισης του Ενάγοντα καθώς και τυχόν άλλα έξοδα, ο αποβιώσας τα εισέπραξε από τους χρεώστες του Ενάγοντα ως ανωτέρω αναφέρεται καθώς και από το μερίδιο του από τα εισοδήματα στα χωράφια και στην φάρμα από τα κοτόπουλα και ο αποβιώσας εκμεταλλευόμενος την φυλάκιση του Ενάγοντα αλλά και την άσχημη ψυχολογική κατάσταση που βρισκόταν, προχώρησε και εξανάγκασε και τον πατέρα του Ενάγοντα και εν αγνοία του Ενάγοντα, να μεταβιβάσει ολόκληρη την περιουσία του επ ονόματι του. 1Ζ. Ο Ενάγων μετά την αποφυλάκιση του και πριν την καταχώρηση της παρούσης αγωγής, ζήτησε από τον αποβιώσαντα όπως του παρουσιάσει καταστάσεις και/ή λογαριασμούς των εσόδων και εξόδων που έκανε για την περίοδο της φυλάκισης του, και παρά το ότι του υποσχέθηκε και του υποσχόταν ότι θα του τα δώσει, αρνήθηκε μέχρι σήμερα να δώσει οιαδήποτε στοιχεία στον Ενάγοντα. Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται και/ή να επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης με την διαγραφή των παραγράφων 13 και 14 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και την αντικατάσταση αυτών με νέες παραγράφους 13 και 14, ήτοι:
- Συνεπεία των πιο πάνω πράξεων του αποβιώσαντος ο Ενάγων υπέστη ζημιά εκ €3.450.000= η οποία ζημιά συνίσταται στην σημερινή αξία της ακίνητης περιουσίας του συμφώνως εκτίμησης της περιουσίας του για την οποία επιφυλάσσεται να αναφερθεί λεπτομερώς κατά την ακρόαση της παρούσης αγωγής.
- Περαιτέρω, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι από την είσπραξη των εισοδημάτων από τις εργασίες που διεξήγαγε ο Ενάγοντας πριν την φυλάκιση του και για όσο χρονικό διάστημα βρισκόταν στην φυλακή, ο αποβιώσας και στα πλαίσια του Πληρεξουσίου Εγγράφου είσπραξε για λογαριασμό και/ή προς όφελος του Ενάγοντα τα κάτωθι ποσά, τα οποία θα έπρεπε να αποδώσει στον Ενάγοντα: α) Από την πώληση του υπ αρ. εγγραφής ΗΑ 982 οχήματος ΛΚ1500 ήτοι €2.562,90=. β) Από την συγκομιδή και την παραγωγή σουλτανίνας ΛΚ3500, ετησίως €5.980,11= για περίοδο 6 ετών ήτοι ποσό εκ ΛΚ21,000, ήτοι €35.880,63=. γ) Από τις εξαγωγές εσπεριδοειδών ΛΚ4000, ήτοι €6.834,41= ετησίως για περίοδο 6 ετών ήτοι το ποσό των ΛΚ24,000, ήτοι €41.006,43=. δ) Από τις εισπράξεις χρεωστών του Ενάγοντος ποσό εκ ΛΚ32,000 ήτοι €54.675,25=. ε) Ποσό ΛΚ2000 ήτοι €3417.20 μετρητά τα οποία ο Ενάγων παρέδωσε στον αποβιώσαντα κατά τον χρόνο σύλληψης του από την αστυνομία Λεμεσού. Ενόψει των πιο πάνω ο αποβιώσας θα έπρεπε να πληρώσει στον Ενάγοντα ποσό ΛΚ80,500, ήτοι €137.542.42=, το οποίο ποσό εισέπραξε προς όφελος και/ή δια λογαριασμό του Ενάγοντα ως ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρεται. Η. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται και/ή επιτρέπεται η διαγραφή της φράσης «ΚΑΙ Ο ΕΝΑΓΩΝ ΑΞΙΟΙ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ» και την αντικατάσταση αυτής με την φράση «Ο ΕΝΑΓΩΝ ΑΞΙΟΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΩΣ ΚΑΙ ΚΕΧΩΡΙΣΜΕΝΩΣ ΚΑΙ/Η ΑΛΛΩΣ ΠΩΣ»: Θ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται και/ή να επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης με την διαγραφή και αντικατάσταση του ποσού των €30.000.000 που αναφέρεται στην παράγραφο Α του παρακλητικού της Εκθέσεως Απαιτήσεως με το ποσό των €3.450,
- Ι. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται και/ή να επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης με την προσθήκη μετά το Α του παρακλητικού των ακολούθων νέων παραγράφων. Α
- Ποσό εκ €137.542.42 ως χρήματα εισπραχθέντα και/ή πληρωθέντα στον αποβιώσαντα για λογαριασμό και/ή προς όφελος του Ενάγοντα και/ή ως χρήματα ληφθέντα και κατακρατηθέντα παρ αυτού και/ή ως αδικαιολόγητο πλουτισμό τα οποία δεν πληρώθηκαν στον Ενάγοντα ως ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρεται. Α
- Αναγνωριστικό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι οι πράξεις δωρεάς των ακινήτων που περιγράφονται στην παράγραφο 1 της Εκθέσεως Απαιτήσεως, στο όνομα του αποβιώσαντος είναι άκυρες συνεπεία της υπό του αποβιώσαντος και/ή της Εναγομένης 1 επιδειχθείσης συμπαιγνίας και/ή δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή άνευ ανταλλάγματος και/ή άλλως πως ως ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρεται. Α
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι οι πράξεις δωρεάς των ακινήτων που περιγράφονται στην παράγραφο 1 της Εκθέσεως Απαιτήσεως που έγιναν από τον αποβιώσαντα προς τους Εναγόμενους 2 και 3 είναι άκυρες συνεπεία της υπό του αποβιώσαντος και/ή της Εναγομένης 1 επιδειχθείσης συμπαιγνίας και/ή δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή άνευ ανταλλάγματος και/ή άλλως πως, ως ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρεται. Α
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται όπως οι πράξεις δωρεάς προς τον αποβιώσαντα και ακολούθως οι πράξεις δωρεάς προς τους Εναγομένους 2 και 3 των ως άνω ακινήτων είναι εξ υπαρχής άκυρες λόγω συμπαιγνίας και/ή δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδής παραστάσεων και/ή άνευ ανταλλάγματος και/ή άλλως πως ως ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρεται. Α
- Διάταγμα του Δικαστηρίου διαττάτον την Εναγομένη 1 υπό την ως άνω ιδιότητα της και/ή τους Εναγομένους 2 και 3 όπως μεταβιβάσουν και/ή εγγράψουν επ ονόματι του Ενάγοντα την ακίνητη περιουσία η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1 της Εκθέσεως Απαιτήσεως, συνεπεία της επιδειχθείσης υπό του αποβιώσαντος και/ή της Εναγομένης 1 και /ή τους Εναγομένους 2 και 3 συμπαιγνίας και/ή δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή άνευ ανταλλάγματος και/ή άλλως πως ως ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρεται.» Η αίτηση στηρίζεται επί τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.9, Κ.10 και 11, Δ.12 Κ.1, 2, 4 και 5, Δ.25 Κ.1-5, Δ.48 Κ.1, 2, 3 και 9 και Δ.59, ως επίσης στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Ο ενάγοντας αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ότι είναι το μόνο πρόσωπο που γνωρίζει σε ικανοποιητικό βαθμό τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο ενόρκως δηλών, αναφέρει στη συνέχεια ότι κατόπιν οδηγιών που είχε δώσει στο δικηγόρο του για να ετοιμάσει και να καταχωρίσει την παρούσα αγωγή είτε λόγω αμέλειας ή εκ παραδρομής ή και αβλεψίας ή και λάθους δεν συμπεριλήφθηκαν τα πραγματικά και ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης του. Τα πιο πάνω λάθη ή και παραλείψεις ή και αβλεψίες, διαπιστώθηκαν από τον ίδιο εδώ και καιρό και παρότι έδωσε σχετικές οδηγίες για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ώστε αυτή να αντικατοπτρίζει τα σωστά, πραγματικά και αληθή γεγονότα της υπόθεσης, δυστυχώς διαπίστωσε ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε παρόλο μέχρι σήμερα πίστευε το αντίθετο. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ακόμα ότι χωρίς την έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων θα είναι πολύ δύσκολο για τον ίδιο να θέσει στο Δικαστήριο την πραγματική και σωστή εικόνα της όλης υπόθεσης του. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις ουδεμία ζημιά προκαλούν στην εναγόμενη καθότι οι πλείστες από αυτές αναφέρονται στην υπεράσπιση της και έτσι το Δικαστήριο θα έχει μια καλύτερη και σωστότερη εικόνα της υπόθεσης. Όσον αφορά την αιτούμενη τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με την προσθήκη των εναγομένων 2 και 3, προέκυψε όταν διαπίστωσε ότι η περιουσία του η οποία αποκτήθηκε από τον αποβιώσαντα, μεταβιβάστηκε σ' αυτούς. Επισυνάπτεται σχετικό πιστοποιητικό Έρευνας του Κτηματολογίου Λεμεσού - Τεκμήριο
- Τέλος, ο ενάγοντας, εισηγείται ότι όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια επιτρέποντας την αιτούμενη τροποποίηση. Η εναγόμενη-καθ'ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση. Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.25 Κ.1-6, Δ.48, Κ.4, Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Προασπίσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και επί της συμφυούς εξουσίας, πρακτικής και Νομολογίας του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η εισαγωγή νέων και/ή επιπρόσθετων βάσεων αγωγής και συγκεκριμένα της βάσης αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού, χρημάτων εισπραχθέντων από τον αποβιώσαντα για λογαριασμό και/ή προς όφελος του Ενάγοντα (money paid to the Plaintiff's use) και της παράνομης κατακράτησης χρημάτων (detinue) στη βάση εκτεταμένων ισχυρισμών, οι οποίοι ήταν ανέκαθεν γνωστοί στον Ενάγοντα/Αιτητή και σε κάθε περίπτωση έπρεπε να ήταν υπόψη του Ενάγοντα, προβάλλονται δε σε αυτό το στάδιο με απώτερο σκοπό να αποκτήσει ο Ενάγων δικονομικό όφελος σε βάρος της Εναγομένης, αφού οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις και νέες βάσεις αγωγής και γεγονότα αφορούν αποκλειστικά τον Γιαννάκη Παναγιώτου, ο οποίος απεβίωσε την 13.11.2010, εκκρεμούσης της παρούσης αγωγής.
- Εάν οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες τώρα, ήταν αναγκαίες και πολύ προηγούμενα αλλά ο Ενάγων/Αιτητής άφησε ανεκμετάλλευτες πολλές ευκαιρίες.
- Η χρονική περίοδος που επέλεξε ο Ενάγων/Αιτητής να προωθήσει την αίτηση του για τροποποίηση θέτει τους διάδικους επί άνισης βάσης και προσθέτει υπερβολικό βάρος στην Εναγόμενη/Καθ'ης η Αίτηση.
- Επιδιώκεται η διεύρυνση των πραγματικών πλαισίων της δίκης και αν επιτραπεί η επιδιωκόμενη τροποποίηση θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τον πλήρη επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς και αδικίας στην Εναγόμενη/Καθ'ης η Αίτηση. 5 Οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις θα προκαλέσουν τον πλήρη εκτροχιασμό της υπόθεσης από την προσδιορισθείσα πορεία της και το γεγονός αυτό, θα έχει σίγουρες και αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα της Εναγομένης/Καθ'ης η Αίτηση.
- Οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις θα προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή κατάφωρη αδικία στην Εναγόμενη/Καθ'ης η Αίτηση άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα λόγω ακριβώς της φύσης και του βαθμού έκτασης των επιδιωκόμενων τροποποιήσεων.
- Υπάρχει υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης για τροποποίηση και εισαγωγή γεγονότων που είναι γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στον Ενάγοντα εδώ και 30 και πλέον χρόνια και σε κάθε περίπτωση από την ημερομηνία καταχώρισης του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος του, χωρίς να επιχειρείται να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για τους λόγους που ενώ ήταν γνωστά τα εν λόγω γεγονότα δεν επιχειρήθηκε η προώθηση τους ενωρίτερα ή έστω στο χρόνο που ο αποβιώσας Γιαννάκης Παναγιώτου ήταν εν ζωή και ο μοναδικός διάδικος στην παρούσα αγωγή.
- Ουδεμία εξήγηση δίδεται για τη μη συμπερίληψη των προτεινόμενων τροποποιήσεων και/ή ισχυρισμών και/ή βάσεων αγωγής στο αρχικά καταχωρηθέν Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, ούτε και επεξηγείται η αναγκαιότητα προώθησης των προτεινόμενων ισχυρισμών αφού σε κάθε περίπτωση οι εν λόγω ισχυρισμοί ήταν ή έπρεπε εδώ και δεκαετίες να ήταν στη γνώση του Ενάγοντα.
- Δεν αιτιολογείται καθόλου η καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή της παρούσας αίτησης αλλά ταυτοχρόνως ούτε και ο ισχυριζόμενος λόγος που προβάλλεται ως η αιτία της καταχώρησης στο παρόν στάδιο είναι ικανοποιητικός λόγος ή έστω τουλάχιστον βάσιμος.
- Δεν πληρούνται οι αιτούμενες προϋποθέσεις οι οποίες καθορίζονται υπό της σχετικής νομολογίας επί των θεμάτων που τίθενται στην αίτηση του Ενάγοντα/Αιτητή.
- Παραβιάζεται κατάφωρα το θεμελιώδες δικαίωμα της Εναγόμενης/Καθ'ης η Αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσης της εντός ευλόγου χρόνου δυνάμει του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του Άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Προάσπισης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
- Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, αφού ο Ενάγων/Αιτητής μέσω της αίτησης επιδιώκει την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της εναγόμενης που είναι η σύζυγος και διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Γιαννάκη Παναγιώτου. Η εναγόμενη αναφέρει στην ένορκη δήλωση της ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά και από πληροφορίες που έλαβε από τους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση. Έχει αναγνώσει την ένορκη δήλωση του ενάγοντα που συνοδεύει την αίτηση και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτή και υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης της. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ακόμα στην ένορκη δήλωση της ότι: «Με τις επιδιώκομενες τροποποιήσεις επιχειρείται η εισαγωγή νέων βάσεων αγωγής στη βάση εκτεταμένων ισχυρισμών και γεγονότων τα οποία σε κάθε περίπτωση ήταν γνωστά στον Ενάγοντα, προβάλλονται δε σ' αυτό το στάδιο στοχεύοντας στην αποκόμιση δικονομικού οφέλους σε βάρος μου, αφού ο μόνος που ενδεχόμενα να γνώριζε τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά και/ή τις επιδιωκόμενες να προωθηθούν νέες βάσεις αγωγής είναι ο αποβιώσας σύζυγος μου, στην απουσία του οποίου δεν θα μπορέσω να υπερασπιστώ σωστά ή και καθόλου την υπόθεση, εάν ήθελε εγκριθεί η επιδιωκόμενη τροποποίηση. Σίγουρα το κατά πόσο ο Ενάγων εμπορευόταν κατά τη διάρκεια της περιόδου 1972 εως 1978, είδη τροφίμων και υγιεινής, κατεψυγμένα κρέατα και κατά πόσο ασχολείτο επί κέρδει με την καλλιέργεια αμπελιών και εσπεριδοειδών ή το κατά πόσο του οφειλόταν έκτοτε από πελάτες του το ισχυριζόμενο ποσό που δήθεν εισέπραξε ο αποβιώσας σύζυγος μου και δεν του απέδωσε ή το κατά πόσο πλήρωσε ή και παρέδωσε στο σύζυγο μου τα μετρητά και επιταγές που ισχυρίζεται, αποτελούν ισχυρισμούς και θέσεις που με στοιχειώδη επιμέλεια ο ενάγων θα μπορούσε να διαπιστώσει ότι δεν αποτελούσαν μέρος του δικογράφου του από της καταχώρησης τουλάχιστον της αγωγής, δηλαδή από την 06.04.
- Πέραν των πιο πάνω, εάν οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες στο παρόν στάδιο, ήταν αναγκαίες και πολύ προηγούμενα αλλά ο Ενάγων άφησε ανεκμετάλλευτες πολλές ευκαιρίες χωρίς να προχωρήσει στο αίτημα του προηγουμένως. Υπάρχει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης για τροποποίηση και εισαγωγή γεγονότων που είναι γνωστά ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στον Ενάγοντα εδώ και 30 και πλέον χρόνια, και σε κάθε περίπτωση από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής του και τούτο χωρίς να επιχειρεί να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για τους λόγους που ενώ ήταν γνωστά τα εν λόγω γεγονότα δεν επιχείρησε την προώθηση τους ενωρίτερα ή έστω στο χρόνο που ο αποβιώσας σύζυγος μου ήταν εν ζωή και ο μοναδικός διάδικος στην παρούσα αγωγή. Ειδικότερα, θα πρέπει να υποδείξω ότι το κτήμα υπ' αρ. εγγρ. 14102 που είναι από τα δύο κτήματα που ο Ενάγων επιχειρεί να εισάξει στην παρούσα αγωγή, ήταν γνωστό στον ίδιο από τουλάχιστον την ημερομηνία καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων αφού το εν λόγω κτήμα σαφώς αποτελεί μέρος του επισυναφθέντος και αποκαλυφθέντος στην εν λόγω ένορκη δήλωση, πιστοποιητικού έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας υπ' αρ. 6468 ημερ. 18.09.
- Ουδεμία εξήγηση δίδεται για τη μη συμπερίληψη των προτεινόμενων τροποποιήσεων και/ή ισχυρισμών και/ή βάσεων αγωγής στο αρχικά καταχωρηθέν Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, ούτε και επεξηγείται η αναγκαιότητα προώθησης των προτεινόμενων ισχυρισμών αφού σε κάθε περίπτωση οι εν λόγω ισχυρισμοί ήταν ή έπρεπε εδώ και δεκαετίες να ήταν στη γνώση του Ενάγοντα. Η βάση γεγονότων τα οποία επιχειρούνται μεθοδικά να εισαχθούν ως επίδικα θέματα στα πλαίσια της αγωγής έχουν ως βάση τους την περίοδο 1972 μέχρι και το
- Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση όλα αυτά τα γεγονότα είτε λόγω αβλεψίας ή λόγω λάθους του δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση δεν συμπεριλήφθηκαν στην Έκθεση Απαίτησης. Ο συγκεκριμένος λόγος με τον οποίο επιχειρείται η τροποποίηση του τίτλου αγωγής και της Έκθεσης Απαίτησης, είναι ενδεικτικός του γεγονότος ότι στην όλη προσέγγιση της παρούσας αίτησης για τροποποίηση ελλείπει κάθε ίχνος βάσιμης δικαιολογίας σχετικά με την καθυστέρηση προώθησης της.» H ενόρκως δηλούσα αναφέρει ακόμα ότι ελλείπει παντελώς το ορθό και αναγκαίο υπόβαθρο για υποστήριξη του αιτήματος για τροποποίηση, γεγονός που καταδεικνύει την κακοπιστία του ενάγοντα-αιτητή. Οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις έχουν ως μοναδικό σκοπό την απαράδεκτη διεύρυνση των επιδίκων θεμάτων και την εισαγωγή γεγονότων σε μια προσπάθεια αποκόμισης δικονομικού οφέλους. Οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις θα προκαλέσουν τον πλήρη εκτροχιασμό της υπόθεσης με αναπόφευκτες και καταστρεπτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα της αφού με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις ο ενάγοντας-αιτητής στοχεύει στη ριζική μετατροπή της αξίωσης του κατά τρόπο που θα έχει άμεσο αντίκτυπο στην υπεράσπιση της υπόθεσης αφού ο άμεσα εμπλεκόμενος με τις υποτιθέμενες περιγραφόμενες συμφωνίες έχει αποβιώσει, γεγονός το οποίο δεν μπορεί να θεραπευτεί με οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Τέλος η ενόρκως δηλούσα εισηγείται ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις όπως έχουν τεθεί από τη νομολογία για επιτυχία της αίτησης η οποία θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των δύο πλευρών προχώρησαν σε αγορεύσεις χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντα. Υπάρχει ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην υπόθεση Χρήστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια.» Περαιτέρω στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου και άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ.934, στη σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Αρκετοί από τους λόγους ένστασης της Καθ'ης η αίτηση περιστρέφονται γύρω από τη θέση ότι τα γεγονότα τα οποία επιδιώκεται να εισαχθούν στην Έκθεση Απαίτησης ήσαν γνωστά στον Ενάγοντα από πολύ παλιά και εν πάση περιπτώσει από το χρόνο καταχώρισης της αγωγής χωρίς να δίδεται ικανοποιητικός λόγος για την καθυστέρηση. Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. v. A. & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 λέχθηκε στις σελίδες 730-731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. Τ.Μ.Ρ. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.» Περαιτέρω στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 44, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήτο ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δώδεκα και πλέον χρόνων. Ο αιτητής στην ένορκη δήλωση του αναφέρει ότι όταν έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του για καταχώριση της παρούσας αγωγής δεν συμπεριλήφθηκαν τα γεγονότα που αφορά η αιτούμενη τροποποίηση λόγω αμέλειας ή και εκ παραδρομής ή και αβλεψίας ή εκ λάθους. Όταν αντελήφθηκε την απουσία των πιο πάνω γεγονότων έδωσε οδηγίες για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης στο δικηγόρο του, όμως οι οδηγίες του δεν εκτελέστηκαν παρόλο που ο ίδιος μέχρι πρόσφατα πίστευε το αντίθετο. Υπενθυμίζεται ότι ο ενάγοντας-αιτητής δεν αντεξετάστηκε κατά την ακρόαση της αίτησης σε σχέση με τους ισχυρισμούς του που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Περαιτέρω όπως φαίνεται από το φάκελο της παρούσας υπόθεσης, ο ενάγοντας διόρισε πρόσθετο δικηγόρο την 18.9.12 και την επομένη (19.9.12) καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι οι λόγοι ένστασης που σχετίζονται με το χρόνο κατά τον οποίο καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση δεν γίνονται δεκτοί. Οι συνήγοροι της εναγομένης ήγειραν το θέμα της εισαγωγής νέων βάσεων αγωγής. Σύμφωνα με τη νομολογία το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ' εαυτού ότι η τροποποίηση δεν πρέπει να επιτραπεί (Βλ. Saba & Co. T.M.P. v. T.M.P. Agents και Χρίστου ν. Αζά (ανωτέρω)). Όπως επίσης αναφέρεται στο Annual Practice
(1959)σελ.627, το Δικαστήριο δεν θα αρνηθεί να επιτρέψει μια τροποποίηση απλά και μόνο επειδή εισάγει νέα υπόθεση. Θα το πράξει όμως εκεί που η τροποποίηση θα άλλαζε την αγωγή σε μια τελείως διαφορετικού χαρακτήρα η οποία και θα ήταν πολύ πιο ευχερές να περιλαμβανόταν σε μια τελείως νέα αγωγή. Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολ. Εφεση 204/09 ημερ. 25.4.12 λέχθηκε πως όταν επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής η οποία δεν έχει παραγραφεί η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία. Κρίνω ότι με την παρούσα αίτηση δεν επιχειρείται η αλλαγή της αγωγής σε μια τελείως διαφορετικού χαρακτήρα. Αντίθετα μάλιστα, φαίνεται οι αιτούμενες τροποποιήσεις να είναι στο ίδιο πνεύμα με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του ενάγοντα στην Έκθεση Απαίτησης και είναι σχετικές με τα επίδικα θέματα. Αποτελούν δηλαδή ισχυρισμούς, θέσεις και αξιώσεις του ενάγοντα-αιτητή σε κατ' ισχυρισμό οικειοποίηση περιουσίας του από τον αποβιώσαντα σύζυγο της εναγομένης για το χρονικό διάστημα που αυτός ήτο έγκλειστος στις Κεντρικές Φυλακές. Επομένως δεν παρατηρείται οποιαδήποτε κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή ούτε παρατηρείται να δημιουργεί πρόβλημα ο χρόνος στον οποίο επιχειρείται η τροποποίηση. Σημειώνεται ότι η ακρόαση της παρούσας αγωγής δεν έχει ακόμα αρχίσει. Η εναγόμενη-καθ' ης η αίτηση ανέφερε ακόμα ότι ο ενάγοντας-αιτητής είχε ευκαιρίες στο παρελθόν να προχωρήσει σε τροποποίηση αλλά τις άφησε ανεκμετάλλευτες. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα κάτι που δεν διαπιστώνω να συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Τέλος η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι επιχειρείται η αιτούμενη τροποποίηση στη βάση εκτεταμένων ισχυρισμών σε χρόνο που το άτομο που είναι άμεσα εμπλεκόμενο δηλαδή ο σύζυγος της δεν βρίσκεται στη ζωή γεγονός που καταδεικνύει την κακοπιστία του ενάγοντα-αιτητή. Δεν συμφωνώ με τη θέση αυτή. Το γεγονός ότι η αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται σε χρόνο που ο σύζυγος της εναγόμενης δεν βρίσκεται στη ζωή δεν σημαίνει απαραίτητα κακοπιστία εκ μέρους του ενάγοντα-αιτητή. Εξάλλου το γεγονός ότι ο σύζυγος της καθ' ης η αίτηση-εναγόμενης έχει αποβιώσει είναι ένα γεγονός που θα της προκαλέσει δυσκολίες και στην ακρόαση της αγωγής είτε υποβαλλόταν η παρούσα αίτηση τροποποίησης είτε όχι. Είναι δηλαδή μια δυσκολία που θα έπρεπε ούτως ή άλλως να ξεπεράσει. Όσο αφορά το γεγονός ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις γίνονται στη βάση εκτεταμένων ισχυρισμών στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.α.
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237 όπου οι ζητούμενες τροποποιήσεις ήταν εκτεταμένες και η σχετικότητα τους με τα επίδικα θέματα δεδομένη, το Δικαστήριο έκρινε ότι καθιστούσαν ενδεδειγμένη την εκδίκαση όλων των θεμάτων με την αρχική απαίτηση. Τέλος, όσον αφορά την αναγκαιότητα πρόσθεσης δύο νέων διαδίκων, αυτή φαίνεται να δικαιολογείται από το επισυναπτόμενο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση σχετικό Πιστοποιητικό Έρευνας του Κτηματολογίου Λεμεσού (Τεκμήριο 1). Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος ένστασης που να αφορά το ζήτημα αυτό. Η Δ.9 Κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών προνοεί ότι το Δικαστήριο, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, μπορεί να διατάξει την προσθήκη εναγομένου που έπρεπε να είχε ενωθεί ή του οποίου η παρουσία ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να εκδικάσει και ρυθμίσει πλήρως και αποτελεσματικά όλα τα θέματα που σχετίζονται με την αιτία της αγωγής (βλ. Ηellenic v. Kosma
(1984)1 C.L.R. 53, Mepa Μanag. Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ετ. Γεν. Ασφαλ.
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 772 και Οδυσσέως ν. Λαϊκής Κυπρ. Τραπ. Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1372, Αnnual Practice 1955, σελ. 251-256). Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι οι λόγοι ένστασης δεν μπορούν να γίνουν δεχτοί και η αίτηση εγκρίνεται. Ο ενάγοντας-αιτητής να καταχωρήσει τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Η εναγόμενη-καθ' ης η αίτηση να καταχωρήσει υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης εντός 21 ημερών από την επίδοση σ' αυτήν του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος ειδικώς οπισθογραφημένου. Ακολούθως ο ενάγοντας μπορεί να καταχωρήσει απάντηση στην υπεράσπιση εντός 10 ημερών από την επίδοση σ' αυτόν της υπεράσπισης στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης. Όσον αφορά τους νέους διάδικους (εναγόμενοι 2 και 3) να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Τα έξοδα της αίτησης ως επίσης όλα τα έξοδα τα οποία καθίστανται αναγκαία λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται εναντίον του ενάγοντα-αιτητή και υπέρ της εναγομένης-καθ'ης η αίτηση και να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .............. Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - αίτηση τροποποίησης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο