Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Νίκου Λοφίτη, Αρ. Αγωγής: 720/2007, 22/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 720/2007 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Εναγόντων και Νίκου Λοφίτη, από τη Λεμεσό, Εναγόμενου --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 26.11.2012 Ημερομηνία: 22.2.2013 Εμφανίσεις: Για εναγόμενο-αιτητή: κ. Σ. Παπακυριακού Για ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση: κα Μαλέκου (για να ακούσει απόφαση κ. Σ. Νεοκλέους) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Βάση της αγωγής των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου αποτελεί η συμφωνία εμπιστευτικής προεξόφλησης τιμολογίων που συνήψαν οι πρώτοι κατά ή περί τις 14.3.2001 με την υπό εκκαθάριση εταιρεία Αλκυόνη Ιχθυογεννητική Λτδ, η οποία διαλάμβανε για τη διαχείριση, είσπραξη και προεξόφληση τιμολογίων που εξέδιδαν οι τελευταίοι προς τους διάφορους χρεώστες τους. Ο εναγόμενος ενάγεται υπό την ιδιότητά του ως εγγυητή όλων των υποχρεώσεων της εν λόγω εταιρείας, απόρροια της παραπάνω συμφωνίας της με τους ενάγοντες. Οι ενάγοντες, σ' αυτά τα πλαίσια αξιώνουν εναντίον του το ποσό των £5.411,29, πλέον τόκους και έξοδα. Η αγωγή καταχωρήθηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 12.2.2007 και ο εναγόμενος καταχώρησε υπεράσπιση στις 18.6.
- Μετά από αίτηση ορισμού των εναγόντων, η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 13.10.2008, ημερομηνία κατά την οποία δόθηκαν από το Δικαστήριο οδηγίες, μεταξύ άλλων και για ένορκη αποκάλυψη από τους διαδίκους, όλων των εγγράφων που θα παρουσιάσουν στη δίκη, εντός 25 ημερών. Σε συμμόρφωση προς τις παραπάνω οδηγίες του Δικαστηρίου, οι ενάγοντες καταχώρησαν τη σχετική ένορκη δήλωσή τους στις 3.11.
- Σ' αυτή προέβηκε ο υπάλληλός τους Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού, ο οποίος αποκάλυψε τα διάφορα έγγραφα σε σχετικό παράρτημα που επισυνάπτεται στη δήλωσή του. Ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, στην παράγραφο 3 της δήλωσής του αναφέρει τα εξής: «Επιφυλάσσομαι όπως αποκαλύψω περαιτέρω έγγραφα εάν αυτά έρθουν στην αντίληψή μου, νοουμένου βέβαια ότι προηγηθεί σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου για αποκάλυψη περαιτέρω εγγράφων.» Η αντίστοιχη ένορκη δήλωση του εναγόμενου καταχωρήθηκε στις 10.3.
- Το περιεχόμενό της παρατίθεται αυτούσιο: «Εγώ ο Νίκος Λοφίτης από την Λεμεσό, ορκίζομαι και λέω τα πιο κάτω:
- Είμαι ο εναγόμενος στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και γνωρίζω όλα τα γεγονότα της.
- Έχω στην κατοχή μου τα πιο κάτω έγγραφα τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής: α) Επιστολές ημερομ. 10/7/03 και 11/8/03 οι οποίες μου στάληκαν εκ μέρους των εναγόντων. β) Διάφορες χρεωστικές σημειώσεις των εναγόντων προς την υπό εκκαθάριση εταιρεία ΑΛΚΥΟΝΗ ΙΧΘΥΟΓΕΝΝΗΤΙΚΗ ΛΤΔ.
- Επιφυλάσσομαι όπως αποκαλύψω άλλα έγγραφα περιέλθουν στην αντίληψη μου, νοουμένου ότι θα δοθούν σχετικές οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου και/ή εκδοθεί αν είναι αναγκαίο, σχετικό διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου για αποκάλυψη άλλων εγγράφων». Μετά από αίτηση του εναγόμενου, ημερομηνίας 13.5.2009, στην οποία υπήρξε ένσταση εκ μέρους των εναγόντων, στις 22.9.2009 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης. Η τροποποιημένη υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 30.9.
- Στις 19.2.2010 η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση. Την ίδια μέρα, οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση με την οποία, βασικά ζητούσαν άδεια του Δικαστηρίου για να προβούν ενόρκως σε αποκάλυψη περαιτέρω εγγράφων. Το Δικαστήριο επιλήφθηκε της παραπάνω αίτησης αυθημερόν και εξέδωσε εκ συμφώνου σχετικό διάταγμα, ορίζοντας εκ νέου την υπόθεση για ακρόαση στις 25.5.
- Η ένορκη δήλωση αποκάλυψης περαιτέρω εγγράφων καταχωρήθηκε στις 19.3.
- Στο σχετικό κατάλογο που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Τάνιας Κοπάτου αναφέρονται 14 συνολικά έγγραφα. Έκτοτε, η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση σε διάφορες ημερομηνίες και αναβλήθηκε, για λόγους που εμφαίνονται στο δικαστικό πρακτικό κάθε φορά. Εν τέλει άρχισε στις 24.9.2012 και συνεχίστηκε στις 18.10.2012, την 1η 11.2012 και στις 7.11.2012, ημερομηνία κατά την οποία συμπληρώθηκε η υπόθεση των εναγόντων, οι οποίοι παρουσίασαν συνολικά δύο μάρτυρες. Στις 19.11.2012 που η αγωγή ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης, οπότε και θα διδόταν μαρτυρία από και εκ μέρους του εναγόμενου ζητήθηκε αναβολή εκ μέρους του δικηγόρου του τελευταίου, επειδή αυτός είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια. Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του, στο μεταξύ, θα κατέβαλλε προσπάθειες για σκοπούς διευθέτησης της υπόθεσης. Συναινούντος και του δικηγόρου που εμφανίστηκε για τους ενάγοντες, το αίτημα αναβολής εγκρίθηκε. Η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης στις 13.12.
- Στις 26.11.2012, ο εναγόμενος καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά τ' ακόλουθα: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου, που να διατάσσει τους Ενάγοντες να προβούν σε περαιτέρω αποκάλυψη με ένορκη δήλωση τους μέσα σε χρονικό διάστημα που θα καθορίσει το Δικαστήριο, των πιο κάτω αναφερόμενων εγγράφων υπό α), β), γ), δ) και ε) που είχαν ή έχουν στην κατοχή και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπον βρίσκονταν και/ή βρίσκονται στην κατοχή, φύλαξη ή εξουσία τους και σε περίπτωση που δεν βρίσκονται στην κατοχή, φύλαξη και εξουσία τους, διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίον να διατάσσονται οι ενάγοντες να δηλώσουν με ένορκη δήλωση κατά πόσον τα εν λόγω έγγραφα υπό α), β), γ), δ) και ε) ήταν καθ' οιονδήποτε χρόνο στην κατοχή, φύλαξη ή εξουσία τους και να δηλώσουν ενόρκως πότε ενήργησαν στην βάση των εν λόγω εγγράφων και ποιο ήταν το αποτέλεσμα των εν λόγω ενεργειών τους. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ: α) Quotation for Confidential Invoice Discounting Services/Discounting of Cheques, date 11/1/2001/Προσφορά για Εμπιστευτικές Υπηρεσίες Προεξόφλησης τιμολογίων/Προεξόφλησης Επιταγών ημερ. 11/1/
- β) Confidential Discounting Invoice Discounting Agreement date. 11/1/2001/Συμφωνία Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων ημερ. 11/1/
- γ) Letter of Procedure, date 11/1/2001 / Επιστολή Διαδικασίας ημερ. 11/1/
- δ) Επιστολή μου ημερ. 11/1/2001 προς την Τράπεζα Κύπρου Φάκτορς Λτδ. ε) Επιστολή της Τράπεζας Κύπρου Φάκτορς Λτδ προς την εταιρεία Alkioni Ichthiogenitiki Ltd, ημερ. 10/11/
- Επιπλέον και/ή διαζευτικά, Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου για παράταση του χρόνου κατάθεσης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του εναγομένου/αιτητή για περίοδο επτά ημερών από την ημέρα έκδοσης του διατάγματος του Δικαστηρίου, για αποκάλυψη περαιτέρω εγγράφων ήτοι των πιο πάνω αναφερόμενων υπό α), β), γ), δ) και ε) εγγράφων. Γ. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρώου 0033964Υ)». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ.1, 2
(1)
(2)
(3), 3, 4 και 9(Ζ), Δ.28 Θ.Θ.1 μέχρι 6 και 11 και Δ.57 Θ.2, στις συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του εναγόμενου, ημερομηνίας 26.11.
- Οι κύριες θέσεις του εναγόμενου που απορρέουν από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής του είναι οι εξής: Πρώτο, όλα τα έγγραφα που με την υπό κρίση αίτηση ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους ενάγοντες να αποκαλύψουν ενόρκως και σε περίπτωση που αυτά δε βρίσκονται στην κατοχή, φύλαξη και εξουσία τους, διάταγμα που να τους διατάσσει να δηλώσουν ενόρκως κατά πόσο ήταν οποτεδήποτε στην κατοχή, φύλαξη ή εξουσία τους, καθώς και να δηλώσουν ενόρκως επίσης, πότε ενήργησαν στη βάση τους και ποιο ήταν το αποτέλεσμα των εν λόγω ενεργειών τους και επιπλέον και/ή διαζευκτικά, διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει στον ίδιο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για αποκάλυψη των εν λόγω εγγράφων, είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα και για όλο τον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή, βρίσκονταν στην κατοχή, γνώση και εξουσία των εναγόντων καθώς και του ιδίου, ο οποίος τα κατέχει μέχρι σήμερα. Δεύτερο, σε συνέχεια των προηγούμενων, οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να αποκαλύψουν τα εν λόγω έγγραφα και όχι να αποσιωπούν ή αποκρύπτουν από το Δικαστήριο την ύπαρξή τους και τούτο, ανεξάρτητα από το κατά πόσο σκόπευαν να τα παρουσιάσουν ή όχι κατά την εκδίκαση της αγωγής. Τρίτο, ενεργώντας καλόπιστα ο ίδιος και με την πεποίθηση και πιστεύοντας ότι οι ενάγοντες θα ενεργούσαν ορθά, τίμια, καλόπιστα και με αληθή πρόθεση να απονεμηθεί πλήρης και ουσιαστική δικαιοσύνη και θα αποκάλυπταν στο Δικαστήριο τα υπό αναφορά έγγραφα, ως είχαν υποχρέωση να πράξουν, δεν τα αποκάλυψε ο ίδιος, πράγμα που αποδείχτηκε ότι ήταν μεγάλο λάθος του, αβλεψία και κακή εκτίμηση εκ μέρους του. Τέταρτο, με την αποκάλυψη των εν λόγω εγγράφων, οι ενάγοντες δε θα καταληφθούν εξ απροόπτου, μα ούτε και θα επηρεαστούν δυσμενώς, επειδή τα έγγραφα είχαν καταρτιστεί από αυτούς και ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή στη γνώση και κατοχή τους. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των εναγόντων, η οποία εδράζεται στους ακόλουθους 11 λόγους: (α) Τα αιτήματα του εναγόμενου/αιτητή δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις ούτε είναι πρέποντα για σκοπούς δίκαιας περατώσεως της υπόθεσης. (β) Ο εναγόμενος δεν προσδιορίζει καθόλου λόγους και/ή επαρκείς λόγους για τους οποίους το αιτούμενο στην παράγραφο Α υπό τον τίτλο ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ της αίτησης διάταγμα για περαιτέρω αποκάλυψη των συγκεκριμένων εγγράφων πρέπει να εκδοθεί και/ή η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που να περιέχει αυτά τα στοιχεία για να μπορεί να εκδοθεί διάταγμα περαιτέρω αποκάλυψης συγκεκριμένων εγγράφων. (γ) Δεν υπάρχουν και δεν συντρέχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν εξαιρετικοί λόγοι και/ή εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances) σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας για να δικαιολογήσουν και/ή καταστήσουν αναγκαία την περαιτέρω αποκάλυψη των αιτούμενων εγγράφων. (δ) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή αβάσιμη και δεν στηρίζεται στην ορθή δικονομική βάση. (ε) Το αιτούμενο διάταγμα συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court). (στ) Η αίτηση του εναγόμενου / αιτητή είναι πολύ καθυστερημένη. Έχει καταχωρηθεί αφού ολοκληρώθηκαν οι έγγραφες προτάσεις και επομένως μετά την αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων. (ζ) Η παρούσα αίτηση έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και εκτροχιάσει την όλη διαδικασία. Ο εναγόμενος έχει ήδη καταχωρήσει αίτηση για περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων και σχετικό διάταγμα εκδόθηκε την 19.2.
- (η) Η ακροαματική διαδικασία έχει ξεκινήσει ενώπιον του Δικαστηρίου και εκ μέρους των εναγόντων καθ' ων η αίτηση δόθηκε ήδη μαρτυρία και εν πάση περιπτώσει δόθηκε σχεδόν εξ' ολοκλήρου ολόκληρη η μαρτυρία και/ή μεγάλο μέρος αυτής. Η αιτούμενη περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν είναι αναγκαία για σκοπούς πλήρους και δικαίας περατώσεως της υπόθεσης. (θ) Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει αδικία στους ενάγοντες και είναι καταπιεστικά σ' αυτούς. (ι) Το αιτούμενο διάταγμα ουσιαστικά αποτελεί προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας» («fishing expedition») από τον εναγόμενο/αιτητή. (κ) Δεν υπάρχουν και/ή δεν αποκαλύφθηκαν οποιεσδήποτε εξαιρετικές περιστάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου και/ή δεν τεκμηριώθηκε η αναγκαιότητα και/ή σκοπιμότητα της αιτούμενης αποκάλυψης στο παρόν στάδιο, ως η δέουσα απονομή της δικαιοσύνης επιβάλλει». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19 Θ.Θ.4 μέχρι 9 και Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3, 4, 8 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Χρίστου Γερασίμου, υπαλλήλου των εναγόντων, ημερομηνίας 1.2.
- Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Στην υπόθεση Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2271 επισημαίνονται τα εξής: «Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει, όπως αναφέρθηκε στην Πολιτική ΄Εφεση 9960 G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL, ημερομ. 22.9.98, στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεσή του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς "ψαρέματος" μαρτυρίας ή όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη. (βλ. μεταξύ άλλων O΄Rourke v. Darbishire
(1920)A.C. 581, H.L., 630, Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co.
(1882)11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 43, Lagos Ltd v. Πλοίου FT Zolotets κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ, σελ. 600, Τhe National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)AΑΔ 40)». Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd κ.ά. ν. Ρέινποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ.1014: «΄Εχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D., Πολιτική ΄Εφεση 9495/6.9.1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη, Ποινική ΄Εφεση 6804/24.2.2000). Στην Περρέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι "η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του"». Παρατηρώ τα εξής: Η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καταρχήν, με δεδομένο ότι ο εναγόμενος, καθ' ομολογία του κατείχε εξ υπαρχής και εξακολουθεί να κατέχει μέχρι σήμερα τα διάφορα έγγραφα για τα οποία με την υπό κρίση αίτηση ζητά διάταγμα που να διατάσσει τους ενάγοντες να αποκαλύψουν και διαζευκτικά, που να επιτρέπει στον ίδιο να αποκαλύψει, διερωτώμαι για ποιο λόγο καταχώρησε την αίτηση. Και τούτο, αν ληφθεί υπόψη, ότι, καθώς ήδη έχει αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία (βλ. την Τηλλυρή, ανωτέρω), η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με την επίδικη διαφορά μεταξύ των διαδίκων, για σκοπούς προετοιμασίας για την ακρόαση, ενώ, προς αποκάλυψη είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεσή του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του. Αφού ο εναγόμενος κατείχε τα υπό αναφορά έγγραφα για όλο το ουσιώδη χρόνο για την αγωγή, όπως αναφέρει στην παράγραφο 6 της ένορκής του δήλωσης, προφανώς γνώριζε και το περιεχόμενό τους, ως επίσης και ότι αυτά ήταν σχετικά με τα επίδικα θέματα. Επομένως, δεν τίθεται θέμα αποκάλυψής τους από τους ενάγοντες, για να πάρει ο ίδιος πληροφορίες από αυτά. Και με αυτό ως δεδομένο, γνώριζε και πως μπορούσαν τα εν λόγω έγγραφα να το βοηθήσουν, είτε να προωθήσει την υπεράσπισή του κατά τη δίκη είτε ακόμη να βλάψει την υπόθεσή των εναγόντων είτε τέλος και τα δύο, πάντοτε κατά τη δίκη. Σε κάθε περίπτωση, ο εναγόμενος θα μπορούσε και όφειλε να είχε αποκαλύψει τα συγκεκριμένα έγγραφα, στο πλαίσιο της ένορκης δήλωσης στην οποία προέβηκε για το σκοπό αυτό στις 10.3.
- Ούτε και μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του της παραγράφου 6 της ένορκής του δήλωσης, ότι δεν τα αποκάλυψε, επειδή πίστευε καλόπιστα ότι θα τα αποκάλυπταν ως είχαν υποχρέωση οι ενάγοντες. Όση υποχρέωση είχαν οι ενάγοντες, άλλη τόση είχε και ο ίδιος, με δεδομένο, για να επαναλάβω, ότι τα κατείχε και ο ίδιος, γνώριζε το περιεχόμενό τους, τη σχέση τους με τα επίδικα θέματα της αγωγής και συνακόλουθα, προσθέτω εγώ, πως θα μπορούσαν να το βοηθήσουν κατά την ακρόασή της. Και κάτι ακόμη. Ο εναγόμενος, εκτός κι αν εθελοτυφλούσε, δε νομιμοποιείται να ισχυρίζεται ότι ανάμενε ότι θα αποκάλυπταν τα υπό αναφορά έγγραφα οι ενάγοντες, τη στιγμή που δεν το έκαναν ούτε στις 3.11.2008 που καταχώρησαν την πρώτη ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων μα ούτε και στις 19.3.2010 που καταχώρησαν δεύτερη ένορκη δήλωση για τον ίδιο σκοπό. Και τούτο, αν ληφθεί υπόψη, ότι, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος στην παράγραφο 6 της ένορκης του δήλωσης, όλα τα έγγραφα για τα οποία ζητά σήμερα διάταγμα αποκάλυψης με τον ένα ή άλλο τρόπο «.είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα και για όλον τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο βρίσκονταν στην κατοχή, γνώση και εξουσία των Εναγόντων.», κάτι που αν ισχύει, θα έπρεπε να τον εμβάλει σε ανησυχία για τις προθέσεις των εναγόντων, σε σχέση με την αποκάλυψη ή μη των επίδικων εγγράφων, δεδομένου ότι ο ενόρκως δηλών γι' αυτούς, τόσο στις 3.11.2008 όσο και στις 19.3.2010 ισχυρίστηκε ότι αποκαλύπτει έγγραφα που κατείχε ή είχε στη φύλαξή του, με την επιφύλαξη να αποκαλύψει περαιτέρω έγγραφα, εάν αυτά έρθουν στην αντίληψή του, νοουμένου ότι θα εξασφάλιζε σχετικό διάταγμα. Είναι σαφές, ότι, οι ενάγοντες, για να μην συμπεριλάβουν και τα πέντε έγγραφα που επιδιώκει διάταγμα αποκάλυψής τους ο εναγόμενος, όταν μάλιστα γνώριζαν της ύπαρξή τους, τη σχέση τους με τα επίδικα θέματα και τα κατείχαν, δεν επρόκειτο να τα αποκαλύψουν οποτεδήποτε αργότερα. Επομένως, ο εναγόμενος, αυτό που θα μπορούσε και όφειλε να κάνει ήταν να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, το αργότερο, ευθύς αμέσως μετά που οι ενάγοντες προέβηκαν σε δεύτερη ένορκη δήλωση αποκάλυψης στις 19.3.2010, χωρίς να αποκαλύπτουν τα παραπάνω έγγραφα, είτε ακόμη να τα αποκαλύψει ό ίδιος στο πλαίσιο της δικής του ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων, στην οποία προέβηκε στις 10.3.
- Επειδή όμως και περί προθέσεων ο λόγος, αλλά και καλής πίστης, διερωτώμαι και για το εξής: Αν υποτεθεί ότι οι ενάγοντες κακόπιστα και κακοπροαίρετα δεν αποκάλυψαν τα υπό αναφορά έγγραφα και ο λόγος που δεν τα αποκάλυψε ο εναγόμενος είναι αυτός που αναφέρει στην παράγραφο 6 της ένορκής του δήλωσης και συγκεκριμένα, ότι, μολονότι αυτά βρίσκονταν στην κατοχή, γνώση και εξουσία του κατά τον ουσιώδη χρόνο και είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα, εντούτοις πίστευε ότι θα τα αποκάλυπταν οι ενάγοντες, ενεργώντας τίμια, καλόπιστα κ.λ.π., τότε, γιατί ο ίδιος όταν πρόβαινε στη δική του ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 10.3.2009 ισχυριζόταν στην παράγραφο 2 αυτής ότι είχε στην κατοχή του δύο επιστολές που του στάλισαν από τους ενάγοντες και διάφορες χρεωστικές σημειώσεις των εναγόντων προς την εταιρεία Αλκυόνη Ιχθυογεννητική Λτδ και στην παράγραφο 3 ότι επιφυλάσσεται να αποκαλύψει οποιαδήποτε άλλα έγγραφα περιέλθουν στην αντίληψή του, νοουμένου ότι εκδοθεί προς τούτο σχετικό διάταγμα; Οι ισχυρισμοί του επί του προκειμένου, δεν αποτελούν ψευδορκία, αν ληφθεί υπόψη ότι όταν πρόβαινε στην ένορκη δήλωση και τους πρόβαλλε, κατείχε σχετικά με τα επίδικα θέματα έγγραφα και δεν τα αποκάλυπτε; Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Είναι ηλίου φαεινότερο ότι η αίτηση του εναγόμενου συνιστά κλασσική περίπτωση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Ακολουθεί το σκεπτικό: Η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε στις 24.9.
- Δηλαδή, τρεισήμισι χρόνια μετά την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων εκ μέρους του εναγόμενου και δυόμισι χρόνια μετά την καταχώρηση της αντίστοιχης - δεύτερης ένορκης δήλωσης εκ μέρους των εναγόντων. Συνεχίστηκε στις 18.10.2012, την 1η 11.2012 και στις 7.11.2012 οπότε και συμπληρώθηκε η υπόθεση των εναγόντων, οι οποίοι, στο πλαίσιό της παρουσίασαν δύο μάρτυρες. Η αγωγή ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης στις 19.11.2012, ημερομηνία κατά την οποία θα παρουσίαζε την υπόθεσή του με μάρτυρες ο εναγόμενος. Αντ' αυτού, υποβλήθηκε από το δικηγόρο του αίτημα αναβολής, για δύο λόγους. Καταρχήν, επειδή ο ίδιος - εναγόμενος - είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια και ακολούθως, επειδή, όπως αναφέρθηκε από το δικηγόρο του, στο μεταξύ θα κατέβαλλε προσπάθειες για σκοπούς διευθέτησης της υπόθεσης. Το αίτημα, συναινούντος και του δικηγόρου που παρουσιάστηκε για τους ενάγοντες έγινε αποδεκτό, οπότε και ανέβαλα την υπόθεση, ορίζοντάς τη για συνέχιση της ακρόασης στις 13.12.
- Ακριβώς μία βδομάδα αργότερα, ο εναγόμενος καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Η όλη συμπεριφορά του εναγόμενου, ως ανωτέρω, αναμφίβολα συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ενώ κατείχε και γνώριζε το περιεχόμενο των εγγράφων για τα οποία ζητά διάταγμα αποκάλυψης, καθώς και τη σχέση τους με τα επίδικα θέματα, καταρχήν, ολωσδιόλου αδικαιολόγητα, παρέλειψε να τα αποκαλύψει στο πλαίσιο της σχετικής ένορκης δήλωσης στην οποία προέβηκε στις 10.3.
- Αντ' αυτού άφησε την υπόθεση να προχωρήσει σε ακρόαση, χωρίς να αισθανθεί την ανάγκη οποτεδήποτε στο διάστημα που μεσολάβησε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση. Απ' εκεί και πέρα, όταν οι ενάγοντες με ρητή δήλωση της δικηγόρου τους συμπλήρωσαν την υπόθεσή τους, ενώ αρχικά ζήτησε μέσω του δικηγόρου του αναβολή για να παρουσιάσει τον πρώτο του μάρτυρα και στις 19.11.2012 που η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης για το σκοπό αυτό, ζήτησε και πάλι αναβολή, επειδή βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια ο ίδιος αυτή τη φορά, αλλά και για τον επιπλέον λόγο ότι στο μεταξύ θα κατέβαλλε προσπάθειες για σκοπούς διευθέτησης της υπόθεσης, αίτημα που έγινε αποδεκτό, τι έκανε στη συνέχεια; Ενώ η αγωγή ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης στις 13.12.2012, στις 26.11.2012 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Προφανής ο λόγος που ο εναγόμενος ενήργησε κατ' αυτό τον τρόπο. Γνωρίζοντας ότι οι ενάγοντες συμπλήρωσαν την υπόθεσή τους, σε περίπτωση που η αίτησή του γινόταν αποδεκτή, θα επιχειρούσε μέσω των δικών του μαρτύρων και με τη χρήση των εγγράφων που όψιμα ενδιαφέρθηκε να αποκαλύψει ή να αποκαλυφθούν, από τη μια να προωθήσει την υπόθεσή του και από την άλλη να βλάψει την υπόθεση των εναγόντων, χωρίς να παρέχεται διαδικαστικά στους τελευταίους, δυνατότητα ουσιαστικής αντίδρασης ή αντίκρουσης του περιεχομένου των υπό αναφορά εγγράφων. Ακόμη κι αν υποτεθεί ότι η θέση του, ότι οι ενάγοντες κατείχαν εξ υπαρχής και εξακολουθούν να κατέχουν τα εν λόγω έγγραφα, επομένως γνωρίζουν και το περιεχόμενό τους καθώς και τη σχέση τους με τα επίδικα θέματα είναι ορθή, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το ενδεχόμενο να παρουσίαζαν με διαφορετικό τρόπο την υπόθεσή τους αυτοί, εάν γνώριζαν ότι θα είχαν να αντιμετωπίσουν και το περιεχόμενο των εγγράφων που σήμερα επιδιώκει να χρησιμοποιήσει ο εναγόμενος μονομερώς, μετά τη συμπλήρωση της υπόθεσής τους. Δικαίως λοιπόν ενίστανται οι ενάγοντες στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και με τη σειρά μου, καθηκόντως, κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας να αποδεχτώ ή όχι την αίτηση, λαμβάνοντας υπόψη και τον παράγοντα προστασίας της άλλης πλευράς (βλ. τη Loucos, ανωτέρω), δεδομένης της όλης συμπεριφοράς του εναγόμενου, την οποία, για λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί, δεν επικροτώ, αφού αυτή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, θεωρώ πως οφείλω να απορρίψω την αίτηση. Προστίθενται και τα εξής, προτού καταλήξω: Επειδή ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγόμενου, προκειμένου να με πείσει ότι δεν αποτελεί κώλυμα για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη, με παρέπεμψε στην υπόθεση Touchstone Development Ltd ν. Cypromar Shipping Ltd κ.ά., αριθμός αγωγής 1208/2006, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, απόφαση ημερομηνίας 18.10.2010, θα ήθελα να επισύρω την προσοχή του στο εξής. Όπως ο ίδιος αναφέρει, το Δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα για περαιτέρω αποκάλυψη, επειδή έκρινε ότι υπήρχε βάσιμη δικαιολογία για την παράλειψη των εναγόντων να αποκαλύψουν τα σχετικά έγγραφα νωρίτερα, η οποία συνίστατο στο γεγονός, ότι αυτά δημιουργήθηκαν μετά την έκδοση του αρχικού διατάγματος αποκάλυψης. Εξ ου και η φράση «Το διάταγμα για αποκάλυψη δεν αναφερόταν σε υποχρέωση αποκάλυψης μελλοντικών εγγράφων.» Στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας υπόψη ότι ο εναγόμενος κατείχε εξ υπαρχής, όλα τα έγγραφα τα οποία επιδιώκει σήμερα να αποκαλύψει, η παραπάνω απόφαση, εάν με βοηθά σε κάτι, δεν είναι να αποδεχτώ την αίτηση, αλλά, να προσθέσω ακόμη ένα λόγο, προκειμένου να αιτιολογήσω την απόφασή μου να την απορρίψω. Κατά συνέπεια, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία όμως θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση για περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο