← Κύπρος

Αναφορικά με τον Aiman Soboh, Αρ. Αιτ: 349/12, 14/2/2013

Αναφορικά με τον Aiman Soboh, Αρ. Αιτ: 349/12, 14/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A38 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αιτ: 349/12 Σε Πτώχευση: Αναφορικά με τον Aiman Soboh από τη Λεμεσό Ημερομηνία: 14/2/2012 Εμφανίσεις: Για αιτητή/χρεώστη ׃ κ. Α. Αντωνίου (για την απαγγελία της απόφασης κα Ζήνωνος) Για καθ' ων η Αίτηση/πιστωτές : κα Καουτζιάνη (για την απαγγελία της απόφασης κ. Σ. Νεοκλέους) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αφορμή για έκδοση της παρούσας απόφασης έδωσε η καταχώρηση στις 18/1/2013 αίτησης από τον χρεώστη για παράταση του χρόνου καταχώρησης ειδοποίησης ένστασης στην αίτηση πτώχευσης που καταχωρήθηκε εναντίον του. Και αυτό γιατί παρέλειψε να καταχωρήσει ειδοποίηση ένστασης εντός της προθεσμίας που έθεσε το Δικαστήριο, αλλά το έπραξε μερικές μέρες αργότερα. H αίτηση η οποία εδράζεται στη Δ.21 Θ. 1

(1), Δ.48 Θ. 8 (qq) και Δ.57 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στον Καν. 60
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών, συνάντησε την ένσταση των πιστωτών. Αφού καταχωρήθηκε εκ μέρους τους σχετική ειδοποίηση ένστασης, προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία η οποία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω. Στο στάδιο αυτό και πριν προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης, θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ περιληπτικά στο ιστορικό της υπόθεσης, όπως αυτό προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας. Η αίτηση πτώχευσης στα πλαίσια της οποίας η παρούσα αίτηση έχει υποβληθεί, καταχωρήθηκε στις 28/11/2012 και ορίσθηκε για πρώτη εμφάνιση στις 21/12/
  1. Την ημερομηνία αυτή ο χρεώστης ζήτησε μέσω του συνηγόρου του ημερομηνία για να καταχωρήσει την ένσταση του, αίτημα το οποίο βρήκε σύμφωνους τους συνηγόρους των πιστωτών με αποτέλεσμα η αίτηση να ορισθεί για οδηγίες στις 28/12/2012 για να καταχωρηθεί ένσταση μέχρι τότε. Την ημερομηνία αυτή ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος για καταχώρηση ένστασης, χρόνος που και πάλι δόθηκε χωρίς να υπάρξει ένσταση εκ μέρους των πιστωτών, οπόταν και η αίτηση ορίσθηκε εκ νέου για οδηγίες στις 7/1/2013 με σχετικές οδηγίες για καταχώρηση ένστασης μέχρι τότε. Το αίτημα αυτό επαναλήφθηκε στην τελευταία αυτή ημερομηνία στην οποία επιπρόσθετα αναφέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο που εμφανίσθηκε εκ μέρους του χρεώστη ότι ο πελάτης του εξέφρασε την επιθυμία να ξοφλήσει το εξ' αποφάσεως χρέος. Ως αποτέλεσμα η αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση στις 14/1/2013, με οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί μέχρι τις 10/1/2013, κάτι που έγινε στις 14/1/2013, μετά δηλαδή από την προθεσμία που έταξε το Δικαστήριο. Την ημερομηνία που η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση ζητήθηκε από την πλευρά του χρεώστη αναβολή για λόγους ασθένειας του συνηγόρου του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των πιστωτών δεν προέβαλε ένσταση στο αίτημα αυτό, δήλωσε όμως από το στάδιο εκείνο ότι η καταχωρηθείσα ένσταση ήταν εκπρόθεσμη και η αίτηση πτώχευσης επαναορίσθηκε για ακρόαση στις 16/1/
  2. Μεσολάβησε στις 15/1/2013 η καταχώρηση αίτησης εκ μέρους του χρεώστη με την οποία αιτείτο και πάλι παράταση χρόνου για καταχώρηση ένστασης στην αίτηση πτώχευσης η οποία και ορίσθηκε στις 16/1/2013, την ημερομηνία δηλαδή που και η αίτηση πτώχευσης είχε ορισθεί για ακρόαση. Την ημερομηνία αυτή η μονομερής αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης με ταυτόχρονη δήλωση του δικηγόρου του χρεώστη ότι θα προχωρήσει με την καταχώρηση νέας αίτησης και η αίτηση πτώχευσης επαναορίσθηκε για ακρόαση στις 23/1/2013 με οδηγίες όπως οποιαδήποτε άλλη ενδιάμεση αίτηση καταχωρηθεί, ορισθεί και επιδοθεί στην άλλη πλευρά μέχρι την ημερομηνία αυτή, κάτι που έγινε. Ακολούθησε στις 22/1/2013 η καταχώρηση ειδοποίησης ένστασης από τους πιστωτές και η ενδιάμεση αυτή αίτηση του χρεώστη ορίσθηκε για γραπτές αγορεύσεις για τις 29/1/2013, ενώ η κυρίως αίτηση την ίδια ημερομηνία για οδηγίες. Για παροχή της αιτούμενης θεραπείας ο χρεώστης επικαλείται τη Δ.57 Θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ότι αυτή είναι η δικονομική πρόνοια στην οποία ο χρεώστης θα έπρεπε να βασίσει την αίτηση του, δεν είναι κάτι που έχει αμφισβητηθεί από τους πιστωτές, αλλά άλλοι λόγοι προβάλλονται για απόρριψη της αίτησης και στους οποίους θα αναφερθώ στη συνέχεια. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα η παρούσα περίπτωση δεν είναι αυτή στην οποία ο χρεώστης παρέλειψε να συμμορφωθεί προς οποιαδήποτε πρόνοια των Κανονισμών, αλλά αυτό προς το οποίο δεν συμμορφώθηκε, είναι η διαταγή του Δικαστηρίου να καταχωρήσει την ένσταση του εντός της προθεσμίας που το ίδιο όρισε. Οι αρχές που διέπουν το θέμα παράτασης προθεσμίας σύμφωνα με τη Δ.57 Θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, συγκεφαλαιώθηκαν στην υπόθεση Ανδρέας Λυσιώτης v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 ΑΑΔ 364 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από την επισκόπηση της σχετικής νομολογίας προκύπτουν οι πιο κάτω αρχές: 1. Η προεξάρχουσα αρχή είναι ότι η σχετική εξουσία του δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας (Loizou v. Konteatis
(1968)1 C.L.R. 291, 293 και Schafer v. Blyth [1920] 3 K.B. 143). Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και να λαμβάνονται υπόψη όλα τα ουσιώδη περιστατικά της υπόθεσης. Ανάμεσα στα περιστατικά πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη του αιτητή να κάμει μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες αυτό που τώρα επιζητεί να κάμει (Λυρατζής ν. Χαραλάμπους κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ., 193, Loizou (πιο πάνω), Cyprian Seaway Agencies v. Republic
(1981)3 C.L.R. 271). 2. Οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (Μιχαηλίδης v. Χρίστου
(1996)1(B) A.A.Δ. 1190, Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1348 και Βαρδιάνου ν. Richards
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 698). Όπου ο νομοθέτης θέτει προθεσμίες για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων οι πρόνοιες αναφορικά με τις προθεσμίες πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Η τήρηση τους εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Πρόκειται για ζήτημα που συνδέεται με το δημόσιο συμφέρο για την τελεσιδικία και επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα των διαδίκων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα που τάσσονται από τους θεσμούς εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης (Χόππης ν. Παναγή
(1993)Α.Α.Δ. 140, Βαρδιάνου (πιο πάνω) και Cyprus Import Corporation Ltd v. Σενέκη
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1108). 3. Ειδικές περιστάσεις όπως υπερβολική αργοπορία δυνατόν να πείσουν το δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας (Eaton v. Storer 22 Ch. D. 92, C.A. και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 904).
  1. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί αποκλειστικό οδηγό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση της προθεσμίας (Χόππης (πιο πάνω), σελ.
  2. Βλ. και Ιωάννου ν. Θεοδούλου κ.ά.,
(2000)1 Α.Α.Δ. 7 στην οποία έχουν επισημανθεί τα εξής: "Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση, είναι έργο σύνθετο. Αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθα τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή. Όπως εξηγείται στη Χοππής, σελ. 143: "Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολό των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης" (Βλ. επίσης Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου
(1997)3 Α.Α.Δ. 241 και Πισσούριου ν. Golden Hand Co. Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 257)». Στην υπόθεση Δήμος Στροβόλου v. Μ. Γιασεμίδου κ.α., 1997
(3)ΑΑΔ 104, επαναλήφθηκε ότι: «Η τήρηση των προθεσμιών που θέτουν οι θεσμοί ή που τάσσονται με διαταγή του Δικαστηρίου, ενέχει μεγάλη σπουδαιότητα για την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας. Όπως επισημάναμε, στην Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Εκλογική Αίτηση αρ. 1/95, 22 - 1 - 1996 (απόφαση πλειοψηφίας) : "Οι διαδικαστικοί κανονισμοί σ' αυτή, όπως και σ' όλες τις διαδικασίες, θεσμοθετούν τους κανόνες για την άσκηση της δικαστικής εξουσίας." Μπορεί να παραταθεί η προθεσμία, εφόσον διαπιστώνεται ότι με τη χαλάρωση δεν υπονομεύεται η απονομή της δικαιοσύνης. (Βλ. Γεωργίου (ανωτέρω)». Στην υπόθεση Σταυρινή Κολλάτου v. Κυριάκου Παναγιώτου, 2003
(1)ΑΑΔ 895, τονίσθηκε ότι η τήρηση των προθεσμιών δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για επίτευξη δίκαιης δίκης. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί το γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου να εγκρίνει την παράταση των προθεσμιών που τίθενται είτε από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας είτε από διαταγή του δικαστηρίου για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων. Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. Κάθε απόκλιση από αυτούς πρέπει να δικαιολογείται. γίνεται δεκτή, εφόσον δεν αντιστρατεύεται τα θέσμια της δικαίας δίκης, ως η περίπτωση της ηθελημένης αδιαφορίας για την τήρησή τους. Τα συμφέροντα του αντιδίκου, του διαδίκου που εξαιτείται την παράταση, λαμβάνονται υπόψη, όλως ιδιαίτερα, ο πιθανός επηρεασμός των ουσιαστικών, καθώς και των δικονομικών του δικαιωμάτων. Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου». Στην υπόθεση Thas Maritime Co Ltd v. Στέλιου Ρήγα και Μερόπης Καπνούλλα , υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Δ. Καπνούλα κ.α.
(2000)1 Α ΑΑΔ 638, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι χρονικές προθεσμίες που καθορίζουν οι δικονομικοί κανόνες έχουν ως απώτερο σκοπό την όσο το δυνατό ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Εκεί όπου η αυστηρή εφαρμογή των χρονικών προθεσμιών μπορεί να αποβεί άδικη για ένα από τους διαδίκους, οι δικονομικοί κανόνες παρέχουν την ευχέρεια παράτασης μιας χρονικής προθεσμίας νοουμένου ότι μια τέτοια παράταση είναι δικαιολογημένη κάτω από τις περιστάσεις». Θα προχωρήσω λοιπόν να εξετάσω την παρούσα περίπτωση μέσα από το πρίσμα των πραγματικών γεγονότων που την περιβάλλουν. Όπως προκύπτει από αυτά ο χρεώστης σε τρείς ημερομηνίες και συγκεκριμένα στις 21/12/2012, στις 28/12/2012 και στις 7/1/2013 ζήτησε από το Δικαστήριο όπως του δοθεί χρόνος για καταχώρηση ένστασης. Το αίτημα του αυτό εγκρίθηκε χωρίς ένσταση από την πλευρά των πιστωτών. Κατά την τελευταία ημερομηνία κατά την οποία δόθηκαν από το Δικαστήριο οδηγίες για καταχώρηση ένστασης, δηλαδή στις 7/1/2013, η αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση στις 14/1/2013, με οδηγίες όπως καταχωρηθεί ένσταση μέχρι τις 10/1/2013, κάτι όμως που έγινε στις 14/1/2013. Μετά την επισήμανση από τον ευπαίδευτο συνήγορο των πιστωτών του εκπρόθεσμου της καταχωρηθείσας ένστασης, καταχωρήθηκε στις 15/1/2013 εκ μέρους του χρεώστη μονομερής αίτηση με την οποία αιτείτο την παράταση χρόνου για καταχώρηση ένστασης στην αίτηση πτώχευσης η οποία αποσύρθηκε άνευ βλάβης στις 16/1/2013, ημερομηνία δηλαδή που και η αίτηση πτώχευσης ήταν ορισμένη για ακρόαση. Την ίδια ημερομηνία ζητήθηκε αναβολή της ακρόασης της αίτησης πτώχευσης από τον χρεώστη η οποία και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα η αίτηση πτώχευσης να επαναορισθεί για ακρόαση στις 23/1/2013 με οδηγίες όπως οποιαδήποτε άλλη ενδιάμεση αίτηση καταχωρηθεί, ορισθεί και επιδοθεί στην άλλη πλευρά μέχρι την ημερομηνία αυτή, κάτι που έγινε, οπόταν στις 22/1/2013 η πλευρά των πιστωτών καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στην ενδιάμεση αυτή αίτηση του χρεώστη. Ακολούθησε ο ορισμός της για γραπτές αγορεύσεις στις 29/1/2013 και η κυρίως αίτηση ορίσθηκε την ίδια ημερομηνία για οδηγίες. Θα πρέπει λοιπόν με βάση τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος το Δικαστήριο να σταθμίσει όλα τα γεγονότα της υπόθεσης για να αποφασίσει μέσα στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας εάν θα την ασκήσει προς όφελος του χρεώστη. Ως λόγους για την παράλειψη καταχώρησης της ειδοποίησης ένστασης μέχρι τις 10/1/2013 ως η διαταγή του Δικαστηρίου, ο χρεώστης προβάλλει ότι ήταν απασχολημένος στην Ποινική Υπόθεση 23511/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οποία είναι κατηγορούμενος και ότι λόγω του γεγονότος αυτού δεν είχε χρόνο και δεν μπορούσε να διαβουλευθεί με τον δικηγόρο του σε σχέση με την υπόθεση και ούτε να υπογράψει την ένορκο δήλωση που θα έπρεπε να στηρίζει την ένσταση. Προβάλλεται ακόμα ότι ο δικηγόρος του χρεώστη ήλθε σε συνεννόηση με τον δικηγόρο των πιστωτών και ότι ο τελευταίος τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα είχε ένσταση στην εκπρόθεσμη καταχώρηση της ένστασης. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός του χρεώστη απορρίπτεται από τους πιστωτές οι οποίοι ισχυρίζονται ότι κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί. Όμως αυτό είναι γεγονός που δεν έχει σημασία και το οποίο δεν μπορεί να διαδραματίσει ρόλο στην κρίση του Δικαστηρίου. Στοιχείο που θα ληφθεί υπόψη είναι όχι η διαβεβαίωση που τυχόν είχε εξασφαλίσει ο δικηγόρος του χρεώστη από το δικηγόρο των πιστωτών, αλλά ο λόγος που δεν καταχώρησε εμπρόθεσμα την ένσταση του ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου γι' αυτό και δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Ως πρώτο λόγο ένστασης προβάλλουν οι πιστωτές ότι η καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας. Στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348, επεξηγείται η φύση της δικαιοδοσίας προς παρεμπόδιση των διαδικασιών που αποτελούν κατάχρηση. Η δικαιοδοσία αυτή είναι σύμφυτη και αποβλέπει όπως εξηγείται, στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η διαδικασία μπορεί να κατασταλεί και όταν το δικαίωμα του οποίου γίνεται η προσεπίκληση μολύνεται από αλλότρια κίνητρα. Γίνεται δε αναφορά στην υπόθεση Goldsmith v. Sperrings Ltd
(1977)2 All E.R. 566 (CA), όπου λέχθηκε ότι η άσκηση δικαιώματος μπορεί να περιοριστεί οποτεδήποτε ασκείται για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο παρέχεται από το νόμο, κυρίως όταν αποβλέπει στην απόκτηση παρεμφερούς πλεονεκτήματος (collateral advantage) (βλ. επίσης Church of Scientology v. DHSS (1979 All E.R. 97 (CA)). Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217, στη σελ. 222, είναι διαφωτιστικό για το υπό εξέταση ζήτημα: « Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως κύριο λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που υπάρχουν για τη κατίσχυση του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για τη παρεμπόδιση κατάχρησης των διαδικασιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, δεν συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για το οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου». Στην παρούσα υπόθεση κρίνεται ότι δεν έχει καταδειχθεί τέτοια κατάχρηση της διαδικασίας. Ο χρεώστης, μόλις ο πιστωτής επεσήμανε στις 14/1/2013 το εκπρόθεσμο της καταχωρηθείσας ένστασης καταχώρησε αμέσως την επόμενη ημέρα στις 15/1/2013 μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε παράταση του χρόνου για καταχώρηση της ένστασης του. Όταν την απέσυρε άνευ βλάβης στις 16/1/2013, στις 18/1/2013 επανήλθε και πάλι με την καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης που αυτή τη φορά καταχώρησε διά κλήσεως αιτούμενος την ίδια θεραπεία. Δεν επέδειξε με την συμπεριφορά του οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι οι προβαλλόμενοι από τους πιστωτές ισχυρισμοί ευσταθούν. Θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να λεχθεί ότι οι πιστωτές δεν προσδιορίζουν που έγκειται και που συνίσταται είτε η ισχυριζόμενη κατάχρηση, είτε η περιφρόνηση που όπως ισχυρίζονται ο χρεώστης επέδειξε προς το Δικαστήριο. Επικαλούνται ακόμα οι πιστωτές καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα ο χρεώστης καταχώρησε την αίτηση ημερομ. 15/1/2013 μόλις ο δικηγόρος των πιστωτών αναφέρθηκε στο εκπρόθεσμο της καταχώρησης της ειδοποίησης ένστασης. Ακολούθησε η άνευ βλάβης απόσυρση της αίτησης αυτής και ακολούθησε η καταχώρηση στις 18/1/2013 της υπό κρίσης αίτησης. Δεν παρατηρείται λοιπόν οποιαδήποτε κωλυσιεργία στην λήψη μέτρων εκ μέρους του χρεώστη στην προσπάθεια του να θεραπεύσει το εκπρόθεσμο της καταχωρηθείσας ένστασης στην αίτηση πτώχευσης και η οποία να μπορεί να προσμετρήσει σε βάρος του. Ούτε διαπιστώνω ότι οποιαδήποτε αδικία δυνατόν να προκληθεί στους πιστωτές εάν εγκριθεί η αιτούμενη θεραπεία αλλά ούτε και προσδιορίζεται από αυτούς πως θα επέλθει τέτοια αδικία και προπάντων που αυτή συνίσταται. Εάν δε, δοθεί η αιτούμενη παράταση, δεν διαφαίνεται ότι θα υπάρξει οποιαδήποτε περαιτέρω καθυστέρηση στην ακρόαση της αίτησης πτώχευσης. Ούτε διαφαίνεται να μπορεί να επιφέρει οποιαδήποτε βλάβη ή δυσμενή επηρεασμό στα συμφέροντα των πιστωτών, ικανά να στερήσουν από τον χρεώστη το δικαίωμα να ακουσθεί, να προβάλει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του έτσι ώστε να διασφαλισθεί το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη. Λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που διέπουν το ζήτημα, τους λόγους που έχει προβάλει ο χρεώστης για την μη εμπρόθεσμη καταχώρησης της ένστασης του, το γεγονός ότι την έχει καταχωρήσει τέσσερεις μέρες μετά την εκπνοή της προθεσμίας που όρισε το Δικαστήριο, σταθμίζοντας τα δικαιώματα των μερών και κυρίως λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειες που θα έχει για τον χρεώστη η άρνηση της αιτούμενης θεραπείας και η έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του και με γνώμονα πάντα το συμφέρον της δικαιοσύνης κρίνεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί προς όφελος του χρεώστη και το αίτημα να εγκριθεί. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα παράτασης του χρόνου καταχώρησης ένστασης εκ μέρους του χρεώστη στην αίτηση πτώχευσης για 5 μέρες ώστε η καταχωρηθείσα στις 14/1/2013 ειδοποίηση ένστασης να θεωρείται εμπρόθεσμα καταχωρηθείσα. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των πιστωτών και εναντίον του χρεώστη και να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αίτησης πτώχευσης. (Υπ.) ......... ..... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής bankruptsy/interim subject: paratasi hronou cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.