← Κύπρος

Φ. Φ. ΗΛΕΚΤΡΟΔΥΝΑΜΙΚΗ ΛΤΔ ν. RAFAEL ICVG LTD, Αρ. Αγωγής: 2319/11, 25/2/2013

Φ. Φ. ΗΛΕΚΤΡΟΔΥΝΑΜΙΚΗ ΛΤΔ ν. RAFAEL ICVG LTD, Αρ. Αγωγής: 2319/11, 25/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2319/11 Μεταξύ: Φ. Φ. ΗΛΕΚΤΡΟΔΥΝΑΜΙΚΗ ΛΤΔ, από την Λεμεσό Εναγόντων και RAFAEL I.C.V.G LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 25.2.13 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα εταιρεία / Αιτήτρια: κα Χ. Βοσκαρίδου για κκ Ν. Αναστασιάδη & Συνέταιροι Για την Εναγόμενη εταιρεία / Καθ' ης η αίτηση: κ Ν. Νικολαίδης -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υπεβλήθη εκ μέρους της Ενάγουσας εταιρείας / Αιτήτριας στις 24.2.12 με την οποία η Αιτήτρια ζητεί την διαγραφή συγκεκριμένων ισχυρισμών από την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της Καθ' ης η αίτηση «ως μη αναγκαίων και/ή σκανδαλωδών οι οποίοι τείνουν να περιπλέξουν, προκαταβάλουν ή καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της παρούσης υπόθεσης και/ή την δίκαιη διεξαγωγή της δίκης και/ή ως ενοχλητικών και/ή άσχετων και/ή οι οποίοι τείνουν να προκαλέσουν αμηχανία και/ή να δημιουργήσουν δυσμενείς επιπτώσεις εις βάρος των Εναγόντων και/ή άλλως πως». Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στην Δ.19, θ.26, Δ.48, θθ 1-4 και 9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στις συμφυείς εξουσίες, την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στις γενικές αρχές δικαίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Φίλιππου Φιλίππου ο οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών της Αιτήτριας, γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η διαγραφή (α) της παραγράφου 7 της Υπεράσπισης, (β) των δύο τελευταίων προτάσεων από την παράγραφο 13 της Υπεράσπισης καθώς και (γ) της παραγράφου 28(Β) της Υπεράσπισης με την οποία αξιώνονται υπό μορφή ανταπαίτησης «τιμωρητικές και/ή άλλες αποζημιώσεις ως αναφέρεται στην παράγραφο αρ. 7 πιο πάνω». Σύμφωνα με τον ομνύοντα την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση οι ισχυρισμοί των οποίων η Αιτήτρια επιθυμεί την διαγραφή είναι σύμφωνα με την νομική συμβουλή που έχει λάβει από τους δικηγόρους της Αιτήτριας: άσχετοι με τις προϋποθέσεις που έχουν δημιουργήσει την γενικότερη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που προβάλλει η Καθ' ης η αίτηση καθότι ούτε άτπονται ούτε είναι συνυφασμένοι με την βασική γραμμή και ουσία της Υπεράσπισής της ενοχλητικοί και σκανδαλώδεις καθότι πλήττουν τόσο την φήμη της Αιτήτριας όσο και την τιμή και υπόληψη των διευθυντών της άσχετοι με τα επίδικα θέματα. Για τους πιο πάνω λόγους οι προσβαλλόμενοι ισχυρισμοί προβάλλονται με μοναδικό σκοπό να προκαλέσουν αμηχανία στην Αιτήτρια και να επηρεάσουν δυσμενώς τα συνταγματικά της δικαιώματα για την διάγνωση του αγώγιμου δικαιώματός της εντός εύλογου χρόνου καθότι η Αιτήτρια θα πρέπει να απαντήσει σε αυτούς τους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα στο τέλος να προκύψουν και άλλα θέματα και αξιώσεις, άσχετες με τα επίδικα θέματα, και ως εκ τούτου να δημιουργηθούν περαιτέρω έξοδα, ταλαιπωρία και καθυστέρηση στην δίκη. Η συμπερίληψη των πιο πάνω ισχυρισμών παραβιάζει τόσο την Διαταγή 19, θεσμό 26 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας όσο και τους κανόνες που διέπουν την διατύπωση δικογράφων γεγονός που συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εγκριθεί η αίτηση και εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση, η οποία συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Φραγκίσκου Βάχετ, ο οποίος είναι ο διευθυντής της Καθ' ης η αίτηση. Στο σώμα της Ειδοποίησης παρατίθενται οι λόγοι στους οποίους αυτή εδράζεται σύμφωνα με την Διάταξη 48, θεσμό 4

(1)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο ομνύοντας την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση διαφωνεί με την υπό κρίση αίτηση, υιοθετεί τους λόγους ένστασης και προβάλει τις ακόλουθες θέσεις: (α) η Υπεράσπιση είναι σύμφωνη με τους κανόνες της δικονομίας, (β) τα γεγονότα που δικογραφούνται έχουν άμεση και καταλυτική σχέση με την ουσία της υπεράσπισης της Καθ' ης η αίτηση και είναι άμεσα συνδεδεμένα και συνυφασμένα με την αξίωση που η Αιτήτρια προωθεί εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, (γ) τυχόν διαγραφή των προσβαλλόμενων με την υπό κρίση αίτηση ισχυρισμών θα στερήσει το δικαίωμα στην Καθ' ης η αίτηση να προωθήσει σχετικά γεγονότα που αποτελούν ουσιαστική υπεράσπιση αφού τείνουν να επεξηγήσουν την νοητική κατάσταση της Αιτήτριας και τις διάφορες συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων κατά τον επίμαχο χρόνο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η Καθ' ης η αίτηση εξαιτείται την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης με έξοδα υπέρ της και εναντίον της Αιτήτριας. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τις θέσεις του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Η Δ.19, θ.26 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει όπως διαγραφεί ή τροποποιηθεί οποιοδήποτε θέμα σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο δυνατόν να είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να προκαλέσει αμηχανία ή να καθυστερήσει την δίκαιη εκδίκαση της αγωγής». Στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη και Άλλων
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1852 λέχθηκε ότι κύριος σκοπός της Δ.19, θ.26 είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει του πιο πάνω θεσμού δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27, θ.3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ενόψει της ομοιότητας της δικής μας Δ.19, θ.26 με την Αγγλική Order 19, r.27 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την Αγγλική Νομολογία. Στην Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice) αναφέρεται στη σελίδα 477 ότι η διατύπωση του κανόνα είναι ευρεία αλλά η εφαρμογή του περιορίσθηκε σε κάποιο βαθμό από τις αποφάσεις που δόθηκαν σε σχέση με αυτόν. Καθοριστική είναι η απόφαση του Bowen L.J. στην υπόθεση Knowles v. Roberts 38 Ch.D. 270 όπου διακηρύχθηκε η αρχή ότι ο κανόνας ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπαγορεύει στους διαδίκους πώς να συντάσσουν τα δικόγραφα τους θα πρέπει να τηρείται ιερός. Από την άλλη, ο κανόνας αυτός υπόκειται στον περιορισμό ότι οι διάδικοι δεν πρέπει να παραβιάζουν τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων. Αν το δικόγραφο διαδίκου είναι αχρείαστο και τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να προκαλέσει αμηχανία και να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης, τότε, το δικόγραφο αυτό ξεπερνά τα δικαιώματα του διαδίκου. Στην ίδια σελίδα αναφέρεται ότι η μη συμμόρφωση με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων δεν αποτελεί πάντα λόγο διαγραφής ενός δικογράφου. Ο αιτητής θα πρέπει να δείξει ότι η παραβίαση τον επηρεάζει με κάποιο τρόπο δυσμενώς. Από την άλλη, κάθε διάδικος δικαιούται ex debito justitiae να απαιτεί όπως η υπόθεση του αντιδίκου του παρουσιασθεί με τρόπο καταληπτό ώστε να δύναται να την αντιμετωπίσει. Στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σοφοκλή Τ. Σαββίδη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 685 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο θ. 4 περιέχει τον πιο θεμελιακό: "Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, ... " Η έννοια του ουσιαστικού (material) συσχετίζεται εδώ με ότι είναι απαραίτητο. Στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd. [1936] 1 Κ.Β. 697, 712, ελέχθη ότι: "The word "material" means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action;.." .......................................................................................................................... Η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Το λόγο γι' αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd ν. Sir Robert McAIpine [1994] 72 B.L.R. 26: "The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being -made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it. .............................................................................................................................. Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing». Σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen & Leake, Precedent of Pleadings, 12η έκδοση σελ. 144 σκανδαλώδη ζητήματα σε οποιοδήποτε δικόγραφο δύνανται να διαγραφούν ή να τροποποιηθούν με διαταγή του Δικαστηρίου. Ισχυρισμοί σε ένα δικόγραφο θεωρούνται σκανδαλώδεις αν εκθέτουν ζητήματα που είναι προσβλητικά (offensive) ή απρεπή (indecent) ή που σκοπό και μόνο έχουν να επηρεάσουν δυσμενώς τον αντίδικο. Επίσης, αχρείαστοι (unnecessary) ή επουσιώδεις (immaterial) ισχυρισμοί θα διαγραφούν ως σκανδαλώδεις αν θίγουν τον αντίδικο ή αποδίδουν σε αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατηγορία για αθέμιτη διαγωγή ή συμπεριφορά (misconduct) ή κακή πίστη. Στην Αγγλική υπόθεση Murray v. Epsom Local Board
(1897)1 Ch. D. 35 ισχυρισμός ότι μέλος των εναγομένων αμφισβητούσε την απαίτηση για δικό του προσωπικό όφελος και όχι για το δημόσιο συμφέρον διαγράφηκε. Ένα δικόγραφο θεωρείται, επίσης, σκανδαλώδες αν περιέχει υποβιβαστικές (degrading) κατηγορίες οι οποίες είναι άσχετες ή σε περίπτωση που οι κατηγορίες αυτές είναι σχετικές, αν αυτό προβαίνει σε αχρείαστες λεπτομέρειες. Από την άλλη, ένα δικόγραφο ή ισχυρισμός ο οποίος είναι σκανδαλώδης, όπως, για παράδειγμα, όταν περιέχει κατηγορίες ανεντιμότητας (dishonesty), ανηθικότητας (immorality) ή ανεπαίσχυντης (outrageous) συμπεριφοράς δεν θα διαγραφεί αν είναι απαραίτητος ή σχετικός με οποιοδήποτε επίδικο ζήτημα στην διαδικασία. Όπως λέχθηκε από τον Λόρδο Δικαστή Selborne στην υπόθεση Christie v. Christie
(1873)LR 8 Ch. 499 το μοναδικό ερώτημα είναι κατά πόσο το ζήτημα το οποίο φέρεται ως σκανδαλώδες θα ήταν αποδεκτό σαν μαρτυρία προς απόδειξη της αλήθειας οποιουδήποτε ισχυρισμού στο δικόγραφο ο οποίος είναι ουσιώδης σε σχέση με την αξιούμενη θεραπεία. Έτσι, όσο βαριές και αν είναι οι κατηγορίες που περιέχει ένα δικόγραφο, είτε αυτές είναι κατηγορίες ανηθικότητας είτε άλλως πως, αυτές δεν θεωρούνται σκανδαλώδεις εντός της έννοιας του κανονισμού αν είναι σχετικές με τα επίδικα ζητήματα, δηλαδή, αν θα επηρεάσουν το αποτέλεσμα της αγωγής αν αποδειχθούν αληθινές. Στην Αγγλική υπόθεση Brooking v. Maudslay 55 LT 343 η Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντα περιείχε ισχυρισμούς για ανέντιμη συμπεριφορά του εναγόμενου. Στην Απάντησή του, όμως, ο ενάγων ανέφερε ότι δεν επιζητούσε οποιαδήποτε θεραπεία σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Υπό το φως της πιο πάνω δήλωσης κρίθηκε ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είχαν καταστεί επουσιώδεις, οπότε και διατάχθηκε η διαγραφή τους ως σκανδαλωδών και ως ισχυρισμών που τείνουν να πεηρεάσουν δυσμενώς την υπόθεση του αντιδίκου. Σύμφωνα με τα πιο πάνω όταν το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο συγκεκριμένα αποσπάσματα σε ένα δικόγραφο είναι σκανδαλώδη θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την φύση της αγωγής και αν κατά πόσο αυτά είναι σχετικά με τα επίδικα στην αγωγή ζητήματα. Το Δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει στην εξέταση της αλήθειας τους. Έτσι, ισχυρισμοί με τους οποίους ζητούνται τιμωρητικές αποζημιώσεις είναι επιτρεπτοί σε αγωγές η βάση των οποίων είναι αστικό αδίκημα, αλλά είναι ανεπίτρεπτοι σε αγωγές για παράβαση σύμβασης (Βλ. Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice), σελ. 478). Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται ότι οποιοδήποτε δικόγραφο ή οπισθογράφηση σε κλητήριο ένταλμα το οποίο τείνει να επηρεάσει δυσμενώς τον αντίδικο ή να προκαλέσει σε αυτόν αμηχανία ή να καθυστερήσει την δίκαιη εκδίκαση της αγωγής δύναται με διαταγή του Δικαστηρίου να διαγραφεί ή να τροποποιηθεί. Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου έχει σκοπό να εμποδίζει τα δικόγραφα από του να είναι τέτοια ώστε να αποφεύγουν να εκθέτουν (evasive) ή να αποκρύβουν τα αληθινά αμφισβητούμενα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων και να εξασφαλίζει όσον αφορά τα δικόγραφα την διεξαγωγή της δίκης επί δίκαιοις όροις μεταξύ των διαδίκων προς εξασφάλιση μιας απόφασης η οποία είναι το νόμιμο αντικείμενο της αγωγής. Ενώ οι διάδικοι δεν πρέπει να θεωρούνται με ευκολία ότι επηρεάζονται δυσμενώς ή ότι προκαλείται σε αυτούς αμηχανία από τα δικόγραφα του αντιδίκου τους, εντούτοις, κάθε διάδικος δικαιούται ex debito justitiae και στην βάση της αρχής που διακηρύχθηκε στην υπόθεση Knowles v. Roberts 38 Ch.D. 270 που πιο πάνω μνημονεύεται, να απαιτεί όπως η υπόθεση του αντιδίκου του παρουσιασθεί με τρόπο καταληπτό ώστε να δύναται να την αντιμετωπίσει. Σύμφωνα με τα πιο πάνω δικόγραφο προκαλεί αμηχανία όταν είναι ασαφές ή μη καταληπτό ή όταν εκθέτει άσχετο υλικό και με τον τρόπο αυτό εγείρει άσχετα θέματα τα οποία δυνατόν να προκαλέσουν έξοδα και καθυστέρηση και, κατ' επέκταση, θα επηρεάσουν δυσμενώς την δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Δικόγραφο θεωρείται, επίσης, ότι προκαλεί αμηχανία όταν περιέχει αχρείαστους ή άσχετους ισχυρισμούς. Επίσης, μια απαίτηση ή υπεράσπιση της οποίας ο διάδικος δεν νομιμοποιείται να κάνει χρήση θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία. Επίσης, όταν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιο μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιο αρνείται το δικόγραφο του θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία. Αμηχανία θεωρείται ότι προκαλείται όταν η υπεράσπιση της αλήθειας σε αγωγή για δυσφήμηση αφήνει τον ενάγοντα σε αμφιβολία για το τι είναι αυτό που ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι είναι αλήθεια και τι όχι. Άρνηση σε μία υπεράσπιση θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία όταν είναι ασαφής ή πολύ γενική. Ένα δικόγραφο πρέπει, επίσης, να εκθέτει την απαίτηση ή την υπεράσπιση επαρκώς και με σαφήνεια διαφορετικά θα θεωρηθεί ότι προκαλεί αμηχανία και ότι επηρεάζει δυσμενώς τον αντίδικο, οπότε και υπόκειται σε διαγραφή. Από την άλλη, το γεγονός και μόνο ότι ένας ισχυρισμός είναι αχρείαστος δεν αποτελεί λόγο για διαγραφή του. Ούτε και ένα δικόγραφο θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία για το λόγο και μόνο ότι περιέχει ισχυρισμούς οι οποίοι είναι αντιφατικοί ή που εκτίθενται με τρόπο εναλλακτικό νοουμένου ότι δικογραφούνται με σαφήνεια και σε ξεχωριστές παραγράφους. Επίσης, ισχυρισμοί σε ένα δικόγραφο δεν θεωρούνται ότι προκαλούν αμηχανία ή επηρεάζουν δυσμενώς τον αντίδικο επειδή είναι δύσκολο να τύχουν χειρισμού από τον αντίδικο αν είναι ουσιώδεις και κατά τα άλλα δικογραφούνται ορθά. Επίσης, η απλή πολυλογία, ήτοι, η έκθεση ουσιωδών γεγονότων σε αχρείαστο μάκρος ή με αχρείαστες λεπτομέρειες, δεν αποτελεί επαρκή λόγο για διαγραφή. Ούτε και το ότι διάδικος ισχυρίζεται ότι συγκεκριμένος ισχυρισμός στο δικόγραφο του αντιδίκου του είναι αναληθής αποτελεί επαρκή λόγο για διαγραφή. Ένα δικόγραφο δεν θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία απλά και μόνο επειδή είναι πιθανόν οι ισχυρισμοί που εκτίθενται σε αυτό στο τέλος να αποδειχθούν αναληθείς ή επειδή εγείρει νομικά ζητήματα τα οποία δύνανται να αποδειχθούν λανθασμένα. Αν κατά πόσο ένα δικόγραφο προκαλεί αμηχανία ή επηρεάζει δυσμενώς τον αντίδικο επαφίεται στο Δικαστήριο να αποφασίσει υπό το φως των δοσμένων γεγονότων και περιστατικών της υπόθεσης. Η τάση των Δικαστηρίων είναι όπως δίδεται ένα εύλογο όριο (reasonable limit) και τότε μόνο το Δικαστήριο θα διατάξει την διαγραφή άσχετων ή αχρείαστων ισχυρισμών όταν η περίπτωση είναι ξεκάθαρη. Εκτός αν το δικόγραφο τείνει να επηρεάσει σοβαρά τον αντίδικο είναι συχνά σοφότερο όπως αυτό παραμείνει αμετάβλητο ή όπως γίνει αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1(Β) ΑΑΔ 787 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με το Annual Practice 1960, σελ. 478-479 οι λέξεις "τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής" ("tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action"), έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια. Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιό μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιό αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις». Στην Ετήσια Πρακτική του 1958 αναφέρεται ότι το γεγονός και μόνο ότι το δικόγραφο του αντιδίκου περιέχει αχρείαστα θέματα δεν είναι ικανοποιητικός λόγος για διαγραφή. Δεν θα διαγραφεί δήλωση απλά και μόνο επειδή είναι αχρείαστη εφόσον κατά τα άλλα είναι αβλαβής. ΄Ετσι, αν ουσιώδη γεγονότα διατυπώνονται με αχρείαστη μακρηγορία ή με αχρείαστη λεπτομέρεια το δικόγραφο δεν θα διαγραφεί. Αν, όμως, εντελώς επουσιώδη θέματα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο ώστε ο αιτητής να πρέπει να απαντήσει σε αυτά και με αυτό τον τρόπο εγείρονται άσχετα θέματα τα οποία προκαλούν έξοδα, ταλαιπωρία και καθυστέρηση, τότε, αυτά θα διαγραφούν γιατί θα επηρεάσουν δυσμενώς την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Επίσης, το γεγονός και μόνο ότι η έκθεση απαίτησης περιέχει διάφορες βάσεις αγωγής δεν θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία αν αυτές δικογραφούνται ξεχωριστά, όπως ούτε και το γεγονός ότι με την έκθεση απαίτησης αξιώνονται εναλλακτικές θεραπείες ή όταν με την Υπεράσπιση προβάλλονται ασυμβίβαστες υπερασπίσεις. Στην υπόθεση Vector Onega A. G. v. Του πλοίου Μ/V Girvas κ.α. (Αρ. 1)
(2000)1(Α) ΑΑΔ 16 λέχθηκε ότι πλατειασμός που δεν οδηγεί σε αοριστία ή σε διφορούμενες θέσεις ή είναι αβλαβής δεν αποτελεί λόγο διαγραφής. Στην υπόθεση Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σοφοκλή Τ. Σαββίδη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 685 λέχθηκε ότι η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφα. Αν παρεισφρύσει πρέπει να διαγραφεί (Βλ., επίσης, Merchants' and Manufacturers' Insurance Co v. Davies
(1938)1 KB 196). Στην Αγγλική υπόθεση Kemsley v. Foot and Ors.
(1951)2 KB 34 λέχθηκε ότι είναι μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις που διατάσσεται διαγραφή. Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε και από το δικό μας Εφετείο στην υπόθεση Vassilios Fasili and Others v. M.V. «SUN BOAT» HER SHIPOWNERS AND/OR CHARTERERS AND OTHERS
(1984)1 CLR 679. Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι όταν το δικόγραφο διατυπώνεται με πολύ γενικό τρόπο ώστε να στερεί στον αντίδικο πληροφορίες τις οποίες ο τελευταίος δικαιούται και χωρίς τις οποίες δεν δύναται να προετοιμασθεί κατάλληλα για την δίκη θα πρέπει να αποταθεί για λεπτομέρειες. Τέλος, σύμφωνα με την Αγγλική Πρακτική του 1958 (Annual Practice) σελίδα 477 παρά το γεγονός ότι ο κανονισμός προνοεί ότι η διαταγή για διαγραφή μπορεί να δοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, η αίτηση θα πρέπει να γίνεται έγκαιρα και κατά κανόνα πριν το κλείσιμο των δικογράφων διαφορετικά το Δικαστήριο δύναται κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί να διατάξει διαγραφή. Τέλος, με την αίτηση πρέπει να προσδιορίζονται τα μέρη από το δικόγραφο των οποίων ζητείται η διαγραφή. Με την παράγραφο 7 της Υπεράσπισης η Καθ' ης η αίτηση αγνοεί και αρνείται τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας που εκτίθενται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης. Άνευ βλάβης και/ή ανεξαρτήτως και/ή επιπροσθέτως των πιο πάνω ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια έχει δυσφημήσει την Καθ' ης η αίτηση σε μεγάλο βαθμό με αποτέλεσμα η Καθ' ης η αίτηση να έχει χάσει αρκετούς πελάτες και να έχει υποστεί ζημία και/ή έξοδα για τα οποία θα ανταπαιτήσει τιμωρητικές και/ή άλλες αποζημιώσεις. Με την παράγραφο 28(Β) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ανταπαιτεί τιμωρητικές και/ή άλλες αποζημιώσεις. Από τους πιο πάνω ισχυρισμούς συνάγεται ότι η υπό της Καθ' ης η αίτηση ισχυριζόμενη δυσφήμηση είναι προφορική. Σύμφωνα με το άρθρο 17
(3)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, δεν είναι δυνατή η έγερση αγωγής για προφορική δυσφήμηση, με εξαίρεση την εκπομπή με ασύρματη τηλεγραφία, χωρίς απόδειξη ειδικής ζημίας εκτός από τέσσερεις περιπτώσεις, η μια εκ των οποίων μόνο ενδιαφέρει για τους σκοπούς της υπό κρίση αίτησης και είναι αυτή που παρατίθεται στο εδάφιο (γ) του πιο πάνω άρθρου, ήτοι όταν η δημοσίευση με λόγια εκ φύσεως τείνει να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή την θέση του. Στο σύγγραμμα Bullen & Leake, Precedent of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδα 634 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την προφορική δυσφήμηση (slander): στην έκθεση απαίτησης πρέπει να εκτίθενται επακριβώς τα λόγια που χρησιμοποιήθηκαν και να αναφέρονται τα ονόματα των προσώπων στους οποίους τα κατ' ισχυρισμό δυσφημιστικά λόγια εκστομίσθηκαν. Ο ενάγων εκτός σε εξαιρετικές περιπτώσεις δεν θα δικαιούται κατά την δίκη να αποδείξει δημοσίευση σε πρόσωπο το όνομα του οποίου δεν αναφέρεται ή η ταυτότητα του οποίου δεν αποκαλύπτεται στην έκθεση απαίτησης όταν αξιώνονται ειδικές αποζημιώσεις (special damages) αυτές θα πρέπει να εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης με επαρκείς λεπτομέρειες ώστε ο εναγόμενος να πληροφορείται τι προτίθεται να αποδείξει ο ενάγων, όπως, για παράδειγμα, τα ονόματα πελατών για τα οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι ο ενάγων έχει σταματήσει να συναλλάττεται συνεπεία της δυσφήμησης (Βλ. Evans v. Harries
(1856)1 H. & N. 251 και Riding v. Smith
(1876)1 Ex. D 91). Η Καθ' ης η αίτηση κατά παράβαση των πιο πάνω δεν αναφέρει στην Υπεράσπισή της ούτε τα πρόσωπα στα οποία σύμφωνα με την ίδια έγινε η δημοσίευση, ούτε και τους πελάτες που η Καθ' ης η αίτηση έχασε συνεπεία της πιο πάνω δυσφήμησης ως ισχυρίζεται. Δεν κάνει, επίσης, την παραμικρή αναφορά σε τι αναλύεται η ισχυριζόμενη ζημιά της καθώς και τα έξοδα στα οποία υπεβλήθη ως διατείνεται, όπως, για παράδειγμα, μεταξύ άλλων, πόσους πελάτες απώλεσε συνεπεία της δυσφήμησης, ποιοι είναι αυτοί οι πελάτες και ποια η ζημία που υπέστη από την εν λόγω απώλεια, τουναντίον, ισχυρίζεται ότι αξιώνει γενικά και αόριστα «τιμωρητικές και/ή άλλες αποζημιώσεις». Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι με την Υπεράσπισή της, όπως αυτή έχει, η Καθ' ης η αίτηση δεν θα δύναται να αποδείξει κατά την δίκη την δυσφήμηση που αυτή ισχυρίζεται ότι υπέστη. Υπό το φως των πιο πάνω οι ισχυρισμοί που εκτίθενται στην παράγραφο 7 της Υπεράσπισης και αναφέρονται στο θέμα της δυσφήμησης θα μπορούσε εύλογα να λεχθεί ότι προκαλούν αμηχανία και ότι επηρεάζουν δυσμενώς την Αιτήτρια. Συνακόλουθα κρίνω ότι η Αιτήτρια δικαιούται στην διαγραφή των πιο πάνω ισχυρισμών και, κατ' επέκταση, της παραγράφου 28(Β). Η Αιτήτρια δεν δικαιούται, όμως, σε διαγραφή ολόκληρης της έβδομης παραγράφου της Υπεράσπισης, αφενός, γιατί με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν προσβάλλονται οι ισχυρισμοί σύμφωνα με τους οποίους η Καθ' ης η αίτηση αγνοεί και αρνείται την παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης, αφετέρου, γιατί τίποτα το επιλήψιμο δεν υπάρχει στους ισχυρισμούς αυτούς. Η Αιτήτρια ζητεί, επίσης, την διαγραφή των δύο τελευταίων προτάσεων της παραγράφου 13 της Υπεράσπισης, ήτοι των ακόλουθων ισχυρισμών: «Επίσης, οι Ενάγοντες απείλησαν και/ή εξύβρισαν τους Εναγόμενους σε τρίτο άτομο ο οποίος προσπάθησε να μεσολαβήσει για την διευθέτηση των διαφορών των Εναγόντων και Εναγομένων. Οι απειλές και εξυβρίσεις αφορούσαν την σωματική ακεραιότητα του Διευθυντή των Εναγομένων και την χώρα καταγωγής του και/ή ήταν ρατσιστικής φύσεως για τα οποία οι Εναγόμενοι επιφυλάσσουν όλα τα νόμιμα δικαιώματά τους». Όπως και ενωρίτερα είδαμε, ισχυρισμοί οι οποίοι είναι αχρείαστοι (unnecessary) ή επουσιώδεις (immaterial) θα διαγραφούν ως σκανδαλώδεις αν θίγουν τον αντίδικο ή αποδίδουν σε αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατηγορία για αθέμιτη διαγωγή ή συμπεριφορά (misconduct). Με τους πιο πάνω ισχυρισμούς αποδίδεται στην Αιτήτρια αθέμιτη διαγωγή ή συμπεριφορά, ακόμα, και η διάπραξη ποινικού αδικήματος. Επίσης, οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν είναι ούτε απαραίτητοι, ούτε και σχετικοί με οποιοδήποτε επίδικο ζήτημα στην διαδικασία, αλλά ούτε και επίδικοι. Ενδεικτικό τούτου είναι ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν αξιώνει οποιαδήποτε θεραπεία σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς και επιφυλάσσει όλα τα νόμιμα δικαιώματά της. Συνακόλουθα κρίνω ότι η Αιτήτρια δικαιούται στην διαγραφή των πιο πάνω ισχυρισμών ως ισχυρισμών σκανδαλωδών και που τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς την υπόθεση της Αιτήτριας. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί δύνανται, επίσης, να θεωρηθούν ότι προκαλούν αμηχανία και ότι τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης αφού η Αιτήτρια θα πρέπει να απαντήσει σε αυτούς. Κάτι τέτοιο θα έχει ως αποτέλεσμα την έγερση άσχετων θεμάτων στην διαδικασία τα οποία θα προκαλέσουν έξοδα, ταλαιπωρία και καθυστέρηση. Κρίνω περιττό να ασχοληθώ διεξοδικά με τους λόγους ένστασης και/ή με τον καθένα από αυτούς ξεχωριστά. Αρκεί να πω ότι σύμφωνα με την Νομολογία και τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν κανένας από τους λόγους ένστασης δεν ευσταθεί. Αναφορικά δε με τον λόγο που αναφέρεται στην καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Η Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 10.2.12 και η υπό κρίση αίτηση στις 24.2.12, ήτοι μόλις 14 ημέρες αργότερα, και πριν το κλείσιμο των δικογράφων. Καμία, επομένως, καθυστέρηση δεν παρατηρείται στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα διατάσσεται η διαγραφή των ακόλουθων ισχυρισμών από την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της Καθ' ης η αίτηση: από την παράγραφο 7 της Υπεράσπισης των λέξεων «και άνευ βλάβης και/ή ανεξαρτήτως και/ή επιπροσθέτως των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες έχουν δυσφημήσει σε μεγάλο βαθμό τους Εναγόμενους σε πελάτες των τελευταίων με αποτέλεσμα να χάσουν αρκετούς πελάτες και να υποστούν ζημιά και/ή έξοδα για τα οποία θα ανταπαιτήσουν πιο κάτω, τιμωρητικές και/ή άλλες αποζημιώσεις» από την παράγραφο 13 της Υπεράσπισης των λέξεων: «Επίσης, οι Ενάγοντες απείλησαν και/ή εξύβρισαν τους Εναγόμενους σε τρίτο άτομο ο οποίος προσπάθησε να μεσολαβήσει για την διευθέτηση των διαφορών των Εναγόντων και Εναγομένων. Οι απειλές και εξυβρίσεις αφορούσαν την σωματική ακεραιότητα του Διευθυντή των Εναγομένων και την χώρα καταγωγής του και/ή ήταν ρατσιστικής φύσεως για τα οποία οι Εναγόμενοι επιφυλάσσουν όλα τα νόμιμα δικαιώματά τους» και, τέλος, την παράγραφο 28(Β) της Υπεράσπισης. Εν' όψει του αποτελέσματος και του κανόνα σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα κρίνω πως η Αιτήτρια δικαιούται στα έξοδα της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ............... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Διαγραφή Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.