← Κύπρος

Μιχαλάκη Μιχαήλ ν. Automind Enterprises Ltd κ.α., Aρ. Αγωγής: 4343/12, 27/2/2013

Μιχαλάκη Μιχαήλ ν. Automind Enterprises Ltd κ.α., Aρ. Αγωγής: 4343/12, 27/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 4343/12 Μεταξύ: Μιχαλάκη Μιχαήλ Ενάγοντα και

  1. Automind Enterprises Ltd
  2. Σαββάκη Γεωργίου Εναγομένων Αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερ. 19.11.2012 Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου 2013 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Στέλιος Κ. Στυλιανού Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κα Μαρία Ιακώβου για κκ. Γεώργιο Τσίκκο & Μαρία Ιακώβου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση ο ενάγοντας - αιτητής ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 26.9.
  3. Η αίτηση ημερ. 26.9.2012 αφορά την έκδοση διατάγματος δέσμευσης περιουσίας των εναγομένων 1 μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής, στην οποία οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 στις 7.11.
  4. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.39 Θθ. 1 και 2 και τη Δ.48 Θθ. 1-4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στην αίτηση, τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης και ειδικότερα στο γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 ημερ. 7.11.2012 που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων, και ειδικότερα στις παραγράφους 3(Α),(Β),(Γ) και (Ε), 4(Δ) και (Ε), 5, 6, 8, 9, 10, 12, 13 και 14, εγείρει ισχυρισμούς και θέματα τα οποία είναι αναληθή, αβάσιμα και ασαφή και χρήζουν απάντησης και διευκρίνισης με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον αιτητή. Οι εναγόμενοι - καθ΄ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση, οι λόγοι της οποίας είναι ότι η αίτηση είναι αντικανονική, παράτυπη και λανθασμένη, δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση αυτής, δεν αποκαλύπτεται καλός λόγος για τον οποίο ζητείται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ούτε και επισυνάπτεται το περιεχόμενο αυτής. Επίσης η αίτηση δεν υποβάλλεται με καλή πίστη αλλά αποσκοπεί στην παρέλκυση της δικαστικής διαδικασίας και βασικά ο αιτητής επιχειρεί να διορθώσει λάθη και/ή ασάφειες στην αρχική ένορκη του δήλωση. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2, στην οποία απορρίπτει τη θέση του αιτητή ότι οι ισχυρισμοί στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων είναι αναληθείς, αβάσιμοι και ασαφείς, και υιοθετεί και αναλύει τους λόγους ένστασης. Κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος του αιτητή εισηγήθηκε ότι προβάλλεται καλός λόγος που να δικαιολογεί την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και δεν είναι αναγκαία η επισύναψη ή η παρουσίαση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, και προέβη σε ανάλυση και σχολιασμό σχεδόν όλων των παραγράφων της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 2 που αναφέρονται στην υπό κρίση αίτηση. Ο κ. Στυλιανού επίσης απέρριψε τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι η παρούσα αίτηση έγινε κακόπιστα και εξέφρασε τη θέση ότι η παρούσα αίτηση αποσκοπεί στην απάντηση από πλευράς του ενάγοντα στα αμφισβητούμενα γεγονότα και επομένως είναι ορθό και δίκαιο όπως αυτή εγκριθεί. Στη δική της αγόρευση η δικηγόρος των εναγομένων αρχικά επεσήμανε ότι η παρούσα αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία να φαίνονται τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται, και ακόμα ότι δεν αποκαλύπτεται καλός λόγος για την έγκριση αυτής. Η κα Ιακώβου ανέλυσε τους λόγους ένστασης και εισηγήθηκε ότι με την παρούσα αίτηση ο ενάγοντας επιδιώκει τη διόρθωση λαθών και ασαφειών που υπάρχουν στην προγενέστερη ένορκη του δήλωση για θέματα που ήταν εν γνώσει του κατά τη σύνταξη αυτής, κάτι το οποίο δεν είναι επιτρεπτό. Ήταν η θέση της κας Ιακώβου ότι η παρούσα αίτηση είναι αντικανονική και παντελώς αβάσιμη και θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Στη Δ.48 Θ. 2

(3)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών αναφέρονται οι περιπτώσεις στις οποίες αίτηση μπορεί να γίνει χωρίς να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, με παραπομπή στους Θθ. 8 και 9. Η παρούσα αίτηση, η οποία βασίζεται στη Δ.48 Θ. 4
(2), δεν περιλαμβάνεται σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου δεν χρειάζεται να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση. Η υπό κρίση αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που να περιέχει τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται, αλλά σε αυτή αναφέρεται ότι τα γεγονότα που τη στηρίζουν φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης με ειδική αναφορά στις παραγράφους της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 2, όπως αναφέρεται πιο πάνω. Σύμφωνα με τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, οι οποίες αναφέρονται πιο πάνω, θεωρώ ότι η παρούσα αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που να περιέχει τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται, με αποτέλεσμα η έλλειψη αυτής στην υπό κρίση περίπτωση να οδηγεί στη μη ύπαρξη πραγματικού υπόβαθρου στο οποίο αυτή να στηρίζεται και στο οποίο το Δικαστήριο να μπορεί να ανατρέξει για να αποφασίσει επί αυτής. Αυτή η παράλειψη οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη της αίτησης. Επιπλέον, και ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη, το Δικαστήριο θεωρεί ότι τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά στην ίδια την αίτηση δεν προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης, όπως η θέση του ενάγοντα στην υπό κρίση αίτηση. Τα γεγονότα στα οποία η παρούσα αίτηση στηρίζεται δεν φαίνονται από μόνα τους στον φάκελο της υπόθεσης, και συγκεκριμένα στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 ημερ. 7.11.2012, αλλά αυτά πρέπει να παρατεθούν, αναλυθούν και επεξηγηθούν από την πλευρά του ενάγοντα, κάτι το οποίο μπορεί να γίνει μόνο με ένορκη δήλωση. Επομένως το Δικαστήριο δεν υιοθετεί τη θέση της πλευράς του ενάγοντα ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου. Έστω και αν θεωρούσα ότι τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου, και πάλι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Η Δ.48 Θ. 4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίζεται η υπό κρίση αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «
(2)Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Στην απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.ά.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 510, αναφέρεται ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μία αίτηση ενδιάμεσης φύσης εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, αρχικά αναφέρω ότι δεν αποκαλύπτεται το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που η πλευρά του ενάγοντα επιθυμεί να καταχωρήσει, και δεν δίνονται οποιαδήποτε στοιχεία από τα οποία να διαφαίνεται το περιεχόμενο αυτής. Παρόλο που δεν είναι απαραίτητο να επισυνάπτεται αυτούσια η συμπληρωματική ένορκη δήλωση η οποία επιχειρείται να κατατεθεί, εν τούτοις το Δικαστήριο οφείλει να έχει ενώπιον του τα απαραίτητα στοιχεία για να γνωρίζει το περιεχόμενο αυτής. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Παπακόκκινου κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 242/2011, ημερ. 10.4.2012. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν δίνονται οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που ο ενάγοντας επιθυμεί να καταχωρήσει, και αυτό στερεί από το Δικαστήριο την ευκαιρία να το αξιολογήσει για να κρίνει κατά πόσο η καταχώρηση της δικαιολογείται. Επιπλέον η παρούσα αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και για τον λόγο ότι δεν αποκαλύπτεται καλός λόγος για την καταχώρηση αυτής. Ο καλός λόγος πρέπει να προκύπτει από τα γεγονότα τα οποία εξειδικεύονται και αναφέρονται έστω και περιληπτικά στην αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση και για τα οποία η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αναγκαία έτσι ώστε αυτά να απαντηθούν ή συμπληρωθούν με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στην υπό κρίση αίτηση αναφέρεται μόνο ότι οι συγκεκριμένες παράγραφοι στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων εγείρουν ισχυρισμούς και θέματα τα οποία είναι αναληθή, αβάσιμα και ασαφή και χρήζουν απάντησης και διευκρίνισης με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Θεωρώ ότι αυτή η θέση είναι πολύ γενική και αόριστη, και δεν προσδιορίζει ούτε επεξηγεί στο Δικαστήριο με οποιονδήποτε τρόπο πώς οι εν λόγω παράγραφοι καθιστούν την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αναγκαία. Η προσπάθεια του δικηγόρου του ενάγοντα να προβεί στην επεξήγηση και ανάλυση πλείστων των εν λόγω παραγράφων στην αγόρευση του δεν είναι ικανή να συμπληρώσει αυτή την αδυναμία και το κενό στην υπό κρίση αίτηση καθότι η αγόρευση του δικηγόρου δεν αποτελεί μαρτυρία και επομένως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο στο πλαίσιο εξέτασης της υπό κρίση αίτησης. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα - αιτητή όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας αγωγής. (Υπ.) ........................... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Πολιτική / Ενδιάμεση Απόφαση Αναφορά: Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.