← Κύπρος

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Χριστόδουλου Καραολή κ.α., Αρ. Αγωγής: 2723/12, 14/2/2013

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Χριστόδουλου Καραολή κ.α., Αρ. Αγωγής: 2723/12, 14/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A40 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 2723/12 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων και

  1. Χριστόδουλου Καραολή
  2. Μιλτιάδη Χριστοδούλου Κλεάνθους
  3. Αντρέα Χριστόδουλου Καραολή Eναγομένων Ημερομηνία: 14/2/2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές׃ κα Α. Κακογιάννη (για την απαγγελία της απόφασης κ. Χρ. Νεοκλέους) Για Εναγομένο 1/Καθ'ου η Αίτηση : κ. Γ. Χριστοδούλου (για την απαγγελία της απόφασης κα Ε. Ηλία) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την καταχώρηση της αγωγής που έγινε στις 20/6/2012, η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε διά κλήσεως στις 22/8/2012 και με αυτήν οι ενάγοντες επιδιώκουν εναντίον του εναγομένου 1 τις ακόλουθες θεραπείες׃ «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει τον εναγόμενο 1 από τον να πωλήσει και/ή μεταβιβάσει και/ή υποθηκεύσει σε τρίτο πρόσωπο και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο να αποξενώσει τα πιο κάτω περιγραφόμενα ακίνητα. α) υπ. αριθμό εγγραφής 2/260, Φ/Σχ. 54/49.06.02, Τεμ. 392, το όλο μερίδιο, διώροφη κατοικία που βρίσκεται στην ενορία Πέτρου και Παύλου, στην επαρχία Λεμεσού και β) υπ. αριθμό εγγραφής 4/275, Φ/Σχ. 54/49.06.04, Τεμ. 407, το όλο μερίδιο, διώροφη κατοικία που βρίσκεται στην ενορία Πέτρου και Παύλου, στην επαρχία Λεμεσού, μέχρι της πλήρους εκδίκασης, έκδοσης απόφασης και εκτέλεσης της στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό». Η αίτηση που αρχικά καταχωρήθηκε εναντίον όλων των εναγομένων, πριν από το στάδιο των αγορεύσεων αποσύρθηκε εναντίον των 2 και 3 και απορρίφθηκε άνευ βλάβης και έτσι προχώρησε σε ακρόαση μόνο για τον εναγόμενο
  4. Αυτή εδράζεται στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στη Δ.48 Θ.1, 2

(1),
(2),
(3)και 8
(1)ss και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Μ. Μιχαηλίδη, προϊσταμένου της διεύθυνσης διαχείρισης απαιτήσεων της υπηρεσίας των εναγόντων Λεμεσού-Πάφου. Η αίτηση η οποία από την αρχή συνάντησε την ένσταση όλων των εναγομένων και αφού καταχωρήθηκε εκ μέρους τους σχετική ειδοποίηση ένστασης, προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία μόνο σε σχέση με τον εναγόμενο 1 η οποία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται οι ενάγοντες συμπεριλαμβάνουν ως δικαιοδοτικό βάθρο της αίτησης το άρθρο 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Το συγκεκριμένο άρθρο, δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση αφού σκοπό έχει την προστασία της περιουσίας που είναι το αντικείμενο της αγωγής (βλ. Stavros Hotels No.1
(1994)1 AAΔ 389, Compania Portuguessa v. Sponsalia
(1987)1 CLR 11, Aιτ. Markass Car Hire Ltd
(2000)1 AAΔ 316 και Παναγίδου v. Παναγίδου
(2001)1 AAΔ 396), κάτι που δεν συμβαίνει στην εξεταζόμενη περίπτωση. Εφαρμογή δεν έχει επίσης τo άρθρο 7, αφού αυτό διέπει το ζήτημα προσωρινών διαταγμάτων που εκδόθηκαν για ανεπαρκείς λόγους, ούτε και το άρθρο 9 που διέπει το ζήτημα διαταγμάτων που εκδίδονται χωρίς ειδοποίηση. Ορθό δικαιοδοτικό βάθρο της αίτησης αποτελούν συνεπώς το άρθρο 5 του Κεφ. 6, καθώς και το άρθρο 32 του Ν.14/60, ο συσχετισμός των οποίων εξετάσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε διάφορες υποθέσεις (βλ. Ευριπίδης Φ. Ζεμενίδης v. Άννας Ζεμενίδη
(1992)1 ΑΑΔ 54) όπου και καθορίζεται ότι η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι ευρύτερη αυτής που παρέχεται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ. 6, κάθε Δικαστήριο έχει εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να εκδώσει εναντίον εναγομένου διάταγμα με το οποίο να δεσμεύεται ακίνητη περιουσία ή μέρος της, όση είναι κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου απαραίτητη για να είναι δυνατή η ικανοποίηση ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης (βλ. Καλογήρου v. CCC Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 AAΔ 1237). Για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο, είναι πιθανό ο ενάγοντας να εμποδιστεί να ικανοποιήσει την απόφαση που δυνατό να εκδοθεί υπέρ του, κάτι που αποτελεί και σκοπό του άρθρου αυτού. Στην υπόθεση Τσιολάκκης κ.α. v. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 782, υποδεικνύεται ότι ο όρος «καλή αιτία αγωγής» (good cause of action) στο άρθρο 5 του Kεφ. 6, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60. Και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case). Το άλλο στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί για την παρεμπόδιση αποξένωσης γης βάσει του άρθρου 5
(2)του Κεφ.6, είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντα. Η ύπαρξη του στοιχείου αυτού, για την ύπαρξη δηλαδή, πιθανότητας να εμποδιστεί ο Ενάγοντας στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, αντιστοιχεί ουσιαστικά στη 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, τη δυσκολία δηλαδή απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. 'Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 ΑΑΔ 785, εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχόμενα θα εκδοθεί ή όπως λέχθηκε στην απόφαση Τσιολάκκης πιο πάνω, εκείνο που απαιτείται είναι η «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος». Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32, έχουν καθορισθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Οδυσσέως v. Πιερής Estates
(1982)1 AAΔ 557, Μ. Δημητρίου κ.α. v. Royal Ris Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1164, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741). Στην κλασσική για το θέμα απόφαση Οδυσσέως πιο πάνω, επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32, απαιτείται να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση (β) να υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Αναλύοντας το Ανώτατο Δικαστήριο τις πιο πάνω προϋποθέσεις ανάφερε ότι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, ενώ η τρίτη προϋπόθεση είναι η αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 ΑΑΔ 704, αποφασίσθηκε ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο και ότι το πρόσωπο που επιζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για εκδίκαση κάποιου συντηρητικού διατάγματος, η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων βαρύνει πάντοτε τους ώμους του αιτητή (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) AAΔ.1377). Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ούτε και προχωρεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με την αξιοπιστία (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Κατά την εκδίκαση αιτήσεων αυτής της φύσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων (βλ. C.T.Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) ΑΑΔ 853). Η ύπαρξη απλώς των θεσμικών αυτών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή αλλά το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο θα πρέπει πρόσθετα να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)2 CLR 557, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255), το οποίο πάντοτε στοχεύει στην εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης και θα κριθεί με βάση πάντα τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, Bacardi v. Vinko
(1996)ΑΑΔ 788, C.T. Tobacco v. Εταιρεία Εκδόσεων Αρκτίνος
(2003)1 ΑΑΔ 853 και Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos
(2002)1(B) ΑΑΔ 136). Σε σχέση με το βάρος απόδειξης σε τέτοιου είδους υποθέσεις λέχθηκε στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού,
(2002)1Γ ΑΑΔ 1980 ότι: «Η μαρτυρία της εφεσείουσας ήταν αντινομική και το Δικαστήριο δεν μπορούσε να αγνοήσει τον αντινομικό χαρακτήρα της εν λόγω μαρτυρίας. Ο εφεσίβλητος με την ένορκη δήλωσή του αρνήθηκε τους βασικούς ισχυρισμούς της, θέτοντας μια άλλη εκδοχή. Όμως τα θέματα, οι ασάφειες και οι αντιφάσεις παρέμειναν αδιευκρίνιστες, αφού η εφεσείουσα, που είχε το βάρος απόδειξης, δεν έκαμε χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.48 θ.8». Θα προχωρήσω λοιπόν να εξετάσω την αίτηση με βάση τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης ξεκινώντας πρώτα από αυτούς που σχετίζονται με την ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση. Υποστηρίχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου 1 ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί βασιζόμενο στη μαρτυρία του ενόρκως δηλούντα να εξαγάγει ασφαλή συμπεράσματα ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης καθότι σε αυτήν προβάλλονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης αυτής δήλωσης οι προβαλλόμενοι διαζευκτικοί ισχυρισμοί αφορούν το είδος των παραχωρηθέντων πιστωτικών διευκολύνσεων. Ότι όμως όντως πιστωτικές διευκολύνσεις παραχωρήθηκαν στον εναγόμενο 1, είναι γεγονός που γίνεται παραδεκτό στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ενώ παραδεκτή γίνεται επίσης η υπογραφή των διαφόρων εγγράφων επί των οποίων οι ενάγοντες βασίζουν την απαίτηση τους (Τεκμήρια Α-Ζ στην αίτηση) και σε αμφισβήτηση τίθεται απλώς το ύψος του οφειλόμενου υπολοίπου. Ενόψει τούτου κρίνεται ότι η προβολή διαζευκτικών ισχυρισμών για το ζήτημα αυτό δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την εξαγωγή συμπεράσματος ότι όντως οι ενάγοντες παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 με τις προσωπικές εγγυήσεις των εναγομένων 2 και 3 πιστωτικές διευκολύνσεις αφού και όπως προαναφέρεται τούτο είναι γεγονός παραδεκτό. Υποστηρίζεται ακόμα ότι η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι παράτυπη γιατί ο ενόρκως δηλών δεν αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών του. Σύμφωνα με τα όσα ο τελευταίος προβάλλει στην παράγραφο 1 της ένορκης του δήλωσης, έχει προβεί σε αυτήν με βάση τα έγγραφα που αφορούν την υπόθεση και τα οποία έχει στην κατοχή του, την προσωπική του γνώση καθώς επίσης και τις νομικές συμβουλές που έλαβε από τους δικηγόρους των εναγόντων. Πιο κάτω και συγκεκριμένα στις παραγράφους 3, 4 και 5 κάνει επίσης αναφορά σε έρευνα που έχουν κάμει οι ενάγοντες και σε εκτίμηση ειδικού εκτιμητή για την αξία των ακινήτων. Δεν μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί ότι ο ενόρκως δηλών δεν έχει αποκαλύψει την πηγή της πληροφόρησης του όπως υποστηρίζει ο εναγόμενος 1 έτσι ώστε να πρέπει να εξετασθούν οι συνέπειες του ζητήματος. Και αυτό γιατί σαφώς προσδιορίζει από πού αντλεί γνώση των γεγονότων για τα οποία ορκίζεται και είναι εκτός από όσα γνωρίζει προσωπικά, τα έγγραφα της υπόθεσης, οι νομικές συμβουλές που έλαβε από τους δικηγόρους των εναγόντων και η εκτίμηση εκτιμητή ακινήτων. Άλλοι προβαλλόμενοι, υπό στοιχεία (λ) και (ν) λόγοι ένστασης είναι ότι οι ενάγοντες δεν ήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντιβαίνει των προνοιών του Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003, Ν. 197
(1)/2003. Όμως καμία μαρτυρία δεν υπάρχει στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την ένσταση που να τους προσδιορίζει και η οποία να υποδεικνύει τι απέκρυψαν οι ενάγοντες και γιατί η έκδοση του διατάγματος αντιβαίνει στις πρόνοιες του προαναφερθέντος Νόμου. Ως εκ τούτου οι λόγοι αυτοί δεν μπορούν να εξετασθούν. Επιπρόσθετα και σε σχέση με τον ισχυρισμό του εναγόμενου 1 για απόκρυψη από τους ενάγοντες ουσιωδών γεγονότων, θα πρέπει να λεχθεί ότι η υποχρέωση αποκάλυψης στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) έχει καταλυτική σημασία στις περιπτώσεις που ο διάδικος αποτείνεται και εξασφαλίζει διάταγμα μονομερώς. Είναι σε αυτές τις περιπτώσεις που ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein ν. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 οι οποίες και όπως προαναφέρεται συσχετίζονται με αυτές του άρθρου 5 του Κεφ. 6. Λαμβάνοντας υπόψη τους εκατέρωθεν προβαλλόμενους ισχυρισμούς, τα γεγονότα όπως διαγράφονται μέσα από αυτούς καθώς και την ποιότητα της προσκομισθείσας από το κάθε διάδικο μέρος μαρτυρίας, κρίνεται ότι καταδεικνύεται τόσο η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση καθώς επίσης και πιθανότητες επιτυχίας. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγω λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη ότι ο εναγόμενος 1 αποδέχεται ότι παραχωρήθηκαν σε αυτόν από τους ενάγοντες τραπεζικές διευκολύνσεις και κύρια αποδέχεται την ύπαρξη χρεωστικού υπολοίπου. Όπως αναφέρει στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την ένσταση «..οι προσωπικές μας εγγυήσεις είναι πέραν του χρεωστικού υπολοίπου που οφείλεται από τον εναγόμενο 1 και εξασφαλίζεται με τις προσωπικές εγγυήσεις του εναγομένου 2 και εμένα» (δηλαδή του εναγομένου 3), ενώ όπως προκύπτει από την παράγραφο 12 της ίδιας ένορκης δήλωσης, εκείνο που αμφισβητείται είναι το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου λόγω παράνομων και υπερβολικών χρεώσεων στις οποίες όπως ισχυρίζεται προέβησαν οι ενάγοντες. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγω χωρίς να παραγνωρίζω ότι σε άλλο σημείο της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την ένσταση και συγκεκριμένα στην παράγραφο 6 αυτής, αμφισβητείται η νομιμότητα του τερματισμού της λειτουργίας του λογαριασμού. Και αυτό γιατί ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός, τίθεται με μεγάλη γενικότητα και αοριστία. Ενόψει λοιπών όλων των πιο πάνω, κρίνεται ότι τόσον η 1η όσο και η 2η προϋπόθεση που τίθενται από το άρθρο 32 πληρούνται, αφού όπως και να αντικριστεί το ζήτημα είναι αποδεκτό ότι υπάρχει χρεωστικό υπόλοιπο στον συγκεκριμένο λογαριασμό. Σε σχέση με την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, στην υπόθεση Phasarias (Automative Centre) Ltd v. Σκυροποιϊα ''Λεωνίκ'' Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785, προσδιορίσθηκε ότι: «Δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση των εναγομένων για αποξένωση ή επιβάρυνση ― Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος». Όπως δε αναφέρθηκε στην Τσολάκκης κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 782, εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίων στην ικανοποίηση τέτοιας απόφασης. Στην εξεταζόμενη περίπτωση οι ενάγοντες επιδιώκουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ισχυριζόμενοι στις παραγράφους 3 και 6 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση ότι η μοναδική εξασφάλιση που έχουν και είναι οι προσωπικές εγγυήσεις των εναγομένων 2 και 3 οι οποίες όμως δεν είναι επαρκείς καθότι και οι τρεις εναγόμενοι βρίσκονται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση, η οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να τιμήσουν τις υποχρεώσεις τους κατά τον χρόνο τερματισμού της λειτουργίας του λογαριασμού. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι έρευνα στην οποία οι ενάγοντες έχουν προβεί δεν έχει αποκαλύψει άλλη κινητή ή ακίνητη περιουσία των εναγομένων. Αποτελεί πρόσθετη θέση των εναγόντων ότι στην περίπτωση που το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδοθεί «θα είναι πολύ δύσκολο και πολύ πιθανόν αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο λόγω κυρίως της αδυναμίας των εναγομένων να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και του κινδύνου να αποξενώσουν την περιουσία τους, είτε πωλώντας την, είτε υποθηκεύοντας την δια δωρεάς σε συγγενικά τους πρόσωπα, με τρόπο ώστε οι ενάγοντες να μείνουν ανικανοποίητοι» και ότι οι εναγόμενοι «θα συνεχίσουν να μην ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους και συνεπώς είναι επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για να αποφευχθεί πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στους ενάγοντες». Σε απάντηση των ισχυρισμών αυτών των εναγόντων, ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι οι προσωπικές εγγυήσεις που δόθηκαν από τους εναγόμενους 2 και 3, είναι επαρκείς και ότι με το επιδιωκόμενο να εκδοθεί διάταγμα, επιδιώκεται η ενίσχυση των ήδη υφιστάμενων εξασφαλίσεων. Σύμφωνα με τη θέση του οι προσωπικές εγγυήσεις των εναγομένων 2 και 3 είναι πέραν του χρεωστικού υπολοίπου και επομένως δεν υπάρχει πιθανότητα μη ικανοποίησης της απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί. Όπως προκύπτει από την ένορκο δήλωση που στηρίζει την ένσταση και παρά την προβολή των πιο πάνω ισχυρισμών, ο εναγόμενος 1 δεν απαντά με θετικό τρόπο σε ουσιώδεις ισχυρισμούς των εναγόντων, ότι δηλαδή και οι τρεις εναγόμενοι βρίσκονται σε δυσμενή οικονομική θέση και ότι αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Ούτε και αναφέρει με θετική μαρτυρία ότι δεν υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας του, είτε με πώληση, είτε με υποθήκευση, είτε με δωρεά. Εκείνο που περιορίζεται και προβάλλει είναι ότι οι προσωπικές εγγυήσεις των εναγομένων 2 και 3 είναι επαρκείς και ότι τα ακίνητα των οποίων επιδιώκεται η δέσμευση, είναι υποθηκευμένα προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου. Το γεγονός όμως αυτό, της υποθήκευσης δηλαδή των ακινήτων, δεν μπορεί εκ προοιμίου να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης τους. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Κ. Καλογήρου v. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1B AAΔ.1237, «Το γεγονός ότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο δε διαφοροποιούσε το ζήτημα, ούτε απέκλειε τον κίνδυνο αποξένωσης, όπως εισηγήθηκε ο εφεσείων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά διαπίστωσε στην απόφαση του ότι ο εφεσείων, για τον κίνδυνο να παρεμποδιστεί η ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης, δεν έδωσε οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με την κατοχή άλλης περιουσίας. Ότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο, από μόνο του, δεν εξουδετέρωνε την πρόθεση αποξένωσης». Όπως προαναφέρεται ο εναγόμενος 1 παραλείπει εντελώς να δώσει οποιαδήποτε στοιχεία για την οικονομική του κατάσταση, αν κατέχει ή όχι οποιαδήποτε άλλη περιουσία, ούτε ακόμα εκδηλώνει την πρόθεση του σε σχέση με την πιθανότητα αποξένωσης της περιουσίας της οποίας επιδιώκεται η δέσμευση με οποιοδήποτε τρόπο. Καμία απολύτως θετική μαρτυρία έχει προσφερθεί και σε σχέση με τη δυνατότητα του, να μπορέσει να ικανοποιήσει μελλοντική δικαστική απόφαση που τυχόν θα εκδοθεί εναντίον του. Περιορίζεται μόνο και προβάλλει ως επαρκείς τις εξασφαλίσεις που έχουν δοθεί από τους εναγομένους 2 και 3, χωρίς όμως και πάλι να αναφέρει και οτιδήποτε άλλο που να επιβεβαιώνει την επάρκεια αυτή. Σημαντικό είναι ότι ενώ αναφέρει για την επάρκεια των προσωπικών αυτών εγγυήσεων των εναγομένων 2 και 3 παραλείπει να αναφέρει που βασίζεται η επάρκεια τους αυτή, στα εισοδήματα π.χ. που αυτοί έχουν από την εργασία τους ή άλλους πόρους. Με όλα όσα έχει αναφέρει και όσα έχει παραλείψει να προβάλει δεν έχει πετύχει να καταδείξει δυνατότητα του να ικανοποιήσει απόφαση που τυχόν θα εκδοθεί εναντίον του, ούτε και πουθενά με θετικό τρόπο αναφέρει ότι υπάρχει τέτοια δυνατότητα. Και τούτου λαμβανομένου υπόψη ότι και όπως προαναφέρεται, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι όλοι οι εναγόμενοι βρίσκονται σε δυσχερή οικονομική θέση δεν αντικρούεται με άλλη θετική μαρτυρία παρά μόνο με γενική άρνηση. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Τσιολή κ.α. v. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 782 εκείνο που απαιτείται «είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος» (βλ. Γ. Φετοκάκη v. Λάμπρου Χριστοφή κ.α. Π.Ε. 12026/8.9.06, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ v. Benflect Enterprises Ltd, 2006
(1)ΑΑΔ
  1. Eπί του σημείου αυτού οι ενάγοντες επικαλούνται όσα πιο πάνω αναφέρονται και εκθέτουν τους λόγους που σύμφωνα με τη θέση τους θα εμποδιστούν να ικανοποιήσουν την απόφαση που ενδεχόμενα εκδοθεί υπέρ τους. Λαμβάνοντας υπόψη τους εκατέρωθεν προβαλλόμενους ισχυρισμούς, κρίνεται ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και καθώς επίσης και η δεύτερη του άρθρου 5 του Κεφ.
  2. Και αυτό χωρίς να παραγνωρίζονται τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση Marketrends (Capital Market) Ltd v. Mιχάλη Γεωργίου
(2002)1 ΑΑΔ 1759, ότι δηλαδή, « .. Η εξουσία του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για έκδοση προσωρινού διατάγματος έξω από τα όρια του Άρθρου 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους». Η ύπαρξη απλώς των θεσμικών αυτών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή αλλά το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο θα πρέπει πρόσθετα να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)2 CLR 557, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Θεωρή
(1989)ΑΑΔ 1(Ε) 255), το οποίο πάντοτε στοχεύει στην εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης και κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Κώστα Καλογήρου v. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd,
(2005)1 ΑΑΔ 11895, «.....δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί». Αποτελεί λόγο ένστασης ότι υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Η ισχυριζόμενη αυτή καθυστέρηση θα πρέπει να συνυπολογισθεί σε συνάρτηση με το ισοζύγιο της ευχέρειας και λαμβανομένων υπόψη ότι ο τερματισμός της λειτουργίας του λογαριασμού, έγινε στις 19/4/2012, το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 20/6/2012 και η υπό κρίση αίτηση στις 22/8/
  1. Είναι νομολογημένο ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας, δυνατό να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος. Στην υπόθεση Bacardi, πιο πάνω αναλύονται οι συνέπειες της καθυστέρησης για έναρξη διαδικασίας σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Στην υπόθεση αυτή παρότι βρέθηκε ότι συνέτρεχαν οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης που ανερχόταν στα δύο χρόνια και στους τέσσερεις μήνες. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ιδιαίτερα τον χρόνο που παρήλθε μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης που έγινε 2 μήνες μετά την καταχώρηση του κλητηρίου και τέσσερεις μήνες από τον τερματισμό, χρόνος που δεν μπορεί να λογισθεί ότι συνιστά καθυστέρηση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η αίτηση καταχωρήθηκε διά κλήσεως, ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός του εναγομένου 1 ότι η έκδοση του διατάγματος θα του προκαλέσει οποιαδήποτε ταλαιπωρία ή δυσκολία, αντίθετα αφήνεται να νοηθεί ότι λόγω της ύπαρξης των υποθηκών δεν είναι εκ των πραγμάτων δυνατή η αποξένωση των ακινήτων και συνυπολογίζοντας όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, θεωρώ ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης του διατάγματος. Ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι και στον χρόνο που μεσολάβησε δημιουργήθηκε οποιαδήποτε κατάσταση πραγμάτων που θα πρέπει να διατηρηθεί έτσι ώστε να μην δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ισχυρίζεται ο εναγόμενος 1 ότι οι ενάγοντες επιδιώκουν την δέσμευση περιουσίας πολλαπλάσιας αξίας από το ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο. Θα πρέπει συνεπώς να εξετασθεί το ζήτημα αυτό, λαμβανομένων υπόψη του ύψους της απαίτησης και της αξίας της περιουσίας της οποίας αξιώνεται η δέσμευση. Στην υπόθεση C. Phasarias, πιο πάνω, λέχθηκε ότι η μεγάλη διαφορά μεταξύ ακινήτου και αξίωσης, δεν συνιστά εμπόδιο στην έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: « Αυτό δε σημαίνει πως αν ήταν μεγάλη η διαφορά μεταξύ της αξίας του ακινήτου και της αξίωσης δεν θα ήταν σε καμία περίπτωση δυνατόν να εκδοθεί τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα. Δεν υπάρχει τέτοιος περιορισμός από το Άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  2. Το άρθρο 5 αναφέρεται σε αποξένωση τόσης ακίνητης περιουσίας ώστε να αποφεύγεται η δέσμευση περιουσίας πέραν εκείνης που, εφόσον δεσμευτεί, θα απομακρύνει τον κίνδυνο μη ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης». Στη συγκεκριμένη περίπτωση το ποσό που αξιώνεται με την αγωγή ανέρχεται στις €88.971.
  3. Σύμφωνα δε με εκτίμηση που ετοιμάσθηκε μετά από οδηγίες των εναγόντων η αξία του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 2/260, τεμάχιο 392 υπολογίζεται σε τιμή καταναγκαστικής πώλησης σε €255.000 και του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 4/275, τεμάχιο 407 σε €450.000=. Λαμβάνοντας υπόψη το ύψος της απαίτησης παράλληλα με την αξία αυτή των δύο ακινήτων που προκύπτει από μαρτυρία που οι ίδιοι οι ενάγοντες έχουν προσκομίσει, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως το διάταγμα που θα εκδοθεί περιορισθεί μόνο στο ½ μερίδιο του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 2/260 τεμάχιο
  4. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ο εναγόμενος 1 εμποδίζεται από το να πωλήσει και/ή μεταβιβάσει και/ή υποθηκεύσει σε τρίτο πρόσωπο και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο να αποξενώσει το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 2/260, Φ/Σχ. 54/49.06.02, Τεμ. 392, το ½ μερίδιο διώροφης κατοικίας που βρίσκεται στην ενορία Πέτρου και Παύλου, στην επαρχία Λεμεσού, μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής. Τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου 1 και να είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής civii/interim sybject:interim order cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.