← Κύπρος

LP MK TRADING CO LIMITED ν. Λυγία Πατούνα, Αρ. Αγωγής: 2369/05, 8/2/2013

LP MK TRADING CO LIMITED ν. Λυγία Πατούνα, Αρ. Αγωγής: 2369/05, 8/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A34 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2369/05 Μεταξύ: LP & MK TRADING CO LIMITED, από την Λευκωσία Ενάγοντες και Λυγία Πατούνα, από την Λεμεσό Εναγόμενη Ημερομηνία: 8.2.13 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη / Αιτήτρια: κα Ελ. Σκούλου για κκ Φιόνα Νικολάου & Σία (για να ακούσει την απόφαση η κα Στάθια Δημοφάνους) Για την Ενάγουσα εταιρεία / Καθ' ης η αίτηση: καμία εμφάνιση -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε από την Εναγόμενη / Αιτήτρια με την οποία εξαιτείται: (α) αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.8.11 μέχρι την εκδίκαση της έφεσης που καταχωρήθηκε εναντίον της πιο πάνω πρωτόδικης απόφασης στις 3.10.11 και (β) αναστολή εκτέλεσης της διαταγής που το Δικαστήριο εξέδωσε δυνάμει της πιο πάνω απόφασής του με την οποία επιδικάσθηκαν έξοδα αγωγής και απόφασης υπέρ της Ενάγουσας εταιρείας / Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης / Αιτήτριας μέχρι την εκδίκαση της πιο πάνω έφεσης. Η αίτηση βασίζεται στην Δ.35, θ.18, Δ.48, θ.8

(1)(ee) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της ίδιας της Αιτήτριας. Σύμφωνα με την Αιτήτρια στις 22.8.11 εκδόθηκε στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής απόφαση εναντίον της και υπέρ της Καθ' ης η αίτηση για το ποσό των Ευρώ 8.032,14 σεντ πλέον τόκους πλέον δικηγορικά έξοδα. Στις 3.10.11 η Αιτήτρια καταχώρησε έφεση εναντίον της πιο πάνω απόφασης συμπεριλαμβανομένης και της διαταγής αναφορικά με τα έξοδα. Εξ' όσων η δικηγόρος της την συμβουλεύει έχει καλή υπόθεση, βάσιμους λόγους και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας στην έφεσή της. Υπό τις περιστάσεις η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων δεν θα βλάψει τα συμφέροντα της Καθ' ης η αίτηση. Επίσης, είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθότι αν εκτελεσθεί η απόφαση και η Αιτήτρια υποχρεωθεί να καταβάλει στην Καθ' ης η αίτηση και τα έξοδα της δίκης θα προκληθεί τέτοια αδικία εις βάρος της που σε περίπτωση που η έφεσή της πετύχει δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η Αιτήτρια επισυνάπτει στην ένορκο της δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αντίγραφο της Ειδοποίησης Έφεσής της - Τεκμήριο Α. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση, η οποία συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Αντώνη Κυνηγού, διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση, και εξουσιοδοτημένου από αυτήν όπως προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, από τώρα και στο εξής «ο ενόρκως δηλών». Στο σώμα της Ειδοποίησης παρατίθενται οι λόγοι στους οποίους αυτή εδράζεται σύμφωνα με την Διάταξη 48, θεσμό 4
(1)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Αυτοί είναι οι ακόλουθοι: η αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και ελλιπής τα γεγονότα που επικαλείται η Αιτήτρια δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και/ή αποσκοπεί στην καθυστέρηση της απονομής της δικαιοσύνης δεν υφίστανται οι ειδικές εκείνες περιστάσεις (special circumstances) οι οποίες δικαιολογούν την στέρηση από την Καθ' ης η αίτηση των καρπών της επιτυχίας της. Με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ο ενόρκως δηλών υιοθετεί όλους τους λόγους ένστασης οι οποίοι εκτίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης Ένστασης. Διαφωνεί και απορρίπτει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και θέση του είναι ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες. Από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση παραδέχεται μόνο ότι στις 22.8.11 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας για τα ποσά που η Αιτήτρια αναφέρει στην ένορκό της δήλωση, ότι στις 3.10.11 η Αιτήτρια καταχώρησε έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης και, τέλος, ότι η Ειδοποίηση Έφεσης που η Αιτήτρια καταχώρησε είναι το Τεκμήριο Α. Ισχυρίζεται, επίσης, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: η Αιτήτρια δεν έχει πιθανότητες να πετύχει στην έφεσή της, ο κυριότερος δε λόγος που προέβη στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης είναι η επίτευξη καθυστέρησης στην είσπραξη από την Καθ' ης η αίτηση του λαβείν της δυνάμει της πρωτόδικης απόφασης στην παρούσα περίπτωση δεν υφίστανται οι ειδικές εκείνες περιστάσεις οι οποίες δικαιολογούν την αποστέρηση από την Καθ' ης η αίτηση των καρπών της επιτυχίας της και ούτε τυχόν επιτυχία της Αιτήτριας στην έφεση της θα καταστεί άνευ αντικρίσματος από πληρωμή στην Καθ' ης η αίτηση των προς όφελός της δυνάμει της πρωτόδικης απόφασης επιδικασθέντων ποσών. Η Καθ' ης η αίτηση δικαιούται, επομένως, εκτέλεσης της απόφασης άνευ όρων και/ή απρόσκοπτα άνευ βλάβης των όσων αποτελούν θέση της Καθ' ης η αίτηση αν το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει υπέρ της έγκρισης της υπό κρίση αίτησης η Αιτήτρια θα πρέπει να διαταχθεί να παράσχει επαρκή εγγύηση προς την Καθ' ης η αίτηση για το ποσό που επιδικάσθηκε υπέρ της από το Δικαστήριο και καταβάλει αμέσως το ποσό των δικηγορικών εξόδων. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η Καθ' ης η αίτηση εξαιτείται την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης με έξοδα υπέρ της και εναντίον της Αιτήτριας. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τις θέσεις του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Με την αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση προώθησε την θέση ότι καμία βάσιμη αναφορά δεν γίνεται από την Αιτήτρια στην ένορκό της δήλωση ως προς την προοπτική επιτυχίας της έφεσής της και ότι ο ισχυρισμός της περί αδικίας και μη απονομής δικαιοσύνης σε περίπτωση που η απόφαση εκτελεσθεί και η Αιτήτρια υποχρεωθεί να καταβάλει στην Καθ' ης η αίτηση το εξ' αποφάσεως χρέος ομού μετά των επιδικασθέντων εξόδων είναι γενικός και αόριστος. Καταληκτική του θέση είναι ότι οι πιο πάνω αναφορές είναι, μεταξύ άλλων, γενικές και αόριστες και δεν συνηγορούν στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν απόκλιση από τον γενικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο ο επιτυχών διάδικος έχει το δικαίωμα να εκτελέσει υπέρ του εκδοθείσα απόφαση. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ ότι οι πρώτοι δύο λόγοι ένστασης καθώς και ο τέταρτος δεν προωθήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση κατά την αγόρευσή του και ότι για τον λόγο αυτό αυτοί θα πρέπει να θεωρηθούν ως εγκαταλειφθέντες. Η εξέτασή τους, επομένως, κρίνεται περιττή. Τουναντίον, κρίνω πως οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης προωθήθηκαν με την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνήγορου της Καθ' ης η αίτηση. Προχωρώ, λοιπόν, ευθύς αμέσως να εξετάσω τον τρίτο και πέμπτο λόγο ένστασης. Σημειώνεται ότι οι λόγοι αυτοί είναι επάλληλοι. Η Διάταξη 35, θεσμός 18 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί του οποίου στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση προνοεί ως ακολούθως: «Η έφεση δεν λειτουργεί ως αναστολή εκτέλεσης ή των διαδικασιών που γίνονται δυνάμει της απόφασης που εφεσιβάλλεται εκτός εάν διαταχθεί από το Δικαστήριο η απόφαση του οποίου εφεσιβάλλεται ή από το Εφετείο ή από Δικαστή είτε του ενός είτε του άλλου Δικαστηρίου. Και καμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία δεν θα ακυρώνεται εκτός στην έκταση που το Δικαστήριο η απόφαση του οποίου εφεσιβάλλεται δύναται να διατάξει. Προτού εκδοθεί διάταγμα αναστολής εκτέλεσης το πρόσωπο που εξασφαλίζει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εξασφάλιση όπως αυτή δύναται να καθορισθεί (αν έχει καθορισθεί). Αν η εξασφάλιση πρόκειται να δοθεί υπό μορφή γραμματίου, το γραμμάτιο θα πρέπει να γίνει προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου εκδόθηκε η εφεσιβαλλόμενη απόφαση». Οι αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου επί του θέματος παρατίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Παναγιώτα Νεοφύτου ν. Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 ΑΑΔ 592, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147, Elpida Charalambous v. C. Nicolaides and A. Neophytou Co
(1985)1 CLR 737, Iacovos Aristidou v. Niki Aristidou
(1985)1 CLR 649, Βερεγγάρια Παπακοκκίνου ν. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 513 και Loukos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 101). Στην υπόθεση Νίκος Σταύρου Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1978 οι πιο πάνω αρχές συνοψίσθηκαν ως ακολούθως: «(α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Το δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες· ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 Α.Α.Δ. 955, ειπώθηκαν τα εξής: "Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας." Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης». Στην υπόθεση Παναγιώτα Νεοφύτου ν. Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 ΑΑΔ 592 λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 597-598: «Η άσκηση έφεσης δεν αναιρεί ούτε αναστέλλει την πρωτόδικη απόφαση. Η απόφαση παραμένει ισχυρή και διατηρεί τον τελεσίδικό της χαρακτήρα μέχρι την τροποποίηση, ή ανατροπή της από το Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του. Οποιαδήποτε τροποποίηση ή ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης έχει αναδρομική ισχύ και συνεπάγεται ανάλογα με την περίπτωση την αναδιαμόρφωση της πρωτόδικης απόφασης. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της δικαιοσύνης. Την διασφάλιση, αφενός, του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στον διάδικο που έχει επιτύχει τον καρπόν της επιτυχίας του και την εξασφάλιση, αφετέρου, της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι αρχές αυτές καθώς και η νομολογία επεξηγούνται στην υπόθεση Ε.Υ.R.I.K. and others v. Kotsonis*. Ο συγκερασμός των δύο αρχών επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέψει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρος του ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο». Αναφορικά με τα έξοδα διαφωτιστική είναι η απόφαση στην υπόθεση Νίκος Σταύρου Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1978, που πιο πάνω μνημονεύεται, όπου αναφέρθηκε, ότι η πρακτική που ακολουθούν τα Επαρχιακά Δικαστήρια σε παρόμοιες περιπτώσεις είναι ανάλογη προς ό,τι εφαρμόζεται στην Αγγλία πάνω στο ίδιο θέμα (Βλ. Annual Practice 1956, Ord. 58, r.16). Ο αποτυχών διάδικος καταβάλλει τα έξοδα που το Δικαστήριο επιδίκασε εναντίον του και ο δικηγόρος που εισπράττει το ποσό αναλαμβάνει ρητή υποχρέωση συμμόρφωσης με οποιαδήποτε οδηγία ή διαταγή του Εφετείου αναφορικά με τα έξοδα στα πλαίσια εκδίκασης της έφεσης (Βλ. Grant v. Banque Franco-Egyptienne
(1878)3 C.P.D. 202 και Hood-Barrs v. Crossman
(1897)A.C. 172). Στην υπόθεση Νίκος Σταύρου Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1978, που πιο πάνω μνημονεύεται, οι εναγόμενοι / εφεσίβλητοι πέτυχαν την αναστολή υπό όρους απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον τους και υπέρ του ενάγοντα / εφεσείοντα για ποσό Λ.Κ.368.042,65 σεντ πλέον τόκους και έξοδα. Το εν λόγω ποσό αντιπροσώπευε τις ζημιές που υπέστη ο εφεσείων σε εργατικό ατύχημα. Οι εφεσίβλητοι ήταν οι εργοδότες του. Εναντίον της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε έφεση και αντέφεση. Οι όροι που τέθηκαν από το Δικαστήριο ήταν όπως οι εφεσίβλητοι πληρώσουν στον εφεσείοντα Λ.Κ.100.000,00 σεντ σε μετρητά και παράσχουν τραπεζική εγγύηση για το ποσό των Λ.Κ.100.000,00 σεντ. Ο εφεσείων καταχώρησε έφεση με την οποία αμφισβήτησε την ορθότητα της απόφασης για αναστολή. Υποστήριξε ότι (α) λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έθεσε όρο για παροχή τραπεζικής εγγύησης για ολόκληρο το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους μετά την αφαίρεση των Λ.Κ.100.000,00 σεντ που το Δικαστήριο διέταξε να καταβληθούν και (β) λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν περιέλαβε στους όρους αναστολής εκτέλεσης την καταβολή των εξόδων που είχαν επιδικασθεί υπέρ του. Το Εφετείο δικαίωσε πλήρως τον εφεσείοντα. Διέταξε την παροχή τραπεζικής εγγύησης προς τον εφεσείοντα για ολόκληρο το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους των εφεσιβλήτων μετά την αφαίρεση του ποσού των Λ.Κ.100.000,00 σεντ, η πληρωμή του οποίου είχε ήδη διαταχθεί, και διέταξε τους εφεσίβλητους όπως εντός 45 ημερών πληρώσουν στο δικηγόρο του εφεσείοντα τα έξοδα που είχαν επιδικαστεί πρωτοδίκως υπέρ του εφεσείοντα και εναντίον των εφεσιβλήτων αφού δηλωνόταν προηγουμένως από το δικηγόρο του εφεσείοντα που θα εισέπραττε τα έξοδα είτε ενώπιον του Εφετείου είτε ενώπιον του Πρωτοκολλητή ότι θα συμμορφωνόταν με οποιαδήποτε οδηγία ή διαταγή που το Εφετείο ήθελε εκδώσει στα πλαίσια της έφεσης αναφορικά με τα έξοδα. Σύμφωνα με την Αιτήτρια αυτή έχει «καλή υπόθεση, βάσιμους λόγους και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας στην έφεσή της». Την θέση αυτή δεν συμμερίζεται η Καθ' ης η αίτηση. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα η Αιτήτρια δεν έχει πιθανότητες να πετύχει στην έφεσή της. Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147 διασαφηνίσθηκε, ότι η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγοντας. Το ορθό κριτήριο για την παροχή δικαστικής αναστολής έγκειται στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Πρώτο, της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε. Και δεύτερο, την ανάγκη η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει την σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρυσμα (Βλ. Πραξιτέλης Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 ΑΑΔ 591). Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 1150-1151 της πιο πάνω απόφασης: «Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο δικαστήριο από την Δ.35 Θ.18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει η στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». Επί του προκειμένου η Αιτήτρια στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αρκέσθηκε σε μια γενικόλογη και αόριστη θέση. Κανένας απτός ισχυρισμός δεν προβάλλεται από αυτήν που να δικαιολογεί την θέση της ότι η έφεσή της θα πετύχει. Δεν μου διαφεύγει, όμως, ότι στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση η Αιτήτρια επισυνάπτει αντίγραφο της Ειδοποίησης Έφεσής της όπου και γίνεται εκτενής ανάλυση των λόγων έφεσης της. Αναφορά στους λόγους αυτούς γίνεται και στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της. Όπως, όμως και στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147, που πιο πάνω μνημονεύεται, τονίσθηκε, το πλαίσιο για την διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης του είναι η ακρόαση της έφεσης. Κανένας εκ των λόγων έφεσης δεν είναι τέτοιος ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι η επιτυχία της έφεσης της Αιτήτριας είναι κάτι για το οποίο μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα και χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος ώστε ο παράγοντας αυτός να αποκτά σπουδαιότητα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Συναφώς δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Συνακόλουθα τα όσα επί του προκειμένου η Αιτήτρια ισχυρίζεται δεν μπορούν να προσμετρήσουν σοβαρά ούτε και να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Παναγιώτα Νεοφύτου ν. Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 ΑΑΔ 592, που πιο πάνω μνημονεύεται, η αιτήτρια / εφεσείουσα διατάχθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού να καταβάλει στην καθ' ης η αίτηση / εφεσίβλητη το ποσό των Λ.Κ.3.038,00 σεντ πλέον τόκους και έξοδα ως γενικές αποζημιώσεις για κακώσεις που η τελευταία υπέστη από οδικό δυστύχημα. Με την έφεσή της η εφεσείουσα ζητούσε τον υποβιβασμό του πιο πάνω ποσού. Συγκεκριμένα, η αμφισβήτηση της πρωτόδικης απόφασης περιορίσθηκε στην απόδοση αποζημιώσεων πέραν του ποσού των Λ.Κ.2.000,00 σεντ, αφού ποσό Λ.Κ.2.000,00 σεντ είχε πληρωθεί από την εφεσείουσα στην εφεσίβλητη. Με αίτησή της που υπέβαλε στο Ανώτατο Δικαστήριο, η οποία εδράζονταν στην Διάταξη 35, θεσμούς 18 και 19 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, η εφεσείουσα αιτήθηκε αναστολής της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης ή ακριβέστερα εκείνου του μέρους της απόφασης που δεν είχε αποπληρωθεί μέχρι την τελευταία εκδίκαση της έφεσης που είχε υποβάλει ενατίον της πρωτόδικης απόφασης. Ήταν, μεταξύ άλλων, θέση της εφεσείουσας ότι πληρωμή ολόκληρου του εξ' αποφάσεως χρέους στην εφεσίβλητη θα καθιστούσε την έφεση της άνευ αντικειμένου εν' όψει της αδυναμίας της εφεσίβλητης σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης να επιστρέψει το ποσό το οποίο θα πληρωνόταν σε αυτήν. Η πιο πάνω θέση της εφεσείουσας επιβεβαιώθηκε από τον δικηγόρο της εφεσίβλητης ο οποίος δήλωσε στο Δικαστήριο ότι αν πετύχαινε η έφεση της εφεσείουσας η πελάτιδά του δεν θα ήταν σε θέση να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό. Υπό το φως των πιο πάνω κρίθηκε από το Εφετείο ότι δεν υπήρχε η ευχέρεια συγκερασμού των δύο αρχών της Νομολογίας που πιο πάνω αναφέρθηκαν και ότι άρνηση αναστολής του αμφισβητούμενου μέρους της πρωτόδικης απόφασης θα εξουδετέρωνε ουσιαστικά το δικαίωμα της έφεσης καθιστώντας το άνευ αντικειμένου. Επιβάλλετο, επομένως, υπό τις περιστάσεις η υφ' όρων αναστολή του μέρους εκείνου της πρωτόδικης απόφασης που δεν είχε αποπληρωθεί. Στην υπόθεση Elpida Charalambous v. C. Nicolaides and A. Neophytou Co
(1985)1 CLR 737 η εναγόμενη / αιτήτρια διατάχθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας να πληρώσει στους ενάγοντες / καθ' ων η αίτηση το ποσό των Λ.Κ.857,36 σεντ πλέον τόκους και έξοδα. Μετά την καταχώρηση έφεσης η αιτήτρια καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και μονομερώς και διά κλήσεως. Το Δικαστήριο διέταξε αναστολή στην βάση της μονομερούς αίτησης πλην όμως κατά την εκδίκαση της διά κλήσεως αίτησης αρνήθηκε να παραχωρήσει αναστολή εκτέλεσης μέχρι εκδίκασης της έφεσης, μεταξύ άλλων, γιατί η αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι η έφεσή της θα καθίστατο άνευ αντικειμένου αν το εξ' αποφάσεως χρέος ομού μετά των εξόδων πληρωνόταν. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τον πρωτόδικο Δικαστή δεν υπήρχε ο παραμικρός ισχυρισμός στην ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση προς την πιο πάνω κατεύθυνση, ούτε και η αποκάλυψη οποιουδήποτε λόγου από μέρους της αιτήριας που να κατεδείκνυε έστω και στον ελάχιστο βαθμό ότι σε περίπτωση που το εξ' αποφάσεως χρέος και τα έξοδα πληρώνονταν από αυτήν στους καθ' ων η αίτηση η έφεσή της θα καθίστατο άνευ αντικειμένου. Στην απόφασή του ο πρωτόδικος Δικαστής έκανε, επίσης, αναφορά στην ένορκο δήλωση ενός εκ των συνεταίρων των καθ' ων η αίτηση που συνόδευε την ειδοποίηση ένστασης τους στην οποία προβάλλετο ο ισχυρισμός ότι τόσο και οι δύο συνέταιροι όσο και ο συνεταιρισμός είχαν περιουσία και ήταν φερέγγυοι και σε θέση να πληρώσουν πίσω στην αιτήτρια οποιοδήποτε ποσό αν αυτή πετύχαινε με την έφεσή της. Επισημάνθηκε, επίσης, από τον πρωτόδικο Δικαστή ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν είχε αμφισβητηθεί από την αιτήτρια, ούτε και ζητήθηκε η αντεξέταση του πιο πάνω ενόρκως δηλούντα. Το Εφετείο στο οποίο η αιτήτρια κατέφυγε με νέα αίτηση καθοδηγούμενο από τις αρχές που διατυπώθηκαν στην υπόθεση Gruno v. Ship «Algazera»
(1980)1 CLR 595 αρνήθηκε να ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ της αιτήτριας πρωτίστως αφού δεν ικανοποιήθηκε ότι αν το εξ' αποφάσεως χρέος και τα έξοδα πληρώνονταν από την αιτήτρια δεν υπήρχε εύλογη πιθανότητα ότι αυτά θα μπορούσαν να πληρωθούν πίσω στην αιτήτρια αν αυτή πετύχαινε με την έφεσή της. Τέλος, στην υπόθεση Πραξιτέλης Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 ΑΑΔ 591, που πιο πάνω μνημονεύεται, το Πλήρες Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού διέταξε τον εφεσείοντα / αιτητή να εκκενώσει και παραδώσει ελεύθερη την κατοχή μιας κυβερνητικής κατοικίας. Παράλληλα εξέδωσε απόφαση εναντίον του για το ποσό των Λ.Κ.6.300,00 σεντ ως αποζημίωση για παράνομη κατοχή και χρήση της κατοικίας και περαιτέρω για την καταβολή ετήσιου ποσού Λ.Κ.700,00 σεντ από συγκεκριμένη ημερομηνία μέχρι την ανάληψη κατοχής από την Δημοκρατία. Ο αιτητής καταδικάστηκε και σε όλα τα έξοδα. Στη συνέχεια - και μετά την έκδοση εντάλματος κατοχής - ο αιτητής αποτάθηκε για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και του εντάλματος αλλά το Δικαστήριο με απόφασή του απέρριψε το αίτημα του. Στην συνέχεια ο αιτητής στην βάση της Διάταξης 35, θεσμό 19 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αποτάθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο με νέα αίτηση για χορήγηση αναστολής που αφορούσε και τα δύο μέρη της απόφασης. Θέση του αιτητή ήταν ότι επιβάλλετο το αιτούμενο μέτρο καθότι, όπως ισχυριζόταν και στην ένορκή του δήλωση, αν η κατοικία περιερχόταν στην κατοχή της Δημοκρατίας πριν την εκδίκαση της έφεσης, αυτή θα κατεδαφιζόταν. Με αποτέλεσμα να μην είχε πια σημασία τυχόν ευνοϊκή γι' αυτόν εφετειακή απόφαση. Αναφορικά με την χρηματική πτυχή υπήρχε δικαιολογία για την αναστολή εφόσον ο αιτητής θα αναγκαζόταν, όπως ισχυριζόταν στην ένορκό του δήλωση, να πωλήσει ακίνητη περιουσία για να ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος του. Ο ισχυρισμός του αιτητή για κίνδυνο κατεδάφισης αμφισβητήθηκε έντονα με ένορκη δήλωση που κατατέθηκε με την ένσταση της άλλης πλευράς. Όχι μόνο αντικρούσθηκε, αλλά προβλήθηκε και ο ισχυρισμός ότι η επίδικη κατοικία, ακόμα και αν παραδίδετο στην Δημοκρατία, θα παρέμενε ως είχε. Και ότι αν ο αιτητής πετύχαινε στην έφεσή του θα μπορούσε με τις κατάλληλες διαδικασίες να διεκδικήσει τυχόν δικαιώματά του επ' αυτής, ήτοι δικαίωμα επανεγκατάστασης του στην κατοικία. Υπό το φως της διάστασης που είχε προκύψει από τις ένορκες δηλώσεις το Εφετείο έκρινε ότι το πιο πάνω ζήτημα είχε μείνει αναπόδεικτο σε επίπεδο ισχυρισμού από μέρους του αιτητή. Συνεπώς κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχε αποχρών λόγος για να διαταχθεί αναστολή. Όσον αφορούσε τις οικονομικές δυσχέρειες του αιτητή και τις δυσκολίες του να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του που πήγαζαν από την απόφαση κρίθηκε ότι αυτοί δεν μπορούσαν να προβληθούν ως λόγος για την χορήγηση αναστολής. Στην υπό εξέταση περίπτωση ό,τι μόνο με την ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση η Αιτήτρια προβάλλει είναι ότι αν η απόφαση εκτελεσθεί και η Αιτήτρια υποχρεωθεί να καταβάλει στην Καθ' ης η αίτηση και τα έξοδα της δίκης θα προκληθεί τέτοια αδικία εις βάρος της που σε περίπτωση που η έφεσή της πετύχει δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Δεν εξηγεί όμως, γιατί αν η έφεσή της πετύχει δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Συναφώς στην ένορκο δήλωση της Αιτήτριας που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός προς την κατεύθυνση ότι αν η Αιτήτρια καταβάλει στην Καθ' ης η αίτηση το εξ' αποφάσεως χρέος η τελευταία δεν θα δύναται ή θα αδυνατεί να το επιστρέψει στην Αιτήτρια σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσής της, οπότε σε μια τέτοια περίπτωση η έφεσή της θα καταστεί άνευ αντικειμένου και η ίδια θα μείνει με κενά χέρια. Συν τοις άλλοις είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα, όπως είδαμε, ότι «τυχόν επιτυχία της Αιτήτριας στην έφεση της» δεν «θα καταστεί άνευ αντικρίσματος από πληρωμή στην Καθ' ης η αίτηση των προς όφελός της δυνάμει της πρωτόδικης απόφασης επιδικασθέντων ποσών». Υπό το φως της Νομολογίας που πιο πάνω παρατέθηκε το πιο πάνω σημείο είναι καταλυτικό για την τύχη της αίτησης. Συνακόλουθα κρίνω πως δεν καταδείχθηκε από την Αιτήτρια ότι συντρέχει λόγος για να διαταχθεί αναστολή. Αφ' ης στιγμής κατάληξή μου είναι ότι δεν συντρέχει λόγος για να διαταχθεί αναστολή η συζήτηση για αναστολή των δικηγορικών εξόδων καθίσταται εντελώς περιττή. Παρόλα αυτά υπενθυμίζεται ότι αναφορικά με τα δικηγορικά έξοδα η σύνηθης πρακτική, όπως είδαμε, είναι όπως αυτά εξαιρούνται της αναστολής υπό τον όρο ανάληψης υποχρέωσης του δικηγόρου του επιτυχόντα στην αγωγή διαδίκου να συμμορφωθεί προς οποιαδήποτε οδηγία ή διαταγή που το Εφετείο ήθελε εκδώσει αναφορικά με τα έξοδα στα πλαίσια της έφεσης. Δηλαδή, ακόμα και στην περίπτωση που το Δικαστήριο διατάξει υπό όρους αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης εκκρεμούσης της έφεσης τα δικηγορικά έξοδα ως θέμα πρακτικής εξαιρούνται της αναστολής. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως ο τρίτος και πέμπτος λόγος ένστασης ευσταθούν. Η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριτπική κατάληξη. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Αναστολή εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης έφεσης Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.