← Κύπρος

Christian William Charles κ.α. ν. Δρα Αντρέα Πανταζή, Aρ. Αγωγής: 4162/07, 12/2/2013

Christian William Charles κ.α. ν. Δρα Αντρέα Πανταζή, Aρ. Αγωγής: 4162/07, 12/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 4162/07 Μεταξύ: Ελένης Χριστοδούλου Ενάγουσας και Δρα Αντρέα Πανταζή Εναγόμενου Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 17.11.2008 Μεταξύ: Christian William Charles, από τη Λεμεσό, και Μελπομένης Χρυσοστόμου, από τη Λεμεσό, Διαχειριστών της περιουσίας της Ελένης - Χέλεν (Helen) Χριστοδούλου, τέως από τη Λεμεσό Εναγόντων και Δρα Αντρέα Πανταζή Εναγόμενου ----------------------- Ημερομηνία: 12 Φεβρουαρίου 2013 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Κ. Αριστείδου με κα Ε. Αριστείδου Για τον Εναγόμενο: κ. Φ. Τσαγγαρίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με βάση την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, οι ενάγοντες είναι οι διαχειριστές της περιουσίας της Ελένης Χρυσοστόμου, η οποία απεβίωσε στις 8.7.2008 από ανίατη ασθένεια σε ηλικία 34 ετών. Η απαίτηση των εναγόντων αφορά γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ιατρική αμέλεια του εναγόμενου, που ήταν ο γυναικολόγος της αποβιώσασας κατά τη διάρκεια της δεύτερης της κύησης μέχρι τη γέννηση του παιδιού της στις 24.3.

  1. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, στην 8η βδομάδα της κύησης της αποβιώσασας, εντοπίστηκε μία μάζα/κύστη μεγέθους περίπου ενός νομίσματος δίπλα από τον ομφαλό της. Κατά τις επόμενες εξετάσεις ρουτίνας, ο εναγόμενος διαπίστωνε ότι η κύστη μεγάλωνε, και συμβούλευε την αποβιώσασα να μην ανησυχεί καθότι η κύστη ήταν ένα λίπωμα και θα αφαιρείτο κατά τη γέννα της η οποία ήταν προγραμματισμένη να γίνει με καισαρική τομή. Στις 24.3.2004 η αποβιώσασα υποβλήθηκε σε καισαρική τομή από τον εναγόμενο και γέννησε το παιδί της, πλην όμως ο εναγόμενος δεν αφαίρεσε την κύστη και τη συμβούλευσε να επανεκτιμήσει την κατάσταση της στις 40 μέρες από τη γέννα της. Μετά τις 40 μέρες, ο εναγόμενος για πρώτη φορά είπε στην αποβιώσασα ότι αυτή έπρεπε να επισκεφθεί ειδικό για την κύστη, και έτσι η αποβιώσασα πήγε σε ειδικό χειρουργό ο οποίος αφαίρεσε την κύστη, ενώ αυτή ήταν διαστάσεων 17x16x12 εκ. Λόγω της αμελούς συμπεριφοράς του εναγόμενου και της παράβασης των νομίμων καθηκόντων του προς την αποβιώσασα με τη λανθασμένη συμβουλή προς την αποβιώσασα και τη μη έγκαιρη αφαίρεση της κύστης, αυτή υπέστη σοβαρές συνέπειες, υποβλήθηκε σε μακρά και επώδυνη θεραπεία για την αντιμετώπιση του όγκου με αποτέλεσμα μόνιμες σωματικές βλάβες, και ακόμα χρειάστηκε νοσηλευτική φροντίδα για τις προσωπικές της ανάγκες για 6 μήνες, έχασε τη δυνατότητα μελλοντικής εγκυμοσύνης, και ήταν ανίκανη να εκτελέσει τις καθημερινές της εργασίες. Στην υπεράσπιση του ο εναγόμενος αρνείται το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και ισχυρίζεται ότι η μάζα εντοπίστηκε με γυμνό οφθαλμό καθότι ήταν ορατή στην εξωτερική επιφάνεια του δέρματος της αποβιώσασας, και άμεσα της έδωσε οδηγίες να προχωρήσει σε εξέταση από ειδικό χειρουργό και/ή ογκολόγο, και μάλιστα της υπέδειξε συγκεκριμένο γιατρό. Η αποβιώσασα αμέλησε και/ή παρέλειψε να ακολουθήσει τη συμβουλή του εναγόμενου και του είπε ότι θα επισκεπτόταν ειδικό γιατρό μετά το πέρας της εγκυμοσύνης της και ζήτησε από τον εναγόμενο να περιοριστεί στα θέματα που φορούσαν την ειδικότητα του. Κατά τις 20 επισκέψεις της αποβιώσασας στον εναγόμενο παρατηρήθηκε ότι η μάζα μεγάλωνε και, πέραν της αρχικής συμβουλής του προς την αποβιώσασα, ο εναγόμενος δεν προέβη σε άλλη συμβουλή ή γνωμάτευση γι' αυτή και περιορίστηκε αποκλειστικά στην παρακολούθηση της πορείας της εγκυμοσύνης της αποβιώσασας μέχρι και την επανεκτίμηση της κατάστασης της 40 μέρες μετά την καισαρική τομή. Επίσης ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν είναι ειδικός για την αφαίρεση της μάζας και ακόμα ότι, κατά την επίσκεψη της αποβιώσασας στο ιατρείο του μετά τις 40 μέρες από την καισαρική τομή, όταν διαπίστωσε ότι το μέγεθος της μάζας είχε αυξηθεί πολύ, έκανε έντονες συστάσεις προς την αποβιώσασα να ακολουθήσει την αρχική συμβουλή του και αρνείται οποιαδήποτε ευθύνη για την κατάσταση της αποβιώσασας. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο πρώτος μάρτυρας για την πλευρά των εναγόντων ήταν ο Δρ. Γιάννης Ιωάννου, γενικός χειρουργός. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε τα ακαδημαϊκά προσόντα και την πείρα του και ήταν αυτός που αφαίρεσε τον όγκο από την αποβιώσασα στις 11.5.
  2. Σύμφωνα με την Ιατρική Έκθεση που ετοίμασε στις 21.6.2004, Τεκμήριο 3, η ασθενής επισκέφθηκε τον Μ.Ε.1 στις 7.5.2004, επειδή ανησυχούσε για τη μάζα και ήθελε να εξεταστεί από χειρουργό. Η μάζα ήταν εμφανής με τα ρούχα που φορούσε, βρισκόταν στο κάτω μέρος της κοιλιακής χώρας, είχε διάμετρο 20 εκ., και ήταν ένας σκληρός όγκος ο οποίος επεκτεινόταν προς τα μέσα. Έγινε αξονική τομογραφία, Τεκμήρια 1 και 2, που κατέδειξε ότι η μάζα διήθισε στο κοιλιακό τοίχωμα, και έτσι έγινε αφαίρεση του όγκου. Κατά τη χειρουργική επέμβαση ο Μ.Ε.1 διαπίστωσε ότι ο όγκος διηθούσε σε όλο το τοίχωμα της κοιλιακής χώρας καταστρέφοντας τα κανονικά στρώματα. Έτσι έγινε ευρεία εκτομή του όγκου, συμπεριλαμβανομένου του περιτόναιου, το κλείσιμο της κοιλιάς και η διόρθωση του τοιχώματος ήταν πολύ δύσκολη, και χρειάστηκε η τοποθέτηση ειδικού πλέγματος που καθιστά τη μελλοντική εγκυμοσύνη αδύνατη. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, προέκυψε μία παραμορφωμένη κοιλιά, και θα χρειαστούν περαιτέρω επεμβάσεις διορθωτικής πλαστικής χειρουργικής για βελτίωση των τομών και πιθανόν αργότερα για τοποθέτηση καινούργιου πλέγματος. Η ασθενής παραπέμφθηκε στο Ογκολογικό Κέντρο της Τράπεζας Κύπρου και η διάγνωση αναφέρεται στο Τεκμήριο 6 ως 'Κοιλιακή Ινωμάτωση' (Desmoid Tumour). Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε αντίγραφο του υπέρηχου, Τεκμήριο 4, και την Ιστοπαθολογική Έκθεση, Τεκμήριο
  3. Έχοντας δει τον υπέρηχο, ο Μ.Ε.1 πείστηκε ότι πράγματι ο όγκος αυτός υπήρχε και μεγάλωνε ραγδαία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ο Μ.Ε.1 είπε ότι συνήθως τέτοιοι όγκοι εξελίσσονται ραγδαία και μπορούν να επηρεάσουν ορμονικές αλλαγές, συνήθως σε γυναίκες. Εμφανίζονται σαν πολύ μικροί όγκοι και πρέπει να τύχουν εξειδικευμένης διερεύνησης για να διαφανεί κατά πόσο είναι καλοήθεις ή κακοήθεις. Στην υπό κρίση περίπτωση ο όγκος δεν ήταν καοήθης, όμως ο ορθός τρόπος αντιμετώπισης του είναι η πλήρης εκτομή του όγκου και η τακτική παρακολούθηση για τυχόν υποτροπή. Όσο πιο μικρός είναι ο όγκος, τόσο πιο έγκαιρα πρέπει να αφαιρείται, και στην περίπτωση της ασθενούς, θα μπορούσε να αφαιρεθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, λαπαροσκοπικά, και χωρίς κίνδυνο για την πορεία της εγκυμοσύνης της. Ο Μ.Ε.1 ετοίμασε και δεύτερη Ιατρική Έκθεση ημερ. 11.1.2005, Τεκμήριο 7, στην οποία αναφέρει ότι το μόρφωμα έπρεπε να είχε διερευνηθεί και να παραπεμφθεί σε ειδικό. Η ορθή διερεύνηση είναι η παραπομπή σε ειδικό αλλά ακόμα και η βιοψία με βελόνα χωρίς τοπική αναισθησία. Όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 7, η ασθενής δεν μπορεί να εξασκηθεί ούτε να κάνει βαριές δουλειές. Ο όγκος μπορεί να υποτροπιάσει μέχρι 70% τα πρώτα 5 χρόνια, και αυτό θα είναι καταστροφικό λόγω της φύσης του όγκου που καταλαμβάνει όλο το τοίχωμα της κοιλιάς, συμπεριλαμβανομένων των μυών. Επίσης ο κίνδυνος μετεγχειρητικών κοίλων είναι πολύ ψηλός. Ο Μ.Ε.1 εξέτασε ξανά την ασθενή στις 12.10.2005 και διαπίστωσε ότι αυτή είχε παρουσιάσει μετεγχειριτική κοίλη στο άνω μέρος της τομής, το κοιλιακό τοίχωμα είναι πολύ αδύνατο και η ασθενής θα χρειαστεί επέμβαση και τοποθέτηση πλέγματος. Σχετική είναι η Ιατρική Έκθεση του μάρτυρα ημερ. 12.10.2005, Τεκμήριο
  4. Ο Μ.Ε.1 είπε ακόμα ότι ο γυναικολόγος της ασθενούς έπρεπε να πάρει μία μικρή βιοψία του όγκου κατά τη διάρκεια της καισαρικής, ενώ σύμφωνα με όσα του είπε η ίδια η ασθενής, ο γυναικολόγος της την καθησύχαζε ότι όλα ήταν εντάξει. Ο Μ.Ε.1 είδε όγκους μεγάλων διαστάσεων, αλλά πρώτη φορά τόσο μεγάλο. Ο Μ.Ε.1 αναγνώρισε την ασθενή στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 9, όπως αυτή ήταν περίπου 3 μήνες μετά την εγχείρηση της, και ο ίδιος εισέπραξε από αυτή το ποσό των Λ.Κ.2.
  5. Ο Μ.Ε.1 εξέφρασε την άποψη ότι αν ο ασθενής δεν ακολουθεί τη συμβουλή του γιατρού για να πάει σε ειδικό, τότε θα πρέπει να τεθεί προ των ευθυνών του, υπογράφοντας ένα έντυπο ότι του εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι, ο γιατρός θα κάνει σχετική καταγραφή των δεδομένων, ενώ ακόμα ο θεράπων γιατρός μπορεί και να σταματήσει την παρακολούθηση του ασθενούς. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Ε.1 είπε ότι έχει ειδίκευση χειρουργού εδώ και 22 χρόνια και η υπό κρίση περίπτωση δεν χρειαζόταν να αντιμετωπιστεί από ογκολόγο. Πρόσθεσε ότι λόγω ανακαίνισης του ιατρείου του, δεν κατέστη δυνατό να ανευρεθεί η κάρτα της ασθενούς, και εξ όσον θυμάται την είδε για τελευταία φορά περί τα τέλη του 2005, ενώ μετά παρακολουθείτο στο Ογκολογικό Κέντρο. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει πόσος ήταν ο όγκος όταν εντοπίστηκε για πρώτη φορά, ενώ η ίδια η ασθενής του είπε ότι εμφανίστηκε στα αρχικά στάδια της εγκυμοσύνης της και ήταν πολύ μικρός και εξελίχθηκε σε πολύ μεγάλος. Παρόλο που ο συγκεκριμένος όγκος ήταν καλοήθης, εν τούτοις το ποσοστό υποτροπής είναι περίπου 30% και πρέπει να παρακολουθείται για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο υποτροπής. Ο όγκος μπορούσε να αφαιρεθεί μόνο από χειρουργό, και αν αυτό γινόταν στο αρχικό στάδιο η τρύπα θα έκλεινε πολύ πιο εύκολα. Σε ερώτηση κατά πόσο ένας γυναικολόγος θα μπορούσε να προβεί στην αφαίρεση του όγκου, ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι αυτό εξαρτάται από την ειδίκευση του γυναικολόγου. Ο ίδιος δεν γνωρίζει κατά πόσο ο εναγόμενος είχε ειδίκευση στην αφαίρεση όγκων. Ο δικηγόρος του εναγόμενου έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην αδυναμία ενός γυναικολόγου να πάρει δείγμα για βιοψία, κάτι το οποίο ο Μ.Ε.1 αμφισβήτησε, λέγοντας ότι θα μπορούσε να το κάνει ή τουλάχιστον να καλέσει ένα ειδικό προς τούτο. Ο Μ.Ε.1 χαρακτήρισε την όλη στάση του εναγόμενου ως αδιαφορία με το να κάνει μία καισαρική, να βλέπει τον όγκο και να μην κάνει οτιδήποτε για να τον ελέγξει. Ο δικηγόρος του εναγόμενου υπέβαλε στον μάρτυρα ότι ο όγκος δεν επηρέασε την εγκυμοσύνη της ασθενούς, ενώ ο Μ.Ε.1 εξέφρασε αντίθετη θέση λέγοντας ότι μπορεί να ασκήσει πιεστικά και διηθητικά φαινόμενα, μέχρι και στη μήτρα. Ο Μ.Ε.1 επέμενε στη σωστή τακτική που ο γιατρός πρέπει να ακολουθεί όταν ο ασθενής δεν υπακούει τη συμβουλή του να πάει σε ειδικό, όπως την ανέφερε κατά την κύρια εξέταση του, και είπε ότι αν ο ασθενής δεν έχει χρήματα τότε μπορεί να τον παραπέμψει στο Νοσοκομείο, και θα τον βάλει να υπογράψει ότι αναλαμβάνει την ευθύνη επειδή δεν δέχεται να ακολουθήσει τη γνώμη του. Τέλος ο Μ.Ε.1 εξέφρασε την άγνοια του στη θέση της υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος παρέπεμψε την αποβιώσασα στον κ. Αρτέμη, ακτινολόγο, και δεν ήταν σε θέση να μεταφέρει ακριβώς τι του είπε η ασθενής ότι της είχε πει ο εναγόμενος, παρά μόνο ότι την καθησύχαζε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Ο δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά των εναγόντων ήταν ο Δρ. Πάτροκλος Πατρόκλου, με ειδικότητα στη μαιευτική γυναικολογία. Ο Μ.Ε.2 ανέφερε ότι αν στην 8η βδομάδα της κύησης μίας πελάτισσας του διαπιστωθεί όγκος πιο κάτω από το σημείο του ομφαλού, τότε αυτός τη βλέπει στα αρχικά στάδια για να δει πώς συμπεριφέρεται ο όγκος και αν τον ανησυχήσει και δεν γνωρίζει πώς να το αντιμετωπίσει, τότε την παραπέμπει σε γιατρό άλλης ειδικότητας. Ο ίδιος θα κατέγραφε την ύπαρξη του όγκου στον φάκελο του ιστορικού της ασθενούς. Σε περίπτωση που η ασθενής αρνείτο να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του για να πάει σε ειδικό χειρουργό, τότε ο Μ.Ε.2 θα επέμενε και ακόμα θα μιλούσε με τους δικούς της. Αν και πάλι η ενάγουσα επιμένει, τότε ο Μ.Ε.2 θα την έβαζε να υπογράψει ότι δεν θέλει να πάει σε ειδικό παρά τις οδηγίες του γιατρού της, παρόλο που κάτι τέτοιο δεν του έτυχε ποτέ. Ο Μ.Ε.2 είπε ότι ο όγκος θα μπορούσε να αφαιρεθεί στα αρχικά στάδια της εγκυμοσύνης, όμως ο ίδιος θα συμβούλευε την ασθενή να περιμένει αν δεν μεγάλωνε ο όγκος και θα την παρέπεμπε σε ειδικό ακτινολόγο για εξειδικευμένο υπερηχογράφημα. Ο Μ.Ε.2 δεν ήταν σε θέση να εκφράσει άποψη για τις πιθανές συνέπειες του όγκου στην εγκυμοσύνη, καθότι εξαρτάται από τη θέση του όγκου. Γενικά μία επέμβαση κατά την εγκυμοσύνη ενέχει τον κίνδυνο ρήξης ωοθήκης ή σκωληκοειδίτιδας ή ακόμα της υγείας της μήτρας. Όταν υποδείχθηκε το Τεκμήριο 4 στον Μ.Ε.2, αυτός διέκρινε μόνο το έμβρυο και εξέφρασε τη θέση ότι το επίδικο περιστατικό είναι πολύ σπάνιο. Ο ίδιος θα παρέπεμπε την ασθενή σε ειδικό, δεν θα έπαιρνε δείγμα για βιοψία κατά τη διάρκεια της καισαρικής ούτε και θα αφαιρούσε ο ίδιος τον όγκο κατά την καισαρική, και επανέλαβε ότι είναι δύσκολο να απαντήσει για τους κινδύνους που ενείχε η ύπαρξη του όγκου στην υπό κρίση περίπτωση. Ο επόμενος μάρτυρας ήταν ο Πανίκκος Σταυριανός, Ειδικός Ιατροδικαστής. Ο Μ.Ε.3 αναφέρθηκε αρχικά στα ακαδημαϊκά προσόντα και την πείρα του και υιοθέτησε την Ιατροδικαστική Έκθεση που ετοίμασε στις 20.10.2005, αναφορικά με την εξέταση της αποβιώσασας Ελένης Χριστοδούλου στην οποία προέβη στις 11.4.
  6. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της Έκθεσης του, ο Μ.Ε.3 έλαβε υπόψη όσα του ανέφερε η ασθενής, καθώς επίσης τα Τεκμήρια 2 - 8, τα οποία του προσκόμισε η ίδια η ασθενής. Η ασθενής είπε στον μάρτυρα ότι κατά τον δεύτερο μήνα της εγκυμοσύνης της παρουσιάστηκε μία μάζα κοντά στον ομφαλό της η οποία με την πάροδο του χρόνου μεγάλωνε μέχρι που την αφαίρεσε. Η ασθενής το ανέφερε στον γυναικολόγο της ο οποίος τη συμβούλευσε να μην ανησυχεί. Μετά την αφαίρεση της μάζας, η ασθενής βρίσκεται σε συνεχή ιατρική παρακολούθηση, καθότι της είπαν ότι πιθανόν η μάζα να παρουσιαστεί ξανά, ενδιαφέρεται να κάνει πλαστική εγχείρηση για να διορθώσει την παράξενη κοιλιά της, δεν μπορεί να μείνει έγκυος, να σηκώνει βάρη, να εξυπηρετεί τον εαυτό της και την οικογένεια της όπως προηγουμένως, δυσκολεύεται σε παρά πολλές κινήσεις, και δεν μπορεί να πηγαίνει στη θάλασσα γιατί όλοι τη βλέπουν με οίκτο. Η ίδια στεναχωριέται πολύ για την κατάσταση της αφού η κοιλιά της έγινε παράξενη, έχει μεγάλη ουλή και δεν έχει ομφαλό, και ο σύζυγος της επίσης στεναχωριέται παρά πολύ για την κατάσταση της. Η ίδια έχει παράπονο από τον εναγόμενο, καθότι αυτός την καθησύχαζε ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας από τότε που η μάζα ήταν μικρή, ενώ αν η μάζα αφαιρείτο νωρίτερα, όταν ήταν πιο μικρή, δεν θα είχε αυτά τα προβλήματα. Κατά την εξέταση του ο Μ.Ε.3 διαπίστωσε ότι η ασθενής φέρει μία μεγάλη παλαιά βαθιά δύσμορφη χειρουργική ουλή μήκους 30 εκ. στο αριστερό ημιμόριο της κοιλιακής χώρας με φορά από πάνω προς τα κάτω, καθώς και μεγάλη δύσμορφη προβολή του κοιλιακού τοιχώματος προς τα έξω με παρεκτόπιση της μέσης γραμμής της κοιλιακής χώρας προς τα αριστερά και εξαφάνιση του ομφαλού. Φέρει επίσης παλαιά καισαρική τομή. Ο Μ.Ε.3 της συνέστησε να φωτογραφηθεί. Με βάση τη διάγνωση της Ιστοπαθολογικής εξέτασης ότι πρόκειται για σάρκωμα χαμηλής διαφοροποίησης, η θεραπευτική του αντιμετώπιση γίνεται ενόσω ο όγκος είναι μικρός διότι εξυπακούει λιγότερη διήθηση των ιστών με αποτέλεσμα η χειρουργική του επέμβαση να είναι πιο εύκολη και οι αναμενόμενες μετεγχειρητικές επιπλοκές λιγότερες. Αντίθετα, όσο μεγαλώνει ο όγκος, επειδή συμπεριφέρεται διηθητικά και χωροκατακτητικά, τότε η χειρουργική του αφαίρεση είναι δυσκολότερη με περισσότερες μετεγχειρητικές επιπλοκές. Στην υπό κρίση περίπτωση, αν η διάγνωση και η θεραπευτική αντιμετώπιση γίνονταν νωρίτερα, τα αποτελέσματα θα ήταν ευνοϊκότερα. Με βάση τα πιο πάνω, η ασθενής παρουσιάζει επίσης χαλάρωση της ανατομικής αρχιτεκτονικής της κοιλιακής χώρας με περιορισμό της ικανότητας σε κινήσεις του σώματος της και των δραστηριοτήτων της, και χρήζει συνεχούς παρακολούθησης για πιθανή υποτροπή του σαρκώματος και πολύπλοκων χειρουργικών επεμβάσεων στην κοιλιακή χώρα αν η κατάσταση της το επιτρέπει. Τέλος, ο Μ.Ε.3 ανέφερε ότι η θέση της ασθενούς ότι αν η διάγνωση και η θεραπευτική αντιμετώπιση, δηλαδή χειρουργική αφαίρεση της μάζας, γινόταν νωρίτερα, όταν αυτή ήταν μικρή, δεν θα είχε τα προβλήματα που αντιμετωπίζει, βρίσκει επιστημονικό έρεισμα. Ο Μ.Ε.3 είπε ότι όταν εντοπιστεί ο όγκος, τότε γίνεται υπερηχογράφημα ή αξονικός ή μαγνητικός τομογράφος, και βιοψία του όγκου, για να διαγνωστεί η φύση του και να αποφασιστεί ο τρόπος αντιμετώπισης του, με τη συνεργασία μεταξύ των γιατρών. Αναμφίβολα όσο πιο μικρός είναι ο όγκος και όσο πιο νωρίς αφαιρεθεί, τόσο περισσότερο το όφελος της ασθενούς. Στην υπό κρίση περίπτωση, με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του μάρτυρα, ο όγκος μπορούσε να αφαιρεθεί στο στάδιο εντοπισμού του, δηλαδή στον δεύτερο μήνα της εγκυμοσύνης, χωρίς επηρεασμό της εγκυμοσύνης της ασθενούς. Αν γινόταν κάτι τέτοιο, τότε η τομή θα ήταν πολύ μικρότερη και ίσως η προβολή στο κοιλιακό τοίχωμα να μην ήταν η ίδια και να μην χρειαζόταν η τοποθέτηση πλέγματος. Τέλος, ο Μ.Ε.3 αναγνώρισε την ασθενή στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 9 και περιέγραψε την κατάσταση της όπως απεικονίζεται σε αυτές. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Ε.3 είπε ότι η εξέταση της ασθενούς διήρκησε περίπου μία ώρα, αυτή είναι εξωτερική ενώ τα υπόλοιπα στοιχεία τα έλαβε από τα έγγραφα που του προσκομίστηκαν από την ασθενή. Από την εξέταση στην οποία ο ίδιος ο μάρτυρας έκανε, μπορούσε μόνο να αντιληφθεί την ουλή η οποία είχε ένωση με το υποκείμενο κοιλιακό στρώμα. Επίσης ο Μ.Ε.3 είπε ότι ο όγκος ήταν καλοήθης, όμως τέτοιοι όγκοι μπορούν να μετατραπούν σε κακοήθεις κάποια στιγμή. Ο Μ.Ε.3 είπε ότι ο ίδιος δεν μπορεί να πει πόσος ήταν ο όγκος όταν εντοπίστηκε ούτε πόσο μεγάλωνε, υιοθετεί τα ευρήματα της Ιστοπαθολογικής Έκθεσης, και εφόσον ο όγκος ήταν διηθητικός, τότε σίγουρα μεγάλωνε από τον δεύτερο μήνα μέχρι και τον ένατο μήνα της εγκυμοσύνης της ασθενούς. Επίσης, στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο όγκος παρουσιάστηκε σε έγκυο γυναίκα με μία μεγάλη μήτρα εντός της οποίας υπήρχε το έμβρυο, και επομένως η μάζα δεχόταν πίεση από μέσα προς τα έξω ένεκα της μήτρας που ήταν μεγάλη. Βιβλιογραφικά, δεν υπάρχουν δεδομένα για το πόσο μεγαλώνει ο όγκος παρά μόνο ότι τέτοιοι όγκοι συνήθως παρουσιάζονται σε εγκύους. Όμως δεν δέχθηκε τη θέση της υπεράσπισης ότι ο όγκος ήταν 18 εκ. στον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης της ασθενούς. Ο Μ.Ε.3 είπε ότι έχει δει τέτοιους όγκους μόνο φωτογραφικά. Ο Μ.Ε.3 εξέφρασε την άποψη ότι ο γυναικολόγος δεν μπορεί να προβεί στην αφαίρεση τέτοιου όγκου και ότι αυτό μπορεί να γίνει από ειδικό χειρουργό ογκολόγο. Χαρακτήρισε δε την όλη συμπεριφορά του εναγόμενου ως ελλιπή διάγνωση ή ελλιπή διερεύνηση κατά το ελάχιστον. Όταν ρωτήθηκε για την περίπτωση που ο γιατρός παραπέμπει την ασθενή σε γιατρό άλλης ειδικότητας και αυτή δεν ακούει τις οδηγίες του, τότε αυτό είναι παρακοή και ο γιατρός της οφείλει να βρει τρόπο να την πείσει να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του. Η σχέση γιατρού - ασθενούς είναι ιερή, επομένως το οικονομικό κόστος δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για τον γιατρό για να μην ακολουθήσει η ασθενής τις οδηγίες του και ακόμα ο γιατρός οφείλει να την πιέσει και να μιλήσει με τους συγγενείς της για το θέμα αυτό. Ερωτηθείς κατά πόσο θεωρεί πρέπον ο γιατρός να διώξει την ασθενή του αν δεν υπακούει στις οδηγίες του να πάει σε ειδικό, ο Μ.Ε.3 απάντησε ότι ο γιατρός πρέπει να κάνει όσα ανέφερε πιο πάνω αλλά δεν θεωρεί ότι είναι δεοντολογικά ορθό για ένα γιατρό να διώξει την ασθενή του. Ο Μ.Ε.3 επέμενε στη θέση του ότι αν η αφαίρεση γινόταν ενόσω ο όγκος ήταν μικρός, η ασθενής δεν θα παρουσίαζε τα ίδια προβλήματα. Βέβαια και πάλι θα υπήρχε ουλή, αλλά λιγότερη παραμόρφωση και ίσως δεν χρειαζόταν η τοποθέτηση πλέγματος. Επέμενε όμως ότι η αφαίρεση του ήταν απολύτως επιβεβλημένη αλλά και η βιοψία έπρεπε να γίνει για να εξαχθεί διάγνωση και να αποφασιστεί η θεραπευτική αντιμετώπιση. Πέραν του όγκου, πρέπει να αφαιρείται και υγιής ιστός, τουλάχιστον 2 εκατοστά. Η ασθενής του είπε ότι ο γυναικολόγος της ανέφερε να μην ανησυχεί για τον όγκο αλλά όχι ότι θα της τον αφαιρούσε κατά την καισαρική, καθότι αν του έλεγε κάτι τέτοιο ο μάρτυρας θα το κατέγραφε στην Έκθεση του. Το παράπονο της ασθενούς από τον γυναικολόγο της ήταν ότι αν η μάζα αφαιρείτο ενωρίτερα, τότε δεν θα βρισκόταν στην ίδια κατάσταση, όπως περιγράφεται αναλυτικά στην Έκθεση του. Ο Μ.Ε.3 κατέθεσε αντίγραφα από βιβλιογραφία, Τεκμήρια 11 -13, στα οποία φαίνεται ότι αυτές οι μάζες παρουσιάζονται συνήθως σε εγκύους, και η εμφάνιση τέτοιου όγκου κατά την εγκυμοσύνη μπορεί να την επηρεάσει ανάλογα με το μέγεθος του όγκου, και ακόμα να οδηγήσει και σε διακοπή της εγκυμοσύνης. Αν ο όγκος είναι μεγάλος και βρίσκεται χαμηλά, τότε πιέζει περισσότερο τη μήτρα και μπορεί να προκαλέσει επιπλοκές στον οργανισμό, ακόμα και στην υγεία της μητέρας. Τέλος, ο Μ.Ε.3 διέκρινε μόνο το έμβρυο στο Τεκμήριο 4 και είπε ότι έλαβε αμοιβή για τις υπηρεσίες του από την ασθενή, την οποία δεν προσδιόρισε. Ο Christian Williams Charles Coners, σύζυγος της αποβιώσασας και ένας εκ των διαχειριστών της περιουσίας της, ήταν ο τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά των εναγόντων. Ο Μ.Ε.4 υιοθέτησε Γραπτή Δήλωση του ως μέρος της κύριας εξέτασης του. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, η σύζυγος του Ελένη Χριστοδούλου γεννήθηκε στις 30.4.1974 και απεβίωσε στις 8.7.2008 από αναπνευστική ανεπάρκεια λόγω μεταστατικού καρκίνου του μαστού. Απέκτησαν δύο παιδιά, και ο εναγόμενος ήταν ο γυναικολόγος της αποβιώσασας κατά τη διάρκεια της κύησης της και μέχρι τη γέννα και των δύο παιδιών τους. Περί το τέλος Αυγούστου 2003 ο Μ.Ε.4 και η σύζυγος του επισκέφθηκαν τον εναγόμενο επειδή υποψιάστηκαν ότι η σύζυγος του ήταν έγκυος. Πράγματι, κατόπιν εξέτασης από τον εναγόμενο, διαπιστώθηκε ότι αυτή βρισκόταν στην έκτη βδομάδα της κύησης της. Ο Μ.Ε.4 συνόδευε τη σύζυγο του σε όλες ανεξαιρέτως τις επισκέψεις της στον εναγόμενο, τόσο στο γραφείο του γιατρού όσο και στο δωμάτιο της εξέτασης, και άκουγε όλα όσα αυτός τους έλεγε για την υγεία της και την εγκυμοσύνη της. Κατά τη δεύτερη επίσκεψη τους στον εναγόμενο, περίπου 15 μέρες αργότερα, κατά την εξέταση ρουτίνας, ο εναγόμενος εντόπισε ένα «λίπωμα» μεγέθους περίπου ενός νομίσματος δίπλα από τον ομφαλό της αποβιώσασας. Ρώτησαν τον εναγόμενο να τους δώσει λεπτομέρειες και αυτός τους είπε ότι δεν ήταν κάτι το ανησυχητικό, θα το παρακολουθούσαν και ότι πρόκειται για λίπωμα. Με τα λεγόμενα του εναγόμενου, ο Μ.Ε.4 και η σύζυγος του αποκόμισαν την εντύπωση ότι η ύπαρξη του λιπώματος δεν έχρηζε περαιτέρω γνώμης και ο τρόπος αντιμετώπισης του από τον εναγόμενο δεν τους έδωσε περιθώρια αμφισβήτησης. Σε μεταγενέστερη επίσκεψη ρουτίνας ο εναγόμενος διαπίστωσε ότι το λίπωμα μεγάλωνε, αυτοί επανέλαβαν τις ερωτήσεις τους και ο εναγόμενος τους είπε ότι ο ίδιος δεν ανησυχεί καθόλου, πρόκειται περί λιπώματος το οποίο θα αφαιρούσε κατά την προγραμματισμένη καισαρική τομή κατά τον τοκετό, δίνοντας την εντύπωση στον Μ.Ε.4 ότι ο ίδιος μπορούσε να χειριστεί την αφαίρεση του λιπώματος. Άλλωστε ο εναγόμενος ήταν ο μαιευτήρας της συζύγου του κατά τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού και του είχαν εμπιστοσύνη. Ο εναγόμενος επανέλαβε την ίδια θέση και σε κάθε μεταγενέστερη εξέταση. Στις 27.3.2004, κατά την καισαρική τομή, ο εναγόμενος δεν αφαίρεσε το λίπωμα, και όταν ρωτήθηκε γι΄ αυτό, δεν έδωσε εξήγηση. Ο Μ.Ε.4 τον ρώτησε για την εξέλιξη του λιπώματος, και αυτός τους είπε να τον επισκεφθούν για επανεκτίμηση της κατάστασης της αποβιώσασας σε 40 μέρες από την καισαρική. Εν τω μεταξύ, επειδή το λίπωμα μεγάλωνε και η κοιλιά της αποβιώσασας παρέμενε πολύ μεγάλη, ο ίδιος επικοινώνησε 2-3 φορές με το γραφείο του γιατρού και ζητούσε ραντεβού, το οποίο τελικά του δόθηκε πριν από τις 40 μέρες. Κατά την εν λόγω εξέταση ο εναγόμενος για πρώτη φορά τους είπε ότι η αποβιώσασα έπρεπε να επισκεφθεί χειρουργό σε σχέση με τη μάζα και αφού ρωτήθηκε, ο εναγόμενος τους σύστησε τον Δρα Ιωάννου. Τότε ο Μ.Ε.4 και η σύζυγος του ανησύχησαν πολύ γιατί μέχρι τότε ο εναγόμενος τους έδινε την εντύπωση ότι ο ίδιος χειριζόταν την κατάσταση. Κατά την επίσκεψη τους στον Δρα Ιωάννου, αυτός τους είπε ότι ο όγκος έπρεπε να αφαιρεθεί άμεσα, και έτσι προγραμματίστηκε η χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης του. Μετά την αφαίρεση αποκαλύφθηκαν σοβαρές σωματικές βλάβες στη σύζυγο του. Λόγω αυτών, του πόνου, της ταλαιπωρίας και της παραμορφωμένης κοιλιάς της, η σύζυγος του έχασε το χαμόγελο της και ήταν πάντα λυπημένη. Η σύζυγος του δεν μπορούσε να χαρεί τον ερχομό του δεύτερου τους παιδιού, δεν μπορούσε να το περιποιηθεί, έχασε τη δυνατότητα μελλοντικής εγκυμοσύνης, ήταν ανίκανη να εκτελέσει τις καθημερινές εργασίες για καθαριότητα και λειτουργία του σπιτιού της, να σηκώσει βάρος, να εκτελέσει ασκήσεις γυμναστικής και δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στα συζυγικά της καθήκοντα. Όλα αυτά της δημιούργησαν κατάθλιψη και μεγάλη λύπη. Επίσης, για τους πρώτους 6 μήνες μετά την εγχείρηση αφαίρεσης του όγκου, η σύζυγος του χρειαζόταν βοήθεια και φροντίδα για τις προσωπικές της ανάγκες εντός του σπιτιού, τις οποίες πρόσφερε ο Μ.Ε.4, ενώ νοσηλευτική φροντίδα της πρόσφερε μία νοσοκόμος της πολυκλινικής την οποία προσέλαβαν για 6 μήνες. Η σύζυγος του ήταν κομμώτρια με μηνιαίο εισόδημα Λ.Κ.350, δηλαδή €600, επομένως απώλεσε εισόδημα €7.200, εφόσον δεν μπόρεσε να εργαστεί ξανά από την εγχείρηση μέχρι τον θάνατο της. Επίσης πλήρωσαν ιατρικά και κλινικά έξοδα ύψους €5.000 και για την Ιατροδικαστική Έκθεση €
  7. Ο Μ.Ε.4 κατέθεσε το Πιστοποιητικό Θανάτου και το Διοριστήριο των Διαχειριστών της περιουσίας της αποβιώσασας ως Τεκμήρια 14 και 15 αντίστοιχα. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Ε.4 είπε ότι από το 1996 μέχρι και το 2008 εργαζόταν ως σεφ στο ξενοδοχείο St Raphael, ενώ τώρα εργάζεται ως σεφ στο ξενοδοχείο Alasia. Παντρεύτηκε τη σύζυγο του το 2001, αλλά είναι μαζί από παιδιά, καθότι ήταν γείτονες και πήγαν και στο ίδιο σχολείο. Ο δικηγόρος του εναγόμενου υπέβαλε στον μάρτυρα ότι οι σχέσεις του με τη σύζυγο του δεν ήταν καλές, κάτι το οποίο ο μάρτυρας αρνήθηκε επίμονα. Ο Μ.Ε.4 επανέλαβε ότι η σύζυγος του εργαζόταν ως κομμώτρια στο σπίτι τους με σταθερό μηνιαίο εισόδημα, όπως ανέφερε κατά την κύρια εξέταση του, πλήρωνε Κοινωνικές Ασφαλίσεις και υπέβαλλε φορολογικές δηλώσεις. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο έχει αυτά τα στοιχεία μαζί του, ο Μ.Ε.4 απάντησε ότι μπορεί να τα παρουσιάσει. Κληθείς να αναφέρει ακριβώς τον αριθμό των πελάτισσων της συζύγου του και τις χρεώσεις της, ανέφερε ότι η σύζυγος του είχε μία - δύο πελάτισσες την ημέρα και τις χρέωνε περίπου Λ.Κ.15 -
  8. Όταν του υποβλήθηκε ότι με αυτά τα δεδομένα, το εισόδημα της συζύγου του δεν συμποσούται στο πόσο των Λ.Κ.350 μηνιαίως, τότε αυτός απάντησε ότι δεν ήταν συνεχώς παρών στο σπίτι και αυτό έγραψε στη Δήλωση του. Ο Μ.Ε.4 είπε επίσης ότι όταν η σύζυγος του έμεινε έγκυος το δεύτερο τους παιδί, σταμάτησε να εργάζεται γιατί είχε να φροντίσει και το πρώτο τους παιδί, που ήταν ακόμα μικρό, και αναγνώρισε ότι και μετά τη γέννηση του δεύτερου του παιδιού η κατάσταση αυτή θα παρέμενε η ίδια. Ο Μ.Ε.4 είπε επίσης ότι εργαζόταν 12 ώρες την ημέρα, και όταν η σύζυγος του κανόνιζε το ραντεβού της στον εναγόμενο, αυτός έκανε διευθέτηση με την εργασία του και τη συνόδευε πάντα από ενδιαφέρον. Ο δικηγόρος του εναγόμενου υπέβαλε στον μάρτυρα ότι μόνο μία φορά πήγε με τη σύζυγο του στον εναγόμενο, κάτι το οποίο ο μάρτυρας αρνήθηκε κατηγορηματικά. Επανέλαβε όσα τους είπε ο εναγόμενος σε σχέση με το λίπωμα, εμμένοντας ότι χρησιμοποιούσε πάντα αυτή τη λέξη. Ο Μ.Ε.4 είπε επίσης ότι σε κάθε επίσκεψη ρωτούσε τον εναγόμενο τι ήταν αυτό το λίπωμα και αν έπρεπε να ανησυχούν και αυτός τους έδινε πάντα την ίδια απάντηση. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι κατά τη δεύτερη εξέταση ο εναγόμενος προέβη μόνο σε κολπική εξέταση της συζύγου του, ενώ ο Μ.Ε.4 επέμενε ότι αυτός της έκανε υπερηχογράφημα. Επίσης ο δικηγόρος του εναγόμενου υπέβαλε στον μάρτυρα ότι ο εναγόμενος παρέπεμψε τη σύζυγο του σε ακτινολόγο για εξειδικευμένες εξετάσεις και για αιματολογικές αναλύσεις, τις οποίες ποτέ δεν έκανε, προφασιζόμενη οικονομικές δυσκολίες. Ο Μ.Ε.4 απέρριψε αυτή τη θέση λέγοντας ότι έκαναν ό,τι τους είπε ο εναγόμενος γιατί δεν ρίσκαραν τη ζωή της συζύγου του ή του παιδιού τους. Στον ακτινολόγο πήγαν δύο φορές, όπως τους είπε ο εναγόμενος, όμως δεν θυμόταν ποιος ήταν αυτός. Αρχικά ο Μ.Ε.4 είπε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο ο ακτινολόγος τους έδωσε τις ακτινογραφίες, όμως μετά είπε ότι πρέπει να τους τις έδωσε και αυτοί με τη σειρά τους να τις έδωσαν στον εναγόμενο. Οι ίδιοι δεν ρώτησαν τον ακτινολόγο για το λίπωμα, καθότι ο εναγόμενος τους καθησύχαζε και τους είπε ότι θα αφαιρούσε το λίπωμα όταν αποφασίστηκε ότι η σύζυγος του θα υποβαλλόταν σε καισαρική. Ο Μ.Ε.4 είπε ότι δεν γνώριζε ότι επειδή η σύζυγος του υποβλήθηκε σε καισαρική και στο πρώτο τους παιδί, ήταν δεδομένο ότι θα υποβαλλόταν ξανά σε καισαρική και στο δεύτερο, και δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί πότε ο εναγόμενος τους είπε ότι ο ίδιος θα αφαιρούσε το λίπωμα κατά την καισαρική. Επέμενε ότι αυτό το είπαν στον Δρα Ιωάννου, όμως δεν γνώριζε κατά πόσο η σύζυγος του το ανέφερε στον κ. Σταυριανό καθότι τη συνόδευσε εκεί αλλά δεν ήταν παρών κατά την εξέταση της. Ο Μ.Ε.4 είπε ακόμα ότι ήταν παρών κατά την καισαρική, και μετά την καισαρική ρώτησε τον εναγόμενο γιατί δεν αφαίρεσε το λίπωμα και αυτός δεν έδωσε απάντηση λέγοντας να περιμένουν μετά τις 40 μέρες. Ο Μ.Ε.4 τότε θύμωσε, αλλά δεν είχε αντιληφθεί ότι ο εναγόμενος τους είχε 'γελάσει', μέχρι που τον επισκέφθηκαν στις 36 μέρες και τους παρέπεμψε σε ειδικό. Ο Μ.Ε.4 επέμενε ότι μετά την αφαίρεση του όγκου η σύζυγος του είχε τα προαναφερόμενα προβλήματα και γι΄ αυτό ήταν λυπημένη, ενώ παρουσιάστηκε ο καρκίνος στο παχύ έντερο το 2006 και περιέγραψε την εξέλιξη της υγείας της μέχρι και τον θάνατο της. Ο δικηγόρος του εναγόμενου υπέβαλε στον μάρτυρα ότι η σύζυγος του ήταν αμελής και δεν υποβλήθηκε σε θεραπεία για τον καρκίνο του μαστού, ενώ ο Μ.Ε.4 είπε ότι με τον εντοπισμό του καρκίνου στο παχύ έντερο, η σύζυγος του υποβλήθηκε σε χημειοθεραπεία και σε αφαίρεση του όγκου, αλλά λόγω της κατάστασης της και επειδή έπαιρνε ψηλή δόση μορφίνης, η κατάσταση της δεν της επέτρεπε να υποβληθεί σε νέα θεραπεία για την αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού, που εμφανίστηκε δύο μήνες πριν από τον θάνατο της. Τέλος, ο Μ.Ε.4 είπε ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής οφείλεται στη δυσκολία εξεύρεσης δικηγόρου που θα αναλάμβανε την υπόθεση, καθότι τους έλεγαν ότι στην Κύπρο κανείς δεν κρίνεται ότι φέρει την ευθύνη και ότι είναι δύσκολο να βρεις γιατρό να καταθέσει εναντίον γιατρού. Σε υποβολή ότι από το 2005 εξασφάλισαν μαρτυρία από τον Δρα Ιωάννου ότι ο εναγόμενος φέρει ευθύνη, ο Μ.Ε.4 είπε ότι είχαν τη γνώμη του και όχι μαρτυρία. Ο δικηγόρος του εναγόμενου αμφισβήτησε την κατάσταση της συζύγου του μετά την αφαίρεση του όγκου, ενώ ο Μ.Ε.4 τόνισε ότι αυτή είχε δύο μικρά παιδιά, είχε πλέγμα και χρειαζόταν νοσοκόμα για να της αλλάζει και καθαρίζει καθημερινά την πληγή γιατί ο ίδιος δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Ο Μ.Ε.4 πλήρωσε τη νοσοκόμα αλλά δεν κράτησε αποδείξεις ενώ πλήρωσε τον εναγόμενο την επομένη που η σύζυγος του βγήκε από την κλινική. Ο εναγόμενος με τη σειρά του, κατά την έναρξη της μαρτυρίας του, ανέφερε τα ακαδημαϊκά προσόντα και την πείρα του και ότι είναι γυναικολόγος και ασκεί το επάγγελμα του στην Κύπρο εδώ και 11 χρόνια με πελατεία από τις ψηλότερες στην Κύπρο. Η αποβιώσασα ήταν πελάτισσα του και την εξέτασε για πρώτη φορά στις 9.1.2001, όταν ήταν 26 ετών, κατά την πρώτη της εγκυμοσύνη μέχρι και τη γέννα της κόρης της στις 27.6.2001 με καισαρική τομή. Ο εναγόμενος την παρακολούθησε και κατά τη δεύτερη της εγκυμοσύνη. Συγκεκριμένα η αποβιώσασα τον επισκέφθηκε στις 9.4.2003 όταν και διαπιστώθηκε ότι ήταν έγκυος και οι δύο πρώτες επισκέψεις της ήταν κολπικές με καλυμμένο το σώμα, επομένως ο ίδιος δεν εντόπισε τη μάζα παρά μόνο την είδε όταν του το ανέφερε η αποβιώσασα κατά την πρώτη της κιόλας επίσκεψη. Η μάζα δεν ήταν στο μέγεθος ενός νομίσματος, καθότι αν ήταν έτσι αυτή δεν θα μπορούσε να εντοπιστεί από την ιδία την αποβιώσασα, αλλά ήταν περίπου 5-6 εκατοστά. Η μάζα βρισκόταν πάνω ψηλά στο αριστερό επιγάστριο, μεταξύ του ομφαλού και των πλευρών. Ο εναγόμενος δεν ασχολήθηκε με τη μάζα επειδή δεν ήταν ειδικός και επανειλημμένα έλεγε στην αποβιώσασα να επισκεφθεί ειδικό/χειρουργό. Ενώ στην πρώτη της εγκυμοσύνη η αποβιώσασα πήγαινε συνήθως με την πεθερά της και ο σύζυγος της εμφανίστηκε πολύ λίγες φορές, κατά τη δεύτερη της εγκυμοσύνη, η αποβιώσασα τον επισκεπτόταν ορισμένες φορές με την πεθερά της ενώ ο σύζυγος της εμφανίστηκε μόνο 2 φορές. Ο εναγόμενος επέμενε ότι σχεδόν σε όλες τις επισκέψεις της αποβιώσασας της συνιστούσε να επισκεφθεί ειδικό για τη μάζα, αυτή του έλεγε ότι θα πήγαινε και σε κάποιο στάδιο του είπε ότι θα πήγαινε μετά που θα γεννούσε. Η αποβιώσασα τον ρώτησε σε ποιον να πάει και ο εναγόμενος της συνέστησε τον Δρα Ιωάννου και τον Δρα Σταύρου, επειδή αυτούς ήξερε. Η αποβιώσασα ανέφερε ότι η Πολυκλινική ήταν ακριβή και τότε ο εναγόμενος της είπε ότι μπορούσε να πάει στο Νοσοκομείο αλλά αυτή του είπε ότι θα γεννούσε και μετά θα έβλεπε τι θα έκανε. Ο εναγόμενος κατέθεσε αντίγραφο της κάρτας της αποβιώσασας ως Τεκμήριο
  9. Όταν ρωτήθηκε πώς αντέδρασε όταν η αποβιώσασα δεν ακολουθούσε τις οδηγίες του, ο εναγόμενος ανέφερε ότι έδωσε τη συμβουλή του προς την αποβιώσασα να πάει σε ειδικό για τη μάζα και στην παρουσία της πεθεράς της και του συζύγου της, αλλά τόνισε ότι η σχέση γιατρού και ασθενή είναι σεβαστή και ο γιατρός οφείλει να αναφέρει στην ασθενή τι πρέπει να κάνει και πλέον αυτή αποφασίζει πώς θα χειριστεί το θέμα. Ο εναγόμενος αρνήθηκε ότι είπε στην αποβιώσασα ότι θα αφαιρούσε τη μάζα κατά την καισαρική καθότι, όπως χαρακτηριστικά είπε, ούτε ένας πρωτοετής φοιτητής της ιατρικής δεν κάνει επέμβαση όταν δεν είναι ειδικός. Διαφώνησε με τη θέση του Δρα Ιωάννου ότι η μάζα βρισκόταν κοντά στον ομφαλό και πρόσθεσε ότι χρειαζόταν δεύτερη τομή για την αφαίρεση της μάζας και για τη λήψη υλικού για βιοψία. Ο ίδιος δεν μπορούσε να πάρει υλικό για βιοψία κατά την καισαρική καθότι αν η ασθενής πάθαινε αιμορραγία ποιος θα επενέβαινε, αφού αυτός δεν είναι ειδικός. Κατά την καισαρική τομή ο εναγόμενος δεν κάλεσε άλλο ειδικό γιατρό για τη μάζα καθότι δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο εν αγνοία της αποβιώσασας και εν πάση περιπτώσει αυτή ήθελε να τελειώσει η καισαρική της πρώτα και μετά να ασχοληθεί με τη μάζα. Ο εναγόμενος εξέφρασε τη θέση ότι υπάρχουν δύο σχολές αναφορικά με τον τρόπο αντιμετώπισης της ύπαρξης μάζας σε εγκύους, η πρώτη να μην γίνει επέμβαση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αν η ζωή της εγκύου δεν τίθεται σε κίνδυνο και η δεύτερη να αφαιρεθεί την ίδια ώρα. Στην υπό κρίση περίπτωση, η μάζα δεν δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα στην εγκυμοσύνη ή οποιονδήποτε άλλο κίνδυνο. Επίσης ο εναγόμενος διαφώνησε έντονα με τη θέση του Δρα Ιωάννου, χαρακτηρίζοντας την ως πρωτάκουστη, ότι ο γιατρός πρέπει να διώξει την ασθενή όταν αυτή δεν ακολουθεί τις οδηγίες του, και παρέπεμψε στη θέση του κ. Σταυριανού ότι αυτή η συμπεριφορά είναι αντιδεοντολογική και ο ίδιος δεν θα το έκανε ποτέ. Ο εναγόμενος αναγνώρισε στο Τεκμήριο 4 το έμβρυο και τον πλακούντα ενώ η μάζα δεν είναι εμφανής σε αυτό. Περαιτέρω ο εναγόμενος εξέφρασε τη θέση ότι από τη στιγμή που αφαιρέθηκε μάζα 20 εκ. το δίκτυ που τοποθετήθηκε δεν μπορούσε να είναι μικρότερο από 24 εκ. καθότι πρέπει να καλύψει την τρύπα και 2-3 εκ. από όλες τις πλευρές, να ραφτεί και να στηριχτεί. Ακόμα ο εναγόμενος εξέφρασε την άποψη ότι η αποβιώσασα μπορούσε να μείνει ξανά έγκυος καθότι κοπέλα από την οποία έγινε αφαίρεση όγκου από την κοιλιά και τοποθετήθηκε πλέγμα έμεινε έγκυος. Σύμφωνα με τον εναγόμενο, σε περίπτωση που προκληθεί ζημιά, τότε μπορεί να γίνει πλαστική επέμβαση για να γίνει μεταφορά μυών. Ο εναγόμενος είπε ότι όταν μία γυναίκα υποβάλλεται σε καισαρική κατά την πρώτη της γέννα, ο κανόνας είναι να υποβάλλεται σε καισαρική και στις επόμενες. Τέλος, ο εναγόμενος ανέφερε ότι παρέπεμπε την αποβιώσασα σε διάφορες εξετάσεις τις πλείστες εκ των οποίων δεν έκανε λόγω οικονομικών λόγων. Ενδεικτικό τούτου είναι το γεγονός ότι η αποβιώσασα έκανε μόνο μία φορά τεστ για τον καρκίνο του τραχήλου στα τόσα χρόνια που την παρακολουθούσε. Ο εναγόμενος είπε ότι από τη στιγμή που ο γιατρός λέει στην ασθενή ότι πρέπει να κάνει εξετάσεις και αυτή δεν τις κάνει, τότε ο γιατρός δεν μπορεί να κάνει οτιδήποτε άλλο. Κατά την αντεξέταση του ο εναγόμενος είπε ότι πιστεύει ότι από την πρώτη κιόλας επίσκεψη της αποβιώσασας αυτή του έδειξε τον όγκο. Ο εναγόμενος της υπέδειξε να επισκεφθεί χειρουργό/ειδικό, και αυτή του είπε ότι θα το έκανε, στην επόμενη επίσκεψη της ο εναγόμενος τη ρωτούσε αν πήγε και αυτή του έλεγε ότι θα πάει, μέχρι κάποιο στάδιο που αυτή του είπε ότι θα το έκανε μετά την καισαρική. Μάλιστα η αποβιώσασα τον ρώτησε σε ποιον γιατρό να πάει και ο εναγόμενος της σύστησε τους γιατρούς της Πολυκλινικής. Σε υποβολή ότι στην υπεράσπιση αναφέρεται ότι ο εναγόμενος της σύστησε μόνο τον Δρα Ιωάννου, αυτός δεν δέχθηκε τέτοια θέση. Σε άλλη υποβολή ότι στην υπεράσπιση αναφέρεται ότι ο εναγόμενος της έδωσε άμεσες οδηγίες για άμεση εξέταση σε χειρουργό ο εναγόμενος απάντησε ότι της έδωσε οδηγίες να επισκεφθεί γιατρό χειρουργό ή ογκολόγο της αρεσκείας της για τη μάζα επειδή αυτός δεν ήταν ειδικός. Ο εναγόμενος της το είπε 15-20 φορές και η αποβιώσασα του είπε ότι θα το έκανε μετά που θα γεννούσε και επομένως ο ίδιος δεν μπορούσε να κάνει κάτι παραπάνω. Ο εναγόμενος επέμενε επανειλημμένα στη θέση του ότι ο ίδιος ουδέποτε είπε στην αποβιώσασα τι είναι η μάζα, καθότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με διάγνωση, και ούτε της ανέφερε τους κινδύνους που αυτή ενείχε καθότι αν της έλεγε ότι είναι καρκίνος, αυτής ίσως και να αυτοκτονούσε, όπως συνέβη σε άλλη περίπτωση, και πάλι θα του καταλογιζόταν ευθύνη. Επομένως ο ίδιος έκανε αυτό που έπρεπε, δηλαδή να επιμείνει όπως η αποβιώσασα πάει σε ειδικό όσο πιο έντονα μπορούσε. Ο εναγόμενος επέμενε ότι η αποβιώσασα δεν έκανε τις εξετάσεις που της συνιστούσε, ούτε τις εξετάσεις του 3ου και 5ου μήνα της εγκυμοσύνης. Υποδείχθηκε στον εναγόμενο η εξέταση του τρίτου μήνα της αποβιώσασας, η οποία έγινε μία μέρα μετά τη 14η βδομάδα, που είναι οριακά αποδεκτή, και η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  10. Επίσης υποδείχθηκε στον εναγόμενο και η εξέταση του 5ου μήνα που έγινε μετά την 24η βδομάδα, και η οποία είναι εκτός ορίου, όμως ο εναγόμενος ανέφερε ότι η αποβιώσασα ουδέποτε του έδειξε τέτοιες εξετάσεις και δεν γνωρίζει γιατί αυτή δεν του τις πήρε. Ο εναγόμενος αρνήθηκε την υποβολή του δικηγόρου των εναγόντων ότι η αποβιώσασα του έδειξε τις εν λόγω εξετάσεις και αυτός της τις έδωσε πίσω. Ακόμα ο εναγόμενος διερωτήθηκε πώς οι ακτινολόγοι που προέβησαν στις εν λόγω εξετάσεις δεν κάνουν αναφορά στη μάζα ως πιο ειδικοί, και η πλευρά των εναγόντων καταλογίζει ευθύνη μόνο στον ίδιο. Όταν ο δικηγόρος των εναγόντων απέδωσε ευθύνη στον εναγόμενο για την εξέλιξη της πορείας της αποβιώσασας σε σχέση με τη μάζα, ο εναγόμενος επέμενε ότι είναι γυναικολόγος, η ευθύνη του ήταν να φέρει σε πέρας με επιτυχία τη γέννα των παιδιών της αποβιώσασας, το οποίο κατάφερε να κάνει παρόλες τις δυσκολίες στις εγκυμοσύνες της, ενώ δεν είναι ειδικός για τη μάζα και τη συμβούλευσε να πάει σε ειδικό πάμπολλες φορές και μάλιστα στην παρουσία της πεθεράς και του συζύγου της. Επανέλαβε αρκετές φορές τη θέση του γιατί η πλευρά των εναγόντων επιρρίπτει ευθύνη μόνο στον ίδιο ενώ και οι δύο ακτινολόγοι δεν εντόπισαν τη μάζα και δεν την παράπεμψαν σε ειδικό. Ο εναγόμενος ανέφερε ότι η αποβιώσασα του είπε ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και γι΄ αυτό ο ίδιος τη χρέωσε πιο χαμηλή τιμή για την καισαρική. Σε υποβολή του δικηγόρου των εναγόντων ότι αυτό δεν ευσταθεί, ο εναγόμενος είπε ότι τότε τον ξεγέλασε. Ο εναγόμενος ανέφερε επίσης ότι στις 4.5.2004 προέβη σε μέτρηση της μάζας, η οποία ήταν 14 εκ, όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 7, κατόπιν παράκλησης της αποβιώσασας, και επομένως το θεωρεί αδύνατο η μάζα να ήταν 20 εκ. όταν αυτή αφαιρέθηκε από τον Δρα Ιωάννου. Επανέλαβε ότι ο ίδιος δεν ασχολήθηκε με τη μάζα, δεν έκανε εκτίμηση γι΄ αυτή και απλώς παρέπεμπε την αποβιώσασα σε ειδικό. Αρνήθηκε επίμονα ότι ο ίδιος ανέλαβε να αφαιρέσει τη μάζα κατά την καισαρική. Κληθείς να σχολιάσει την πρακτική την οποία ο Μ.Ε.2 ανέφερε, ότι γιατρός βάζει την ασθενή να υπογράψει όταν αυτή δεν ακολουθεί την εντολή του, ο εναγόμενος είπε ότι αυτή η πρακτική υιοθετήθηκε μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαική Ένωση, αλλά ο ίδιος δεν θεωρεί ότι αυτή είναι η ορθή πρακτική και διερωτήθηκε τι γίνεται αν η ασθενής αρνείται να υπογράψει. Στις επίμονες ερωτήσεις του δικηγόρου των εναγόντων κατά πόσο ο εναγόμενος ρώτησε την αποβιώσασα για να καλούσε ειδικό χειρουργό κατά την καισαρική, αυτός απάντησε ότι η επιθυμία της ήταν να μην επέμβει και η ίδια θα το χειριζόταν μετά την καισαρική, και αργότερα είπε ότι τη ρώτησε αν ήθελε χειρουργό κατά την καισαρική ή οτιδήποτε άλλο αλλά αυτή του απάντησε αρνητικά. Ο δικηγόρος των εναγόντων απέδωσε ευθύνη στον εναγόμενο για την εξέλιξη της κατάστασης της ασθενούς, ενώ ο ίδιος επέμενε ότι το μόνο που μπορούσε και έκανε ήταν να την παραπέμψει σε ειδικό. Όταν υποβλήθηκε στον εναγόμενο ότι κατά την πρώτη εξέταση αυτός όφειλε να εξετάσει και το στήθος της ασθενούς, αυτός εξέφρασε την έκπληξη του λέγοντας ότι αυτή η θέση υποδηλώνει ότι έπρεπε να την είχε παραπέμψει για όλες τις πιθανές εξετάσεις για να αποκλείσει όλα τα πιθανά ενδεχόμενα, και εν πάση περιπτώσει η ακτινοβολία απαγορεύεται σε έγκυο. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν είναι ειδικός για να εκφέρει άποψη για το δίκτυ, αυτός απάντησε ότι είναι θέμα κοινής λογικής για οποιονδήποτε και όχι μόνο για τον γιατρό. Ο εναγόμενος εξέφρασε ακόμα τη θέση ότι η επίσκεψη της αποβιώσασας μετέπειτα στον Δρα Ιωάννου ίσως να μην είναι σύμπτωση, εφόσον ο ίδιος της τον είχε συστήσει. Παρέπεμψε στον Δρα Ιωάννου στην ερώτηση του δικηγόρου των εναγόντων κατά πόσο η κατάσταση της αποβιώσασας θα ήταν διαφορετική αν έκανε πιο νωρίς την αφαίρεση της μάζας, και είπε ότι ζήτησε από αυτή να τον επισκεφθεί 2 βδομάδες μετά την καισαρική και αυτή πήγε στις 5 βδομάδες. Τέλος, ο εναγόμενος ανέφερε ότι η μάζα μεγάλωνε και αυτό ήταν ορατό με γυμνό μάτι, και έλεγε στην αποβιώσασα ότι μεγάλωνε και έπρεπε να πάει σε ειδικό. Ο Δρ. Μάριος Καραϊσκάκης, γενικός χειρουργός, ανέφερε ότι είδε τα Τεκμήρια 2-8 για πρώτη φορά στο Δικαστήριο και διαπίστωσε ότι αφορούν μία άτυχη καπέλα με καλοήθη δεσμοειδή όγκο του πρόσθιου κοιλιακού τοιχώματος. Αυτό αντιμετωπίστηκε με ευρεία χειρουργική εκτομή και αποκατάσταση με τοποθέτηση πλέγματος. Ο Μ.Υ.2 είπε ότι υπάρχουν δύο τρόποι αντιμετώπισης τέτοιου όγκου όταν αυτός εμφανιστεί σε εγκύους. Συγκεκριμένα, αν ο όγκος εμφανιστεί στο πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, η εγκυμοσύνη θα πρέπει να διακοπεί και να γίνει χειρουργική επέμβαση εφόσον η υγεία της μητέρας κινδυνεύει, ή να γίνει χειρουργική επέμβαση με την πιθανότητα κινδύνου απώλειας του εμβρύου. Αν η εγκυμοσύνη είναι πιο προχωρημένη, τότε η κοπέλα θα πρέπει να επισκεφθεί ειδικό, δηλαδή γενικό χειρουργό, να περιμένει να γεννήσει και μετά να υποβληθεί σε εγχείρηση αφαίρεσης του όγκου από τον ειδικό. Ο ίδιος θα έδινε συμβουλή για τον δεύτερο τρόπο αντιμετώπισης. Ο Μ.Υ.2 ανέφερε επίσης ότι ο γυναικολόγος δεν μπορεί να προβεί σε τέτοια χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης του όγκου, και δεν ενδείκνυται η αντιμετώπιση του όγκου κατά την καισαρική, αλλά η χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης του όγκου πρέπει να γίνει ένα μήνα μετά την καισαρική. Ο Μ.Υ.2 είπε επίσης ότι δεν είναι απόλυτα σίγουρος πόσο εφικτή είναι η λήψη δείγματος του όγκου για βιοψία κατά την καισαρική, χαρακτηρίζοντας το δύσκολο αν όχι αδύνατο, και πρόσθεσε ότι δεν είναι πρέπον να γίνει άλλη παρέμβαση και ειδικά ανοικτή βιοψία με δεύτερη τομή πρέπει να αποφεύγεται. Αν θα γίνει ανοικτή βιοψία, είναι καλύτερα να γίνει εξ ολοκλήρου αφαίρεση του όγκου. Ήταν η θέση του Μ.Υ.2 ότι σε περίπτωση που ο γιατρός συστήνει στην ασθενή να επισκεφθεί άλλο γιατρό και αυτή δεν ακολουθεί τη συμβουλή του, αυτό είναι θέμα της ασθενούς η οποία πράττει όπως θέλει, και ο γιατρός της δεν είναι υποχρεωμένος να κάνει κάτι όσον αφορά την απόφαση της. Ο Μ.Υ.2 διαφώνησε με τη θέση ότι η συγκεκριμένη κοπέλα δεν μπορούσε να μείνει ξανά έγκυος, λέγοντας ότι κοπέλες με μετεγχειρητική κοίλη και τοποθέτηση πλέγματος μπορούν και μένουν έγκυες με τον πιθανό κίνδυνο υποτροπής μίας μετεγχειρητικής κοίλης. Τέλος, ο Μ.Υ.2 είπε ότι το πλέγμα που τοποθετήθηκε στη συγκεκριμένη κοπέλα είναι μικρό και θα έπρεπε να είχε τοποθετηθεί πλέγμα 20x30 εκ., όμως αυτό είναι κάτι που θα το κρίνει ο γιατρός κατά την επέμβαση. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Υ.2 επανέλαβε ότι ο ίδιος θεωρεί ότι οι διαστάσεις του πλέγματος που τοποθετήθηκε στην αποβιώσασα δεν είναι ορθές, αλλά αναγνώρισε ότι ο γιατρός που έκανε την επέμβαση είναι σε καλύτερη θέση να το κρίνει αυτό ανάλογα με τη χαλαρότητα και ελαστικότητα του τοιχώματος συνεπεία και της εγκυμοσύνης. Ο ίδιος ο μάρτυρας είπε ότι δεν θεωρεί τη βιοψία του όγκου απαραίτητη και ότι οι ιστολογικές εξετάσεις κάνουν τη διάγνωση ασφαλή, και αυτός θα σύστηνε τη χειρουργική επέμβαση όταν κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν. Αν ο όγκος εμφανιζόταν σε αρχικό στάδιο της εγκυμοσύνης, ο γιατρός επανέλαβε τους δύο τρόπους αντιμετώπισης του θέματος, όπως τους ανέφερε κατά την κύρια εξέταση του, και αυτός θα έλεγε στην ασθενή τι να κάνει, και από εκεί και πέρα εναπόκειται στην ασθενή πώς θα χειριστεί το θέμα ενώ ο γιατρός δεν μπορεί να της επιβάλει την άποψη του ή την υποβολή σε θεραπεία. Αν ο όγκος εμφανιζόταν σε προχωρημένο στάδιο της εγκυμοσύνης, ο ίδιος θα ανάμενε τη γέννα και θα ακολουθούσε η αντιμετώπιση του όγκου. Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, ο γυναικολόγος που παρακολουθούσε την κοπέλα της σύστησε να πάει σε ειδικό, όπως όφειλε να κάνει, και πλέον επαφίεται στην ίδια να χειριστεί το θέμα όπως αυτή επιθυμεί. Η παραπομπή της ασθενούς σε ειδικό γιατρό από τον γυναικολόγο έπρεπε να γίνει. Στις επόμενες επισκέψεις, αν ο γυναικολόγος διαπιστώσει ότι η ασθενής δεν ακολουθεί τη συμβουλή του, το μόνο που έχει να κάνει είναι να τις επαναλάβει. Βάσει των δεδομένων που είχε ενώπιον του, ο Μ.Υ.2 είπε ότι δεν ήταν αδύνατο η κοπέλα να μείνει ξανά έγκυος. Στις επανειλημμένες ερωτήσεις του δικηγόρου των εναγόντων πώς ο μάρτυρας κρίνει την παράλειψη του γυναικολόγου να παραπέμψει την ασθενή σε ειδικό, αυτός απάντησε λέγοντας ότι μπαίνει στη θέση της ασθενούς και αν έβλεπε ένα τόσο μεγάλο όγκο, θα πήγαινε από μόνος του σε άλλο γιατρό. Τέλος, είπε ξανά ότι, κατά τη μαρτυρία του, ο ίδιος εξέφρασε την άποψη του με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του, ενώ ο γιατρός που χειρίστηκε το περιστατικό είναι σε καλύτερη θέση να εκφέρει άποψη για τον τρόπο αντιμετώπισης του. Ο τελευταίος μάρτυρας για τον εναγόμενο ήταν ο Δρ. Μάριος Λιασίδης, μαιευτήρας-γυναικολόγος. Ο ίδιος είπε ότι έχει γνώση της υπόθεσης καθότι είχε λάβει κλήση από τον δικηγόρο των εναγόντων για να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, όμως τον ειδοποίησε ότι αδυνατούσε να παρευρεθεί στο Δικαστήριο τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Ο Μ.Υ.3 επεξήγησε ότι στο Τεκμήριο 4 βλέπει ένα έμβρυο του δεύτερου τριμήνου σε υπερηχογράφημα, τον πλακούντα και τη μήτρα, και διακρίνει ένα καλοήθη όγκο του μυομητρίου. Αυτός μπορεί να αντιμετωπιστεί από γυναικολόγο, καθότι εμπίπτει στην εν λόγω ειδικότητα, είτε συντηρητικά είτε χειρουργικά. Αφού διάβασε τα Τεκμήρια 5 και 6 που αναφέρονται στον επίδικο όγκο, ο Μ.Υ.3 είπε ότι ο εν λόγω όγκος δεν είναι αυτός που φαίνεται στο Τεκμήριο 4 και δεν διακρίνεται σε αυτό το υπερηχογράφημα. Αυτός ο όγκος είναι ένας αρκετά μεγάλος όγκος, 17x16x12 εκ., στο κοιλιακό τοίχωμα και καλοήθης. Τέτοιος όγκος αφαιρείται μόνο σε έκτακτες συνθήκες, δηλαδή αν κινδυνεύει η ζωή της γυναίκας, διαφορετικά ο ίδιος θα καλούσε άλλο συνάδελφο, πιο έμπειρο σε τέτοια θέματα. Κατά τον Μ.Υ.3, είναι λάθος να αφαιρεθεί αυτός ο όγκος κατά την καισαρική, εκτός αν ενοχλεί την εγχείρηση. Ερωτηθείς για τη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Μ.Υ.3 είπε ότι αποτελεί βασική αρχή ότι δεν γίνεται επέμβαση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για να βοηθήσει το έμβρυο ή τη μητέρα, καθότι οποιαδήποτε επέμβαση ενέχει κίνδυνο στη ζωή της μητέρας ή του εμβρύου. Ο Μ.Υ.3 είπε ότι ο ίδιος δεν θα ασχολείτο με τον όγκο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ειδικότερα αν αυτός αγγίζει τα βαθύτερα στρώματα, και θα μπορούσε να ζητήσει τη γνώμη άλλου συναδέλφου, και συγκεκριμένα ειδικού χειρουργού, γι' αυτό το θέμα. Αν η παραπομπή σε άλλο γιατρό ήταν αναγκαία, και η ασθενής δεν ακολουθούσε τη συμβουλή του, τότε ο Μ.Υ.3 θα επέμενε πιο έντονα, και αν αυτή δεν υπάκουε και πάλι και η ζωή της κινδύνευε, τότε αυτός δεν θα την αναλάμβανε. Κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος των εναγόντων έκανε εκτενή αναφορά στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ακόμα παρέπεμψε στη σχετική νομολογία. Ήταν η βασική θέση του κ. Αριστείδου ότι η αμέλεια του εναγόμενου συνίσταται στην παράλειψη του να παραπέμψει την ασθενή έγκαιρα σε γιατρό χειρουργό και να αποκαλύψει και επεξηγήσει σε αυτή, και ακόμα να αναγνωρίσει, την απειλή κατά της υγείας της με την ύπαρξη του όγκου στην κοιλιακή της χώρα. Η απλή προφορική παραπομπή της ασθενούς σε ειδικό γιατρό, όπως ο ίδιος ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι έπραξε, κάτι το οποίο βέβαια η πλευρά των εναγόντων δεν αποδέχεται, δεν είναι ικανή να αποσείσει το καθήκον επιμέλειας που είχε προς την ασθενή, καθότι ο εναγόμενος την παρακολουθούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα και μάλιστα δεν έπραξε οτιδήποτε για να έχει διάγνωση του όγκου που παρουσιάστηκε στην ασθενή. Ο κ. Αριστείδου ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος όφειλε να λάβει πιο δραστικά μέτρα αντιμετώπισης του όγκου και μάλιστα να παρακολουθήσει και την εξέλιξη σε σχέση με το αποτέλεσμα των μέτρων που θα λάμβανε, και κάλεσε το Δικαστήριο να αποδώσει αμέλεια στον εναγόμενο και εκδώσει απόφαση εναντίον του. Τέλος ο κ. Αριστείδου εισηγήθηκε ότι το ποσό των €100.00 αποτελεί εύλογη αποζημίωση υπό τις περιστάσεις και ζήτησε ακόμα την επιδίκαση τόκου από την ημερομηνία υποβολής της ασθενούς σε εγχείρηση για αφαίρεση του όγκου. Στη δική του αγόρευση ο δικηγόρος του εναγόμενου προέβη σε εκτενή ανάλυση των νομικών αρχών που διέπουν την ιατρική αμέλεια και ακολούθως ανέφερε ότι η έκθεση απαίτησης περιέχει αντιφατικούς ισχυρισμούς σε σχέση με τις λεπτομέρειες παράβασης νόμιμου καθήκοντος και αμέλειας του εναγόμενου και αυτή δεν προσδιορίζει οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που να συνιστά αμέλεια. Επίσης ο κ. Τσαγγαρίδης εξέφρασε τη θέση ότι δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία αναφορικά με τις συνέπειες στην ασθενή αν η εγχείρηση αφαίρεσης του όγκου γινόταν σε νωρίτερο στάδιο, ούτε και έχει αποδειχθεί η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του εναγόμενου και των σωματικών βλαβών της ασθενούς. Ακόμα ήταν η θέση του κ. Τσαγγαρίδη ότι οι ειδικές ζημιές δεν αποδείχθηκαν στον απαιτούμενο βαθμό. Ο κ. Τσαγγαρίδης εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ήταν απόλυτη και υποκειμενική, και η μαρτυρία του Μ.Ε.4 ήταν αντιφατική και ανακριβής. Ο δικηγόρος του εναγόμενου ανέφερε ότι ο εναγόμενος ήταν συνεπής και σταθερός κατά τη μαρτυρία του και κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί και στηριχθεί στο σύνολο της μαρτυρίας της πλευράς του εναγόμενου για να καταλήξει στα ευρήματα του. Ήταν η θέση του κ. Τσαγγαρίδη ότι το μόνο καθήκον που είχε ο εναγόμενος ήταν να αναφέρει στην ασθενή για την ύπαρξη του όγκου που εντόπισε και να την παραπέμψει σε άλλο ειδικό γιατρό. Ο εναγόμενος δεν μπορούσε να προβεί σε διάγνωση ή να εκφέρει γνώμη, καθότι το ζήτημα δεν ενέπιπτε στην ειδικότητα του, και έτσι το καθήκον του περιορίζεται στο να ενημερώσει την ασθενή η οποία θα ενεργούσε ανάλογα με την κρίση και την επιθυμία της. Αφού ο κ. Τσαγγαρίδης ασχολήθηκε με το θέμα της συμπεριφοράς του μέσου λογικού ασθενούς, είπε ότι από τη στιγμή που η ασθενής είχε τη σχετική πληροφόρηση από τον εναγόμενο, ο τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος ήταν πλέον δική της ευθύνη. Τέλος, ο κ. Τσαγγαρίδης εξέφρασε τη θέση ότι η πλευρά του εναγόμενου απέδειξε ότι η όλη θεραπεία και φροντίδα που πρόσφερε στην ασθενή ήταν συμβατή προς αποδεκτή ιατρική πρακτική χωρίς οποιαδήποτε επιπλοκή, έφερε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα αναφορικά με τα θέματα της ειδικότητας του και ενημέρωσε την ασθενή για την ύπαρξη του όγκου. Με αυτά τα δεδομένα, ο κ. Τσαγγαρίδης ανέφερε ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την απαίτηση τους στον απαιτούμενο βαθμό. Όλοι οι μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, πλην του Μ.Ε.4, κλήθηκαν ως εμπειρογνώμονες και επομένως η αξιολόγηση τους αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους

(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, τα Δικαστήρια δέχονται τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον αυτών των μαρτύρων είναι να δώσουν στον Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v The Republic
(1977)2 C.L.R. 361. Στην πρόσφατη υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011, ημερ. 24.1.2013, το Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Για την εξακρίβωση τούτου, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. v Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. v Henderson [2010] EWCA 1269). Είναι δε σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984.» Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Joyce v. Yeomans
(1981)2 All E.R.
  1. Χρήσιμη ανάλυση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα και του ρόλου του Δικαστηρίου προσφέρει το σύγγραμμα Medical Negligence, Michael Jones, 4η έκδοση 2008, σελ. 327-332, παρ. 3-162 μέχρι 3-
  2. Στρεφόμενη στη μαρτυρία του Μ.Ε.1, τόσο τα ακαδημαϊκά του προσόντα όσο και η πείρα του τον καθιστούν εμπειρογνώμονα ειδικό χειρουργό. Άλλωστε η ειδικότητα του δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης. Ο εν λόγω μάρτυρας είδε τον όγκο όπως είχε διαμορφωθεί μετά τη γέννα της ασθενούς εξωτερικά και είναι ο μόνος που είδε τον όγκο τόσο σε αξονική τομογραφία που έγινε στην ασθενή όσο και εσωτερικά κατά τη χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης του. Η περιγραφή του αναφορικά με τον όγκο και τις επιπτώσεις της ύπαρξης του στην κοιλιακή χώρα της ασθενούς καθώς επίσης τη θεραπεία που ακολούθησε κατά την αφαίρεση του είναι ολοκληρωμένη και σαφής. Ο Μ.Ε.1 έδωσε κάθε λεπτομέρεια αναφορικά με τα ευρήματα και τις ενέργειες του κατά τη χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης του όγκου και γενικά παρουσίασε μία καθαρή εικόνα της κατάστασης της ασθενούς και της θεραπείας στην οποία ο ίδιος προέβη, έτσι ώστε αυτό το μέρος της μαρτυρίας του να γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο. Ακόμα ο Μ.Ε.1 έδωσε πλήρη εικόνα της κατάστασης της ασθενούς μετά την αφαίρεση του όγκου, κυρίως την αδυναμία της να εξασκηθεί ή να κάνει βαριές δουλειές, την αναγκαιότητα πλαστικών επεμβάσεων για βελτίωση των τομών, και ακόμα την παρουσίαση μετεγχειρητικής κοίλης και την αναγκαιότητα νέας επέμβασης με την τοποθέτηση πλέγματος. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε περαιτέρω ότι η ασθενής δεν μπορούσε να μείνει ξανά έγκυος, και γενικά ήταν σταθερός και ευθύς στις απαντήσεις και θέσεις του με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να ικανοποιείται ότι αυτός κατέθεσε με αντικειμενικότητα για τα πιο πάνω θέματα, παρουσιάζοντας την αληθή εικόνα της κατάστασης της ασθενούς. Το Δικαστήριο δέχεται επίσης την αναφορά του Μ.Ε.1 ότι όσο πιο μικρός είναι ο όγκος τόσο πιο έγκαιρα πρέπει να αφαιρείται και ότι η αφαίρεση του όγκου ήταν δυνατή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της ασθενούς, ως την ιατρική εκτίμηση του μάρτυρα. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα αναφορικά με το ποσοστό υποτροπής της κατάστασης της ασθενούς μετά την αφαίρεση του όγκου, καθότι στην Έκθεση του, Τεκμήριο 7, καθορίζει αυτό στο 70%, ενώ στην αντεξέταση του είπε ότι αυτό είναι περίπου 30%. Λόγω αυτής της διαφοροποίησης, το Δικαστήριο αποδέχεται μόνο ότι υπάρχει πιθανότητα υποτροπής χωρίς προσδιορισμό ποσοστού. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη θέση του μάρτυρα αναφορικά με το θέμα της βιοψίας του όγκου. Ο Μ.Ε.1 είπε ότι η ορθή αντιμετώπιση του όγκου ήταν η παραπομπή σε ειδικό και ακόμα η βιοψία με βελόνα χωρίς τοπική αναισθησία, ενώ αργότερα είπε ότι ο γυναικολόγος μπορούσε να πάρει βιοψία κατά τη διάρκεια της καισαρικής. Επί αυτού του θέματος παρουσιάζεται κάποια ασάφεια στη θέση του μάρτυρα αναφορικά με το χρονικό στάδιο λήψης της βιοψίας, καθότι ο Μ.Ε.1 προσδιόρισε ότι η λήψη της βιοψίας από γυναικολόγο ήταν δυνατή στο στάδιο της καισαρικής ενώ δεν καθόρισε ποιος θα μπορούσε να κάνει κάτι ανάλογο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Με δεδομένη και τη θέση του ότι εξαρτάται από την ειδίκευση του γυναικολόγου κατά πόσο αυτός μπορεί να αφαιρέσει τον όγκο, θεωρώ ότι αυτή η αναφορά του στο θέμα της βιοψίας είναι υπερβολική και εκφράζει τη δική του υποκειμενική άποψη. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι η εν λόγω αναφορά του Μ.Ε.1 δεν συμφωνεί με την εκδοχή του Μ.Ε.2 ο οποίος είπε ότι ο ίδιος δεν θα λάμβανε δείγμα για βιοψία κατά την καισαρική ούτε και θα αφαιρούσε τον όγκο κατά την καισαρική και ότι αυτό εμπίπτει στην ειδικότητα άλλου γιατρού. Ο Μ.Ε.2, ο οποίος και πάλι κλήθηκε για την πλευρά των εναγόντων και δεν είχε άμεση σχέση με την υπό κρίση περίπτωση ούτε και επαφή με την ασθενή, κρίνεται από το Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας γυναικολόγος με βάση τα ακαδημαϊκά του προσόντα και την πείρα του. Η ειδικότητα του άλλωστε και πάλι δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του εναγόμενου. Η μαρτυρία του ήταν αμερόληπτη και αντικειμενική, και θεωρώ ότι ο ίδιος, ως ειδικός γυναικολόγος, είναι σε καλύτερη θέση να αναφέρει τι θα μπορούσε να κάνει σε σχέση με τη βιοψία και αφαίρεση του όγκου, σε αντίθεση με τον Μ.Ε.1, και επομένως αποδέχομαι τη δική του επιστημονική θέση αναφορικά με το θέμα και γενικά το σύνολο της μαρτυρίας του. Ο Μ.Ε.3 με τη σειρά του κρίνεται ως εμπειρογνώμονας στην Ιατροδικαστική σύμφωνα με τις σπουδές και την πείρα του. Η υπεράσπιση ουδόλως αμφισβήτησε την ειδικότητα του μάρτυρα. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα βασίστηκε στα Ιατρικά Πιστοποιητικά και άλλα έγγραφα που τέθηκαν υπόψη του από την ασθενή και σε μία ιατρική εξέταση αυτής. Αποδέχομαι τα ευρήματα του εν λόγω μάρτυρα αναφορικά με την κατάσταση της ασθενούς σύμφωνα με τις δικές του διαπιστώσεις. Το υπόλοιπο της μαρτυρίας του που αναλώθηκε κυρίως στις συνέπειες αφαίρεσης του όγκου σε νωρίτερο στάδιο χαρακτηρίζεται από γενικότητα, αοριστία και ασάφεια. Ειδικότερα, ο Μ.Ε.3 είπε ότι αν η αφαίρεση του όγκου γινόταν νωρίτερα η τομή θα ήταν πολύ μικρότερη και ίσως η προβολή στο κοιλιακό τοίχωμα να μην ήταν η ίδια και να μην χρειαζόταν η τοποθέτηση πλέγματος. Αυτή η μαρτυρία του όμως παρέμεινε ως απλή εικασία και πιθανολόγηση και επομένως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η θέση του Μ.Ε.3 ότι η αφαίρεση του όγκου ήταν δυνατή κατά τον δεύτερο μήνα της εγκυμοσύνης της αποβιώσασας δεν εμπίπτει στην ειδικότητα του, όμως αποδέχθηκα αυτή τη θέση ως την ιατρική άποψη του Μ.Ε.1 ως ειδικού, όπως αναφέρεται πιο πάνω. Το Δικαστήριο επίσης διαπιστώνει ότι οι 3 αυτοί μάρτυρες εξέφρασαν 3 διαφορετικές απόψεις αναφορικά με τον τρόπο χειρισμού της παραπομπής ασθενούς σε γιατρό άλλης ειδικότητας και της άρνησης της ασθενούς να ακολουθήσει τη συμβουλή και υπόδειξη του γιατρού. Είναι πρόδηλο ότι οι γιατροί δεν ακολουθούν μία ενιαία πολιτική για το θέμα και ότι επαφίεται στον καθένα ξεχωριστά να το χειριστεί ανάλογα. Ο Μ.Ε.4 γενικά δεν άφησε θετική εικόνα προς το Δικαστήριο και δεν έπεισε για την αλήθεια των όσων έλεγε. Δεν παραγνωρίζω τη σχέση του με ην ασθενή και ακόμα τη φόρτιση του κατά την κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου για την υπό κρίση υπόθεση. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από γενικότητα και αοριστία και ακόμα σε κάποια σημεία αντιφατικότητα. Συγκεκριμένα, ο Μ.Ε.4 είπε ότι όταν ο εναγόμενος δεν αφαίρεσε τον όγκο κατά την καισαρική και ο μάρτυρας τον ρώτησε γι΄αυτό, ο εναγόμενος δεν έδωσε εξήγηση. Αυτή η θέση του μάρτυρα δεν είναι πειστική, ιδιαίτερα εφόσον ο ίδιος ανησυχούσε για τον όγκο και δεν φαίνεται, σύμφωνα πάντα με τη δική του εκδοχή, να επέμενε να πάρει απάντηση για να καθησυχαστεί ή ακόμα έστω και εκείνη τη στιγμή να αρχίσει να αμφιβάλλει για τον εναγόμενο και να σκεφτεί με τη σύζυγο του το ενδεχόμενο επίσκεψης σε άλλο γιατρό για το θέμα. Επίσης ο Μ.Ε.4 έδωσε κάποια στοιχεία για το εισόδημα της συζύγου του κατά την κύρια εξέταση του, ενώ στην αντεξέταση του πρόβαλε άλλα δεδομένα σε σχέση με την απασχόληση της που δεν συνάδουν με το εισόδημα που ο ίδιος ανέφερε στην κύρια εξέταση του. Ερωτηθείς επίμονα για το θέμα από τον δικηγόρο του εναγόμενου, ο Μ.Ε.4 δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφή απάντηση, και περιορίστηκε στο να απαντήσει ότι αυτό έγραψε στη Γραπτή του Δήλωση χωρίς περαιτέρω επεξήγηση. Σημαντικό επίσης είναι το γεγονός ότι ο Μ.Ε.4 επέμενε ότι ο εναγόμενος είπε στη σύζυγο του ότι θα αφαιρούσε τον όγκο κατά την καισαρική, που αποτελεί βασικό ισχυρισμό των εναγόντων, και ότι αυτό το είπαν και στον Μ.Ε.
  3. Ο Μ.Ε.1 δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει τέτοιο ισχυρισμό. Ο Μ.Ε.4 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο αυτό λέχθηκε από τη σύζυγο του προς τον Μ.Ε.3, όμως ο τελευταίος με κάθε βεβαιότητα αρνήθηκε ότι του λέχθηκε κάτι τέτοιο, ενώ, αν πράγματι ο εναγόμενος είπε αυτό στην ασθενή, είναι λογικά αναμενόμενο ότι η ασθενής δεν θα παρέλειπε να αναφέρει κάτι τόσο σημαντικό στον Μ.Ε.
  4. Επίσης ασάφεια και αβεβαιότητα διέκρινε τον μάρτυρα αναφορικά με κάποια άλλα σημεία, όπως το κατά πόσο γνώριζε ότι η σύζυγος του θα υποβαλλόταν εκ νέου σε καισαρική για τη γέννηση του δεύτερου τους παιδιού, και γενικά η όλη του στάση και συμπεριφορά στο εδώλιο του μάρτυρα δεν έπεισε το Δικαστήριο για την αλήθεια των όσων έλεγε. Το Δικαστήριο ικανοποιείται επίσης ότι τόσο ο εναγόμενος όσο και οι άλλοι δύο μάρτυρες που κατέθεσαν για την πλευρά του είναι ειδικοί, ο εναγόμενος και ο Μ.Υ.3 ως γυναικολόγοι και ο Μ.Υ.2 ως γενικός χειρουργός. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου προκύπτει με βάση τα ακαδημαϊκά προσόντα και την πείρα του καθενός και άλλωστε η εμπειρογνωμοσύνη τους δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από την πλευρά των εναγόντων. Ο εναγόμενος γενικά παρέμεινε σταθερός και συνεπής στη δική του εκδοχή των γεγονότων. Επέμενε με χαρακτηριστικό τρόπο στις θέσεις του και κυρίως ότι δεν είναι ειδικός για να εκφέρει άποψη ή να κάνει διάγνωση για τον όγκο, ούτε ακόμα να συμβουλεύσει την ασθενή για τους πιθανούς κινδύνους που η ύπαρξη αυτού του όγκου ενείχε, παρά μόνο να παραπέμψει την ασθενή σε ειδικό, όπως και έπραξε. Επίσης ο εναγόμενος ανέφερε ότι η ασθενής δεν ήταν τυπική όσον αφορά τις αναλύσεις και εξετάσεις που όφειλε να κάνει. Παρόλο που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο κάποιες εξετάσεις της ασθενούς, εν τούτοις η μαρτυρία του εναγόμενου για το θέμα, και ειδικότερα για την παράλειψη της να προβεί σε κάποιες και ότι η μία εξέταση κατά την εγκυμοσύνη της ήταν εκτός χρονικού ορίου, παρέμεινε αναντίλεκτη, και επομένως γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του ο εναγόμενος έδωσε υπερβολικές και ακραίες απαντήσεις. Για παράδειγμα, σε επανειλημμένες υποβολές του δικηγόρου των εναγόντων ότι αυτός όφειλε να δώσει στην ασθενή όλες τις πληροφορίες για τον όγκο, ο εναγόμενος απέρριψε κατηγορηματικά τέτοια θέση λέγοντας ακόμα ότι αν της έλεγε ότι υπάρχει η υποψία καρκίνου, υπήρχε περίπτωση που γυναίκα, μαθαίνοντας τέτοιο ενδεχόμενο, αυτοκτόνησε ενώ τελικά ο όγκος δεν ήταν κακοήθης. Επίσης, όταν ο δικηγόρος των εναγόντων υπέβαλε στον εναγόμενο ότι όφειλε να προβεί και σε άλλες εξετάσεις στην ασθενή, όπως στήθους, αυτός απάντησε ότι η εισήγηση του δικηγόρου είναι εκτός πραγματικότητας καθότι αυτή σημαίνει ότι ο εναγόμενος οφείλει να κάνει όλες τις εξετάσεις για κάθε ενδεχόμενο, μέχρι και εγκεφαλογράφημα, και μάλιστα η μαστογραφία απαγορεύεται σε εγκύους. Ο δικηγόρος των εναγόντων εξέφρασε τη θέση ότι η αξιοπιστία του εναγόμενου πλήττεται λόγω της αντίφασης στην αναφορά του στον ειδικό τον οποίο σύστησε στην ασθενή μεταξύ της προφορικής του μαρτυρίας, από τη μια, και προηγούμενης ένορκης του δήλωσης προς τούτο και της επιστολής των δικηγόρων του για περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες προς τον δικηγόρο των εναγόντων, από την άλλη. Στις δύο τελευταίες δηλώνεται ότι ο εναγόμενος υπέδειξε τον Δρα Γιάννο Ιωάννου στην Πολυκλινική Υγεία, ενώ ο ίδιος ο εναγόμενος δεν συμφώνησε με αυτή τη θέση κατά την αντεξέταση του λέγοντας ότι σύστησε τους γιατρούς της Πολυκλινικής, δηλαδή τον Δρα Ιωάννου και τον Δρα Νίκο Σταύρου. Πράγματι παρατηρείται διαφοροποίηση στη θέση του εναγόμενου για το συγκεκριμένο θέμα. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι ο ίδιος ο Μ.Ε.4 επιβεβαίωσε την εκδοχή του εναγόμενου ότι ο τελευταίος σύστησε στη σύζυγο του τον Μ.Ε.1, επομένως αποδέχομαι αυτή τη θέση ως αληθή. Αξιολογώντας την όλη στάση και συμπεριφορά του εναγόμενου στο εδώλιο του μάρτυρα, ικανοποιούμαι ότι η μαρτυρία του αποκαλύπτει μέρος της αλήθειας ενώ σε κάποια σημεία αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, αποδέχομαι ως αληθή τη θέση του εναγόμενου ότι αντιλήφθηκε με γυμνό μάτι τον όγκο στην ασθενή και ακόμα ότι δεν της είπε οτιδήποτε άλλο για τον όγκο παρά μόνο αυτή ότι έπρεπε να επισκεφθεί ειδικό γι΄αυτό. Επίσης αποδέχομαι τη θέση του εναγόμενου, η οποία επιβεβαιώνεται και από τους Μ.Ε.1 και 3, ότι ουδέποτε της είπε ότι ο ίδιος θα αφαιρούσε τον όγκο κατά την καισαρική. Το Δικαστήριο αποδέχεται ακόμα τη θέση του εναγόμενου ότι υπέδειξε τον Δρα Ιωάννου στην ασθενή, εφόσον αυτή η θέση επιβεβαιώνεται από τον Μ.Ε.4 όπως επισημαίνεται πιο πάνω. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη θέση του εναγόμενου αναφορικά με τη δυνατότητα της ασθενούς να μείνει ξανά έγκυος. Ο εναγόμενος εξέφρασε τη γνώμη του επί τούτου και την υποστήριξε με παραπομπή στις περιπτώσεις αφαίρεσης όγκου από την κοιλιά και τοποθέτησης πλέγματος. Θεωρώ ότι αυτή η θέση είναι πολύ γενική και δεν αφορά τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης, και αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 επί τούτου, καθότι αυτός έκανε την εγχείρηση και είναι σε καλύτερη θέση να εκφέρει άποψη επί του θέματος. Επίσης το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη θέση του εναγόμενου για το σημείο ύπαρξης του όγκου, καθότι ο ίδιος τον εντόπισε μόνο εξωτερικά, και επί τούτου αποδέχομαι και πάλι τη θέση του Μ.Ε.1 λόγω της ειδικότητας του και της εμπλοκής του στην αφαίρεση του όγκου. Ο Μ.Υ.2 κατέθεσε με ευθύτητα, αμεσότητα και συνέπεια. Ο εν λόγω μάρτυρας έδωσε τη δική του ιατρική άποψη επί όλων των ουσιωδών επίδικων θεμάτων, και παρέμεινε σταθερός καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Ο Μ.Υ.2 ήταν σαφής και ξεκάθαρος πώς ο ίδιος θα χειριζόταν ένα παρόμοιο περιστατικό και ακόμα εξήγησε γιατί πιστεύει ότι το πλέγμα που ο Μ.Ε.1 τοποθέτησε είναι μικρό κατά τη δική του εκτίμηση. Βέβαια ο Μ.Υ.2 αναγνώρισε ότι ο γιατρός που χειρίστηκε το υπό κρίση περιστατικό με την εγχείρηση αφαίρεσης του όγκου είναι σε καλύτερη θέση να αξιολογήσει την κατάσταση της ασθενούς και να κρίνει ποια μέτρα πρέπει να λάβει, και επομένως επί αυτού αποδέχομαι τη θέση του Μ.Ε.
  5. Ακόμα ο Μ.Υ.2 εξέφρασε την άποψη ότι η ασθενής μπορούσε να μείνει ξανά έγκυος, όπως γίνεται σε γυναίκες με μετεγχειρητικές κοίλες. Θεωρώ ότι αυτή η θέση του μάρτυρα ήταν γενική και εν πάση περιπτώσει δεν αφορά ακριβώς την ίδια περίπτωση όπως την παρούσα, όπου έγινε αφαίρεση όγκου και υπάρχουν επιπτώσεις στην κοιλιακή χώρα με καταστροφή των κοιλιακών στρωμάτων όπως αυτές αναφέρθηκαν από τον Μ.Ε.
  6. Επομένως, και πάλι το Δικαστήριο αποδέχεται τη θέση του Μ.Ε.1 επί τούτου. Γενικά ο Μ.Υ.2 δημιούργησε θετική εικόνα προς το Δικαστήριο, το οποίο ικανοποιείται για την αξιοπιστία του και αποδέχεται τη μαρτυρία του εκτός για τα θέματα που αναφέρονται πιο πάνω. Ο Μ.Υ.3 με τη σειρά του επίσης άφησε καλή εντύπωση προς το Δικαστήριο. Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε με σαφήνεια και σταθερότητα, και είναι αξιοσημείωτο ότι αυτός δεν αντεξετάστηκε και η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Επομένως, αυτός ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο στο σύνολο της. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Ο εναγόμενος είναι γυναικολόγος και ασκεί το επάγγελμα του στην Κύπρο εδώ και 11 χρόνια. Η αποβιώσασα, Ελένη Χριστοδούλου, η οποία γεννήθηκε στις 30.4.1974, ήταν πελάτισσα του και την εξέτασε για πρώτη φορά στις 9.1.2001 κατά την πρώτη της εγκυμοσύνη μέχρι και τη γέννα της κόρης της στις 27.6.2001 με καισαρική τομή. Ο εναγόμενος την παρακολούθησε και κατά τη δεύτερη της εγκυμοσύνη. Συγκεκριμένα η αποβιώσασα τον επισκέφθηκε στις 9.4.2003 όταν και διαπιστώθηκε ότι ήταν έγκυος. Κατά την πρώτη της κιόλας επίσκεψη η αποβιώσασα του ανέφερε για τη μάζα και τότε ο εναγόμενος την είδε. Η μάζα ήταν περίπου 5-6 εκατοστά. Αναφορικά με τη μάζα, το μόνο που ο εναγόμενος έκανε ήταν να της πει να επισκεφθεί ειδικό/χειρουργό. Ο εναγόμενος δεν της έδωσε οποιαδήποτε γνώμη για τη μάζα και δεν προέβη σε οποιαδήποτε διάγνωση γι΄αυτή, ούτε και την ενημέρωσε ή προειδοποίησε για οποιουσδήποτε κινδύνους που η ύπαρξη της πιθανόν να ενείχε. Κατά τις επισκέψεις της αποβιώσασας στον εναγόμενο, ο τελευταίος τη ρωτούσε αν πήγε σε ειδικό και της συνιστούσε να επισκεφθεί ειδικό για τη μάζα, και συγκεκριμένα της υπέδειξε τον Μ.Ε.1, και αυτή του έλεγε ότι θα πήγαινε ενώ σε κάποιο στάδιο του είπε ότι θα πήγαινε μετά που θα γεννούσε. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος επανέλαβε τη συμβουλή του στην αποβιώσασα να επισκεφθεί ειδικό και στην παρουσία της πεθεράς της και του Μ.Ε.4, όταν αυτοί τη συνόδευαν στις επισκέψεις της στον εναγόμενο. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, η μάζα μεγάλωνε. Παρά κάποιες δυσκολίες στην εγκυμοσύνη της, η αποβιώσασα γέννησε στις 24.3.2004 με καισαρική τομή το δεύτερο της κοριτσάκι χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Ο εναγόμενος της συνέστησε να τον επισκεφθεί ξανά μετά από 40 μέρες. Αυτό έγινε στις 4.5.2004 όταν, κατόπιν παράκλησης της αποβιώσασας, ο εναγόμενος προέβη σε μέτρηση της μάζας και αυτή ήταν 14 εκ. Στις 7.5.2004 η αποβιώσασα επισκέφθηκε τον Μ.Ε.1, γενικό χειρουργό. Η μάζα ήταν εμφανής με τα ρούχα που φορούσε, βρισκόταν στο κάτω μέρος της κοιλιακής χώρας, είχε διάμετρο 20 εκ., και ήταν ένας σκληρός όγκος ο οποίος επεκτεινόταν προς τα μέσα. Έγινε αξονική τομογραφία, Τεκμήρια 1 και 2, που κατέδειξε ότι η μάζα διήθισε στο κοιλιακό τοίχωμα, και έτσι έγινε αφαίρεση του όγκου στις 11.5.
  7. Κατά τη χειρουργική επέμβαση ο Μ.Ε.1 διαπίστωσε ότι ο όγκος διηθούσε σε όλο το τοίχωμα της κοιλιακής χώρας καταστρέφοντας τα κανονικά στρώματα. Έτσι έγινε ευρεία εκτομή του όγκου, συμπεριλαμβανομένου του περιτόναιου, το κλείσιμο της κοιλιάς και η διόρθωση του τοιχώματος ήταν πολύ δύσκολη, και χρειάστηκε η τοποθέτηση ειδικού πλέγματος που καθιστά τη μελλοντική εγκυμοσύνη αδύνατη. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, προέκυψε μία παραμορφωμένη κοιλιά, και θα χρειάζονταν περαιτέρω επεμβάσεις διορθωτικής πλαστικής χειρουργικής για βελτίωση των τομών και πιθανόν αργότερα για τοποθέτηση καινούργιου πλέγματος. Η ασθενής παραπέμφθηκε στο Ογκολογικό Κέντρο της Τράπεζας Κύπρου και η διάγνωση αναφέρεται στο Τεκμήριο 6 ως 'Κοιλιακή Ινωμάτωση' (Desmoid Tumour), δηλαδή ο όγκος δεν ήταν κακοήθης. Σχετική είναι επίσης η Ιστοπαθολογική Έκθεση ημερ. 1.6.2004, Τεκμήριο
  8. Οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 9 δείχνουν την αποβιώσασα όπως ήταν περίπου 3 μήνες μετά την εγχείρηση της. Όπως αναφέρεται στην Ιατρική Έκθεση του Μ.Ε.1 ημερ. 11.1.2005, Τεκμήριο 7, η ασθενής έχει παραμορφωμένη κοιλιά με πλέγματα, αδυνατεί να μείνει ξανά έγκυος, δεν μπορεί να εξασκηθεί ούτε να κάνει βαριές δουλειές. Παρόλο που ο συγκεκριμένος όγκος ήταν καλοήθης, εν τούτοις πρέπει να παρακολουθείται για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο υποτροπής. Στις 11.4.2005 ο Μ.Ε.3 εξέτασε την αποβιώσασα και ετοίμασε Ιατροδικαστική Έκθεση στις 20.10.2005, Έγγραφο
  9. Κατά την εξέταση του ο Μ.Ε.3 διαπίστωσε ότι η ασθενής φέρει μία μεγάλη παλαιά βαθιά δύσμορφη χειρουργική ουλή μήκους 30 εκ. στο αριστερό ημιμόριο της κοιλιακής χώρας με φορά από πάνω προς τα κάτω, καθώς και μεγάλη δύσμορφη προβολή του κοιλιακού τοιχώματος προς τα έξω με παρεκτόπιση της μέσης γραμμής της κοιλιακής χώρας προς τα αριστερά και εξαφάνιση του ομφαλού. Φέρει επίσης παλαιά καισαρική τομή. Με βάση τα πιο πάνω, η ασθενής παρουσιάζει επίσης χαλάρωση της ανατομικής αρχιτεκτονικής της κοιλιακής χώρας με περιορισμό της ικανότητας σε κινήσεις του σώματος της και των δραστηριοτήτων της, χρήζει συνεχούς παρακολούθησης για πιθανή υποτροπή του σαρκώματος και πολύπλοκων χειρουργικών επεμβάσεων στην κοιλιακή χώρα αν η κατάσταση της το επιτρέπει. Ο Μ.Ε.1 εξέτασε ξανά την ασθενή στις 12.10.2005 και διαπίστωσε ότι αυτή είχε παρουσιάσει μετεγχειριτική κοίλη στο άνω μέρος της τομής, το κοιλιακό τοίχωμα είναι πολύ αδύνατο και η ασθενής θα χρειαστεί επέμβαση και τοποθέτηση πλέγματος. Σχετική είναι η Ιατρική Έκθεση του μάρτυρα ημερ. 12.10.2005, Τεκμήριο
  10. Οι διαπιστώσεις των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.3, όπως αναφέρονται πιο πάνω, υιοθετούνται ως μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Δυστυχώς, το 2006, η αποβιώσασα διαγνώστηκε με καρκίνο, ακολούθησε θεραπεία και τελικά απεβίωσε στις 8.7.2008 σε ηλικία 34 ετών. Το Πιστοποιητικό Θανάτου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  11. Οι διαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασας είναι οι ενάγοντες, σύμφωνα με το Τεκμήριο
  12. Η απαίτηση των εναγόντων βασίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Η υπόθεση Αγγελή v. Βορκά
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 761 περιέχει μία ιδιαίτερα διαφωτιστική ανάλυση των νομικών αρχών που διέπουν την ιατρική αμέλεια. Στην εν λόγω υπόθεση αρχικά αναφέρεται ότι ο ασθενής που επιζητά αποζημιώσεις λόγω ιατρικής αμέλειας θα πρέπει να αποδείξει: (α) την ύπαρξη υποχρέωσης επιμέλειας προς τον ασθενή, (β) αμελή πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του γιατρού, και (γ) την πρόκληση ζημιάς. Επίσης επισημαίνεται ότι το καθήκον του γιατρού, όπως και όλων των άλλων επαγγελματιών, είναι η άσκηση λογικής φροντίδας και προσοχής. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Lanphier v. Phipos (1835-42) All E.R. Ree 421, R. v. Bateman
(1925)All E.R. Rep. 45 και Cassidy v. Ministry of Health
(1951)1 All E.R. 574. Ακολούθησαν δύο σημαντικές Αγγλικές αποφάσεις οι οποίες έθεσαν καθοριστικά τις προεκτάσεις της ιατρικής αμέλειας και υιοθετήθηκαν από τα Κυπριακά Δικαστήρια τόσο στην προαναφερόμενη υπόθεση όσο και σε μεταγενέστερες. Η πρώτη είναι η υπόθεση Bolam v. Friern Hospital Committee
(1957)2 All E.R. 118, η οποία καθόρισε την ιατρική αμέλεια ενός γιατρού ως την παράλειψη του να ενεργήσει σύμφωνα με μία πρακτική που είναι αποδεκτή από ένα υπεύθυνο σώμα γιατρών που είναι εξειδικευμένοι στον συγκεκριμένο τομέα. Στην υπόθεση Αγγελή v. Βορκά (ανωτέρω) γίνεται μία σύνοψη των αρχών που καθιέρωσε η υπόθεση Bolam ως εξής: «(
  1. i)Ένας γιατρός δεν είναι ένοχος αμέλειας αν ενεργεί σύμφωνα με μια τακτική που είναι αποδεκτή ως ορθή από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών ανεξάρτητα αν ένα άλλο εξειδικευμένο σώμα διατηρεί διαφορετική άποψη. (
  2. ii)Ένας γιατρός που πιστεύει ότι οι πιθανότητες κινδύνου σε μια συγκεκριμένη θεραπεία είναι μηδαμινές, δεν έχει υποχρέωση να τις αποκαλύψει στον ασθενή και (iii) Για να επιτύχει ένας ασθενής σε απαίτηση γιατί να μην του έχει δοθεί προειδοποίηση για τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να προκύψουν θα πρέπει να αποδείξει ότι έστω και αν του δινόταν η προειδοποίηση, δεν θα έδινε τη συγκατάθεση του για τη συγκεκριμένη θεραπεία.» Η αρχή που διατυπώθηκε στη Bolam διαφοροποιήθηκε λίγο αργότερα με την απόφαση στη δεύτερη υπόθεση Bolitho v. City and Hackney Health Authority
(1993)4 Med. L. R. 381. Σε αυτή την υπόθεση αποφασίστηκε ότι ένας γιατρός δεν μπορεί να αποφύγει ευθύνη για ιατρική αμέλεια αν αποδείξει ότι ακολούθησε μία καθιερωμένη πρακτική που είχε υιοθετηθεί από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων γιατρών. Το ερώτημα κατά πόσο ένα γιατρός είναι ένοχος αμέλειας πρέπει να απαντάται από το Δικαστήριο μέσα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «It is not enough for the defendant to call a number of doctors to say that what he had done was in accord with accepted clinical practice. It is necessary for the judge to consider that evidence and decide whether that medical practice puts the patient unnecessarily at risk.» Η απόφαση στην υπόθεση Bolam διαφοροποιήθηκε επίσης με την απόφαση στην υπόθεση Pearce v. United Bristol Healthcare NHS Trust
(1999)48 B.M.L.R. 118, αναφορικά με το καθήκον προειδοποίησης του ασθενούς από τον γιατρό. Στην τελευταία υπόθεση αποφασίστηκε ότι το κριτήριο είναι ότι σε περίπτωση που υπάρχει σημαντικός κίνδυνος, ένας λογικός γιατρός οφείλει να αποκαλύψει εκείνες τις πληροφορίες που ο μέσος λογικός ασθενής θα ήθελε να γνωρίζει προτού αποφασίσει ποια θεραπεία να ακολουθήσει. Αυτή η απόφαση ουσιαστικά συνδυάζει το κριτήριο του μέσου συνετού ασθενούς με αυτό του μέσου λογικού γιατρού. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω το ακόλουθο σχετικό απόσπασμα: «In a case where it is being alleged that a plaintiff has been deprived of the opportunity to make a proper decision as to what course he or she should take in relation to treatment, it seems to me to be the law, as indicated in the cases to which I have just referred, that if there is a significant risk which would affect the judgment of a reasonable patient, then in the normal course it is the responsibility of a doctor to inform the patient of that significant risk, if the information is needed so that the patient can determine for him or herself as to what course he or she should adopt. .... Obviously the doctor, in determining what to tell the patient, has to take into account all the relevant considerations, which include the ability of the patient to comprehend what he has to say to him or her and the state of the patient at the particular time, both from the physical point of view and an emotional point of view. There can often be situations where a course different from the normal has to be employed. However, where there is what can realistically be called a "significant risk", then, in the ordinary event, as I have already indicated, the patient is entitled to be informed of that risk.» Το βάρος απόδειξης ιατρικής αμέλειας είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ashcroft v. Mersey Regional Health Authority
(1983)2 All. E.R. 245, «The question for consideration is whether on a balance of probabilities it has been established that a professional man has failed to exercise the care required of a man possessing and professing special skill in circumstances which require the exercise of such special skill.» Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρει επίσης η υπόθεση Βαριάνου v. Βορκά
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1541, η οποία πραγματεύεται με λεπτομέρεια το θέμα της αιτιώδους συνάφειας. Ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ερωτοκρίτου κάνει μία ανάλυση της Αγγλικής νομολογίας επί του συγκεκριμένου θέματος και για τις περιπτώσεις που δεν δίνεται οποιαδήποτε προειδοποίηση στον ασθενή καταλήγει στην υιοθέτηση του αντικειμενικού κριτηρίου όπως αυτό διαμορφώθηκε στην υπόθεση Chester v. Affshar
(2004)4 All E.R. 587. Στην εν λόγω υπόθεση η πλειοψηφία της Βουλής των Λόρδων έκρινε ότι ήταν αναγκαίο να υπάρξει κάποια παρέκκλιση από τις κλασικές αρχές που αφορούν στην αιτιώδη συνάφεια προς όφελος του δικαιώματος της αυτονομίας του ασθενούς. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «To leave the patient who would find the decision difficult without a remedy, as the normal approach to causation would indicate, would render the duty useless in the cases where it may be needed post. This would discriminate against those who cannot honestly say that they would have declined the operation once and for all if they had been warned. I would find that result unacceptable. The function of the law is to enable rights to be vindicated and to provide remedies when duties have been breached. Unless this is done the duty is a hollow one, stripped of all practical force and devoid of all content. It will have lost its ability to protect the patient and thus to fulfil the only purpose which brought it into existence. On policy grounds therefore I would hold that the test of causation is satisfied in this case. The injury was intimately involved with the duty to warn. The duty was owed by the doctor who performed the surgery that Miss Chester consented to. It was the product of the very risk that she should have been warned about when she gave her consent. So I would hold that it can be regarded as having been caused, in the legal sense, by the breach of that duty.» Όπως επεσήμανε ο κ. Ερωτοκρίτου, ο σκοπός του δικαίου είναι η προστασία του δικαιώματος του ασθενούς να επιλέγει και η μερική παρέκκλιση από τις παραδοσιακές αρχές αιτιώδους συνάφειας είναι η μόνη διέξοδος ώστε να απονεμηθεί ορθώς δικαιοσύνη σε υποθέσεις παράλειψης προειδοποίησης για κινδύνους. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, και με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αρχικά επισημαίνω ότι ο εναγόμενος είναι γιατρός, ειδικός γυναικολόγος, και η αποβιώσασα τον επισκέφθηκε τόσο κατά την πρώτη όσο και κατά τη δεύτερη της εγκυμοσύνη. Το θέμα της εμφάνισης της μάζας, όσον αφορά τη διάγνωση αυτής και τη συνιστώμενη θεραπεία, δεν εμπίπτει στην ειδικότητα του εναγόμενου ως γυναικολόγου, αλλά του γενικού χειρουργού. Επί τούτου πρώτιστης σημασίας είναι ότι ο εναγόμενος αναμένεται να εκπληρώσει το καθήκον επιμέλειας ενός λογικού ικανού γυναικολόγου, εφόσον αυτή είναι η ειδικότητα του. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Sidaway v. Royal Hospital Governors
(1985)A.C. 871 και Maynard v. West Midlands Regional Health Authority
(1984)1 W.L.R.
  1. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η μάζα ήταν εμφανής με γυμνό μάτι κατά την πρώτη κιόλας επίσκεψη της αποβιώσασας στον εναγόμενο, στις 9.4.2003, όταν και διαπιστώθηκε ότι ήταν έγκυος. Ο εναγόμενος της συνέστησε μόνο να συμβουλευθεί ειδικό/χειρουργό, και μάλιστα της υπέδειξε συγκεκριμένο ειδικό, τον Μ.Ε.1, και δεν της έδωσε γνώμη για τη μάζα, δεν προέβη σε οποιαδήποτε διάγνωση γι΄αυτή, ούτε και την ενημέρωσε ή προειδοποίησε για οποιουσδήποτε κινδύνους που η ύπαρξη της πιθανόν να ενείχε. Κατά τις επισκέψεις της αποβιώσασας στον εναγόμενο, ο τελευταίος τη ρωτούσε αν πήγε σε ειδικό και της συνιστούσε να επισκεφθεί ειδικό για τη μάζα και αυτή του έλεγε ότι θα πήγαινε ενώ σε κάποιο στάδιο του είπε ότι θα πήγαινε μετά που θα γεννούσε. Μάλιστα ο εναγόμενος επανέλαβε τη συμβουλή του στην αποβιώσασα και στην παρουσία της πεθεράς της και του Μ.Ε.4, όταν αυτοί τη συνόδευαν στις επισκέψεις της στον εναγόμενο. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος ουδέποτε ανέλαβε να παρακολουθεί τη μάζα καθησυχάζοντας την αποβιώσασα ότι πρόκειται για λίπωμα ούτε και ποτέ της είπε ότι ο ίδιος θα την αφαιρούσε κατά την καισαρική. Η μάζα ήταν 'Κοιλιακή Ινωμάτωση', δηλαδή καλοήθης όγκος. Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο ότι κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης η μάζα μεγάλωνε, ενώ η αποβιώσασα γέννησε στις 24.3.2004 με καισαρική τομή το δεύτερο της κοριτσάκι χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Με βάση την ιατρική μαρτυρία την οποία έχω αποδεχθεί, βρίσκω ότι η μάζα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με διάφορους τρόπους και αυτό επαφίεται στην κρίση του κάθε ειδικού γιατρού, δηλαδή χειρουργού. Συγκεκριμένα, ο Μ.Ε.1 συστήνει την αφαίρεση της μάζας μόλις αυτή εντοπιστεί, και θα μπορούσε ακόμα να την αφαιρέσει κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, όταν αυτή παρουσιάστηκε, ενώ ο Μ.Υ.2 δεν θα σύστηνε την αφαίρεση της μάζας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός αν η παρουσία της συνιστούσε κίνδυνο στην υγεία του εμβρύου ή της ίδιας της μητέρας. Την ίδια θέση συμμερίζονται επίσης οι γυναικολόγοι, Μ.Ε.2, εναγόμενος και Μ.Υ.3, με την έννοια ότι κανείς δεν θα συνιστούσε άμεση αφαίρεση της μάζας σε έγκυο εκτός αν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Η πλευρά των εναγόντων αποδίδει την αμέλεια του εναγόμενου με διάφορους τρόπους, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αμέλειας που περιέχονται στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης. Πρώτος ισχυρισμός τους είναι η παράλειψη του εναγόμενου να παραπέμψει την αποβιώσασα σε ειδικό/χειρουργό. Τα γεγονότα της υπόθεσης δεν υποστηρίζουν αυτή τη θέση. Ο εναγόμενος, από την πρώτη στιγμή που είδε τη μάζα, συνέστησε στην αποβιώσασα να επισκεφθεί ειδικό, και μάλιστα υπέδειξε συγκεκριμένο ειδικό, χωρίς ποτέ να της πει οτιδήποτε παραπάνω ούτε και να αναλάβει την παρακολούθηση και/ή θεραπεία του. Ακόμα και αυτή η συμπεριφορά του εναγόμενου δεν είναι ικανοποιητική στην εκπλήρωση του καθήκοντος επίδειξης εύλογης επιμέλειας, κατά την εισήγηση των εναγόντων. Ο δικηγόρος των εναγόντων ανέφερε ότι ο εναγόμενος όφειλε να επιμένει στην παραπομπή της ασθενούς σε ειδικό και μάλιστα να λάβει μέτρα για να την παροτρύνει να επισκεφθεί ειδικό. Γι΄ αυτό το θέμα και πάλι οι γιατροί εξέφρασαν διαφορετικές γνώμες, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καταλήγει ότι η συμβουλή του γιατρού προς την ασθενή μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους, ανάλογα με την κρίση του συγκεκριμένου γιατρού. Στην παρούσα περίπτωση, ο εναγόμενος παρακολουθούσε την αποβιώσασα ως γυναικολόγος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της και αμέσως την συμβούλευσε να επισκεφθεί ειδικό, χωρίς να αναλάβει ο ίδιος ειδικότητα επί του θέματος του όγκου. Μάλιστα τη ρωτούσε επανειλημμένα κατά τις επισκέψεις της κατά πόσο το έπραξε, και στην παρουσία της πεθεράς της και του Μ.Ε.4, και αυτή τον ενημέρωνε ότι θα πήγαινε μέχρι που του είπε ότι θα το έκανε μετά την καισαρική. Ο εναγόμενος περιορίστηκε στη δική του ειδικότητα και καθήκοντα αναφορικά με την εγκυμοσύνη της αποβιώσασας, και με δεδομένη την άμεση παραπομπή της σε ειδικό, τη συνεχή προτροπή του εναγόμενου προς αυτή να το πράξει και την τελική θέση και απόφαση της ίδιας ότι θα πήγαινε σε ειδικό μετά τη γέννα της, θεωρώ ότι ο εναγόμενος εκπλήρωσε το καθήκον του να συμβουλεύσει την ασθενή του να πάει σε ειδικό εφόσον το θέμα δεν ενέπιπτε στη δική του ειδικότητα. Αυτή η στάση του εναγόμενου είναι ό,τι αναμένεται από ένα μέσο λογικό γιατρό της ειδικότητας του και που απευθύνεται σε μία μέση συνετή ασθενή η οποία είναι έγκυος τη δεδομένη στιγμή. Αναφορικά με το θέμα της παραπομπής σε ειδικό, και πάλι παραπέμπω στο σύγγραμμα Medical Negligence, Michael Jones, 4η έκδοση 2008, σελ. 357-361, παρ. 4-034 μέχρι 4-
  2. Η πλευρά των εναγόντων απέδωσε επίσης ιδιαίτερη βαρύτητα στην παράλειψη του εναγόμενου να προειδοποιήσει την αποβιώσασα για τους κινδύνους που η εμφάνιση της μάζας ενείχε. Από τη στιγμή που η εμφάνιση της μάζας δεν ενέπιπτε στην ειδικότητα του εναγόμενου, θεωρώ ότι αυτός δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση ή καθήκον να ασχοληθεί με τη μάζα και ειδικότερα να εκφέρει οποιαδήποτε άποψη είτε για τη φύση αυτής είτε για την προτεινόμενη θεραπεία. Η σύσταση θεραπείας για τα μάζα και η προειδοποίηση των κινδύνων αποτελεί κατ΄εξοχήν έργο του ειδικού γιατρού επί του θέματος και όχι του εναγόμενου. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καλύπτουν τις πλείστες των λεπτομερειών αμέλειας που περιλαμβάνονται στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης. Στις λεπτομέρειες αναφέρεται επίσης ότι ο εναγόμενος απέτυχε να διεκπεραιώσει την καισαρική τομή ταυτόχρονα με ικανούς και έμπειρους ειδικούς γιατρούς για την αντιμετώπιση του όγκου. Αυτός ο ισχυρισμός δεν βρίσκει νομικό έρεισμα, καθότι το καθήκον του εναγόμενου περιοριζόταν στην παρακολούθηση της εγκυμοσύνης της και τη διεκπεραίωση αυτής με τη γέννα του παιδιού της χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα σε αυτό και την ίδια. Ο εναγόμενος συμβούλευσε την ασθενή να επισκεφθεί ειδικό, και δεν ήταν δική του αρμοδιότητα να εισηγηθεί την παρουσία ειδικού και την ταυτόχρονη αντιμετώπιση της μάζας με την καισαρική, παρά μόνο αν ο ειδικός της το σύστηνε και η ίδια το ζητούσε από τον εναγόμενο, ο οποίος έπρεπε να δώσει και τη δική του συγκατάθεση. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ακόμα ότι ο εναγόμενος ακολούθησε διαδικασία και τρόπο αντιμετώπισης της κατάστασης της ασθενούς που δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε σχολή ή δόγμα ιατρικής. Αυτή η θέση και πάλι δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο εν όψει των ευρημάτων του αναφορικά με τον τρόπο συμπεριφοράς του εναγόμενου. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, είναι πρόδηλο ότι ο εναγόμενος, ως μη ειδικός, ενήργησε σύμφωνα με την κοινώς αποδεκτή πρακτική που εκφράστηκε από όλους τους γιατρούς, Μ.Ε.2, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3, δηλαδή να παραπέμψει την ασθενή σε ειδικό για τη μάζα. Στο σημείο αυτό δεν παραγνωρίζω ότι το μέγεθος της συγκεκριμένης μάζας δεν ήταν σύνηθες και ότι η ιατρική εκτίμηση του ειδικού ότι η επέμβαση στη μάζα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η οποία μάλιστα παρουσίαζε κάποιες δυσκολίες, δεν συνιστάται εφόσον αυτή δεν ενείχε κίνδυνο στην εγκυμοσύνη και την υγεία του εμβρύου και της μητέρας, είναι αποδεκτή και λογική. Θεωρώ ότι ο εναγόμενος ενήργησε με τον πρέποντα και ενδεικνυόμενο τρόπο, και με κάθε λογική επιμέλεια προς την ασθενή του, με την παρακολούθηση της εγκυμοσύνης της και την επιτυχή γέννα του παιδιού της, χωρίς οποιαδήποτε επιπλοκή στην εγκυμοσύνη της και/ή τη γέννα του παιδιού της παρά την ύπαρξη του όγκου. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι οι ενάγοντες δεν κατάφεραν να αποδείξουν την απαίτηση τους στον απαιτούμενο βαθμό και επομένως αυτή απορρίπτεται. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, θα προχωρήσω να εξετάσω το θέμα των αποζημιώσεων σε περίπτωση που οι ενάγοντες πετύχαιναν στην απαίτηση τους. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να αποδεικνύονται με ακρίβεια. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239 και Αριστοδήμου ν. Πέτρου
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η αποβιώσασα εργαζόταν ως κομμώτρια στο σπίτι της πριν τη δεύτερη της εγκυμοσύνη. Όμως δεν αποδέχθηκα τη μαρτυρία του Μ.Ε.4 αναφορικά με τα εισοδήματα της και τις προοπτικές επιστροφής στην εργασία της, καθότι ο Μ.Ε.4 αναγνώρισε ότι μετά τη δεύτερη της γέννα η σύζυγος του σταμάτησε να εργάζεται για να φροντίζει τα δύο τους παιδιά. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ότι δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε απώλεια εισοδήματος και εν πάση περιπτώσει ότι η αποβιώσασα είχε πρόθεση να επιστρέψει στην εργασία της λόγω του ότι είχε να φροντίσει πλέον δύο μικρά παιδιά και μετά εμφανίστηκε η ασθένεια της. Η μαρτυρία του Μ.Ε.4 αναφορικά με τη νοσοκόμα που φρόντιζε και βοηθούσε τη σύζυγο του, και τα ιατρικά και κλινικά έξοδα των €5.000, παρέμεινε εντελώς γενική, αόριστη και ατεκμηρίωτη, και επομένως θεωρώ ότι ούτε αυτό το μέρος της απαίτησης αποδείχθηκε με την απαιτούμενη αυστηρότητα. Στην έκθεση απαίτησης αναφέρονται επίσης φαρμακευτικά έξοδα και έξοδα αγοράς αναγκαίων βοηθητικών εξαρτημάτων και έξοδα μετακινήσεων, για τα οποία ουδεμία μαρτυρία έχει προσφερθεί, και έτσι αυτό το μέρος της απαίτησης και πάλι δεν έχει αποδειχθεί. Το μόνο μέρος της απαίτησης των ειδικών ζημιών που έχει αποδειχθεί είναι η αμοιβή του Μ.Ε.3, η οποία όμως περιορίζεται στο ποσό των €600, όπως είναι δικογραφημένο, παρόλο που ο Μ.Ε.4 καθόρισε το ποσό αυτό στα €
  2. Η αμοιβή του Μ.Ε.1 που, σύμφωνα με τον ίδιο, ανέρχεται στις Λ.Κ.2.300, δεν περιέχεται στις λεπτομέρειες ειδικών ζημιών στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης των εναγόντων και επομένως αυτό το ποσό δεν μπορεί να επιδικαστεί. Είναι πλέον νομολογιακά καθιερωμένο ότι παράγοντες οι οποίοι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό των γενικών αποζημιώσεων αποτελούν μεταξύ άλλων η σοβαρότητα των τραυμάτων που υπέστη το πρόσωπο που διεκδικεί τις αποζημιώσεις, ο πόνος, η οδύνη, η ταλαιπωρία και η διάρκεια της δυσχέρειας. Σχετική είναι η υπόθεση Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66. Επίσης η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επιδείξει μια σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, και έχει τονίσει την ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας - βλ. Ioannou and Paraskevaides (Overseas) Ltd. αnd another v. Christofis
(1982)1 C.L.R. 789, Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1303, Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 687 και Κωμιάτη ν. Πόλιτσου κ.ά.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 226. Στην υπόθεση Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 υιοθετήθηκε η καθιερωμένη νομική αρχή ότι προηγούμενες αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων προσφέρουν καθοδήγηση στον βαθμό που είναι συγκριτικές ως αποκαλυπτικές της επικρατούσας τάσης χωρίς να είναι δεσμευτικές. Σε κάθε υπόθεση είναι ανάγκη να γίνονται οι αναγκαίες προσαρμογές έχοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της και βέβαια πρέπει να συνυπολογίζεται η μείωση της αξίας του χρήματος με την πάροδο του χρόνου. Περαιτέρω στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1992)1 Α.Α.Δ. 430 επισημάνθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει πάντοτε να προβαίνει στις αναγκαίες προσαρμογές λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ουσιώδη γεγονότα δύο υποθέσεων δεν είναι ποτέ ταυτόσημα. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η μάζα εμφανίστηκε κατά το αρχικό στάδιο της εγκυμοσύνης της αποβιώσασας, περί τον Αύγουστο 2003, σε ηλικία 29 ετών, και αυτή μεγάλωνε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της. Η αποβιώσασα υποβλήθηκε σε καισαρική τομή στις 24.3.2004, και στις 7.5.2004 επισκέφθηκε τον Μ.Ε.
  1. Η μάζα ήταν εμφανής με τα ρούχα που φορούσε, βρισκόταν στο κάτω μέρος της κοιλιακής χώρας, είχε διάμετρο 20 εκ., και ήταν ένας σκληρός όγκος ο οποίος επεκτεινόταν προς τα μέσα. Η αξονική τομογραφία, Τεκμήρια 1 και 2, κατέδειξε ότι η μάζα διήθισε στο κοιλιακό τοίχωμα, και έτσι έγινε αφαίρεση του όγκου στις 11.5.
  2. Κατά τη χειρουργική επέμβαση, διαπιστώθηκε ότι ο όγκος διηθούσε σε όλο το τοίχωμα της κοιλιακής χώρας καταστρέφοντας τα κανονικά στρώματα. Έτσι έγινε ευρεία εκτομή του όγκου, συμπεριλαμβανομένου του περιτόναιου, το κλείσιμο της κοιλιάς και η διόρθωση του τοιχώματος ήταν πολύ δύσκολη, και χρειάστηκε η τοποθέτηση ειδικού πλέγματος. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, προέκυψε μία παραμορφωμένη κοιλιά, και θα χρειάζονταν περαιτέρω επεμβάσεις διορθωτικής πλαστικής χειρουργικής για βελτίωση των τομών και πιθανόν αργότερα για τοποθέτηση καινούργιου πλέγματος. Σύμφωνα με τη διάγνωση του Ογκολογικού Κέντρου της Τράπεζας Κύπρου, Τεκμήριο 6, ο όγκος είναι 'Κοιλιακή Ινωμάτωση' (Desmoid Tumour), δηλαδή δεν ήταν κακοήθης. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι μετά την εγχείρηση αφαίρεσης του όγκου, και συγκεκριμένα στις 11.4.2005 η ασθενής εξετάστηκε από τον Μ.Ε.
  3. Με βάση τις δικές του διαπιστώσεις, αυτή έφερε μία μεγάλη παλαιά βαθιά δύσμορφη χειρουργική ουλή μήκους 30 εκ. στο αριστερό ημιμόριο της κοιλιακής χώρας με φορά από πάνω προς τα κάτω, καθώς και μεγάλη δύσμορφη προβολή του κοιλιακού τοιχώματος προς τα έξω με παρεκτόπιση της μέσης γραμμής της κοιλιακής χώρας προς τα αριστερά και εξαφάνιση του ομφαλού. Έφερε επίσης παλαιά καισαρική τομή. Η ασθενής παρουσίαζε επίσης χαλάρωση της ανατομικής αρχιτεκτονικής της κοιλιακής χώρας με περιορισμό της ικανότητας σε κινήσεις του σώματος της και των δραστηριοτήτων της. Λόγω του πλέγματος που τοποθετήθηκε, η ασθενής δεν μπορούσε να μείνει ξανά έγκυος, δεν μπορούσε να εξασκηθεί ούτε να κάνει βαριές δουλειές. Οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 9 δείχνουν την αποβιώσασα όπως ήταν περίπου 3 μήνες μετά την εγχείρηση της. Στις 12.10.2005, σε νέα εξέταση της ασθενούς από τον Μ.Ε.1, διαφάνηκε ότι αυτή είχε παρουσιάσει μετεγχειριτική κοίλη στο άνω μέρος της τομής, το κοιλιακό τοίχωμα ήταν πολύ αδύνατο και η ασθενής θα χρειαζόταν επέμβαση και τοποθέτηση πλέγματος. Η ασθενής, δυστυχώς, το 2006 διαγνώστηκε με καρκίνο, ακολούθησε θεραπεία και τελικά αποβίωσε στις 8.7.2008 σε ηλικία 34 ετών. Αναφορικά με το ύψος των γενικών αποζημιώσεων, λαμβάνω υπόψη τη ζημιά που η μάζα προκάλεσε στα κοιλιακά τοιχώματα της ασθενούς, τη δυσκολία στη χειρουργική επέμβαση, την αναγκαιότητα τοποθέτησης πλέγματος και την ύπαρξη μεγάλης και παραμορφωμένης ουλής και την εξαφάνιση του ομφαλού. Η ασθενής δεν μπορούσε πλέον να μείνει έγκυος, παρόλο που δεν υπάρχει μαρτυρία για την πρόθεση της να αποκτήσει άλλο παιδί, και θα χρειαζόταν πλαστική επέμβαση για διόρθωση της ουλής. Επίσης, ενάμιση χρόνο αργότερα, η ασθενής παρουσίασε μετεγχειριτική κοίλη στο άνω μέρος της τομής, το κοιλιακό τοίχωμα ήταν πολύ αδύνατο και θα χρειαζόταν νέα επέμβαση και τοποθέτηση πλέγματος. Ακόμα, λαμβάνω υπόψη ότι από τη χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης του όγκου, η ασθενής δεν μπορούσε να φροντίσει μόνη τον εαυτό της και χρειαζόταν βοήθεια για κάποιο χρονικό διάστημα, είχε περιορισμό της ικανότητας σε κινήσεις του σώματος της και των δραστηριοτήτων της, και δεν μπορούσε να εξασκηθεί ούτε να κάνει βαριές δουλειές. Ακόμα το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη την ηλικία της ασθενούς, και τον πόνο και την ταλαιπωρία που η ασθενής υπέστη, και μάλιστα μετά τη γέννηση του δεύτερου της παιδιού και έχοντας δύο μικρά παιδιά να φροντίζει. Βέβαια, το ποσό των γενικών αποζημιώσεων μειώνεται σημαντικά καθότι η ασθενής, για λόγους που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση, δεν έζησε τις συνέπειες αυτής της κατάστασης για πολύ χρονικό διάστημα ούτε είχε περιθώριο νέας θεραπείας αυτής, είτε με νέα επέμβαση για τη μετεγχειρητική κοίλη, είτε με πλαστική επέμβαση, καθότι διαγνώστηκε με καρκίνο το 2006, και έτσι άρχισε θεραπεία χωρίς δυστυχώς να καταφέρει να νικήσει την ασθένεια της. Θεωρώ ότι το ποσό των €100.000 που εισηγήθηκε ο δικηγόρος των εναγόντων, χωρίς οποιαδήποτε σχετική παραπομπή, είναι υπερβολικό, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις παραμέτρους που αναφέρονται πιο πάνω. Με βάση τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, θεωρώ ότι το ποσό των €20.000 αποτελεί εύλογη και δίκαιη αποζημίωση για την ασθενή υπό τις περιστάσεις. Σχετική καθοδήγηση στον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων προσφέρει η υπόθεση Ανδρέου v. Almifalani
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 608. Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν την απαίτηση τους εναντίον του εναγόμενου, καταλήγω ότι η απαίτηση των εναγόντων αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον των εναγόντων όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Πολιτική / Τελική Απόφαση Αναφορά: Ιατρική Αμέλεια cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.