CH G EMPORIUM CARS LTD ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 4414/12, 29/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A84 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4414/12 Μεταξύ: CH & G EMPORIUM CARS LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων και
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων, από τη Λευκωσία Εναγομένων ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 3.10.12 -------------------------- 29.3.13 Για τους ενάγοντες-αιτητές: Koς Α. Χαραλάμπους Για τους εναγόμενους-καθ'ων η αίτηση: Kος Π. Κυριακίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Mε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ημερομηνίας 3.10.12 οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων: «Α. Aποζημιώσεις για ζημιές, απώλειες και έξοδα που υπέστηκαν οι Ενάγοντες κατά ή περί το 2012 και/ή θα υποστούν μελλοντικά μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής στα ακόλουθα οχήματα τους: BMW 123D M Sport με αρ. Πλαισίου WBAUR 52030VF31469, PORCHE TARGA με αρ. πλαισίου WP0ZZZ99275751205 FERRARI F360 με αρ. πλαισίου 2FFYR513000127616 PORCHE CAYENNE με αρ. πλαισίου WP1ZZZ9PZALA25152 PORCHE 911 CARRERA με αρ. πλαισίου WPOZZZ99Z5S733493 BMW X6 με αρ. Πλαισίου WBAFGD1030E330098 BMW X5 με αρ. πλαισίου WBAFF010101L218872 RANGE ROVER με αρ. πλαισίου SALLSAA336A959580 BMW X5 με αρ. πλαισίου WBAZW42090L462000 BMW X6 με αρ. πλαισίου VBAFGO1080E029461 BMW X6 με αρ. πλαισίου WBSGZO2020L188707 BMW X6 με αρ. πλαισίου WBAFGO2XOLK65779 τα οποία τελούν υπό παράνομη και/ή αδικαιολόγητη κατάσχεση των Εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή των Αστυνομικών Αρχών, ως αποτέλεσμα και/ή συνεπεία κατάχρησης και/ή υπέρβασης εξουσίας και/ή της παραβίασης των Συνταγματικών και άλλων Δικαιωμάτων των Εναγόντων και/ή συνεπεία εκδικητικής και/ή δόλιας και/ή κακόβουλης συμπεριφοράς και/ή παράνομης κατακράτησης και/ή επέμβασης και/ή αδικαιολόγητης και/ή υπερβολικής καθυστέρησης και/ή αμέλειας στην καταχώρηση όλων των προβλεπόμενων διαδικασιών από μέρους των Εναγομένων 1και/ή 2 και/ή των Αστυνομικών Αρχών και/ή συνεπεία της άρνησης των Εναγομένων και/ή των αστυνομικών αρχών να επιτρέψουν και/ή να συναινέσουν στην επιστροφή των εν λόγω οχημάτων προς τους Ενάγοντες. Β. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα του Α πιο πάνω, αποζημιώσεις για απώλεια κέρδους λόγω καθυστέρησης στην εκμετάλλευση και/ή πώληση και/ή διάθεση των πιο πάνω οχημάτων από τους Ενάγοντες συνεπεία των παράνομων και/ή αδικαιολόγητων πράξεων και/ή ενεργειών των Εναγομένων και/ή συνεπεία της παράνομης κατακράτησης τους από τους Εναγόμενους. Γ. Αυξημένες και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις συνεπεία των παράνομων πράξεων και/ή ενεργειών των Εναγομένων και/ή συνεπεία της παράνομης κατακράτησης και/ή επέμβασης των οχημάτων από τους Εναγόμενους και/ή συνεπεία αμέλειας στην εκτέλεση των καθηκόντων των Εναγομένων. Δ. Αναγνωριστική δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να δηλώνεται και/ή αναγνωρίζεται ότι οι Εναγόμενοι ενήργησαν κατά παράβαση των συνταγματικών και άλλων δικαιωμάτων των Εναγόντων και/ή δόλια και/ή παράνομα και/ή καταχράστηκαν την εξουσία που τους παρέχει ο Νόμος και/ή αδιαφόρησαν για τα δικαιώματα των Εναγόντων και/ή την περιουσία τους και/ή επέδειξαν αμέλεια και/ή αδικαιολόγητη και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση στο να προσφύγουν έγκαιρα ενώπιον του Δικαστηρίου με καταχώρηση διαδικασίας δήμευσης των επίδικων οχημάτων. Ε. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγομένους 1 και/ή 2, ως οι κατά Νόμο υπεύθυνοι και/ή συνυπεύθυνοι, όπως αποδεσμεύσουν και/ή παραδώσουν και/ή επιστρέψουν την κατοχή στους ενάγοντες των οχημάτων που αναφέρονται στην παράγραφο Α πιο πάνω τα οποία τελούν υπό παράνομη και/ή αδικαιολόγητη κατάσχεση των Τελωνειακών και/ή των Αστυνομικών Αρχών, ως αποτέλεσμα και/ή συνεπεία κατάχρησης και/ή υπέρβασης εξουσίας και/ή της παραβίασης των Συνταγματικών και άλλων Δικαιωμάτων των Εναγόντων και/ή συνεπεία εκδικητικής και/ή δόλιας και/ή κακόβουλης συμπεριφοράς και/ή παράνομης κατακράτησης και/ή αδικαιολόγητης και/ή υπερβολικής καθυστέρησης και/ή αμέλειας στην καταχώρηση όλων των προβλεπόμενων διαδικασιών από μέρους των Εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή των Αστυνομικών Αρχών. Στ. Διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης του πιο πάνω δήλωση του Δικαστηρίου ότι η κατάσχεση των προαναφερόμενων 12 οχημάτων που διατάχθηκε από το Τμήμα Τελωνείων Κύπρου στις 12/7/2012 δυνάμει των εντύπων 71Α - Β067221 εως Β067228 καθώς και δυνάμει του εντύπου 71Α - Β055062 ημερομηνίας 23/2/2012 και/ή η συνέχιση της κατάσχεσης των εν λόγω οχημάτων, μεταξύ άλλων, στη βάση της επιστολής του Τμήματος Τελωνείων 11/7/12, είναι παράνομη και/ή καταχρηστική και/ή παράλογη και/ή αδικαιολόγητη και/ή κακόβουλη και/ή δόλια και/ή εκδικητική και/ή στερείται οποιασδήποτε νόμιμης βάσης και/ή παραβιάζει τα συνταγματικά και άλλα δικαιώματα των Εναγόντων. Ζ. Αναγνωριστική δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία δηλώνεται ότι οι Ενάγοντες είναι οι νόμιμοι δικαιούχοι των επίδικων οχημάτων. Η. Νόμιμους τόκους. Θ. Δικηγορικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α (Αρ. 10242111Q)» Tαυτόχρονα με την καταχώριση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος οι ενάγοντες καταχώρισαν την παρούσα αίτηση με την οποία αιτούνται: «A. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Καθ'ου η Αίτηση 1 και/ή 2 ως οι κατά Νόμο υπεύθυνοι και/ή συνυπεύθυνοι, όπως αποδεσμεύσουν και/ή παραδώσουν και/ή επιστρέψουν την κατοχή στην Αιτήτρια των ακόλουθων οχημάτων με μάρκα: BMW 123D M Sport με αρ. Πλαισίου WBAUR 52030VF31469, PORCHE TARGA με αρ. πλαισίου WP0ZZZ99275751205 FERRARI F360 με αρ. πλαισίου 2FFYR513000127616 PORCHE CAYENNE με αρ. πλαισίου WP1ZZZ9PZALA25152 PORCHE 911 CARRERA με αρ. πλαισίου WPOZZZ99Z5S733493 BMW X6 με αρ. Πλαισίου WBAFGD1030E330098 BMW X5 με αρ. πλαισίου WBAFF010101L218872 RANGE ROVER με αρ. πλαισίου SALLSAA336A959580 BMW X5 με αρ. πλαισίου WBAZW42090L462000 BMW X6 με αρ. πλαισίου VBAFGO1080E029461 BMW X6 με αρ. πλαισίου WBSGZO2020L188707 BMW X6 με αρ. πλαισίου WBAFGO2XOLK65779 τα οποία τελούν υπό παράνομη και/ή αδικαιολόγητη κατάσχεση των Tελωνειακών και/ή των Αστυνομικών Αρχών, ως αποτέλεσμα και/ή συνεπεία κατάχρησης και/ή υπέρβασης εξουσίας και/ή της παραβίασης των Συνταγματικών και άλλων Δικαιωμάτων της Αιτήτριας και/ή συνεπεία εκδικητικής και/ή δόλιας και/ή κακόβουλης συμπεριφοράς και/ή παράνομης κατακράτησης και/ή αδικαιολόγητης και/ή υπερβολικής καθυστέρησης και/ή αμέλειας στην καταχώρηση όλων των προβλεπόμενων διαδικασιών από μέρους των Καθ'ων η αίτηση 1 και/ή 2 και/ή των Αστυνομικών Αρχών. Β. Διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης του πιο πάνω δήλωση του Δικαστηρίου ότι η κατάσχεση των προαναφερομένων 12 οχημάτων που διατάχθηκε από το Τμήμα Τελωνείων Κύπρου στις 12/7/2012 δυνάμει των εντύπων 71Α - Β067221 εως Β067228 καθώς και δυνάμει του εντύπου 71Α - Β055062 ημερομηνίας 23/2/2012 και/ή η συνέχιση της κατάσχεσης των εν λόγω οχημάτων, μεταξύ άλλων, στην βάση της επιστολής του Τμήματος Τελωνείων 11/7/12, είναι παράνομη και/ή καταχρηστική και/ή παράλογη και/ή αδικαιολόγητη και/ή κακόβουλη και/ή δόλια και/ή εκδικητική και/ή στερείται οποιασδήποτε νόμιμης βάσης και/ή παραβιάζει τα συνταγματικά και άλλα δικαιώματα της Αιτήτριας. Γ. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα των πιο πάνω διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Καθ'ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή να τους εμποδίζει από του να προβούν σε καταχώρηση διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και/ή αίτησης για την δήμευση των οχημάτων που αναφέρονται στην παράγραφο Α πιο πάνω, δυνάμει του σχετικού Παραρτήματος του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμος του 2004 (94(Ι)/2004) αναφορικά με την διαδικασία δήμευσης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Δ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα που το Δικαστήριο θεωρήσει ορθό. Ε. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης.» Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 όπως τροποποιήθηκε, στη διάταξη 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 23, 25, 33 και 35 του Συντάγματος, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 103, 104 και σχετικά Παραρτήματα του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (94(Ι)/2004) καθώς και τις συμφυείς εξουσίες και των γενικών αρχών που καθορίζουν οι κανόνες επιείκειας. Η αίτηση συνοδεύεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του Ανδρέα Αντωνίου, Διευθυντή των εναγόντων-αιτητών, ο οποίος αναφέρει μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: Οι Αιτητές ασχολούνται με το εμπόριο οχημάτων τα οποία εισάγουν από διάφορες χώρες και είναι οι δικαιούχοι των 12 επίδικων οχημάτων ως οι εισαγωγείς τους ή και νόμιμοι δικαιούχοι ή και ιδιοκτήτες ή και αγοραστές τους. Τα ως άνω οχήματα κατά τον ουσιώδη χρόνο βρίσκονταν στην κατοχή πελατών των αιτητών ή και αγοραστών, ή και ατόμων που δικαιούνταν να έχουν την κατοχή των, ή και νόμιμων δικαιούχων στο όνομα των οποίων τα οχήματα θα μεταβιβάζονταν από τους αιτητές. Επίσης κάποια βρίσκονταν σε συνεργείο επιδιόρθωσης ή και σε άλλους χώρους. Οι Αιτητές έχουν οδηγίες και εξουσιοδότηση να υποβάλουν την παρούσα αίτηση και για λογαριασμό των εν λόγω προσώπων. Την 17.2.12 κλιμάκιο του Αρχηγείου Αστυνομίας μαζί με Λειτουργούς του Τμήματος Αρχιτελωνείου και του Τμήματος Οδικών Μεταφορών επισκέφθηκαν το χώρο πώλησης οχημάτων των αιτητών στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού και Ομονοίας στη Λεμεσό, ο οποίος αποτελεί αποθήκη αποταμίευσης οχημάτων («bonded») και αφού τον ενημέρωσαν ότι είχε εκδοθεί σχετικό ένταλμα έρευνας - ημερομηνίας 15.2.12 (Τεκμήριο 1) ερεύνησαν το χώρο. Σύμφωνα με ενημέρωση που είχε από τους αστυνομικούς για κάποια οχήματα υπήρχε μαρτυρία ότι υπήρχε καταγγελία στο εξωτερικό ότι ήσαν κλοπιμαία, γεγονός που του προκάλεσε μεγάλη έκπληξη. Ο ίδιος συνεργάστηκε πλήρως με την Αστυνομία παραδίδοντας όλα τα έγγραφα που ήσαν στην κατοχή των αιτητών, ως επίσης όλους τους φακέλους που βρίσκονταν στην κατοχή του εκτελωνιστή των αιτητών. Την ίδια ημέρα ο ίδιος τέθηκε υπό σύλληψη δυνάμει εντάλματος σύλληψης (Τεκμήριο 2), ενώ την επόμενη μέρα (18.2.12) μετά από υποβολή σχετικού αιτήματος ο ίδιος τέθηκε υπό τετραήμερη κράτηση δυνάμει διατάγματος προσωποκράτησης (Τεκμήρια 3 και 4). Κατά τη διάρκεια των εξετάσεων τις επόμενες μέρες, η αστυνομία κατάσχε αριθμό οχημάτων με υποψία ότι αυτά είχαν καταγγελθεί ως κλοπιμαία, είτε ότι αυτά είχαν παραποιημένα πλαίσια. Ο ίδιος συνέχισε να συνεργάζεται με την Αστυνομία και έδωσε πλήρεις εξηγήσεις δίνοντας σχετική κατάθεση. Συνολικά κατασχέθηκαν από την Αστυνομία 29 οχήματα πολυτελείας με τη δικαιολογία ότι υπήρχε μαρτυρία ότι είχε καταγγελθεί η κλοπή τους στο εξωτερικό. Περαιτέρω, μεγάλος αριθμός οχημάτων των αιτητών, συμπεριλαμβανομένων και των 29 οχημάτων που αναφέρονται πιο πάνω, κατασχέθηκαν από το Τελωνείο για διάφορα τελωνειακά αδικήματα που διαπράχθηκαν ενώ εξεδόθη εναντίον του νέο ένταλμα σύλληψης την 22.2.12 (Τεκμήριο 5). Τα συγκεκριμένα τελωνειακά αδικήματα σύμφωνα με το Τεκμήριο 5 αφορούσαν μεταξύ άλλων παράνομη εμπορία οχημάτων για τα οποία δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες δασμοί και φόροι, παράβαση όρων σε σχέση με την αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης των αιτητών και παράνομη μετακίνηση 187 οχημάτων. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Τελωνείου, οι δασμοί και φόροι που αναλογούσαν στα οχήματα που μετακινήθηκαν παράνομα, ξεπερνούσε το ποσό των €500.
- Aπό περαιτέρω έρευνες που διενεργήθηκαν από το Τελωνείο, κατασχέθηκαν συνολικά 87 οχήματα, 36 από τα οποία πουλήθηκαν από τους αιτητές χωρίς την καταβολή (σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5) των αναλογούντων δασμών και φόρων. Τα 12 επίδικα οχήματα είχαν κατασχεθεί από την Αστυνομία και το Τελωνείο πριν την 28.2.
- Στα πλαίσια διερεύνησης της όλης υπόθεσης, η Αστυνομία έλαβε αριθμό καταθέσεων. Το Τελωνείο σε κανένα στάδιο δεν έλαβε οποιαδήποτε κατάθεση από οποιοδήποτε πρόσωπο αναφορικά με τα τελωνειακά αδικήματα που διερευνούσε και δεν είχε προβεί σε πραγματική διερεύνηση της υπόθεσης. Συνεπώς, συνεχίζει ο ενόρκων δηλών, από την στάση του Τελωνείου διαφάνηκε ότι ουσιαστικά το θέμα των τελωνειακών αδικημάτων είχε λήξει την 28.2.
- Οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων ήσαν διαφορετικές για κάθε όχημα και αυτό το γεγονός το γνώριζε το Τελωνείο. Μετά την κατάσχεση των οχημάτων, η Αστυνομία προχώρησε στην καταχώριση διαφόρων αιτήσεων και πέτυχε μονομερώς διατάγματα κατακράτησης 21 οχημάτων τα οποία αποτελούσαν μέρος των συνολικά 187 οχημάτων που ήδη είχε κατάσχει το Τελωνείο μέχρι την ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης. Τα εν λόγω διατάγματα ανανεώθηκαν κατόπιν μεταγενέστερων αιτήσεων ανανέωσης, χωρίς η Αστυνομία να ενημερώσει καθόλου ή έγκαιρα τους αιτητές. Τα 12 επίδικα οχήματα συμπεριλαμβάνονταν στα 21 οχήματα τα οποία κατακρατήθηκαν δυνάμει των διαταγμάτων του Δικαστηρίου. Ο ενόρκως δηλών δίδει στη συνέχεια λεπτομέρειες των εν λόγω αιτήσεων (Τεκμήρια 7-16). Η Αστυνομία επέστρεψε σταδιακά την κατοχή των 9 από τα 21 οχήματα που ήταν δεσμευμένα με διάταγμα κατακράτησης του Δικαστηρίου. Από την άλλη πλευρά, το Τελωνείο αποδέχθηκε την επιστροφή τους στους κατόχους-ιδιοκτήτες τους χωρίς περιορισμούς και δεν ζήτησε την κατάσχεση τους, όπως ανεξήγητα έπραξε με τα 12 επίδικα οχήματα. Σύμφωνα με ότι τον πληροφορεί ο δικηγόρος του, και αληθώς πιστεύει, τα ίδια ακριβώς αδικήματα που είχαν διαπραχθεί αναφορικά με τα 9 οχήματα (ή μέρος αυτών) τα οποία επιστράφηκαν από την αστυνομία με τη συγκατάθεση του Τελωνείου, ίσχυαν ή διαπράχθηκαν και σε σχέση με τα 12 επίδικα οχήματα. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια ότι το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2012, το Τελωνείο προχώρησε στην κατάσχεση αριθμού
(121)οχημάτων βάσει σχετικού εντύπου κατάσχεσης C71A (Τεκμήρια 17-24). Στο Τεκμήριο 24 περιλαμβάνονται 4 από τα 12 επίδικα οχήματα. Σύμφωνα με τα Τεκμήρια 17-24 όλα τα αυτοκίνητα κατασχέθηκαν ως υποκείμενα σε δήμευση δυνάμει των άρθρων 103 και 104 του Ν.94(Ι)/2004 για αδικήματα που είχαν διαπραχθεί. Επιπρόσθετα, το Τελωνείο κατάσχε ακόμα 66 οχήματα για τα ίδια αδικήματα (δυνάμει των άρθρων 103 και 104 του Νόμου 94(Ι)/2004) χωρίς να εκδώσει έντυπο C71A στα οποία περιλαμβάνονταν τα υπόλοιπα 8 από τα 12 επίδικα οχήματα (για τα 4 είχε ήδη εκδοθεί έντυπο κατάσχεσης - Τεκμήριο 24). Στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών επικαλείται διάφορα έγγραφα για επιβεβαίωση αυτής της θέσης. Ο συνολικός αριθμός των κατασχεθέντων οχημάτων από το Τελωνείο ήτο 187 συμπεριλαμβανομένων και των 12 επίδικων οχημάτων. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια ότι μετά από σχετική διαπραγμάτευση στην οποία προέβηκε με λειτουργούς του Τελωνείου, οι αιτητές υπέβαλαν αίτηση για πλήρη συμβιβασμό όλων των τελωνειακών-ποινικών αδικημάτων. Το αίτημα έγινε δεκτό από το Τελωνείο με αποτέλεσμα την 28.2.12 οι αιτητές να καταβάλουν το ποσό των €25.000 για διευθέτηση όλων των τελωνειακών-ποινικών αδικημάτων. Μετά την πληρωμή του ποσού των €25.000 από τους αιτητές, δόθηκαν οδηγίες για επανάνοιγμα του bonded των αιτητών που είχε κλείσει και σφραγιστεί από τις 17.2.12 λόγω της έρευνας του Τελωνείου), ως επίσης για επιστροφή όλων των υπό κατάσχεση οχημάτων στους αιτητές. Έτσι μετά την 28.2.12 επιστράφηκαν στους αιτητές τα 175 από τα 187 οχήματα που είχαν κατασχεθεί. Τα υπόλοιπα 12 (τα επίδικα) δεν μπορούσαν να επιστραφούν γιατί ήσαν δεσμευμένα με Δικαστικά διατάγματα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Είναι η θέση των αιτητών ότι το Τελωνείο θα έπρεπε να επιστρέψει και τα 12 οχήματα αμέσως μετά τη λήξη των διαταγμάτων του Δικαστηρίου την 13.7.12 αφού είχαν κατασχεθεί για τους ίδιους λόγους με τα υπόλοιπα. Οι αιτητές ενόψει της υπερβολικής καθυστέρησης στην επιστροφή των 12 οχημάτων και λόγω του ότι δεν ενημερώνονταν έγκαιρα ή καθόλου από την αστυνομία για την έκδοση και ανανέωση των διαταγμάτων καταχώρησαν τρεις αιτήσεις ακύρωσης των διαταγμάτων κατακράτησης τεκμηρίων (Τεκμήρια 27-29). Τελικά το Δικαστήριο αφού άκουσε την εκδοχή και των δύο πλευρών, εξέδωσε για τελευταία φορά διατάγματα ανανέωσης (Τεκμήρια 30-33) τα οποία έληγαν την 13.7.
- Σύμφωνα με το Τεκμήριο 33, την 12.7.12 η Αστυνομία αναφερόμενη σε επιστολή του Τελωνείου την οποία έλαβε (Τεκμήριο 34), δήλωσε ότι το Τμήμα Τελωνείων θα προέβαινε σε κατάσχεση των οχημάτων ως υποκείμενων σε δήμευση και ότι μέλη του Τμήματος Τελωνείου βρίσκονταν ήδη στο χώρο των οχημάτων γι αυτό και συγκατατέθηκε στην ακύρωση του διατάγματος κατακράτησης (αρ. Αίτ. 56/12). Αποτελεί θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η Αστυνομία εξασφάλιζε διατάγματα κατακράτησης των οχημάτων με μονομερείς αιτήσεις με το ίδιο περιεχόμενο χωρίς να έχει νέα στοιχεία, γεγονός που σχολιάστηκε αρνητικά από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (Τεκμήρια 30-32), με αποτέλεσμα να έχει παραβεί το καθήκον της και να καταχραστεί την εξουσία της. Από όσα έχει πληροφορηθεί από το δικηγόρο του, η αγωγή και η παρούσα αίτηση στρέφονται εναντίον του Καθ'ου η αίτηση αρ. 1 (Γεν. Εισαγγελεία) γιατί σύμφωνα με το Σύνταγμα είναι το άτομο που νομικά ευθύνεται για τις πράξεις ή και παραλείψεις των αρχών της Δημοκρατίας, ενώ όσον αφορά τον Καθ'ου η αίτηση αρ. 2 (Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων) είναι γιατί οι πράξεις και ενέργειες του δημιουργούν μεταξύ άλλων και προσωπική ευθύνη εναντίον του για όση ζημιά έχουν υποστεί και θα υποστούν στο μέλλον οι αιτητές. Αποτελεί θέση του ενόρκως δηλούντα ότι από τις έρευνες της αστυνομίας κανένα στοιχείο δεν προέκυψε από τον Φεβρουάριο του 2012 όταν κατασχέθηκαν τα οχήματα μέχρι και τις 13.7.12 (ακόμα και μέχρι την ημερομηνία υπογραφής της ένορκης δήλωσης - 3.10.12) που να δικαιολογούσε την κατακράτηση των οχημάτων για περίοδο 5 μηνών. Ούτε επίσης εξ όσων γνωρίζει οποιοδήποτε φερόμενος ως ιδιοκτήτης-παραπονούμενος των 12 οχημάτων προέβηκε σε λήψη μέτρων εναντίον οποιουδήποτε προσώπου αξιώνοντας επαναπατρισμό των οχημάτων ή επιστροφή των οχημάτων. Ήτο ακόμη η θέση του ότι οι αιτητές αγόρασαν τα εν λόγω οχήματα νόμιμα-νομότυπα και είναι καλή τη πίστη αγοραστές. Ενώ οι αιτητές ανέμεναν, συνεχίζει ο ενόρκως δηλών να παραλάβουν την κατοχή των 12 οχημάτων πληροφορήθηκαν την 12.7.12 προς έκπληξη τους ότι το Τελωνείο εξέδωσε έντυπα κατάσχεσης αναφορικά με 8 από τα 12 οχήματα για ακριβώς τους ίδιους γνωστούς λόγους, δηλαδή στη βάση των άρθρων 103 και 104 του Ν.94(Ι)/2004 και ότι θα επέμενε στη συνέχιση της κατάσχεσης των υπολοίπων 4, τα οποία είχαν κατασχεθεί με βάση το Τεκμήριο 24 την 23.2.12 (Τεκμήρια 35.1 - 35.8). Οι αιτητές αντέδρασαν υποβάλλοντας αμφισβήτηση όπως προνοείται στο νόμο μέσω των δικηγόρων τους για την παράλογη και μη αναμενόμενη, όπως την χαρακτήρισαν, απόφαση του Τελωνείου (Τεκμήρια 36-38). Αποτελεί θέση των αιτητών ότι η πληρωμή του ποσού των €25.000 κάλυπτε και τα επίδικα 12 οχήματα. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει διάφορα επιχειρήματα τα οποία πληροφορήθηκε από το δικηγόρο του προς υποστήριξη των θέσεων του. Αναφέρει επίσης ότι οι δικηγόροι των αιτητών απέστειλαν επιστολή στον Γενικό Εισαγγελέα (Τεκμήριο 39) όμως προτού λάβουν απάντηση στην επιστολή τους έλαβαν επιστολή από το Τελωνείο ημερ. 27.7.12 (Τεκμήριο 40) ότι θα επέμενε στη δήμευση των οχημάτων χωρίς να προβάλλονται λόγοι που να διαφοροποιούν την περίπτωση των 12 επίδικων οχημάτων από τα υπόλοιπα 175 που επιστράφηκαν στους αιτητές. Χαρακτηρίζει ακόμη την ως άνω απόφαση του Τελωνείου όπως φαίνεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 40, ως εντελώς αναιτιολόγητη, αλλά και αδικαιολόγητη, παραθέτοντας νέα επιχειρήματα όπως τα πληροφορήθηκε από το δικηγόρο του. Χαρακτηρίζει επίσης την κατάσχεση 8 από τα οχήματα τον Φεβρουάριο του έτους 2012 χωρίς έκδοση εντύπου C71A ως εσφαλμένη και παράνομη επικαλούμενος το άρθρο 1 του παραρτήματος του Ν.94(Ι)/2004 και επομένως την έκδοση των εντύπων κατάσχεσης την 12.7.12 ως αδικαιολόγητα καθυστερημένη. Ακόμα αποτελεί θέση του ότι η κατάσχεση των οχημάτων την 12.7.12, καθώς και η έκδοση των εντύπων κατάσχεσης, φανερώνει ξεκάθαρα κατάχρηση εξουσίας από μέρους του Τελωνείου και της Αστυνομίας εις βάρος των δικαιωμάτων των αιτητών. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια ότι ο ίδιος με το δικηγόρο των αιτητών είχαν την 24.7.12 συνάντηση με το Διευθυντή Τελωνείων και άλλους λειτουργούς όπου ζήτησαν την άμεση αποδέσμευση των 12 οχημάτων για τους λόγους που τους εξήγησαν. Ο Διευθυντής Τελωνείων τους ενημέρωσε ότι δεν θα μπορούσε ο ίδιος προσωπικά να πάρει τέτοια απόφαση και ότι θα συναντούσε την ίδια ημέρα τον Γενικό Εισαγγελέα για να πάρει οδηγίες. Τελικά όπως τον πληροφόρησε ο δικηγόρος του, η απάντηση του Γενικού Εισαγγελέα ήταν αρνητική και το Τελωνείο θα προχωρούσε με τη δήμευση των οχημάτων άμεσα και χωρίς καθυστέρηση. Ο ίδιος, αγανακτισμένος καθώς ήταν, απέστειλε γραπτό μήνυμα στον Διευθυντή Τελωνείων για να εκφράσει την αντίδραση και το παράπονο του. Δυστυχώς ο Διευθυντής Τελωνείων εξέλαβε το μήνυμα του ως απειλή και του απάντησε μέσω της επιστολής ημερ. 2.8.12 (Τεκμήριο 41). Βεβαίως μετά τις εξηγήσεις που έδωσε ο ίδιος στο Διευθυντή Τελωνείων για τους λόγους που του απέστειλε το μήνυμα, αποδέχθηκε τη θέση του και δεν έγινε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια εν σχέσει με αυτή την παρεξήγηση. Ο δικηγόρος του ακόμη απέστειλε επιστολή - παράπονο στην Επίτροπο Διοικήσεως (Τεκμήριο 42) και η Επίτροπος Διοικήσεως απάντησε μέσω της επιστολής της ημερ. 9.8.12 (Τεκμήριο 43), ενώ η Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας κοινοποίησε επιστολή στους δικηγόρους των αιτητών ημερ. 17.8.12, η οποία απευθυνόταν στο Τελωνείο. Παρά τις προσπάθειες του δικηγόρου των αιτητών να ενημερωθεί από το Τελωνείο για το χρόνο καταχώρισης της διαδικασίας δήμευσης των οχημάτων, καμία διαδικασία δεν καταχωρείτο με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να αποστείλει επιστολή προς το Τελωνείο, την επιστολή ημερ. 22.8.12 (Τεκμήριο 45) στην οποία, λόγω της υπερβολικής καθυστέρησης που παρατηρείτο στην καταχώριση της διαδικασίας δήμευσης, δίδετο προθεσμία 3 ημερών είτε να καταχωρηθεί η εν λόγω διαδικασία, είτε να επιστραφούν τα οχήματα στους ενάγοντες. Το Τελωνείο απάντησε μέσω της επιστολής - Τεκμήριο 46 - αναφέροντας ότι διαβίβασε την υπόθεση στο Γενικό Εισαγγελέα για λήψη δικαστικών μέτρων. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια ότι: «Είναι η θέση της Αιτήτριας όπως με πληροφορεί ο εν λόγω δικηγόρος και αληθώς πιστεύω, ότι οι τελωνειακές και/ή αστυνομικές αρχές ενέργησαν και/ή ενεργούν ακόμη μέχρι σήμερα σκόπιμα και/ή εκδικητικά και/ή δόλια και/ή κακόβουλα και/ή καταχρηστικά και/ή αδικαιολόγητα και/ή καθ' υπέρβαση εξουσίας παραβιάζουν τα συνταγματικά δικαιώματα της Αιτήτριας και αγνοούν τους πάντες και τα πάντα, κατακρατούν παράνομα τα 12 οχήματα και έχουν επιδείξει υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση και/ή αμελούν στο να προβούν είτε σε ενέργειες με σκοπό την δήμευση των οχημάτων, δίνοντας το δικαίωμα στην Αιτήτρια να ενστεί και/ή να διατάξουν την επιστροφή των οχημάτων στην Αιτήτρια. Λεπτομέρειες .................................................................................................................................................................................................................................................................. «Όπως με πληροφορεί ο εν λόγω δικηγόρος και αληθώς πιστεύω η καθυστέρηση που προέκυψε μέχρι σήμερα καταδεικνύει την προχειρότητα και/ή αμέλεια και/ή επιπολαιότητα των εν λόγω αρχών και/ή είναι τέτοια που δεν δικαιολογείται κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες και/ή είναι υπερβολική σε βαθμό που μόνο με την παρέμβαση του Δικαστηρίου θα μπορεί να δοθεί ένα τέλος σε αυτές τις παράνομες και/ή αδικαιολόγητες και/ή κακόβουλες και/ή αντισυνταγματικές και/ή εκδικητικές ενέργειες των αστυνομικών και/ή τελωνειακών αρχών και/ή του Καθ' ου η Αίτηση. Λεπτομέρειες ........................................................................ Ο ενόρκως δηλών στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης του προβαίνει σε ισχυρισμούς προς υποστήριξη των θέσεων του και καταλήγει: «Η αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων είναι τεράστια δεδομένου ότι η Αιτήτρια έχει υποστεί τεράστια ζημιά από την οκτάμηνη κατακράτηση των οχημάτων, αντιμετωπίζει προβλήματα με τους αγοραστές των οχημάτων και θα τους αποζημιώσει πλήρως σε περίπτωση που δεν τους δοθούν σύντομα πίσω τα οχήματα. Κανείς αγοραστής δεν θα επιθυμεί να παραλάβει ένα όχημα όταν αυτό βρίσκεται ήδη καθηλωμένο 8 μήνες και αν δεν παρέμβει το Δικαστήριο, θα του επιστραφεί μετά από κάποια χρόνια. Συνεπώς η ζημιά που η Αιτήτρια έχει υποστεί ήδη και/ή θα υποστεί είναι τόσο μεγάλη που η οικονομική της εξόντωση είναι πλέον δεδομένη, ειδικά σε μία περίοδο όπου η οικονομική κρίση έχει καταστρέψει κάθε επιχείρηση. Το να δημιουργηθεί στην Αιτήτρια ξαφνικά και χωρίς να έχει ευθύνη μία ζημιά ύψους €500.000, όση δηλαδή η αξία αγοράς των οχημάτων, το μόνο αποτέλεσμα που θα επιφέρει είναι να καταστραφεί και να σταματήσει να δραστηριοποιείται. Όπως με συμβουλεύει ο εν λόγω δικηγόρος αυτός ο λόγος είναι πολύ σημαντικός και επιβάλλει την παρέμβαση του Δικαστηρίου, διαφορετικά δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή για την Αιτήτρια. Όπως με πληροφορεί ο εν λόγω δικηγόρος και αληθώς πιστεύω, η Αιτήτρια έχει καλή υπόθεση και/ή αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 για τις πράξεις, παραλείψεις και ενέργειες που περιγράφονται πιο πάνω, υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η Αιτήτρια να δικαιούται τις αξιούμενες θεραπείες. Θα είναι δε δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο για όλους τους λόγους που έχω εξηγήσει και γι' αυτό είναι αναγκαίο, ορθό και δίκαιο όπως το Σεβαστό Δικαστήριο προβεί στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, μεταξύ άλλων για σκοπούς περιορισμού πρόκλησης περαιτέρω ζημιάς της Αιτήτριας η οποία στα σίγουρα θα προκληθεί ή θα μεγιστοποιηθεί σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Η πίεση χρόνου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων συνδέεται με την υπερβολική ανάγκη της Αιτήτριας στην αποφυγή των καταστρεπτικών συνεπειών που θα προκληθούν σε περίπτωση μη επιστροφής των οχημάτων. Όπως με πληροφορεί ο εν λόγω δικηγόρος και αληθώς πιστεύω, ο επηρεασμός των δικαιωμάτων της Αιτήτριας σε περίπτωση που τελικά τα οχήματα δημευθούν θα είναι τόσο δυσμενής που μόνο το Δικαστήριο μπορεί και έχει εξουσία να σταματήσει αυτή την αδικία που έχει προκληθεί. Η Αιτήτρια έχει συμβιβάσει όλα τα τελωνειακά αδικήματα που διέπραξε με την πληρωμή του ποσού των €25.
- Με αυτό το συμβιβασμό το Τελωνείο αποδέχθηκε την επιστροφή τεράστιου αριθμού οχημάτων (175 αξίας πάνω από €3 εκατομμύρια) εκτός από αυτά που είχαν κατακρατηθεί από το Δικαστήριο. Επιμένω ότι τα 12 επίδικα οχήματα είχαν συμπεριληφθεί στον συμβιβασμό των €25.000 και το Τελωνείο όφειλε να τα επιστρέψει κατά την λήξη του διατάγματος στις 13/7/
- Σε περίπτωση που προχωρήσει η διαδικασία δήμευσης τότε οι συνέπειες θα είναι εντελώς δυσανάλογες (σε θέμα οικονομικής απώλειας) με τα τελωνειακά αδικήματα που η Αιτήτρια διέπραξε και τα οποία συμβιβάστηκαν με ένα πολύ χαμηλότερο ποσό. Αυτό όπως με πληροφορεί ο εν λόγω δικηγόρος ρητά προστατεύεται από το Σύνταγμα. Όπως με πληροφορεί ο εν λόγω δικηγόρος και αληθώς πιστεύω, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ της διατήρησης του καθεστώτος που ίσχυε πριν την κατάσχεση των οχημάτων, έτσι ώστε να δοθεί το δικαίωμα στην Αιτήτρια να εμπορευτεί τα οχήματα της. Τονίζω ότι δεν μπορεί το Τελωνείο ή η Αστυνομία ή ο Καθ' ου η Αίτηση να χρησιμοποιούν καταχρηστικά τις εξουσίες τους και να ισχυρίζονται ότι θα προχωρήσουν άμεσα με δήμευση των οχημάτων συνεπεία των τελωνειακών αδικημάτων και από την άλλη στο μυαλό τους να υπάρχει η ισχυριζόμενη κλοπή των οχημάτων, αλλά κατά τα άλλα να μην έχουν προβεί σε καμία ποινική δίωξη οποιουδήποτε προσώπου. ................................ Η φύση των συγκεκριμένων αντικειμένων-τεκμηρίων τα συμπεριλαμβάνει στα ιδιαίτερα ευαίσθητα αντικείμενα για τους ακόλουθους λόγους: Α. τα οχήματα έχουν ήδη υποστεί φυσική φθορά, λόγω του ότι δεν λειτουργούν ή κινούνται και βρίσκονται κάτω από αντίξοες περιβαλλοντικές συνθήκες. Β. Δεν γνωρίζω επίσης αν μέχρι σήμερα 8 και πλέον μήνες από την κατάσχεση τους έχουν υποστεί άλλες ζημιές-φθορές. Γ. Η αξία των οχημάτων αν όχι καθημερινά, κάθε μήνα μειώνεται. Δ. Ειδικά σε περίπτωση που ο συγκεκριμένος τύπος των οχημάτων αλλάξει μοντέλο (design) τότε η αξία τους θα πέσει κατακόρυφα λόγω μείωσης στην ζήτηση. Είναι επιπρόσθετα και για τους πιο πάνω λόγους που η παρέμβαση του Δικαστηρίου είναι αναγκαία διότι αν τα οχήματα επιστραφούν στην Αιτήτρια μετά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής, τότε θα είναι πολύ αργά και η ζημιά έστω και αν η Αιτήτρια κερδίσει την υπόθεση θα είναι τεράστια. Τέλος ο ενόρκων δηλών καταλήγει ότι το ζήτημα είναι πολύ επείγον και ότι οι ενάγοντες-αιτητές καλούν το Δικαστήριο να εκδώσει τα απαιτούμενα διατάγματα. Οι εναγόμενοι 1 και 2 - καθ'ων η αίτηση καταχώρισαν εμφάνιση την 12.10.12 και την 19.11.12 ένσταση στην παρούσα αίτηση. Η ένσταση βασίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 23, 25, 30
(2), 33 και 35 του Συντάγματος, στα άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στα άρθρα 103, 104 και στις σχετικές με τη Δήμευση Διατάξεις του Παραρτήματος του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (Ν.94(Ι)/2004), καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και των γενικών αρχών που καθορίζουν οι κανόνες επιείκειας. Οι λόγοι της ένστασης έχουν ως ακολούθως:
- O Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμος Ν.94(Ι)/2004καθορίζει σε Παράρτημα του την διαδικασία που ακολουθείται μετά από κατάσχεση εμπορεύματος ως υποκείμενου σε δήμευση.
- Η καταχώρηση της παρούσας Αγωγής και Αίτησης δεν εμπίπτει στην διαδικασία που καθορίζει ο Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμος.
- Έχει καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού από τον Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων Αγωγή 5272/12 αναφορικά με την δήμευση των επιδίκων οχημάτων.
- Όλες οι ενέργειες σχετικά με την κατάσχεση των επιδίκων οχημάτων μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου έχουν διενεργηθεί συμφώνως του Ν.94(Ι)/
- Η αγωγή στα πλαίσια της οποίας έγινε η Αίτηση ημερομηνίας 3/10/2012 είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου.
- Σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων επιλύεται και η ουσία της Αγωγής.
- Πιθανή επιτυχία της Αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα την νομιμοποίηση παράνομης δραστηριότητας.
- Η Αίτηση είναι άνευ αντικειμένου καθώς δεν υφίσταται καμία παράβαση εις βάρος τους.
- Η Αιτήτρια δεν έχει δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή κατοχής των επιδίκων οχημάτων.
- Η Αίτηση δεν εξυπηρετεί την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Χρίστου Χρίστου, λειτουργού του Τμήματος Τελωνείου. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια ότι όπως πληροφορήθηκε από το δικηγόρο της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση, η παρούσα αίτηση και η αγωγή είναι άνευ αντικειμένου και ουσίας αφού την 19.11.12 με βάση το Νόμο 94(Ι)/2004 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ως προς τα επίδικα θέματα την παρούσας, η αγωγή 5272/12 (Τεκμήριο 1). Αφού κάνει αναφορά σε πρόνοιες του Ν.94(Ι)/2004, ισχυρίζεται ότι οι αιτητές έχουν προβεί σε αμφισβήτηση της κατάσχεσης των επίδικων οχημάτων και εφόσον εκκρεμεί δικαστική διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου ως προς τη δήμευση των επίδικων οχημάτων, δηλαδή η αγωγή 5272/12 εναντίον των αιτητών, η παρούσα αγωγή η οποία καταχωρήθηκε από τους αιτητές, είναι αβάσιμη, άνευ ουσίας και δεν έχει οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας. Η κύρια βάση της παρούσας αγωγής συνεχίζει, είναι η ισχυριζόμενη καθυστέρηση στην προώθηση των προβλεπομένων διαδικασιών κάτι το οποίο αρνείται. Αναφέρει επίσης ότι η ίδια η πλευρά των αιτητών με τους ισχυρισμούς της, αποδέχεται ως προβλεπόμενη τη δικαστική διαδικασία που προνοεί ο Περί Τελωνειακού Κώδικας Νόμος 94
(1)/2004, την οποία έχει ακολουθήσει ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείου. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια ότι ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Κατά τον επίδικο χρόνο οι αιτητές ήταν κάτοχοι αδείας διαχείρισης αποθήκης τελωνειακής αποθήκευσης τύπου Α (Δημόσια), η οποία είχε χορηγηθεί την 9.2.
- Κατά τη χρονική περίοδο Μαρτίου 2011 και Φεβρουαρίου 2012, οι αιτητές εισήγαγαν και διακίνησαν στη Δημοκρατία αριθμό αδασμολόγητων/αφορολόγητων αυτοκινήτων για τα οποία κατέθεσαν στο Τμήμα Τελωνείων μέσω των τελωνειακών τους πρακτόρων, διασαφήσεις αποταμίευσης, έντυπα ΙΜΑ μαζί με τα συναφή συνοδευτικά έγγραφα τους. «
- Μέσα στα πλαίσια διερεύνησης καταγγελιών που διαβιβάστηκαν στην Αστυνομία Κύπρου ότι αριθμός πολυτελών αυτοκινήτων τα οποία είχαν δηλωθεί ως κλοπιμαία από διάφορες χώρες της Ευρώπης έχουν διακινηθεί στη Δημοκρατία, λειτουργοί του Τμήματος Τελωνείων με την συνδρομή μελών της Αστυνομίας την 17/2/2012 προέβηκαν σε πλήρη αποθεματικό έλεγχο της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης της Αιτήτριας. Αποτέλεσμα του ελέγχου ήταν η διαπίστωση ότι αριθμός αυτοκινήτων απουσίαζαν από τα αποθεματικά της καθότι δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε έγγραφα που να δικαιολογούσαν την νόμιμη μετακίνηση τους και την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων.
- Στην βάση των πιο πάνω ευρημάτων της διερεύνησης διαπιστώθηκε ότι η Αιτήτρια προέβηκε στη διάπραξη των ακόλουθων αδικημάτων: α) Της μεταφοράς αυτοκινήτων από αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης κατά παράβαση των άρθρων 102 και 115(Ι) του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου. β) Της μη συμμόρφωσης προς τους όρους που τέθηκαν από το Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων αναφορικά με την έγκριση και την διαχείριση Αποθήκης Τελωνειακής Αποταμίευσης κατά παράβαση των άρθρων 96
(1)και 115
(1)του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμο. γ) Της δόλιας αποφυγής καταβολής δασμού κατά παράβαση των άρθρων 91
(1)και 114 του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμο. δ) Της δόλιας αποφυγής καταβολής φόρου προστιθέμενης αξίας κατά παράβαση των άρθρων 46
(1)και 48 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου. ε) Της αποφυγής καταβολής φόρων κατανάλωσης κατά παράβαση των άρθρων 140
(6)και 141 του Περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμο. 7. Μετά την διαπίστωση της διάπραξης των πιο πάνω αδικημάτων ενεργοποιώντας τις διατάξεις των άρθρων 103 και 104 του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου το Τμήμα Τελωνείων προχώρησε στην κατάσχεση εκατόν εβδομήντα οκτώ
(178)οχημάτων. 8. Ο Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων στη βάση των εξουσιών που του παρέχονται από τον Τελωνειακό Κώδικα, αποδέχθηκε την εξώδικη διευθέτηση των αδικημάτων με την καταβολή συμβιβαστικού ποσού ύψους €25.000 το οποίο η Αιτήτρια έχει καταβάλει και την απόδοση για οποιοδήποτε νόμιμο σκοπό των εκατόν εξήντα έξι
(166)από εκατόν εβδομήντα οκτώ
(178)οχημάτων.
- Όσο αφορά τα υπόλοιπα 12 οχήματα τα οποία είναι και τα επίδικα αυτά παρέμειναν υπό καθεστώς κατάσχεσης λόγω του ότι υπάρχει μαρτυρία σύμφωνα με την οποία έχουν διαπραχθεί επιπρόσθετα με τα πιο πάνω αδικήματα, τα αδικήματα της παράνομης κατοχής και χρήσης από τρίτα πρόσωπα, χωρίς την καταβολή των αναλογούντων σε αυτά δασμών και φόρων καθώς επίσης και της παραποίησης του πλαισίου τους. Να σημειωθεί περαιτέρω ότι σύμφωνα με πληροφόρηση που εξασφάλισε η Αστυνομία Κύπρου από την Ιντερπόλ τα πιο πάνω οχήματα είναι δηλωμένα ως κλοπιμαία.» Για την κατάσχεση των τεσσάρων από τα δώδεκα οχήματα εκδόθηκε σχετική απόδειξη - έντυπο Τελ. 71Α με αριθμό Β055062 ημερ. 23.2.12 (Τεκμήριο 2). Ο ενόρκως δηλών παραθέτει περιγραφή των τεσσάρων κατασχεθέντων αυτοκινήτων, ως επίσης στοιχεία και λεπτομέρειες της κατάσχεσης τους. Μετά την κατάσχεση των πιο πάνω αυτοκινήτων, ο διευθυντής των αιτητών απέστειλε προς τον Ανώτερο Τελωνειακό Λειτουργό Λεμεσού, επιστολή ημερομηνίας 24.2.12 με την οποία αμφισβητούσε την κατάσχεση τους και ζήτησε την επιστροφή τους. Ο ενόρκως δηλών ανέφερε επίσης στην ένορκη δήλωση του: «
- Ταυτόχρονα με τον αποθεματικό έλεγχο της αποθήκης, ερευνήθηκαν με βάση Δικαστικό Ένταλμα έρευνας ημερομηνίας 15.2.2012 και οι χώροι πώλησης αυτοκινήτων τους οποίους διατηρεί η Αιτήτρια. Αποτέλεσμα της έρευνας ήταν ο εντοπισμός οκτώ
(8)αυτοκινήτων τα οποία είτε έφεραν παραποιημένους αριθμούς πλαισίου, είτε περιλαμβάνονταν μεταξύ των καταγγελθέντων ως κλοπιμαίων. Τα εν λόγω αυτοκίνητα διαπιστώθηκε ότι πωλήθηκαν σε τρία πρόσωπα, χωρίς την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων και κατακρατήθηκαν από την Αστυνομία ως τεκμήρια με βάση Δικαστικά Διατάγματα για κατακράτηση για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης, τα οποία και παρέμειναν στην κατοχή της με΄χρι τις 13.7.2012. 13. Μετά τη μη ανανέωση σχετικού διατάγματος για την κατακράτηση των προαναφερόμενων οκτώ
(8)αυτοκινήτων από την Αστυνομία αυτά παραδόθηκαν στο Τμήμα Τελωνείων λόγω αρμοδιότητας τα οποία και κατασχέθηκαν ως υποκείμενα σε δήμευση λόγω της παράνομης μετακίνησης τους από την αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης χωρίς την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων και της κατοχής και χρήσης τους από τρίτα πρόσωπα κατά παράβαση της τελωνειακής νομοθεσίας. ..» Ο ενόρκως δηλών παραθέτει περιγραφή των οκτώ κατασχεθέντων αυτοκινήτων, στοιχεία και λεπτομέρειες της κατάσχεσης τους (Τεκμήρια 3 εως 10) και καταλήγει ότι νομίμως το Τμήμα Τελωνείων έχει κατάσχει τα επίδικα οχήματα και καμία παράβαση δεν υφίσταται εναντίον της Αιτήτριας. Οι οποιεσδήποτε αιτιάσεις της Αιτήτριας περί της δήθεν καθυστέρησης ή και παράλειψης στην προώθηση της προβλεπόμενης διαδικασίας μπορούν να προωθηθούν μόνο στα πλαίσια της Αγωγής 5272/
- Τέλος ο ενόρκως δηλών ζητά την απόρριψη της αίτησης. Ο Ανδρέας Αντωνίου, διευθυντής των αιτητών, σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ημερ. 5.12.12 αναφέρει ότι το γεγονός της έγερσης της αγωγής 5272/12 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή επιβεβαιώνει τις θέσεις των αιτητών όπως περιγράφονται στην ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 3.10.12 όπου δίδονται λεπτομέρειες της στάσης και της συμπεριφοράς του Τελωνείου. Ισχυρίζεται επίσης ότι η καταχώριση της εν λόγω αγωγής έγινε καταχρηστικά και καθ' υπέρβαση εξουσιών, με μοναδικό σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως λόγος ένστασης στην παρούσα αγωγή. Αναφέρει επίσης ότι η καταχώριση της αγωγής 5272/12 από το Τελωνείο έγινε υστερόβουλα, εκδικητικά και κακόβουλα. Οι αιτητές μέσω του δικηγόρου τους, ασκούσαν συνεχώς πιέσεις στο Τελωνείο μέσω επιστολών που ανταλλάχθηκαν (Τεκμήρια 36, 37, 40, 41, 42, 45 και 46 στην ένορκη δήλωση ημερ. 3.10.12) για να προχωρήσει αμέσως με διαδικασία Δήμευσης ούτως ώστε να δοθεί η ευκαιρία στους αιτητές να προβάλουν τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρόλα αυτά, η διαδικασία δήμευσης δεν υποβλήθηκε εντός ευλόγου χρόνου με αποτέλεσμα οι αιτητές να προχωρήσουν με την καταχώριση της παρούσας αγωγής που ήταν η μόνη διαθέσιμη διαδικασία για προστασία των δικαιωμάτων τους τα οποία είχαν παραβιαστεί κατάφωρα από την άλλη πλευρά. Ο ενόρκως δηλών παραθέτει στη συνέχεια διάφορα επιχειρήματα, ως επίσης αναφέρεται σε γεγονότα προς υποστήριξη των θέσεων του. Τέλος ο ενόρκως δηλών ολοκληρώνει τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση δίδοντας το ακόλουθο τελικό συμπέρασμα. «Για να μπορούσε το Τελωνείο να στοιχειοθετήσει τόσο την ένσταση της όσο και την αγωγή που καταχώρησε (αν τελικά την προωθήσει και νοουμένου την επιδώσει) θα έπρεπε να ήταν σε θέση να αποδείξει τουλάχιστον με κάποια έγγραφη μαρτυρία ότι όντως τα επίδικα οχήματα εξαιρούνταν του συμβιβασμού. Αυτή την θέση προέβαλε. Εντούτοις, η άλλη πλευρά παραγνωρίζει την αξία δικών της εγγράφων και τα οποία παρουσιάστηκαν στην δική μου ένορκη δήλωση (Τεκμήριο 5 και 26). Τα εν λόγω τεκμήρια μιλούν από μόνα τους και η άλλη πλευρά δεν παρουσίασε αντίθετη μαρτυρία ούτε είναι σε θέση να τα αμφισβητήσει. Είναι εδώ που εστιάζεται το επιχείρημα της Αιτήτριας ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης είναι ανύπαρκτοι και αντιφατικοί με την ίδια την στάση του Τελωνείου που τήρησε μέχρι σήμερα.» Ο Ανδρέας Αντωνίου, διευθυντής των αιτητών, προχώρησε και σε δεύτερη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 19.12.12 στην οποία επισυνάπτει αντίγραφο επιστολής του Αρχιτελωνείου ημερ. 30.11.12 προς δικηγόρο των αιτητών (Τεκμήριο 1) και επιστολή των δικηγόρων των αιτητών ημερ. 2.10.12 προς το Τελωνείο Λεμεσού (Τεκμήριο 2). Ο Χρίστος Χρίστου, λειτουργός του Τμήματος Τελωνείου, προχώρησε και αυτός σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 25.1.13 στην οποία ουσιαστικά απορρίπτει τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα του διευθυντή των αιτητών στις δύο συμπληρωματικές του ένορκες δηλώσεις και παραθέτει τα δικά του επιχειρήματα με αναφορά σε γεγονότα επισυνάπτοντας τα Τεκμήρια 1 εως
- Παραδέχεται πάντως ότι ο ορθός αριθμός των οχημάτων που κατασχέθηκε είναι 187 και όχι 178 όπως αναφέρει εκ παραδρομής στην ένορκη δήλωση του ημερ. 19.11.
- Η βασική θέση της πλευράς των καθ'ων η αίτηση διαφαίνεται στις παραγράφους 7 και 8 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης οι οποίες έχουν ως ακολούθως: «
- Όσο αφορά το ζήτημα του συμβιβασμού των τελωνειακών αδικημάτων δηλώνω τα ακόλουθα: Kατά την έρευνα της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης προέκυψαν τελωνειακά αδικήματα για το σύνολο των 187 οχημάτων συμπεριλαμβανομένων και των επιδίκων 12 τα οποία δεν εντοπίστηκαν εντός αυτής. Μετά όμως από τον πιο πάνω συμβιβασμό που ολοκληρώθηκε με την καταβολή του ποσού των €25.000 η Αστυνομία μετά από επιστολή του Τμήματος Τελωνείων την οποία επισυνάπτω ως Τεκμήριο 2 παρέδωσε στο Τμήμα Τελωνείων στις 10.7.2012 μαρτυρικό υλικό που σχετιζόταν μεταξύ άλλων με τα 12 επίδικα οχήματα. Επισυνάπτω αντίγραφο της απόδειξης παράδοσης ως Τεκμήριο
- Από το εν λόγω μαρτυρικό υλικό προέκυπταν νέα τελωνειακά αδικήματα και συγκεκριμένα τα αδικήματα της παράνομης κατοχής και χρήσης από τρίτα μη δικαιούχα πρόσωπα αδασμοφορολογήτων αυτοκινήτων τα οποία εισήγαγαν στην Δημοκρατία οι Αιτητές και θα έπρεπε να βρίσκονταν στην αποθήκη αποταμίευσης τους. Τελωνειακά αδικήματα τα οποία δεν διέπραξαν οι Αιτητές αλλά τα πρόσωπα στην κατοχή των οποίων βρίσκονταν τα πιο πάνω 12 οχήματα. Η επιστολή του Τελωνείου προς τους δικηγόρους των Αιτητών ημερομηνίας 30.11.2012 αναφέρεται ξεκάθαρα σε τελωνειακά αδικήματα τα οποία διέπραξε η ίδια η εταιρεία και τα οποία όντως συμβιβάστηκαν με την καταβολή του ποσού των €25.
- Να σημειωθεί ότι τα εν λόγω 12 οχήματα βρίσκονταν στην κατοχή της Αστυνομίας για σκοπούς διερεύνησης ποινικών αδικημάτων. Στις 12.7.2012 εκδόθηκαν από το Τμήμα μας έντυπα κατάσχεσης για 8 από τα πιο πάνω 12 οχήματα αφού για τα 4 ήδη είχαν εκδοθεί σχετικά έντυπα αφού αυτά παραδόθηκαν στην Αστυνομία από τους Αιτητές ενώ αυτά εβρίσκονταν στην κατοχή τρίτων. Για τα πιο πάνω 8 εκδόθηκαν έντυπα κατάσχεσης στις 12.7.2012 αφού το Τελωνείο έλαβε γνώση στις 10.7.2012 σε ποιών την κατοχή βρίσκονταν. Μάλιστα για απόδειξη της αλήθειας των όσων δηλώνω επισυνάπτω ως Τεκμήριο 4 έντυπα κατάσχεσης οκτώ
(8)από τα πιο πάνω δώδεκα
(12)οχήματα στα οποία φαίνεται η γνωστοποίηση που έγινε στα πρόσωπα στην κατοχή των οποίων βρίσκονταν τα πιο πάνω οχήματα. Σε ένα από τα έντυπα και συγκεκριμένα στο έντυπο με αριθμό Β067223 το πρόσωπο του οποίου την κατοχή βρισκόταν το όχημα κλήθηκε από εμένα και ενημερώθηκε τηλεφωνικώς για την κατάσχεση όμως παρά την υπόδειξη μου δεν προσήλθε στο γραφείο μου για να παραλάβει αντίγραφο του εντύπου και αυτός είναι και ο λόγος που δεν φαίνεται στον υπό τον πιο πάνω αριθμό εντύπου η υπογραφή και το όνομα αυτού. Περαιτέρω στο έντυπο με αριθμό Β067227 παραδόθηκε αντίγραφο του εντύπου στην σύζυγο του προσώπου στην κατοχή του οποίου βρισκόταν το όχημα.
- Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω όπως με συμβουλεύει ο Δικηγόρος της Δημοκρατίας που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση η εξώδικη διευθέτηση των διαπραχθέντων αδικημάτων αφορά ποινική διαδικασία η οποία ουδόλως επηρεάζει την αστική δικαστική διαδικασία για την δήμευση των οχημάτων.» Kατά την ακρόαση της ως άνω αίτησης, οι δικηγόροι των δύο πλευρών προχώρησαν σε αγορεύσεις χωρίς να ζητήσουν την αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες στην αίτηση και την ένσταση. Θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι αν και στη νομική βάση της αίτησης, γίνεται αναφορά στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, κατά την ακρόαση της αίτησης, οι θέσεις των αιτητών προωθήθηκαν βασιζόμενες στις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/
- Υπάρχει πλούσια νομολογία αναφορικά με την εξουσία έκδοσης προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 επανεξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd & Another
(1982)1 C.L.R. 557 και σε πληθώρα άλλων αποφάσεων. Αρκεί να λεχθεί ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού προτού εξεταστούν περαιτέρω εκείνοι οι παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). H πρώτη προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση έχει επεξηγηθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από του να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η δεύτερη προϋπόθεση της ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται ο Αιτητής σε θεραπεία ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και είναι αρκετό να επιδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανότητα επιτυχίας αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο αφού λάβει υπόψη όλους τους πιο πάνω παράγοντες αποφασίζει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με σκοπό την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων είτε επί του πραγματικού είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης αφού αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (Jonitexo v. Adidas (ανωτέρω) και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Βεβαίως κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών προϋποθέσεων είναι αναγκαία χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση (βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates (ανωτέρω). Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση οι ενάγοντες-αιτητές στηρίζουν την απαίτηση τους στην παράνομη ή και αδικαιολόγητη κατάσχεση των επίδικων οχημάτων εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 ή και των Αστυνομικών Αρχών ως αποτέλεσμα ή και συνεπεία κατάχρησης ή και υπέρβασης εξουσίας ή και της παραβίασης των συνταγματικών και άλλων δικαιωμάτων των εναγόντων ή και συνεπεία εκδικητικής ή και δόλιας ή και κακόβουλης συμπεριφοράς ή και παράνομης κατακράτησης ή και επέμβασης ή και αδικαιολόγητης ή και υπερβολικής καθυστέρησης ή και αμέλειας στην καταχώριση όλων των προβλεπόμενων διαδικασιών από μέρους των ή και συνεπεία της άρνησης των εναγομένων ή και των Αστυνομικών Αρχών να επιτρέψουν ή και συναινέσουν στην επιστροφή των εν λόγω οχημάτων προς τους ενάγοντες. Καταδεικνύεται δηλαδή η ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης σε σχέση με την όλη συμπεριφορά και τον τρόπο δράσης των εναγομένων στην παρούσα υπόθεση, δηλαδή η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Κρίνω επομένως ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η παρούσα αγωγή όταν καταχωρήθηκε δεν είχε ακόμη καταχωρηθεί η αγωγή 5272/12 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που αφορά τη διαδικασία για δικαστική κήρυξη εμπορεύματος που έχει κατασχεθεί ως υποκείμενο σε δήμευση. Η διεκδίκηση οποιουδήποτε εμπορεύματος το οποίο κατασχέθηκε ως υποκείμενο σε δήμευση, ρυθμίζεται από τον Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμο Ν.94
(1)/2004 όπως έχει τροποποιηθεί (βλ. Παράρτημα, παράγραφος 3). Η διεκδίκηση αποζημίωσης για εμπορεύματα που κρίνεται ότι δεν θα έπρεπε να υπόκεινται σε δήμευση, φαίνεται επίσης να ρυθμίζεται στην παράγραφο 14 του παραρτήματος. Η παράγραφος 3 προνοεί τα ακόλουθα: « Αν οποιοδήποτε πρόσωπο διεκδικεί οποιοδήποτε εμπόρευμα το οποίο κατασχέθηκε ως υποκείμενο εις δήμευση, πρέπει εντός ενός μηνός από την ημερομηνία της δηλοποίησης της κατάσχεσης ή, εφόσον δεν του επιδόθηκε τέτοια δηλοποίηση εντός ενός μηνός από την κατάσχεση, να υποβάλει έγγραφη αμφισβήτηση σε οποιοδήποτε τελωνείο. Σε περίπτωση που λογίζεται η δηλοποίηση προσηκόντως επιδοθείσα με τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, τότε η πιο πάνω ημερομηνία αρχίζει από την ημερομηνία της δημοσίευσης.» Oι αιτητές παραδέχονται ότι προέβηκαν σε αμφισβήτηση της δήμευσης των οχημάτων. Περαιτέρω η παράγραφος 14 προβλέπει: «14
(1)Aν οποιοδήποτε εμπόρευμα που κατασχέθηκε, αποδοθεί, πωληθεί ή καταστραφεί όπως προβλέπεται πιο πάνω και σε δικαστική διαδικασία που έγινε σύμφωνα με το Παράρτημα αυτό, αποφασίστηκε ότι το εμπόρευμα αυτό δεν υπόκειτο εις δήμευση όταν κατασχέθηκε, ο Διευθυντής οφείλει αν το ζητήσει ο απαιτητής να του προσφέρει - (α) Ποσό ίσο με αυτό που καταβλήθηκε από τον απαιτητή, σύμφωνα με την παράγραφο 13(α)٠ ή (β) αφού το εμπόρευμα που κατασχέθηκε πωλήθηκε, ποσό ίσο με το προϊόν της πώλησης٠ ή (γ) αφού το εμπόρευμα που κατασχέθηκε καταστράφηκε, πόσο ίσο με την αγοραία αξία του εμπορεύματος κατά το χρόνο της κατάσχεσης: Nοείται ότι, σε περίπτωση που το υπό αναφορά ποσό περιλαμβάνει και δασμό ή και φόρο που βαρύνει το εμπόρευμα που κατασχέθηκε και ο οποίος δεν καταβλήθηκε πριν από την κατάσχεση, ο Διευθυντής δύναται να αφαιρέσει από αυτό, το ποσό που αντιστοιχεί στο δασμό ή και φόρο.
(2)Αν ο απαιτητής αποδεχθεί το ποσό που του προσφέρεται σύμφωνα με την υποπαράγραφο
(1), τότε παύει να έχει οποιοδήποτε δικαίωμα για άσκηση αγωγής για την κατάσχεση, κατακράτηση, εκποίηση ή καταστροφή του εμπορεύματος που διενεργήθηκε.» Eπομένως θα πρέπει πρώτα να εκδικαστεί η αγωγή αρ. 5272/12 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και σε περίπτωση που αποφασιστεί ότι οποιοδήποτε από τα 12 αυτοκίνητα δεν υπόκειτο σε δήμευση, οι αιτητές να υποβάλουν τις απαιτήσεις τους στο Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων και αν δεν ικανοποιηθούν, τότε να προχωρήσουν με την προώθηση αγωγής για αποζημιώσεις. Επομένως, με την καταχώριση της αγωγής 5272/12 Ε.Δ. Λεμεσού, φαίνεται ότι η παρούσα αγωγή έχει καταστεί άνευ αντικειμένου όσον αφορά το δικαιολογημένο ή όχι της κατάσχεσης των οχημάτων ως υποκείμενα σε δήμευση. Οι ίδιοι οι αιτητές στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση, παραδέχονται ότι προβλεπόμενη διαδικασία είναι αυτή του Ν.94
(1)/2004. Περαιτέρω στην παράγραφο 12 του παραρτήματος του Ν.94
(1)/2004 προνοείται ότι: «Σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία που αφορά δήμευση εμπορεύματος, το γεγονός της κατάσχεσης, ο τύπος και ο τρόπος διενέργειας της λογίζονται, μέχρις απόδειξης του αντιθέτου, ότι έχουν διενεργηθεί σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο χωρίς να χρειάζονται περαιτέρω απόδειξη.» Επομένως πως θα μπορούσε να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα έστω και προκαταρκτικά ότι ο τύπος και ο τρόπος διενέργειας της κατάσχεσης ήτο αναιτιολόγητος ή αδικαιολόγητος ή ότι δεν έχει διενεργηθεί σύμφωνα με το Νόμο; Η πλευρά όμως των εναγόντων-αιτητών, καταλογίζει εκ προθέσεως πράξεις ή παραλείψεις στην πλευρά των εναγομένων, οι οποίοι αρνούνται κατηγορηματικά κάτι τέτοιο, π.χ. ότι η αγωγή 5272/12 καταχωρήθηκε με μόνο σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως λόγος ένστασης στην παρούσα αίτηση από την πλευρά των εναγομένων, ως επίσης ότι χρησιμοποιείται από τους εναγόμενους καταχρηστικά και καθ' υπέρβαση εξουσίας αλλά και ότι καταχωρήθηκε υστερόβουλα, εκδικητικά και κακόβουλα. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να διαφανεί μέσα από την παρούσα διαδικασία τη στιγμή που δεν υπήρξε αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες αναφορικά με τα αμφισβητούμενα αυτά γεγονότα. Οι δύο πλευρές, ιδιαίτερα αυτή των αιτητών, προβάλλουν μέσω των ενόρκων δηλώσεων τους διάφορους ισχυρισμούς και συλλογισμούς για υποστήριξη των θέσεων τους. Η μεν πλευρά των αιτητών για σκόπιμες πράξεις ή παραλείψεις εκ μέρους των εναγόντων, η δε πλευρά των καθ'ων η αίτηση ότι όλα έγιναν νομότυπα αλλά κυρίως χωρίς υστεροβουλία, εκδικητικότητα ή κακόβουλα. Για την κατάληξη σε ένα έστω προκαταρκτικό συμπέρασμα για τα πιο πάνω, χρειάζεται σε βάθος ανάλυση, κάτι που δεν μπορεί να γίνει σε αυτό το στάδιο, ιδιαίτερα τη στιγμή που η ακρόαση των αιτήσεων ολοκληρώθηκε χωρίς την αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες (βλ. Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Η παράλειψη αντεξέτασης έχει ιδιαίτερη σημασία όσον αφορά τη θέση των Καθ'ων η αίτηση ότι για τα 12 οχήματα προέκυψαν νέα τελωνειακά αδικήματα και συγκεκριμένα τα αδικήματα της παράνομης κατοχής και χρήσης από τρίτα μη δικαιούχα πρόσωπα. Δηλαδή τελωνειακά αδικήματα που δεν διέπραξαν οι αιτητές αλλά τα πρόσωπα στην κατοχή των οποίων βρίσκονταν τα πιο πάνω 12 οχήματα, ενώ το ποσό των €25.000 καταβλήθηκε από τους αιτητές για συμβιβασμό των αδικημάτων που διέπραξαν οι ίδιοι (και όχι τα τρίτα πρόσωπα). Αυτός ο ισχυρισμός των καθ'ων η αίτηση δεν αντικρούστηκε εκ μέρους των αιτητών. Όσον αφορά όμως κάποιες από τις απαιτήσεις των εναγόντων-αιτητών, όπως π.χ. αυτές που βασίζονται στους ισχυρισμούς τους για επίδειξη αδικαιολόγητης ή υπερβολικής καθυστέρησης ή αμέλειας, εκ μέρους των εναγομένων-καθ'ων η αίτηση στην καταχώριση όλων των προβλεπόμενων διαδικασιών, κρίνω ότι η πλευρά των εναγόντων-αιτητών έχει προσάξει ικανοποιητική μαρτυρία ότι πίεσαν αρκετά τους εναγόμενους 1 και 2 είτε μέσω επιστολών είτε μέσω άλλων ενεργειών προς την κατεύθυνση έναρξη δικαστικής διαδικασίας που αφορά δήμευση εμπορεύματος, δηλαδή σε σχέση με τα οχήματα που κατασχέθηκαν. Η εν λόγω διαδικασία φαίνεται να ξεκίνησε τη 19.11.12 με κάποια καθυστέρηση με την καταχώρηση της αγωγής 5272/12 Ε.Δ. Λεμεσού. Ίσως μάλιστα να είναι η παρούσα αγωγή που προκάλεσε την καταχώρηση της αγωγής 5272/12 Ε.Δ. Λεμεσού. Αυτές οι αξιώσεις φαίνεται να μπορούν να τεθούν έξω από τα πλαίσια της αγωγής 5272/12 Ε.Δ. Λεμεσού. Κρίνω επομένως ότι για κάποιες από τις απαιτήσεις των εναγόντων-αιτητών η δεύτερη προϋπόθεση ικανοποιείται. Εξετάζοντας την τρίτη προϋπόθεση, κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί με ικανοποιητικό τρόπο ότι τυχόν επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο της υπόθεσης δεν είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των αιτητών, δεν θα είναι δηλαδή επαρκής θεραπεία για αυτούς (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates (ανωτέρω). Στην Παναγίδη ν. Παναγίδη
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 397, λέχθηκε ότι πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει απόδοση στους ενάγοντες των θεραπειών που δικαιούται σύμφωνα με το Νόμο. Ουσιαστικά το σύνολο των αξιώσεων των εναγόντων εναντίον των εναγομένων (πλην των δύο αιτούμενων διαταγμάτων που είναι πανομοιότυπα με τα αιτούμενα στις παραγράφους Α και Β της παρούσας αίτησης) αφορούν αποζημιώσεις και επομένως η πλευρά των εναγόντων-αιτητών δεν έχει καταφέρει να ικανοποιήσει το τρίτο κριτήριο καταδεικνύοντας ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι αιτητές προβάλλουν βεβαίως τη θέση ότι αν δεν τους επιστραφούν τα οχήματα θα υποστούν οικονομική ζημιά ύψους €500.000 που είναι η αξία αγοράς των οχημάτων γεγονός που θα τους καταστρέψει οικονομικά, ως επίσης ότι το γεγονός ότι επειδή τα οχήματα βρίσκονται καθηλωμένα υφίστανται φθορές και μειώνεται η αξία τους, ενώ αντιμετωπίζουν προβλήματα με τους αγοραστές των οχημάτων. Από την άλλη όμως πλευρά οι ίδιοι οι αιτητές αναφέρουν εμμέσως πλην σαφώς ότι ο κύκλος εργασιών τους είναι πολύ μεγάλος λέγοντας ότι τα 175 οχήματα που τους επεστράφησαν είχαν αξία πέραν των 3 εκατομμυρίων ευρώ, δηλαδή δεν είναι σαφής η σημασία που έχει γι' αυτούς το ποσό των €500.000. Θα εξεταστεί στη συνέχεια κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Παρόλον που ζητούνται τρία διατάγματα, κατά την ακρόαση φαίνεται να προωθήθηκε η έκδοση του διατάγματος που ζητείται στην παράγραφο (Α) της αίτησης για παράδοση των 12 οχημάτων στους αιτητές. Η πρώτη διαπίστωση στην οποία προβαίνω είναι ότι το αιτούμενο στην παράγραφο (Α) διάταγμα είναι προστακτικού χαρακτήρα. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo ante (Kοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 169, Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Όπως υποδεικνύεται στην Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 734: «. ένα προστακτικό διάταγμα με βάση διαχρονική νομολογία σπάνια εκδίδεται και αυτό μόνο όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση (Shepherd Homes v. Sandham
(1971)Ch. 340 και David Bean: Injuctions, 8η Έκδοση, σελ. 35-37, παρ. 3.33-3.37). Περαιτέρω είναι φανερό ότι με την έκδοση του επίδικου διατάγματος το πρωτόδικο Δικαστήριο στην πράξη εκδίκασε και την ουσία της αγωγής, κάτι το οποίο είναι άκρως ανεπιθύμητο και αντίθετο με την ανάγκη έκδοσης προσωρινού και μόνο μέτρου». Στην προκειμένη περίπτωση, τυχόν έγκριση του διατάγματος θα ισοδυναμούσε με απόδοση κατοχής στους ενάγοντες και έτσι ανατροπή αντί διατήρηση του status quo ante και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση μιας από τις κύριες θεραπείες που ζητούνται στην αγωγή. Όπως οι ίδιοι οι ενάγοντες-αιτητές αναφέρουν στις ένορκες δηλώσεις του διευθυντή τους, αιτούνται την παράδοση σε αυτούς των 12 οχημάτων για να τα εμπορευτούν, δηλαδή να τα αποξενώσουν. Μια τέτοια εξέλιξη θα ανέτρεπε εντελώς το status quo ante. Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos (ανωτέρω), εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή (βλ. Κοσμά ν. Χ"Kυπρή κ.ά. (ανωτέρω). H αρχή αυτή επαναβεβαιώθηκε στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Ελπίδα Αβερκίου ν. ΘΕΟ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ κ.ά. Πολ. Έφεση 85/2010, ημερ. 31.1.13 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: « Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ"Κυπρή
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody's v. Lani
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. ΑΚΙS ν. Κokkonis
(1998)1 A.A.Δ. 149. Όπως ορθά επισημαίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, στο στάδιο έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος, είναι ανεπιθύμητο να εμπλέκεται ο δικαστής στην εξέταση της ουσίας της αγωγής. Έκαμε αναφορά το πρωτόδικο δικαστήριο στην υπόθεση Τσιερκέζου ν. Dragon
(2009)1 A.Α.Δ. 734, για να εξετάσει κατά πόσο η παρουσιασθείσα ενώπιον του μαρτυρία οδηγεί στη διαπίστωση μιας φανερής και ασυνήθιστα δυνατής υπόθεσης, έτσι ώστε να προχωρήσει στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. ............................... ............................... H δε κατάληξη ότι η υπόθεση της εφεσείουσας, πάντοτε μέσα στο πλαίσιο της δυνατότητας εξέτασης της προσαχθείσας μαρτυρίας για σκοπούς συντηρητικού διατάγματος, δεν ήταν ούτε ξεκάθαρη, ούτε ισχυρή, θεωρούμε ότι ήταν ορθή.» Στην παρούσα περίπτωση τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος όχι μόνο θα επιφέρει ουσιαστικά τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή την εκδίκαση της παρούσας αγωγής, αλλά θα επηρεάσει καταλυτικά και την αγωγή 5272/12 Ε.Δ. Λεμεσού καθιστώντας την άνευ αντικειμένου. Κρίνω ακόμα ότι από την παρουσιασθείσα ενώπιον μου μαρτυρία, η υπόθεση των αιτητών δεν είναι ξεκάθαρη ή ασυνήθιστα δυνατή σε βαθμό που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των καθ'ων η αίτηση και σε βάρος των αιτητών. Τα όσα έχουν λεχθεί σε σχέση με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ισχύουν και για τις αντίστοιχες πρόνοιες των άρθρων 4 και 5 του Κεφ.6 αν και δεν έγινε ιδιαίτερη αναφορά σε αυτά. Σημειώνεται ότι τα πιο πάνω ισχύουν και για την αιτούμενη στην παράγραφο (Β) της αίτησης δήλωση του Δικαστηρίου ότι η κατάσχεση των 12 οχημάτων ή και η συνέχιση κατάσχεσης τους είναι παράνομη ή και καταχρηστική ή και παράλογη ή και αδικαιολόγητη ή και κακόβουλη ή και δόλια ή και εκδικητική ή και στερείται οποιασδήποτε νόμιμης βάσης ή και παραβιάζει τα συνταγματικά και άλλα δικαιώματα των αιτητών. Μια τέτοια δήλωση/διάταγμα δεν θα μπορούσε να εκδοθεί σε προσωρινή βάση αφού για να εκδοθεί θα πρέπει το Δικαστήριο να αποφασίσει επί της ουσίας της αγωγής. Είναι ουσιαστικά αναγνωριστική δήλωση/διάταγμα που ζητείται το οποίο όμως για να εκδοθεί το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει οριστικά επί της ουσίας της αγωγής. Τέλος στην παράγραφο (Γ) της αίτησης ζητείται διάταγμα που να απαγορεύει ή και να εμποδίζει τους καθ'ων η αίτηση-εναγομένους να προβούν σε καταχώριση διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου ή και αίτηση για τη δήμευση των 12 οχημάτων δυνάμει του σχετικού παραρτήματος του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου 94(Ι)/2004. Το αίτημα αυτό έχει καταστεί άνευ αντικειμένου αφού έχει ξεπεραστεί από τα γεγονότα. Έχει ήδη καταχωρηθεί, από την 19.11.12, η αγωγή 5272/12 Ε.Δ. Λεμεσού που αφορά τη διαδικασία για δικαστική κήρυξη εμπορεύματος που έχει κατασχεθεί (δηλαδή των 12 οχημάτων) ως υποκείμενο προς δήμευση. Συνεπεία των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν θα ήτο ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ως επίσης ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1 και 2 - Καθ'ων η αίτηση και σε βάρος των αιτητών, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της όλης υπόθεσης. (Υπ.) .............. Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - προσωρινό διάταγμα) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο