← Κύπρος

GORSOAN LIMITED κ.α. ν. JANNA BULLOCK κ.α., Aρ. Αγωγής: 3573/2012, 6/3/2013

GORSOAN LIMITED κ.α. ν. JANNA BULLOCK κ.α., Aρ. Αγωγής: 3573/2012, 6/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A59 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ENΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 3573/2012 Μεταξύ:

(1)GORSOAN LIMITED
(2)GAZPROMBANK OJSC Εναγόντων και
(1)JANNA BULLOCK
(2)ALEXEY KUZNETSOV
(3)LAZIAR HOLDINGS LIMITED
(4)NOVA PROVA ENGINEERING LIMITED
(5)NOGION HOLDINGS LIMITED
(6)NAKODA LIMITED
(7)ALCORK LIMITED
(8)KITNELL LIMITED
(9)ELMWOOD VENTURES LIMITED
(10)SOLFERINO DEVELEPMENT S.A.
(11)SARL PRALONG
(12)SARL CRYSTAL
(13)SCI CHATEUQ DU PUY ROBERT
(14)EURL SOCIETE D' EXPLOITATION DE L' HOTEL CHATEU DU PUY ROBERT
(15)SAS SOCIETE DES HOTELS D' ALTITUDE
(16)C.P. PALEMA LIMITED
(17)C.P. PALEMA SERVICES LIMITED
(18)CYPROMAN SERVICES LIMITED
(19)ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΑΠΑΣ ΑΛΛΩΣ ΠΑΜΠΟΣ ΠΑΠΑΣ
(20)ZOULIAN MANAGEMENT LIMITED,
(21)ZOULIAN LIMITED
(22)ΕΛΕΝΗ ΚΙΝΑΝΗ
(23)ΜΑΡΙΑ ΑΤΖΙΝΗ
(24)ΓΙΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
(25)ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
(26)ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΙΧΑΗΛ
(27)ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥ
(28)ΠΑΝΙΚΟΣ ΣΥΜΕΟΥ
(29)CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED
(30)HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγομένων ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 10.8.2012 Ημερομηνία: 6 Mαρτίου, 2013 Για ενάγοντες/αιτητές: κ. Α. Τσιρίδης με κ. Μ. Γ. Δράκο (για ν' ακούσει απόφαση κ. Α Τσιρίδης) Για εναγόμενους 1, 3-5 και 7-15/καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Δημητριάδης (για ν' ακούσει απόφαση κα Ν. Ηροδότου) Για εναγόμενους 16-19 και 23-27/καθ' ων η αίτηση: κα Παπά για Α. Σοφοκλέους και Σία Για εναγόμενο 28/καθ' ου η αίτηση: κα Ηροδότου για Συμεού και Κονναρή ΔΕΠΕ Για εναγόμενη 29/καθ' ης η αίτηση: κα Στιβαρού για Ιωαννίδη Δημητρίου ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση κ. Αγιομαμίτης) Για εναγόμενη 30/καθ' ης η αίτηση: κα Μ. Κωνσταντίνου για Μαρκίδη Μαρκίδη & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με μονομερή αίτηση οι ενάγοντες πέτυχαν την έκδοση διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων ανά το παγκόσμιο εναντίον των εναγομένων 1 -
  1. Διατάγματα για αποκάλυψη περιουσιακών στοιχείων εναντίον των ιδίων εναγομένων και διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων τύπου Norwich Pharmacal εναντίον των εναγομένων 16 - 30 δόθηκαν οδηγίες όπως επιδοθούν στην άλλη πλευρά. Το διάταγμα εναντίον του εναγομένου 2 κατέστη απόλυτο χωρίς να εμφανιστεί στη διαδικασία. Οι υπόλοιποι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση. Η αίτηση αποσύρθηκε εναντίον των εναγομένων 20-22 για τους λόγους που φαίνονται στο πρακτικό του Δικαστηρίου. Οι εναγόμενοι 1 - 5 και 7 - 15 καταχώρησαν κοινή ένσταση αναφορικά με τα αιτητικά 1 και 2 που τους αφορούν, οι εναγόμενοι 16 - 19 και 23 - 27 καταχώρησαν κοινή ένσταση αναφορικά με το αιτητικό 3 που τους αφορά, ο εναγόμενος 28 καταχώρησε ένσταση αναορικά με το αιτητικό 5, ο εναγόμενος 29 αναφορικά με το αιτητικό 6 και ο εναγόμενος 30 επίσης αναφορικά με το αιτητικό
  2. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με τη καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων. Η αγωγή, στο μεταξύ, αποσύρθηκε εναντίον του εναγομένου
  3. Η αγωγή αφορά ισχυριζόμενη απάτη εις βάρος των εναγόντων και οι εναγόμενοι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Οι εναγόμενοι 1 - 5 και 7 - 15 (στο εξής καλούμενοι οι ουσιαστικοί εναγόμενοι) είναι αυτοί που κατ΄ ισχυρισμό συμμετείχαν στην απάτη και ωφελήθηκαν από αυτήν. Εναντίον των εν λόγω εναγομένων αξιώνεται ποσό ύψους Η.Π.Α. $20,967,324 ή Ευρώ 16,947,384 ως αποζημιώσεις για απάτη, δόλο, συνομωσία για διάπραξη απάτης (conspiracy to defraud), εξαπάτηση και /ή καταδολίευση πιστωτών, συνομωσία για πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα (unlawful means conspiracy), πρόκληση παράβασης σύμβασης (procuring breach of contract), παράνομη επέμβαση (unlawful interference), πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα και δόλια υποβοήθηση για διάπραξη παράβασης καθήκοντος πίστης (dishonest assistance in breach of trust or fiduciary duty) . Στη δεύτερη κατηγορία εμπίπτουν οι εναγόμενοι 16 - 30 οι οποίοι είναι Κύπριοι. Οι εναγόμενοι 16 - 28 ασχολούνται με την παροχή εταιρικών υπηρεσιών (corporate service providers) ενώ οι εναγόμενοι 29 και 30 είναι τράπεζες. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, οι εναγόμενοι 16 - 28 με τις ενέργειες τους υποβοήθησαν την διάπραξη και/ή επιτυχία της συνομωσίας και με βάση τις αρχές που διέπουν τα διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal οφείλουν τώρα να αποκαλύψουν τις πληροφορίες που έχουν στα χέρια τους για να βοηθήσουν τους ενάγοντες να ξεσκεπάσουν την απάτη και να ιχνηλατήσουν την περιουσία τους. Η αίτηση συνοδεύεται από μακροσκελή ένορκη δήλωση του κ. Alexander Sirotkin (EΔ Σιρότκιν) ημερ. 10.8.2012 με ένορκη μετάφραση από την κα Μαρία Παρούτη. Τα Τεκμήρια που επισυνάπτονται καταλαμβάνουν τρία box files. Θα προσπαθήσω να συνοψίσω τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης με αναφορές στην ΕΔ Σιρότκιν: Στην ένορκη δήλωση αναφέρεται με λεπτομέρεια το ισχυριζόμενο σχέδιο και οι ενέργειες καταδολίευσης στις οποίες προέβησαν οι ουσιαστικοί εναγόμενοι. Το εν λόγω σχέδιο πραγματοποιήθηκε σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο επίπεδο εμπλέκονται δύο ρωσικές εταιρείες, η Moscow Region Investment Mortgage Company OAO (Εταιρεία Χαρτοφυλακίου Περιφέρειας Μόσχας) (στο εξής καλούμενη η ΜΟΙΤΚ) και η Moscow Region Mortgage Agency OAO (Ίδρυμα Υποθηκών Περιφέρειας Μόσχας) (στο εξής καλούμενη η ΜΟΙΑ) οι οποίες ανήκαν στην Κυβέρνηση της Περιφέρειας της Μόσχας. Οι εταιρείες αυτές έλαβαν χρηματοδότηση μέσα από μια σειρά εκδόσεων ομολόγων (έξι από την ΜΟΙΑ και τρεις από τη ΜΟΙΡΚ). Οι εκδόσεις ομολόγων πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 21.12.2005 (πρώτη έκδοση ομολόγων ΜΟΙΑ) και 17.10.2007 (ημερομηνία τρίτης έκοδσης ομολόγων ΜΟΙΤΚ). Οι εκδόσεις των ομολόγων υποτίθεται ότι αποτελούσαν μέρος ενός κυβερνητικού προγράμματος του λεγόμενου «Προγράμματος Στεγαστικών Δανείων» το οποίο αφορούσε την κατασκευή και χρηματοδότηση μεγάλων κατασκευαστικών έργων για χιλιάδες οικογένειες στη περιφέρεια της Μόσχας. Τα ενημερωτικά δελτία που συνόδευαν τις εκδόσεις ομολόγων ανέφεραν σαφώς ότι τα χρήματα θα χρησιμοποιούνταν για το πρόγραμμα αυτό το οποίο αναμενόταν ότι θα επιτύχει αποδόσεις χρημάτων που θα χρησιμοποιούνταν για να αποπληρωθούν οι «ομολογιούχοι» δηλαδή οι αγοραστές των ομολόγων. Αναφερόταν στα εν λόγω ενημερωτικά δελτία ότι σκοπός της έκδοσης των ομολόγων ήταν «η ανάπτυξη του συστήματος στεγαστικών δανείων στο πλαίσιο του [Προγραμματος Στεγαστικών Δανείων]» και «η παροχή για το διάστημα 2005-2010 στην Περιφέρεια Μόσχας προσβάσιμων κατοικιών με τη χορήγηση αποθηκών σε τουλάχιστον 29.000 οικογένειες που επιθυμούσαν να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσης τους.» Οι ενάγοντες βασιζόμενοι στις παραστάσεις που περιέχονταν στα ενημερωτικά δελτία, συμμετείχαν σε τρεις από τις εν λόγω εκδόσεις ομολόγων, ήτοι στην Πρώτην και Δεύτερην έκδοση των ομολόγων ΜΟΙΑ και στην Πρώτην έκδοση ομολόγων ΜΟΙΤΚ, θεωρώντας ότι τα χρήματα που είχαν επενδύσει θα χρησιμοποιούνταν για την ανάπτυξη της Περιφέρειας Μόσχας. Συνολικά επένδυσαν το ποσό των ΗΠΑ $ 20.281.480 στο Πρόγραμμα Υποθηκών (ΕΔ Σιρότκιν παράγραφοι 198-208). Οι ΜΟΙΑ, ΙΚΜΟ και ΜΟΙΤΚ δεν κατάφεραν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους που απόρρεαν από τα ομόλογα και η Gazprombank ξεκίνησε νομικές διαδικασίες στα ρωσικά δικαστήρια κατά των εταιρειών αυτών και της κυβέρνησης της Περιφέρειας της Ρωσίας προσπαθώντας να ανακτήσει τα ποσά αυτά. Όμως οι ΜΟΙΑ, ΙΚΜΟ και ΜΟΙΤΚ πτώχευσαν και το συνολικό ποσό που μπόρεσαν να λάβουν οι ενάγοντες ανέρχεται σε ΗΠΑ$2.209.893 παραμένοντας οφειλόμενο το ποσό των ΗΠΑ$20.793.
  4. Στο μεταξύ, στις 12.4.2010, η Gazprombank, με βάση συμφωνία μεταβίβασης (Τεκ. 2), εκχώρησε τα δικαιώματα της να εγείρει αγωγή για τα ποσά που της οφείλονταν από τα ομόλογα στην Gorsoan και στις 16.7.2012 υπέγραψε ακόμα μία συμφωνία έτσι ώστε να ενταχθούν και οι αδικοπραξίες στην εκχώρηση (Τεκ. 3). Η κατ' ισχυρισμό υπεξαίρεση και διοχέτευση χρημάτων ακολούθησε ένα σχετικά καθορισμένο μοντέλο. Τα χρήματα που ελήφθησαν από τις εκδόσεις ομολόγων ΜΟΙΑ μεταφέρθηκαν αρχικά στην ΙΚΜΟ (Mortgage Company of the Moscow Region OAO) μέσω δανείων και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν μέσω ρωσικών και υπεράκτιων εταιρειών. Περαιτέρω χρήματα που οφείλονταν από την Πρώτη έκδοση ομολόγων ΜΟΙΤΚ μεταφέρθηκαν ομοίως με ή χωρίς την εμπλοκή της ΙΚΜΟ. Η μεταφορά των χρημάτων είναι το δεύτερο επίπεδο που, σύμφωνα με τους αιτητές, εκτελέστηκε η απάτη. Προβάλλεται ισχυρισμός για περίπλοκα σχέδια συναλλαγών και μεταβιβάσεις, περιλαμβανομένων δανείων, γραμματίων και εικονικών συμφωνιών, όπως αναφέρονται στις παραγράφους 233 - 303 της ΕΔ Σιρότκιν, με στόχο τη μεταφορά χρημάτων προς όφελος των συνωμοτών και των συνεργατών τους. Οι ενάγοντες, όπως αναφέρεται στην ΕΔ Σιρότκιν δεν γνωρίζουν όλους τους συνωμότες και όλες τις λεπτομέρειες απάτης. Προκύπτει όμως από τα γεγονότα και τα έγγραφα που επισυνάπτονται ότι τα χρήματα που λήφθηκαν από τα ομόλογα δεν χρησιμοποιήθηκαν για το σκοπό που εισπράχθηκαν αλλά διοχετεύτηκαν σε εταιρείες σε διάφορες χώρες προς όφελος των συνωμοτών. Οι ενάγοντες, σύμφωνα με την ΕΔ Σιρότκιν στη προσπάθεια τους να ανακτήσουν τα οφειλόμενα σ΄ αυτούς ποσά συμμετείχαν ενεργά στη διαδικασία εκκαθάρισης των ΜΟΙΑ, ΜΟΙΤΚ και ΙΚΜΟ και έχουν παρακολουθήσει τις ποινικές διαδικασίες που διεξάγονται στη Ρωσία αναφορικά με τα εμπλεκόμενα άτομα. Άρχισε τότε να διαφαίνεται ότι ο λόγος που η ΜΟΙΑ και ΜΟΙΤΚ δεν ήταν σε θέση να πραγματοποιήσουν πληρωμές τοκομεριδίων σε σχέση με τα ομόλογα τους οφειλόταν σε μια σειρά συναλλαγών όπου κεφάλαια που αντλούνταν μέσα πό την έκδοση ομολόγων είχαν υπεξαιρεθεί με δόλιο τρόπο. Οι ενάγοντες, σύμφωνα με την ΕΔ Σιρότκιν στις παραγράφους 237 - 307 έχουν χαρτογραφήσει τέσσερις συναλλαγές υπεξαίρεσης. Παραθέτω τη σύνοψη των ισχυριζομένων τεσσάρων συναλλαγών όπως παρατίθενται στη γραπτήν αγόρευση των συνηγόρων των αιτητών: «Στη Πρώτη συναλλαγή υπεξαίρεσης (ΕΔ Σιρότκιν, παράγραφοι 233-251) κεφάλαια κινήθηκαν από την ΜΟΙΤΚ μέσω διαφόρων άλλων εταιρειών, και κατέληξαν στα χέρια της εναγόμενης εταιρείας
  5. Το συνολικό ποσό που φαίνεται να κατέληξε στα χέρια της εναγόμενης 7 είναι US$21.000.000 (ΔΕ Σιρότκιν παράγραφος 243). Ουδεμία σχέση έχει η εναγόμενη 7 με την Περιφέρεια Μόσχας ή με το Πρόγραμμα Στεγαστικών Δανείων (ΕΔ Σιρότκιν, παράγραφοι 373-377). Στη δεύτερη συναλλαγή υπεξαίρεσης (ΕΔ Σιρότκιν παράγραφοι 252-257) κεφάλαια κινήθηκαν από τις ΜΟΙΤΚ/ΜΟΙΑ (μέσω ΙΚΜΟ) στην RIG Russia και κατέληξαν στην εναγόμενη εταιρεία 8, η οποία τα χρησιμοποίησε για να αγοράσει ένα πανάκριβο ακίνητο στο Λονδίνο για US$7.400.000,
  6. Ουδεμία σχέση έχει βεβαίως αυτό το πολυτελές ακίνητο με το Πρόγραμμα Στεγαστικών Δανείων της Περιφέρειας Μόσχας. το ακίνητο πουλήθηκε 4 χρόνια αργότερα σε τιμή τετραπλάσια της αρχικής (ΕΔ Σιρότκιν παράγραφος 256), που εγείρει υποψίες ότι είτε η αρχική τιμή που αγοράστηκε είτε η τιμή που πωλήθηκε δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική αξία του. Είναι αδιανόητο ότι ένα ακίνητο που άξιζε US$7.400.000,00 αύξησε την αξία του κατά US$24.600.000 σε τέσσερα χρόνια. Στην τρίτη συναλλαγή υπεξαίρεσης (ΕΔ Σιρότκιν παράγραφοι 258-276) κεφάλαια των ΜΟΙΤΚ και ΜΟΙΑ μεταβιβάστηκαν μέσω της RIG Russia (και με τη συμμετοχή των εναγομένων εταιρειών 3, και 10-15) σε επενδύσεις ακινήτων στη Γαλλία. Ουδεμία σχέση έχουν αυτά τα ακίνητα με την Περιφέρεια Μόσχας και το Πρόγραμμα Στεγαστικών Δανείων. Στην τέταρτη συναλλαγή υπεξαίρεσης (ΕΔ Σιρότκιν, παράγραφοι 277-303) κεφάλαια της ΜΟΙΑ και ΜΟΙΤΚ διοχετεύθηκαν μέσω των εναγομένων εταιρειών 4 και 9 σε ένα πολυτελέστατο σκάφος θαλάσσης, το Τσαρίνα, αξίας US$20.500.000 (δείτε ΕΔ Σιρότκιν παράγραφος 279). Ουδεμία σχέση έχουν αυτές οι συναλλαγές με το Πρόγραμμα Στεγαστικών Δανείων ή την Περιφέρεια Μόσχας. Για αυτήν τη συναλλαγή έχουν ήδη καταδικαστεί για απάτη δύο πρόσωπα (ΕΔ Σιρότκιν παράγραφοι 51 και 52).» Η απάτη εξακολουθεί να διερευνάται γι' αυτό αξιώνονται τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal. Οι εταιρείες ΜΟΙΤΚ και ΜΟΙΑ πτώχευσαν και ο εκκαθαριστής της ΜΟΙΤΚ εντόπισε συναλλαγές σε μη εμπορικούς όρους και την πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Το ζήτημα παραπέμφθηκε και ερευνάται από το τμήμα οικονομικής ασφάλειας (ΕΔ Σιρότκιν παρ. 24-26) Παρόμοια τύχη είχε και η εταιρεία IKMO στην οποία οι ΜΟΙΤΚ και ΜΟΙΑ διοχέτευσαν πολλά από τα κεφάλαια που άντλησαν από την έκδοση ομολόγων (ΕΔ Σιρότκιν παρ. 35-37). Η ΙΚΜΟ φαίνεται να είχε συμμετοχή στην 3η και 4η συναλλαγή υπεξαίρεσης. Αποτελεί ισχυρισμό των αιτητών ότι το σχέδιο υπεξαίρεσης χρημάτων ετοιμάστηκε και τέθηκε σε ισχύ από την περίοδο έκδοσης των ομολόγων και αυτό γιατί τα χρήματα υπεξαιρούνταν και εκτρέπονταν μακριά από τον υποτιθέμενο σκοπό συλλογής τους ακόμα και κατά τη διάρκεια των εκδόσεων των ομολόγων. Οι δύο από τους βασικούς συνωμότες όπως αυτοί προσδιορίζονται στην ΕΔ Σιρότκιν, ήτοι οι κ.κ. Kuznetsov και Nosov ήταν μέλη της Κυβέρνησης της Περιφέρειας Μόσχας ενώ ο Nosov συμμετείχε στη ΜΟΙΑ και τη ΜΟΙΤΚ. Αποτελεί ισχυρισμό των αιτητών ότι γνώριζαν πως τα χρήματα που θα συγκεντρώνονταν δε θα χρησιμοποιούνταν σύμφωνα με τις δηλώσεις στα ενημερωτικά δελτία και συνεπώς είναι εμφανές, σύμφωνα με τους αιτητές, ότι τα χρήματα εξασφαλίστηκαν με τη χρήση ψευδών παραστάσεων. Περαιτέρω αποτελεί θέση των αιτητών ότι η ύπαρξη απάτης διαφαίνεται και μέσα από μία σειρά άλλων συναφών γεγονότων τα οποία αναφέρονται στην ΕΔ Σιρότκιν και συνοψίζονται στην αγόρευση των αιτητών ως ακολούθως: «Ως μέρος της τέταρτης συναλλαγής υπεξαίρεσης, χρησιμοποιήθηκαν πλαστές υπογραφές (ΕΔ Σιρότκιν παράγραφοι 288 και 295), εικονικές συμβάσεις (ΕΔ Σιρότκιν παράγραφος 289) και εταιρεία (την Leren) που δεν είχε αξία αλλά παρουσιάστηκε βάσει ψευδούς εκτίμησης να αξίζει 42 εκατ. Δολάρια (ΕΔ Σιρότκιν παράγραφοι 285-286 και 291). Δολιότητα επίσης εισηγείται και η σειρά των συναλλαγών: διαμεσολαβητής για την αγορά της Leren ήταν η RIG Finance (ΕΔ Σιρότκιν, παράγραφος 285), εταιρεία που σχετίζεται με την RIG Russia (δείτε παράγραφος 80 της ΕΔ Σιρότκιν) που ήταν η ιδιοκτήτρια της Leren (ΕΔ Σιρότκιν, παράγραφος 287). Για να μην πωλήσει όμως η RIG Russia την Leren στην ΙΚΜΟ με διαμεσολαβητή την RIG Finance, η συναλλαγή έγινε μέσω της Κυπριακής εταιρείας εναγόμενης 4, η οποία αγόρασε και μετά πώλησε την Leren, προφανώς για να μην φαίνεται άμεσα η πώληση από την RIG Russia (δείτε παράγραφος 287 της ΕΔ Σιρότκιν). ... υπήρξε καταδίκη 2 ατόμων αναφορικά με αυτή την δόλια συναλλαγή (παράγραφοι 51 και 52 της ΕΔ Σιρότκιν). Παρόμοιες «κυκλικές» συναλλαγές παρατηρούνται και στην πρώτη συναλλαγή υπεξαίρεσης, δηλαδή χρήματα μεταφέρονται από εταιρεία σε εταιρεία με αντάλλαγμα συνήθως γραμμάτια, προφανώς για να μην φαίνεται εύκολα η πορεία των χρημάτων (παράγραφοι 237-251 της ΕΔ Σιρότκιν.) Είναι αξιοσημείωτο ότι τα γραμμάτια παρέχονταν από εταιρείες που μόλις είχαν ιδρυθεί (δηλαδή δεν είχαν ιστορικό φερεγγυότητας) χωρίς οποιαδήποτε εξασφάλιση αλλά αφορούσαν ποσά εκατομμυρίων δολαρίων (δείτε ΕΔ Σιρότκιν, παράγραφος 241). Οι εταιρείες αυτές (οι εναγόμενες 7 και 8) σήμερα δεν έχουν υψηλό επίπεδο φερεγγυότητας και οι παροχείς εταιρικών τους υπηρεσιών παραιτήθηκαν (ΕΔ Σιρότκιν, παράγραφοι 146-147 και 150-151). Οι συναλλαγές αυτές που αφορούν δάνεια χωρίς εξασφάλιση εκατομμυρίων δολαρίων είναι ανεξήγητες με εμπορικούς όρους. Τα πρόσωπα που βρίσκονται πίσω από τις εταιρείες που συμμετείχαν στις διάφορες συναλλαγές έχουν στενές σχέσεις μεταξύ τους μέσω άλλων εταιρειών. Οι σχέσεις αυτές φαίνονται σε διάφορα σημεία της ΕΔ Σιρότκιν, και συνοψίζονται στις παραγράφους 319-392 της ΕΔ Σιρότκιν.» Στην απάτη εμπλέκονται οι ουσιαστικοί εναγόμενοι και δύο άλλα πρόσωπα, ήτοι οι κ.κ. Kotlyarenko και Nosov οι οποίοι τελούν υπό κράτηση στη Ρωσία για εγκληματικές ενέργειες που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση (ΕΔ Σιρότκιν παρ. 46, 47, 49 και 51). Η δε εταιρεία RIG Russia τελεί υπό εκκαθάριση. Στην ΕΔ Σιρότκιν γίνεται λεπτομερής αναφορά ως προς τον τρόπο εμπλοκής των δύο φυσικών προσώπων και της πιο πάνω εταιρείας και συνοψίζονται επίσης στις σελίδες 9 - 12 της αγόρευσης των συνηγόρων των αιτητών και δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω. Απλά αναφέρω ότι ο κ. Nosov ήταν ο πρώτος Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών της Κυβέρνησης της Περιφέρειας της Μόσχας το 2000 - 2008, περίοδο κατά την οποία οι αιτητές ισχυρίζονται ότι υλοποιήθηκαν τα παράνομα μοντέλα. Είχε επίσης αξιοσημείωτη συμμετοχή στις ΜΟΙΤΚ, ΜΟΙΑ και ΙΚΜΟ και στο πρόγραμμα υποθηκών. Ήταν επίσης ένας από τους τέσσερεις πραγματικούς διαχειριστές της RIG Russia που τον συνδέει άμεσα με τις συναλλαγές και την ισχυριζόμενη απάτη. Η RIG Russia υπήρξε ένα από τα πρωταρχικά εταιρικά σήματα μέσω του οποίου μεταφέρθηκαν χρήματα μακριά από την Περιφέρεια Μόσχας σε υπεράκτιες οντότητες, όπως αναφέρεται στις Τέσσερεις Συναλλαγές (παράγραφοι 233 - 303 της ΕΔ Σιρότκιν). Η εναγόμενη 1 μαζί με τα πιο πάνω δύο πρόσωπα ήταν, σύμφωνα με την ΕΔ Σιρότκιν, μια από τους τέσσερις διαχειριστές της RIG Russia και κατ' ισχυρισμό συνδέεται με την απάτη μέσω των ενεργειών της εν λόγω εταιρείας. Περαιτέρω η κα Bullock έχει συμβάλει στη δημιουργία του ομίλου εταιρειών RIG, πολλές από τις οποίες ήταν εταιρικά όργανα σε δόλια μοντέλα απάτης. Η ίδια μαζί με την RIG LLC προσφεύγει στο δικαστήριο στη Νέα Υόρκη στη δεύτερη αγωγή και δηλώνει ότι είναι ιδιοκτήτρια της RIG LLC (ΕΔ Σιρότκιν παράγραφοι 63 - 66). Η εν λόγω εταιρεία φαίνεται να είναι η πραγματική ιδιοκτήτρια της εναγόμενης 3 που έλαβε χρήματα από τη RIG Russia προκειμένου να χρηματοδοτήσει την αγορά μιας εταιρείας που διέθετε ακίνητη περιουσία στη Γαλλία, ως μέρος της Τρίτης Συναλλαγής Υπεξαίρεσης (ΕΔ Σιρότκιν παράγραφος 261). Η κα Bullock φαίνεται να ήταν διευθύνουσα σύμβουλος της RIG Inc που είχε ιδρύσει την RIG Russia (ΕΔ Σιρότκιν 57 - 61). Επίσης η εναγόμενη 1 φαίνεται να έχει στενές σχέσεις με τον κ. Kotlyarenko (ΕΔ Σιρότκιν 55 - 57 και 68 - 73). Συνδέεται επίσης σύμφωνα με τους αιτητές με τις εταιρείες που αγόρασαν ακίνητη περιουσία χρησιμοποιώντας τα υπεξαιρεμένα κεφάλαια που προσδιορίζονται στη Τρίτη κα Τέταρτη Συναλλαγή Υπεξαίρεσης (ΕΔ Σιρότκιν παράγραφοι 263 - 265, 28 και 283). Εισήγηση των αιτητών είναι ότι το εν λόγω πρόσωπο είχε προσωπικό όφελος από την απάτη. Σχετίζεται επίσης με την ΜΟΙΤΚ, ΜΟΙΑ και ΙΚΜΟ μέσω του κ. Kuznetsov ο οποίος είναι σύζυγος της. Στην ΕΔ Σιρότκιν παράγραφοι 333 - 343, δίδονται λεπτομέρειες του τρόπου που το εν λόγω πρόσωπο συνδέεται με την απάτη οι οποίες συνοψίζονται στις σελίδες 12-14 της αγόρευσης των συνηγόρων των αιτητών. Η εναγόμενη 3 διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο σύμφωνα με τους αιτητές στην τρίτη συναλλαγή υπεξαίρεσης, ήτοι έλαβε από την RIG Russian περίπου €34.000.000,00 τα οποία στη συνέχεια δάνεισε σε άλλη εταιρεία προκειμένου να αγοράσει ακίνητη περιουσία στην Γαλλία. Λεπτομερής αναφορά γίνεται στις παρ. 258-276 της ΕΔ Σιρότκιν και σύνοψη των θέσεων στις σελίδες 14-15 της αγόρευσης των συνηγόρων των αιτητών. Η εναγόμενη 4 διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην τέταρτη συναλλαγή, ήτοι σύμφωνα με τους αιτητές η RIG Finance έλαβε από την ΙΚΜΟ περίπου $42.000.000,00 τα οποία κατέβαλε στην εναγομένη 4 για να αγοράσει την LEREN, η οποία σύμφωνα με τους αιτητές δεν είχε σχεδόν καμία αξία και μέρος των χρημάτων κατέληξε μέσω της εναγομένης 4 στην αγορά μιας θαλαμηγού. Λεπτομερής αναφορά γίνεται στις παραγράφους 277-303 της ΕΔ Σιρότκιν και συνοψίζεται στις σελίδες 15-16 της αγόρευσης των συνηγόρων των αιτητών. Η εναγόμενη 5 συστάθηκε στην Κύπρο στις 9.5.2006 δηλαδή κατά τη διάρκεια της έκδοσης ομολόγων και κατά την περίοδο που πραγματοποιούνται οι παράνομες συναλλαγές μεταφοράς χρημάτων. Η σύνδεση της εν λόγω εταιρείας με την απάτη αναφέρεται στην ΕΔ Σιρότκιν, συνδέεται με την RIG Russia η οποία είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην απάτη και είχε ενεργό συμμετοχή στην πρώτη συναλλαγή υπεξαίρεσης. Διασύνδεση της με την απάτη αναφέρεται περιληπτικά στη σελίδα 16 της αγόρευσης των αιτητών. Η εναγόμενη 7, η οποία συστάθηκε στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους φαίνεται να διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πρώτη συναλλαγή, παράγραφοι 237 - 251 της ΕΔ Σιρότκιν, όπως συνοψίζεται στη σελίδα 17 της αγόρευσης των αιτητών. Η εναγόμενη 8 η οποία επίσης συστάθηκε στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους συμμετείχε στη δεύτερη συναλλαγή όπως προκύπτει από την ΕΔ Σιρότκιν, παράγραφοι 252 - 257 και συνοψίζονται στις σελίδες 17 και 18 της αγόρευσης των αιτητών. Η εναγόμενη 9 επίσης συστάθηκε στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην τέταρτη συναλλαγή υπεξαίρεσης στην ΕΔ Σιρότκιν, παράγραφοι 277 - 303 και συνοψίζονται στις σελίδες 18 και 19 της αγόρευσης των αιτητών. Οι εναγόμενοι 10-15 συνδέονται με την τρίτη συναλλαγή υπεξαίρεσης όπως αναφέρεται στην ΕΔ Σιρότκιν παράγραφοι 258 - 276 και συνοψίζεται στις σελίδες 19-20 της αγόρευσης των αιτητών. Ενστάσεις Οι καθ΄ ων η αίτηση 1, 3-5 και 7-15 (ουσιαστικοί εναγόμενοι) καταχώρισαν ένσταση στην οποία περιλαμβάνονται δεκατέσσερις συνολικά λόγοι ένστασης. Πέραν του ότι ισχυρίζονται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των διαταγμάτων, μεταξύ άλλων, αναφέρονται σε παράλειψη των αιτητών να προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, καθυστέρηση στην έγερση της υπόθεσης και παράλειψη τους να ζητήσουν άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος. Περαιτέρω αμφισβητούν το νομότυπο της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και του ενδιάμεσου διατάγματος, τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για εκδίκαση της υπόθεσης και επικαλούνται άλλα ένδικα μέσα που έκαναν χρήση οι αιτητές καθώς επίσης και σε υπάρχουσα διαδικασία στις ΗΠΑ όπου οι αιτητές έχουν προστεθεί ως εναγόμενοι. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Νίκου Κληρίδη (στο εξής καλούμενη η ΕΔ Κληρίδη) όπου αναπτύσσονται οι λόγοι ένστασης. Αναφορικά με τις ενστάσεις που καταχωρίστηκαν εκ μέρους των υπολοίπων καθ' ων η αίτηση θα ασχοληθώ στην πορεία της απόφασης μου όταν θα εξετάζω τα αιτητικά που τους αφορούν. Θα εξετάσω πρώτα τον ισχυρισμό των ουσιαστικών εναγομένων ότι οι αιτητές παρέλειψαν να προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, ανατρέπει τη βάση διατάγματος το οποίο εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Όπως εξηγήθηκε στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 557, η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται με τις εξ΄ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Ότι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι γεγονότα γνωστά στον Αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφο του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας (βλ. M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. THE TIMBERLAND CO
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Επιπλέον σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος. Περαιτέρω όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ ν. Benfleet Enterp. Ltd κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 280, στη σελ. 284 «Όμως, όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά., ανωτέρω, τα πιο πάνω δεν είναι οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες αφού το δικαστήριο τελικά έχει διακριτική ευχέρεια, παρ΄ όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που θα δικαιολογούσε την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους». Οι συνήγοροι των αιτητών εισηγούνται πως αυτός ο λόγος θα πρέπει να απορριφθεί διότι στο σώμα της ένστασης δεν εξειδικεύεται ποια ήταν τα ουσιώδη γεγονότα που οι αιτητές δεν αποκάλυψαν. Η Δ.48 Θ.4 προνοεί για την εξειδίκευση των λόγων ένστασης στο σώμα της ένστασης. Στην υπόθεση Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 92 επισημαίνεται ο επιτακτικός χαρακτήρας της εν λόγω δικονομικής διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό, στο σώμα της γραπτής ένστασης, των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιούς ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο δικαστήριο. Στην παρούσα περίπτωση οι καθ' ων η αίτηση δεν συμμορφώθηκαν με αυτή τη δικονομική διάταξη. Στο σώμα της ένστασης γίνεται γενική αναφορά σε ισχυρισμό περί μη αποκάλυψης. Στη δε ΕΔ Κληρίδη δεν συγκεκριμενοποιούνται σε ξεχωριστό κεφάλαιο τα γεγονότα που κατ' ισχυρισμό απεκρύβησαν από τους αιτητές αλλά αναφέρονται σε διαφορετικές παραγράφους με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να παρακολουθήσει κάποιος που είναι αυτά τα γεγονότα. Άλλωστε από την αγόρευση των αιτητών προκύπτει ότι αυτοί αντελήφθησαν την απόκρυψη γεγονότων σε συνάρτηση με τρία σημεία, ενώ από πλευράς καθ' ων η αίτηση στην αγόρευση τους προκύπτουν περισσότερα σημεία. Οι αιτητές δεν αποκάλυψαν την αγωγή 3423/2009 του Επαρχ. Δικαστηρίου Λεμεσού μεταξύ του εκκαθαριστή της RIG Russia και (μεταξύ άλλων) των εναγομένων 3, 10-15, 19, 23-24 στην παρούσα αγωγή. Οι αιτητές σε συμπληρωματική ένορκη της Ελένης Αποστολίδου που καταχώρησαν μετά από άδεια του Δικαστηρίου επεξηγούν ότι δεν γνώριζαν και δεν είχαν τρόπο να γνωρίζουν το γεγονός αυτό. Πέραν τούτου οι συνήγοροι των αιτητών εισηγούνται πως το γεγονός αυτό δεν είναι ουσιώδες γεγονός καθότι ουδόλως επηρεάζει τα δικαιώματα των εναγόντων στην παρούσα υπόθεση. Θεωρούν επίσης αβάσιμο τον ισχυρισμό στην ΕΔ Κληρίδη ότι η εν λόγω αγωγή είναι σχετική στη βάση ότι στα πλαίσια της εκδόθηκαν απαγορευτικά διατάγματα και άρα «θα ήταν ξεκάθαρο προς το Δικαστήριο ότι δεν θα είχε κανένα σκοπό η έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος ημερομηνίας 14 Αυγούστου 2012, δεδομένου ότι επηρέαζε περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων που είχαν ήδη παγοποιηθεί». Η θέση των αιτητών είναι ορθή. Πέραν του ότι στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δηλώνεται άγνοια για την ύπαρξη της υπόθεσης αυτής, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να υποδηλεί ότι θα μπορούσαν να έχουν γνώση του γεγονότος αυτού. Περαιτέρω δεν κρίνω ότι η ύπαρξη διατάγματος σε άλλην υπόθεση με διαφορετικούς ενάγοντες, όπου μόνο κάποιοι από τους εναγομένους είναι ταυτόσημοι με την παρούσα αγωγή περιορίζει το δικαίωμα των αιτητών (οι οποίοι δεν αποτελούν διάδικα μέρη στην άλλην αγωγή ) να επιδιώξουν τέτοιο διάταγμα. Άλλωστε οι αιτητές δεν θα μπορούσαν να ελέγξουν την πορεία της υπόθεσης εκείνης και το κατά πόσο θα έπρεπε ένα τέτοιο διάταγμα να παραμείνει σε ισχύ μέχρι την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Οι αιτητές, σύμφωνα με την παράγραφο 39 της ΕΔ Κληρίδη, δεν αποκάλυψαν «ποια βήματα, αν έγιναν, τα οποία οι ενάγοντες 2 (και μετά τις 12 Απριλίου 2012 οι ενάγοντες 1) έλαβαν για να προωθήσουν τις απαιτήσεις μέσα στις διαδικασίες πτώχευσης ...» και ότι «η παράλειψη τους αυτή ... πραγματικά πιστεύω ότι συνιστά μη αποκάλυψη ουσιώδους γεγονότος». Στην αγόρευση τους οι αιτητές εισηγούνται ότι αυτός ο ισχυρισμός δεν ευσταθεί γιατί στην ΕΔ Κληρίδη δεν αναφέρεται ποιο είναι το ουσιώδες γεγονός που δεν αποκαλύφθηκε ενώ οι ενάγοντες αποκάλυψαν με λεπτομέρεια τις προσπάθειες τους για ανάκτηση των οφειλόμενων από τις εταιρείες που έχουν τεθεί σε εκκαθάριση (παραπέμπουν στις παραγράφους 209 - 229 της ΕΔ Σιρότκιν) καθώς και στις προσπάθειες των εναγόντων να ανακτήσουν ποσά μέσα από τις διαδικασίες πτώχευσης (βλ. παρα. 211, 218-9, 222-3, 226-8 και 206-8 και 229 αναφορικά με τα οφειλόμενα ποσά). Αναφέρουν επίσης ότι αποκάλυψαν τα οφειλόμενα ποσά τόσο συνολικά όσο και επιμέρους καθώς και το τι ανακτήθηκε μέχρι στιγμής και ενδεχομένως στο μέλλον στα πλαίσια της διαδικασίας εκκαθάρισης και παραπέμπουν στις παρα. 200, 203, 206, 207-8 και 209-
  1. Εξέτασα την ισχυριζόμενη παράλειψη αποκάλυψης στην παράγραφο 39 της ΕΔ Κληρίδη και τις παραγράφους της ΕΔ Σιρότκιν στις οποίες με παρέπεμψαν οι αιτητές υπό το φως της νομολογίας που διέπει το θέμα. Θεωρώ ότι το ζήτημα αυτό εμπίπτει στις διαφορετικές προσεγγίσεις των δύο πλευρών και δεν αποτελεί απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση του διατάγματος. Στις παραγράφους 53-55 της ΕΔ Κληρίδη προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να αποκαλύψουν τις διαδικασίες εναντίον των εναγομένων 7 - 9 στα BVI που ξεκίνησαν 5 μέρες μετά την κατάθεση της αίτησης στην Κύπρο και ότι αυτό αποτελεί παράλειψη αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος. Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι (α) αβάσιμος καθότι οι ενάγοντες στη παρα. 459 της ΕΔ Σιρότκιν αποκάλυψαν ότι πιθανόν να προχωρούσαν με διαδικασίες και στα BVI και (β) παραπλανητικός διότι αφήνει να νοηθεί ότι η αγωγή στα BVI είναι ανεξάρτητη αγωγή ενώ στην πραγματικότητα είναι επικουρική της παρουσας αγωγής. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Ελένης Αποστολίδου γίνεται αναφορά στα πιο πάνω και επισυνάπτονται σ΄ αυτήν τα έγγραφα που καταχωρήθηκαν στην εν λόγω αγωγή. Εν πάση περιπτώσει η αγωγή αυτή καταχωρίστηκε μετά την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης στην οποία γίνεται αναφορά στη πρόθεση των αιτητών να προβούν στη καταχώρηση της. Συνακόλουθα δεν κρίνω ότι ο ισχυρισμός αυτός των καθ΄ ων η αίτηση ευσταθεί. Ως μέρος των ουσιωδών γεγονότων που κατά την εισήγηση των καθ΄ ων η αίτηση δεν αποκαλύφθηκαν από τους αιτητές αποτελούν και τα γεγονότα που αναφέρονται στην ΕΔ Κληρίδη παράγραφοι 27 -
  2. Σύμφωνα με την αγόρευση του κ. Δημητριάδη στις παραγράφους αυτές γίνεται ειδική αναφορά σε πρόσωπα που θεωρούνται ως ουσιαστικοί εναγόμενοι. Τα πρόσωπα αυτά είτε δεν έχουν περιληφθεί ως εναγόμενοι ή πρόκειται για πρόσωπα εκτός δικαιοδοσίας και σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο η παράλειψη να δοθούν επαρκείς εξηγήσεις γι αυτά όχι μόνο καθιστά εύλογο το ερώτημα αν η παράλειψη είναι σκόπιμη για να παραπλανήσει το Δικαστήριο στο θέμα της δικαιοδοσίας του, αλλά είναι και ουσιώδης σε σχέση με τη θεμελίωση συζητήσιμης υπόθεσης και την ύπαρξη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Έχω εξετάσει την εισήγηση των καθ΄ ων η αίτηση υπό το φως των ενόρκων δηλώσεων. Θεωρώ ότι οι παραλήψεις που αποδίδονται στους αιτητές δεν αποτελούν σκόπιμες παραλήψεις που στόχο έχουν την παραπλάνηση του Δικαστηρίου αλλά πρόκειται για διαφορετικές εκτιμήσεις των δύο πλευρών ως προς τα γεγονότα. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός στην παράγραφο 42 της ΕΔ Κληρίδη ότι οι ενάγοντες δεν έχουν δώσει οποιαδήποτε εξήγηση όσον αφορά το γιατί οι ενάγοντες δεν είχαν γίνει μέρος των ποινικών διαδικασιών που αναφέρονται στη παράγραφο 23 της ΕΔ Σιρότκιν. Αυτό αναλύεται στην αγόρευση των καθ΄ων η αίτηση (ουσιαστικών εναγομένων) ως ένα από τα ουσιώδη στοιχεία που δεν αποκαλύφθησαν. Ο τρόπος που τίθεται το θέμα στην ένορκη δήλωση δεν θεωρώ ότι καθιστά σαφές ότι πρόκειται για μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων για να δίδει την ευχέρεια στην άλλη πλευρά να τοποθετηθεί. Παρά ταύτα εξετάζοντας αυτή την εισήγηση δεν κρίνω ότι είναι ουσιώδες για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης ο λόγος που οι ενάγοντες δεν έγιναν μέρος των ποινικών διαδικασιών, άλλωστε ούτε οι καθ΄ ων η αίτηση επεξηγούν το λόγο που προβάλλουν αυτή την εισήγηση. Οι αιτητές στα πλαίσια αίτησης για προσωρινό διάταγμα έχουν υποχρέωση να αναφερθούν συνοπτικά στα γεγονότα. Στην παρούσα περίπτωση οι αιτητές προέβησαν σε μια εκτεταμένη και λεπτομερή ένορκη δήλωση επισυνάπτοντας, μάλιστα, ένα μεγάλο όγκο τεκμηρίων που όπως επεξηγούν, και είναι άλλωστε σαφές, απαιτήθηκε πολλή προσπάθεια για τη συλλογή αυτών των στοιχείων. Με αυτά τα δεδομένα και έχοντας υπόψη τη φύση των γεγονότων που κατ' ισχυρισμό δεν αποκαλύφθηκαν, όπως αναλύονται πιο πάνω, κρίνω ότι αυτός ο λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Άλλα επί μέρους θέματα Οι λόγοι 4 - 6 της ένστασης διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: «
(4)Το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.8.2012 για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας του Κλητήριου Εντάλματος και/ή της Ειδοποίησης Κλητηρίου Εντάλματος καθώς και του Ενδιάμεσου Διατάγματος ημερομηνίας 14.8.2012 έχει εκδοθεί παράτυπα και αντικανονικά και δεν συνάδει με τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας και το Νόμο.
(5)Η παράδοση των διάφορων εγγράφων, μεταξύ άλλων και του Κλητήριου Εντάλματος και/ή της Ειδοποίησης Κλητηρίου Εντάλματος και του Ενδιάμεσου Διατάγματος ημερομηνίας 14.8.2012, στους Εναγομένους δεν συνιστά κατάλληλη επίδοση.
(6)Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας έκδοσης τόσο του Ενδιάμεσου Διατάγματος ημερομηνίας 14.8.2012 όσο και του Διατάγματος για άδεια επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή της Ειδοποίησης Κλητηρίου Εντάλματος καθώς και του Ενδιάμεσου Διατάγματος εκτός δικαιοδοσίας.» Για σκοπούς της παρούσας αίτησης η εναγόμενη 1 καθώς και οι υπόλοιποι σχετικοί εναγόμενοι εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο, συνεπώς έλαβαν γνώση της παρούσας διαδικασίας. Σε ότι αφορά την εγκυρότητα του κλητηρίου εντάλματος και την επίδοση του εκτός δικαιοδοσίας, αυτό μπορεί να εξεταστεί μόνο στα πλαίσια αίτησης για παραμερισμό του και όχι ως λόγος ένστασης σε προσωρινό διάταγμα. (Βλ. S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 A.A.Δ. 762). Το ίδιο ισχύει και για την ένσταση αναφορά με τη δικαιοδοσία όπως αναλύεται στην ΕΔ Κληρίδη παράγραφοι 16 - 18 και 27 - 36. Το Δικαστήριο δε θα εξετάσει στα πλαίσια της παρούσας αίτησης θέματα forum conveniens και lis alibi pendens (σε συνάρτηση με την ύπαρξη αγωγής στις ΗΠΑ). Αυτά είναι θέματα που μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια άλλης ξεχωριστής αίτησης. Θεωρώ ότι σε αυτό το στάδιο εξετάζεται μόνο κατά πόσο το Δικαστήριο έχει εκ πρώτης όψεως δικαιοδοσία να εκδικάσει τη παρούσα υπόθεση, κάτι με το οποίο θα ασχοληθώ στην πορεία της απόφασης μου. Στο λόγο
(7)της ένστασης, οι καθ΄ ων η αίτηση (ουσιαστικοί εναγομένοι) επικαλούνται παρατυπία της αίτησης για το λόγο ότι δεν γίνεται αναφορά στο συγκεκριμένο άρθρο του νόμου επί του οποίου στηρίζεται. Η μόνη αναφορά που γίνεται στο στοιχείο αυτό στην ΕΔ Κληρίδη είναι οι παράγραφοι 47 και 48 στις οποίες αναφέρεται «..ως πραγματικό γεγονός, δεν υπάρχει καμιά αναφορά στις συγκεκριένες πρόνοιες του Κυπριακού νόμου όσον αφορά το κατά πόσο οι πράξεις αυτές είναι αγώγιμες στην Κύπρο»(παρα.47) και στη παρα. 48 αναφέρεται ότι αυτό παραβιάζει το δικαίωμα των εναγομένων για δίκαιη δίκη όπως τυγχάνει προστασίας από το Σύνταγμα (άρθρο 30 και 169) και την Ευρωπαική Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (άρθρο 6). Όπως αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση του κ. Δημητριάδη δεν υπάρχει στην αίτηση επαρκής προσδιορισμός και σαφής επίκληση των νομικών διατάξεων εκείνων που αφορούν τα επικαλούμενα αστικά αδικήματα, χωρίς αυτή η παρατυπία να καλύπτεται ούτε από το Κλητήριο Ένταλμα, το οποίο καταχωρήθηκε υπό τον τύπο Δ.2 Θ.1. Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι η παρατυπία συνιστά παραβίαση της Δ.48 Θ.1 και επίσης δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να σχηματίσει σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα για την υπόθεση στην οποία πρέπει να αποφασίσει την καλή ποιότητα της αιτίας αγωγής και τα ποσοστά επιτυχίας στα πλαίσια του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Πιο σημαντικό, συνεχίζει η εισήγηση, η παρατυπία αυτή παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των καθ΄ ων η αίτηση για δίκαιη δίκη δυνάμει του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος. Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι στη νομική βάση περιλαμβάνονται όλες οι νομοθετικές πρόνοιες του ουσιαστικού και δικαιοδοτικού καθώς και του δικονομικού πλαισίου που προσδίδει στο Δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει τα επίδικα διατάγματα. Η νομική βάση της αίτησης έχει ως ακολούθως: «...στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 Θ.Θ. 1, 4, 5, 6, 11, 12, Δ.48, Θ.Θ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 και Δ.64 Θ.Θ. 1 και 2, στα άρθρα 31, 32 και 48 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 1-10 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31(Ι)/1992, στο άρθρο 29, 29
(1), 29
(2)(β)(ζ)(η) του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66
(1)/97, στο άρθρο 22 του Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 στο άρθρο 7 του Βankers Book Evidence Act 1879, στις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας στις αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal και Bankers Trust v. Shapira και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του δικαστηρίου». Με βάση τη Δ.48 Θ.1 κάθε αίτηση θα πρέπει να περιλαμβάνει μεταξύ άλλων «the specific section of the Law or to the specific Rule of Court upon which it founded.» Στην υπόθεση Ντίνος Μιχαηλίδης ν. Χρήστου Πουργουρίδη
(2001)1 Β Α.Α.Δ 1263 αποφασίστηκε ότι "η αίτηση του εφεσίβλητου στηριζόταν στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και τη Δ.48, θθ1 και 2. Με την επίκληση τους ικανοποιήθηκε πλήρως η δικονομική επιταγή της Δ.48, θ1 για περίληψη στη νομική βάση της αίτησης τόσο του ουσιαστικού και δικαιοδοτικού όσο και του δικονομικού πλαισίου που προσέδιδε στο Δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει το επίδικο διάταγμα". Συγκεκριμένα το Δικαστήριο ανέφερε: "Ο πρώτος λόγος έφεσης που προβάλλεται είναι ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι είχε εξουσία να εκδώσει το επίδικο διάταγμα μονομερώς αφ' ης στιγμής, στη νομική βάση της αίτησης, δεν γινόταν επίκληση του άρθρου 9 του Κεφ. 6 και της Δ.48 θ.8
(1)(ss). Ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί. Η αίτηση στηριζόταν στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και τη Δ.48 θθ.1 και 2. Με την επίκλησή τους ικανοποιήθηκε πλήρως η δικονομική επιταγή της Δ.48 θ.1 για περίληψη στη νομική βάση της αίτησης τόσο του ουσιαστικού και δικαιοδοτικού όσο και του δικονομικού πλαισίου που προσέδιδε στο Δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει το επίδικο διάταγμα. Αφ' ης στιγμής, από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την αίτηση, το στοιχείο του επείγοντος ήταν σαφές, το Δικαστήριο είχε την εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα μονομερώς, και δη στηριζόμενο στο άρθρο 9 του Κεφ. 6, έστω και αν δεν γινόταν, όπως και δεν γινόταν, επίκληση του στην αίτηση." Περαιτέρω στην υπόθεση Aναφορικά με την αίτηση του Χάρη Φεσσά για την έκδοση εντάλματος certiorari
(1990)1 Α.Α.Δ. 704 το Δικαστήριο ανέφερε: "Tο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει ουσιαστικό δίκαιο και ότι η Δικονομία καθορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς. .................................... Στην υπόθεση Heli-Air v. Drescher
(1988)1 C.L.R. 234, στη σελ. 237 ειπώθηκε:- "We have come to the conclusion that section 32 is a section of substantive law and does not prescribe any procedure. The procedure to be followed in invoking its provisions has to be sought in the Civil Procedure Law and the rules made thereunder or any other law or rules prescribing procedures covering such instances." Έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της νομικής βάσης της αίτησης υπό το φως της νομολογίας που παρέθεσα πιο πάνω, κρίνω ότι αυτός ο λόγος ένστασης θα πρέπει να απορριφθεί. Στην αίτηση περιλαμβάνονται οι νομοθετικές πρόνοιες του ουσιαστικού και δικαιοδοτικού καθώς και δικονομικού πλαισίου που προσδίδει στο Δικαστήριο εξουσία να εκδώσει τα επίδικα διατάγματα. Λεπτομερής παράθεση των νομικών προνοιών επί των οποίων βασίζεται το αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι απαραίτητη. Άλλωστε στα πλαίσια τέτοιου είδους αιτήσεων δεν εξετάζεται σε λεπτομέρεια το νομικό καθεστώς της αγωγής κάτι που θα γίνει από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αγωγής. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που τίθενται για έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R.557). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή, ο δε βαθμός στον οποίο θα ικανοποιηθεί, αν και περισσότερος από απλή πιθανότητα εντούτοις, δεν ισοδυναμεί με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, αν πρέπει ή όχι να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσω την παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263, Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Consulats Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας της ύπαρξης του. Πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 Έχουν παρατεθεί πιο πάνω οι απαιτήσεις των εναγόντων όπως αναδύονται από το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Εξέτασα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις, υπό το πρίσμα των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των συνηγόρων και έχοντας κατά νου το στάδιο της διαδικασίας που ευρισκόμαστε. Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν καταλήγει σε συμπεράσματα ως προ το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης παρά μόνο διαπιστώνει κατά πόσο υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων. Οι καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες - αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην έγερση και πρώθηση της αγωγής και συνεπώς τα επίδικα διατάγματα πάσχουν. Αυτός ο λόγος ένστασης αναπτύσσεται στις παραγράφους 19 - 26 της ΕΔ Κληρίδη. «
(19)Είναι η θέση και των δυο Εναγόντων ότι τα αγώγιμα δικαιώματα έχουν εκχωρηθεί από τους Ενάγοντες 2 στους Ενάγοντες 1. Κατά συνέπεια οι Ενάγοντες 1 μόνο κάνουν την απαίτηση αυτή και οι Ενάγοντες 2 απλώς «.είναι μέρος εις την παρούσα διαφορά σύμφωνα με την υποχρέωση τους να βοηθήσουν.»
(20)Κατά συνέπεια και όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Εναγόντων και πραγματικά πιστεύω οι απαιτήσεις κάτω από το Κλητήριο Ένταλμα γίνονται μόνο από τους Ενάγοντες 1.
(21)Έτσι ως θέμα λογικής, εάν οι Ενάγοντες 1 δεν έχουν αποδείξει ότι έχουν το αγώγιμο δικαίωμα να κάνουν αυτές τις απαιτήσεις τότε το απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει να παραμεριστεί και η Αίτησης να απορριφθεί.
(22)Διαβάζοντας το Τεκμήριο 3 της ΕΔ Σίροτκιν, με το τίτλο Επιπρόσθετη Συμφωνία αρ. 1 στη Συμφωνία αρ. 1 για την Εκχώρηση των Δικαιωμάτων Απαίτησης της 12 Απριλίου 2010 και με ημερομηνία Μόσχα 16 Ιουλίου 2012, παρατηρώ την προσθήκη στο άρθρο 1.1 της Συμφωνίας η οποία διαβάζει ως ακολούθως: "Together with the assignment of the Rights of Claim the Assignor shall assign to the Assignee in full all other rights (claims) related to the Rights of Claim of whatever nature (including without limitation claims for fraud, conspiracy, tort, unjust enrichment, and equitable claims)" σε ελεύθερη μετάφραση: «Μαζί με την εκχώρηση των Δικαιωμάτων Απαίτησης ο εκδοχέας θα εκχωρήσει στον Αποδέκτη εις ολόκληρον όλα τα δικαιώματα (απαιτήσεις) σχετικά με τα δικαιώματα απαίτησης οποιουδήποτε είδους (περιλαμβανομένου χωρίς επηρεασμό Απαιτήσεις για απάτη, συνομωσία, αστικό αδίκημα, αθέμιτο πλουτισμό και απαιτήσεις σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας.)
(23)Έτσι κάποιος μπορεί λογικά να συμπεράνει ότι αν δεν γινόταν η προαναφερόμενη προσθήκη, η εκχώρηση των δικαιωμάτων που αναφέρονται σε αυτή και δίδουν τη βάση για τη νομιμοποίηση των Εναγόντων 1, δεν θα μπορούσε να γίνει η αγωγή.
(24)Όπως φαίνεται στην προαναφερόμενη επιπρόσθετη συμφωνία δεν υπάρχει αντιπαροχή και όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Εναγομένων και πραγματικά πιστεύω εάν αυτό διέπετο από τον Κυπριακό Νόμο θα ήτο άκυρο.
(25)Βεβαίως αναφέρεται στην προαναφερόμενη συμφωνία (Άρθρο 7.2) ότι διέπεται και ερμηνεύεται σύμφωνα με τους νόμους της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
(26)Δεν υπάρχει όμως οποιαδήποτε μαρτυρία για το Ρωσικό νόμο για το θέμα αυτό, πράγμα το οποίο συνιστά παράλειψη εκ μέρους των Εναγόντων, οι οποίοι φέρουν το βάρος αποδείξεως και όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Εναγομένων και πραγματικά πιστεύω εάν θεωρείτο ότι ο Κυπριακός νόμος δεν ήτο διαφορετικός από τον Ρωσικό, τότε η εν λόγω επιπρόσθετη συμφωνία είναι άκυρη και έτσι οι Ενάγοντες 1 δεν νομιμοποιούνται στην έγερση της αγωγής αυτής..» Στην αγόρευση τους οι αιτητές δεν αποδέχονται ότι δεν υπήρχε αντιπαροχή, εισηγούνται όμως ότι η έλλειψη αντιπαροχής δεν επηρεάζει τις υποχρεώσεις των ουσιαστικών εναγομένων. Η εγκυρότητα ή μη μίας συμφωνίας, αναφέρουν, αφορά τα συμβεβλημένα μέρη και όχι οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αναφέρουν, τόσο η πρώτη συμφωνία όσο και η δεύτερη τροποποιητική συμφωνία αποτελούν ανάθεση και όχι συμφωνία για να γίνει ανάθεση σε μεταγενέστερο χρόνο και συνεπακόλουθα δεν χρειάζονται αντιπαροχή εν πάση περιπτώσει. Οι αιτητές παραπέμπουν στο Τεκ. 2 στη ΕΔ Σιρότκιν όπου τα μέρη έχουν συμφωνήσει αντιπαροχή, τονίζοντας ότι το Τεκ. 3 είναι απλά τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας που στόχο είχε τη τροποποίηση μίας ασάφειας. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τους ενάγοντες, η αγωγή εγείρεται και από τους δύο ενάγοντες και συνεπώς ο λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts που με παρέπεμψαν οι αιτητές στην παράγραφο 19.027 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Consideration needed for agreements to assign. The extent to which consideration is required for an equitable assignment is one of some difficulty. It should first be observed that the question can only arise as between an assignor (or his successor in tile) and assignee. So far as the debtor is concerned, the presence or absence of consideration appears immaterial. He cannot refuse to pay the assignee merely on the ground that there was no consideration for the assignment, and, conversely, if he does pay the assignee after due notice has been given to him , it seems clear that the assignor cannot make him pay again.» Περαιτέρω στην ίδια παράγραφο αναφέρεται «As between the assignor and the assignee the position broadly appears to be that consideration is required for an agreement to assign a chose in action, but is not required for an actual assignment of a chose in action.» Eνώ στη παράγραφο 19.028 αναφέρεται «On the other hand sums which are certain to become payable in the future under an existing contract or other legal obligation are not treated for this purpose as future choses in action, but as existing choses in action. So for instance, a loan repayable at a fixed future date, or rent payable in the future under an existing lease, is an existing chose in action, and is capable of actual assignment without consideration.» Στο στάδιο αυτό δεν πρόκειται να προβώ σε εις βάθος ανάλυση της νομικής πτυχής του θέματος, ούτε θα ερμηνέυσω τη συμφωνία μεταξύ των εναγόντων 1 και
  1. Σε μία εκ πρώτης όψεως εκτίμηση του θέματος με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές και με βάση τη συμφωνία εκχώρησης Τεκ. 2 και την τροποποιητική συμφωνία Τεκ. 3, χωρίς βέβαια να προβαίνω σε τελικά ευρήματα δεν μπορώ να καταλήξω ότι οι ενάγοντες δε νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή. Άλλωστε η αγωγή εγείρεται και από τους δύο ενάγοντες. Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων 1 - 15 αποζημιώσεις ύψους ΗΠΑ $ 20.967.324 ως αναφέρεται στην αρχή της απόφασης μου. Αποτελεί θέση των καθ΄ ων η αίτηση πως δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα καθότι πρωταρχικά δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία που να συνδέει άμεσα τους εναγόμενους με τα επικαλούμενα αδικήματα. Η όποια σχέση των εναγόντων με τους εναγομένους, αναφέρεται στην αγόρευση του κ. Δημητριάδη, είναι τόσο απομακρυσμένη που μάλιστα, στην απουσία των εκδοτών-πραγματικών εναγομένων δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει αγώγιμο δικαίωμα έναντι αυτών και συζητήσιμη υπόθεση. Τα επικαλούμενα αστικά αδικήματα, αναφέρεται, έγιναν από φυσικά ή νομικά πρόσωπα δυο ή τρεις φορές απομακρυσμένα από τους εν λόγω εναγόμενους στην Ρωσία. Περαιτέρω οι καθ' ων η αίτηση εισηγούνται πως τα ισχυριζόμενα αστικά αδικήματα έχουν διαπραχθεί στη Ρωσία, δεν έχει παρουσιαστεί επαρκής μαρτυρία ότι στρέφονται εναντίον προσώπου ή περιουσίας εντός του εδάφους της Δημοκρατίας, ούτε κατά πόσο αυτά συνιστούν αδίκημα κατά το ρωσικό νόμο. Δεν γίνεται επίσης ανάλυση πως αυτά συνιστούν αστικό αδίκημα κατά το κυπριακό δίκαιο και περαιτέρω σημειώνεται ότι η πλειοψηφία των καθ' ων η αίτηση διαμένουν εκτός Κύπρου. Επομένως, σύμφωνα με την εισήγηση, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την καθ' ύλην και τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Όπως ανέφερα πιο πάνω στην απόφαση, το Δικαστήριο δε προτίθεται να εξετάσει στα πλαίσια της παρούσας αίτησης θέματα που άπτονται δικαιοδοσίας με τον τρόπο που τίθεται το θέμα από τους καθ΄ ων η αίτηση, παρά μόνο κατά πόσο εκ πρώτης όψεως υπάρχει δικαιοδοσία, στα πλαίσια εξέτασης των πρώτων δύο προϋποθέσεων του άρθρου
  2. Η ύπαρξη Κυπρίων εναγομένων μεταξύ των ουσιαστικών εναγομένων είναι αρκετή σ' αυτό το στάδιο για να καταδείξει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως δικαιοδοσίας. Το γεγονός ότι εκκρεμεί ενώπιον των Δικαστηρίων των ΗΠΑ αγωγή εκ μέρους της εναγομένης 1 στην οποία προστέθηκαν ως εναγόμενοι οι ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση σε στάδιο όμως μεταγενέστερο της καταχώρισης της αίτησης δεν θεωρώ ότι εκ πρώτης όψεως μπορεί να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην παρούσα αίτηση. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προκύπτουν από την ΕΔ Σιρότκιν και επεξηγούνται στην αγόρευση των αιτητών είναι ότι το όλο σχέδιο των ουσιαστικών εναγομένων ξεκίνησε πριν την εισροή κεφαλαίων στις ΜΟΙΑ και ΜΟΙΤΚ. Χρησιμοποιώντας δηλαδή ψευδείς παραστάσεις για δήθεν ένα στεγαστικό πρόγραμμα οι επενδυτές έφεραν κεφάλαια στις ΜΟΙΑ και ΜΟΙΤΚ και ο στόχος των προσώπων που συνομώτησαν ήταν να υπεξαιρέσουν αυτά τα χρήματα που θα επένδυαν οι επενδυτές ομολόγων. Αποτελεί ισχυρισμό των αιτητών, όπως προκύπτει από την εν λόγω ένορκη δήλωση ότι το Πρόγραμμα Στεγαστικών Δανείων αποτελούσε κρίκο της απάτης και πως η υπεξαίρεση των χρημάτων συνέβαινε ταυτόχρονα και παράλληλα με την επένδυση χρημάτων από τους ομολογιούχους. Στόχος των εναγομένων, όπως επεξηγείται στην μαρτυρία, ήταν εξ αρχής να καταχραστούν τα χρήματα των επενδυτών στα ομόλογα, συνεπώς αποτελεί θέση των εναγόντων ότι ως επενδυτές που παρασύρθηκαν και επένδυσαν στα ομόλογα από τις ψευδείς παραστάσεις ότι αυτά δήθεν θα επενδύονταν στο Πρόγραμμα Στεγαστικών Δανείων, έχουν δικαίωμα να κινήσουν αγωγή. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προκύπτουν από την ΕΔ Σιρότκιν είναι πολύπλοκα. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο τα εξετάζει στην όψη τους μόνο. Εν πάση περιπτώσει, δεν προβάλλεται οποιαδήποτε αμφισβήτηση των γεγονότων αυτών. Αυτό που ουσιαστικά αμφισβητείται είναι η εμπλοκή των διαφόρων εναγομένων και η δυνατότητα των εναγόντων να αξιώνουν από τους ουσιαστικούς εναγόμενους ενώπιον Κυπριακού Δικαστηρίου τις θεραπείες. Είναι γεγονός ότι οι επενδυτές ομολόγων δεν διεκδικούν εναντίον των εκδοτών των χρεογράφων ή των εγγυητών τους. Βέβαια αποτελεί κοινή θέση ότι αυτοί έχουν πτωχεύσει. Από δε τη μαρτυρία που προσήχθη από τους αιτητές προκύπτει ότι τα ποσά που λήφθηκαν από του εκδότες των ομολόγων έχουν διοχετευθεί με διάφορους τρόπους σε τρίτα πρόσωπα και πως η συνομωσία έλαβε χώρα από την αρχή, συνεπώς σε αυτή τη βάση δεν θα μπορούσα να καταλήξω σε εύρημα ότι δεν υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ των εναγόντων και των ουσιαστικών εναγομένων ούτε ότι η απουσία των εκδοτών των χρεογράφων από τους διαδίκους της υπόθεσης έχει καταλυτική σημασία. Επεξηγούνται με σαφήνεια στην αγόρευση των αιτητών η νομική βάση των αξιώσεων τους στην αγωγή. Βέβαια τα θέματα αυτά θα εξεταστούν σε λεπτομέρεια κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Άλλωστε τα γεγονότα είναι τόσο περίπλοκα και οι ισχυριζόμενες πράξεις έλαβαν χώρα σε διαφορετικά κράτη που δεν θα ήταν εφικτό να προβώ σε εξέταση τους σε αυτό το στάδιο. Επιγραμματικά μόνο θα αναφερθώ στις αδικοπραξίας που ισχυρίζονται οι αιτητές ότι διαπράχθηκαν ως ακολούθως: Σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε από τους αιτητές η υπεξαίρεση των χρημάτων συνέβαινε ταυτόχρονα και παράλληλα με την επένδυση χρημάτων από τους κατόχους ομολόγων η οποία γινόταν από το 2005 μέχρι το 2007 και πως το πρόγραμμα στεγαστικών δανείων ήταν μολυσμένο και καταδικασμένο σε αποτυχία εξ αρχής λόγω του ότι αποτελούσε κρίκο της απάτης. Ενδεικτικά οι συνήγοροι με παρέπεμψαν στα ακόλουθα σημεία. «Η υπεξαίρεση των χρημάτων συνέβαινε ταυτόχρονα και παράλληλα με την επένδυση χρημάτων από τους ομολογιούχους. Οι επενδύσεις έγιναν από τις από τις 21/12/2005 μέχρι 15/06/2007 (ΕΔ Σιρότκιν παράγραφοι 172, 178, 182, 192, και 196) περίοδο κατά την οποία λάμβαναν χώρα και οι παράνομες συναλλαγές υπεξαίρεσης (ΕΔ Σιρότκιν παράγραφοι 237 - 303). Αυτό οδηγεί στο εύλογο συμπέρασμα ότι οι συνωμότες είχαν σχεδιάσει να υπεξαιρέσουν ακριβώς αυτά τα κεφάλαια (ΕΔ Σιρότκιν, παράγραφος 309). Παρόλο που οι ενάγουσες δεν έχουν ακόμα ανακατασκευάσει το μωσαϊκό όλης της απάτης, είναι εμφανές ότι οι αυτό ακολούθησε ένα σχετικά σταθερό τρόπο υπεξαίρεσης: τα χρήματα που αντλούνταν από τα ομόλογα μεταφέρονταν από την ΜΟΙΑ και την ΜΟΙΤΚ μετά την άντληση των κεφαλαίων από τους ομολογιούχους σε τρίτες εταιρείες, κυρίως στην ΙΚΜΟ και RIG Russia, και μετά σε υπεράκτιους προορισμούς: δείτε για παράδειγμα ΕΔ Σιρότκιν, παράγραφοι 8, 9, 10, 184 -191, 237, 238, 239, 240, 252, 261, 277, 310, και
  3. Να σημειωθεί εδώ ότι η ΙΚΜΟ πριν από την έκδοση των ομολόγων, δεν είχε ουσιαστικό εισόδημα (ΕΔ Σιρότκιν, παράγραφος 33). Υπήρχε άμεση εμπλοκή στην έκδοση των ομολόγων προσώπων που συνεργάστηκαν με τους συνωμότες για την υπεξαίρεση των χρημάτων. Ο κ. Νόσοβ είχε διευθυντικούς ρόλους στην ΜΟΙΑ και ΜΟΙΤΚ και ρόλο στην ΙΚΜΟ κατά τις περιόδους που εκδίδονταν τα ομόλογα (ΕΔ Σιρότκιν παράγραφος 320) ενώ ενέκρινε τα ενημερωτικά δελτία (ΕΔ Σιρότκιν, παράγραφοι 173, 180 και 182). Η RIG Finance ήταν η οργανώτρια και ανάδοχος, παρόλο που δεν είχε την απαραίτητη πείρα (ΕΔ Σιρότκιν παράγραφοι 174 - 176). Η RIG Russia, η εταιρεία που ελεγχόταν από την κα Bullock, τον κ. Kuznetsov, τον κ. Νόσοβ και τον κ. Κοτλιαρένκο (ΕΔ Σιρότκιν παράγραφοι 68- 73) ήταν ο πρωταρχικός υπεργολάβος για το Πρόγραμμα Στεγαστικών Δανείων (ΕΔ Σιρότκιν, παράγραφος 10). Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, αυτές οι εταιρείες τελικώς πτώχευσαν, με στοιχεία ότι έγιναν συναλλαγές σε μη εμπορικούς όρους που προκάλεσαν την εκούσια πτώχευση των εταιρειών.» Εν όψει των πιο πάνω εφόσον ο στόχος των εναγομένων ήταν από την αρχή να καταχραστούν τα χρήματα όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες και ήδη παρασύρθηκαν και επένδυσαν τα χρήματα εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον δεν μπορώ να καταλήξω ότι οποιαδήποτε απαίτηση τους θα πρέπει να διοχετευθεί μέσω του εκκαθαριστή. Οι αιτητές επίσης βασίζονται σε συνομωσία για πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα (unlawful means conspiracy) η οποία, δεν αναφέρεται μεν ρητά στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148 όμως αποτελεί, όπως ορθά αναφέρεται από τους συνηγόρους των αιτητών, αδικοπραξία που έχει ενσωματωθεί στο Κυπριακό Δίκαιο βάσει της απόφασης στην Paikkos v. Contemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50 και αναγνωρίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Χριστοφόρου ν. Barclays Bank Plc
(2009)1 Α.Α.Δ.
  1. Με στόχο την επίτευξη των κατ' ισχυρισμό παράνομων σκοπών των εναγομένων έγιναν, σύμφωνα με τους αιτητές μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα (παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την αγόρευση των αιτητών): "Διάπραξη ποινικών αδικημάτων: για παράδειγμα έχουν ήδη καταδικαστεί δύο πρόσωπα για την ανάμιξη τους στην Τέταρτη Συναλλαγή Υπεξαίρεσης (ΕΔ Σιρότκιν, παράγραφοι 51 και 52) ενώ οι εκκαθαριστές εταιρειών που συμμετείχαν στην απάτη έχουν βρει στοιχεία για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της εκούσιας εκκαθάρισης: δείτε παράγραφοι 24, 25, 37, και 83 της ΕΔ Σιρότκιν. Παράλληλα, η κα. Bullock βρίσκεται υπό διερεύνηση από την αστυνομία για την διάπραξη ποινικών αδικημάτων αναφορικά με την παρούσα υπόθεση (παράγραφος 43 της ΕΔ Σιρότκιν). Διάπραξη απάτης: για παράδειγμα στην Τέταρτη Συναλλαγή Υπεξαίρεσης πλαστογραφήθηκαν υπογραφές και συμφωνίες (δείτε π.χ. ΕΔ Σιρότκιν, παράγραφοι 288 και 295), ενώ τα ενημερωτικά δελτία για τα ομόλογα (που κυκλοφόρησαν με την έγκριση του κ. Νόσοβ - δείτε παράγραφοι 48, 173, 180 και 182 της ΕΔ Σιρότκιν) περιείχαν ψευδείς παραστάσεις ότι τα χρήματα θα χρησιμοποιούνταν για την ανάπτυξη του Προγράμματος Στεγαστικού Δανείου, ενώ είχαν αρχίσει ήδη να διοχετεύονται σε προορισμούς στο εξωτερικό. Λόγω της στενής σχέσης του με την απάτη, όπως την περιγράψαμε ανωτέρω, είναι λογικό συμπέρασμα ότι ο κ. Νόσοβ γνώριζε πολύ καλά ότι τα χρήματα ουδέποτε θα χρησιμοποιούνταν για την προώθηση του Προγράμματος Στεγαστικών Δανείων και άρα εν γνώσει του παραπλανούσε τους επενδυτές στα ομόλογα. Οι ενάγουσες συνεπώς επένδυσαν στα ομόλογα συνεπεία ψευδών παραστάσεων και απάτης. Απάτη και ψευδείς παραστάσεις επίσης διαπράχθηκαν κατά την εκτίμηση της Leren από τους δήθεν ανεξάρτητους εκτιμητές οι οποίοι στην πραγματικότητα ελέγχονταν από την RIG Russia (ΕΔ Σιρότκιν, παράγραφος 286) και εκτίμησαν την Leren 14 φορές περισσότερο από την αξία της. Διάπραξη παράβασης συμβατικών υποχρεώσεων: για να πετύχει η απάτη πολλά από τα εταιρικά οχήματα που συμμετείχαν στην απάτη δεν εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις -δάνεια, γραμμάτια και ομόλογα έμειναν απλήρωτα, αφού φυσιολογικά τα χρήματα είχαν διοχετευθεί προς όφελος των συνωμοτών σε υπεράκτιους προορισμούς. Έτσι, για παράδειγμα η RIG Finance ουδέποτε επέστρεψε τα χρήματα που πήρε από την ΙΚΜΟ στα πλαίσια της Τέταρτης Συναλλαγής Υπεξαίρεσης (δείτε ΕΔ Σιρότκιν, παράγραφοι 299 - 303) παραβιάζοντας τις υποχρεώσεις της. Αυτό είναι αναμενόμενο βεβαίως, διότι ακριβώς αυτά τα χρήματα ήταν που διοχετεύτηκαν στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Η ΙΚΜΟ επίσης παρέβηκε τις υποχρεώσεις της μη αποπληρώνοντας τα δάνεια που έλαβε από την ΜΟΙΑ (ΕΔ Σιρότκιν, παράγραφοι 186 - 186) αφού η ΙΚΜΟ κήρυξε πτώχευση (ΕΔ Σιρότκιν, παράγραφοι 35 - 37). Τέλος, βεβαίως, υπενθυμίζουμε ότι παραβιάστηκαν και οι υποχρεώσεις της ΜΟΙΑ και ΜΟΙΤΚ προς του ομολογιούχους (ΕΔ Σιρότκιν, παράγραφοι 209 - 229). Επίσης οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη 1, ως ένας από τους πρωταρχικούς συνωμότες, διέπραξε εις βάρος τους την αδικοπραξία της πρόκλησης παράβασης σύμβασης. Ως προς τις νομικές αρχές που διέπουν αυτή την αδικοπραξία οι συνήγοροι των αιτητών παρέπεμψαν το Δικαστήριο στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα 2003, Τόμος 1, σελ. 109 -
  2. Η υπεξαίρεση των χρημάτων, σύμφωνα με την εισήγηση, προκάλεσε την πτώχευση των ΜΟΙΑ και ΜΟΙΤΚ με αποτέλεσμα αυτές να αδυνατούν να αποπληρώσουν τα χρέη τους προς τις ενάγουσες και να παραβούν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις βάσει των ομολόγων. Περαιτέρω αναφέρεται ότι στην παρούσα περίπτωση η εναγόμενη 1 πρέπει να γνώριζε ότι συνεπεία των δόλιων ενεργειών της ίδιας και των υπόλοιπων συνομωτών, οι ομολογιούχοι θα ζήμιωναν λόγω ανικανότητας των ΜΟΙΑ και ΜΟΙΤΚ να αντλήσουν κεφάλαια για αποπληρωμή των υποχρεώσεων τους βάσει των ομολόγων, ενώ οι υπόλοιποι εναγόμενοι φέρουν ευθύνη ως συνεργοί, αναφέρεται στην εισήγηση των εναγόντων. Στην ΕΔ Σιρότκιν δίδονται επαρκείς λεπτομέρειες ως προς τη σχέση του καθενός από τους ουσιαστικούς εναγόμενους με την ισχυριζόμενη απάτη. Σημειώνεται ότι από τους ουσιαστικούς εναγόμενους οι εναγόμενοι 3, 4 και 5 εδρεύουν στην Κύπρο. Το ίδιο και ο εναγόμενος 6 εναντίον του οποίου όμως η αγωγή έχει αποσυρθεί. Συνοψίζονται δε με επάρκεια και στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων των αιτητών στις σελ. 9 - 20 και δε θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω. Δεν θεωρώ δε με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου σε αυτό το στάδιο ότι η σχέση των εναγόντων με τους εναγομένους είναι τόσο απομακρυσμένη, ώστε να επηρεάσει την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Οι δε αδικοπραξίες που επικαλούνται οι ενάγοντες είναι γνωστές στο Κυπριακό Δίκαιο και συνεπώς, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, είναι δυνατό να τύχουν εκδίκασης σε Κυπριακό Δικαστήριο. Θεωρώ ότι με βάση όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, αποκαλύπτονται σοβαρές ενδείξεις διάπραξης αδικοπραξιών σε βάρος των εναγόντων και δη απάτης. Οι λεπτομέρειες που δίδονται ως προς ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι ουσιαστικοί εναγόμενοι με στόχο την καταδολίευση καθώς και οι λεπτομέρειες που δίδονται για τα σχέδια συναλλαγών που στόχο είχαν τη μεταφορά χρημάτων προς όφελος των συνωμοτών και των συνεργατών τους στοιχειοθετούν την έννοια σοβαρών ενδείξεων δικαιωμάτων ως η νομολογία ορίζει. Σε ό,τι αφορά το εφαρμοστέο δίκαιο οι καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι οι αιτητές δεν προσκόμισαν μαρτυρία του Ρωσικού δικαίου ο οποίος είναι εφαρμοστέος για τις ισχυριζόμενες αιτίες αγωγής. Βέβαια όπως ορθά επισημαίνεται στη γραπτή αγόρευση των αιτητών ο λόγος αυτός δεν προβάλλεται πουθενά στην ένσταση. Οι συνήγοροι των αιτητών εισηγούνται στην αγόρευση τους ότι δεν είναι καθαρό από τώρα ποιό είναι το εφαρμοστέο δίκαιο και καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία για το αλλοδαπό δίκαιο. Συνεπώς έχοντας υπόψη το ενδιάμεσο στάδιο που βρισκόμαστε θα πρέπει να εφαρμοστεί το τεκμήριο ότι το αλλοδαπό δίκαιο είναι το ίδιο με το κυπριακό. Το θέμα αυτό εγείρεται με γενικότητα στην ΕΔ Κληρίδη χωρίς βέβαια να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο Ρωσικό δίκαιο. Η παρούσα αγωγή αφορά διάφορες ισχυριζόμενες αδικοπραξίες π.χ. απάτη, συνομωσία, πρόκληση παράβασης σύμβασης κ.λ.π. οι οποίες κατ΄ ισχυρισμόν έλαβαν χώρα σε διάφορα κράτη. Συνακόλουθα θα ήταν δύσκολο να καθοριστεί σε αυτό το στάδιο το εφαρμοστέο δίκαιο. Είναι επίσης ορθό ότι στην απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στο ξένο δίκαιο και μέχρι να δοθεί μαρτυρία προς απόδειξη του αντιθέτου ο ξένος νόμος τεκμαίρεται ότι είναι ο ίδιος με τον κυπριακό (βλ. Georgiades v. Kaminaras
(1958)23 C.L.R. 276, Vlachos v. Dorothea
(1980)1 C.L.R. 113, Standard Fruit Company v. Gold Seal Shipping
(1997)1 Α.Α.Δ σελ. 489, Williams and Glyn's Bank v. Του Πλοίου Μαρία
(1992)1 C.L.R. 309). Οι καθ΄ ων η αίτηση δεν έχουν προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία για το Ρωσικό δίκαιο και πως αυτό διαφοροποιείται από το κυπριακό ως προς τις αδικοπραξίες έτσι ώστε να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα ο ισχυρισμός αυτός. Εν όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32. Σε συνάρτηση με τη τρίτη προυπόθεση του άρθρου 32, από τις ενέργειες των ουσιαστικών εναγομένων όπως προκύπτουν από την ΕΔ Σιρότκιν είναι προφανές ότι οι εναγόμενοι έχουν την ικανότητα να μεταφέρουν χρήματα και περιουσιακά στοιχεία από μια δικαιοδοσία σε άλλη συνεπώς καταδεικνύεται η ανάγκη έκδοσης διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων. Σημειώνεται ότι το εκδοθέν διάταγμα αποτελεί παγκόσμιο διάταγμα παγοποίησης. Στο σύγγραμμα Goldrein, Pre-emptive Remedies: Commercial Injunctions (Looseleaf, παράγραφος Α2-174), που με παρέπεμψαν οι συνήγοροι των αιτητών, αναφέρεται ότι " .if there is dishonesty or suspicion of dishonesty, that will be an important ground on which mareva relief can be granted". Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Seamark Consultancy v. Lasala
(2007)1 Α.Α.Δ. 162 αναγνώρισε ότι τα Κυπριακά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδίδουν παγκόσμια διατάγματα παγοποίησης: «Στην Κύπρο η εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, περιλαμβανομένων και των διαταγμάτων τύπου Mareva διέπεται από το άρθρο 32
(1)του Ν 14/60 του οποίου η εμβέλεια είναι πολύ ευρεία δεδομένου ότι, στα δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, παρέχεται η εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σ' όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Βέβαια στο άρθρο 32 υπάρχει πρόνοια ότι τέτοια διατάγματα δεν εκδίδονται εκτός αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία και ότι εκτός αν εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση BP Holdings Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 τονίστηκε ότι τα δικαστήρια της Κύπρου λειτουργούν με βάση την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν 14/60. Σε σχέση με την αλλαγή που επήλθε στην Αγγλική νομολογία το 1975, με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων τύπου Mareva, το Εφετείο στην προαναφερόμενη υπόθεση παρατήρησε ότι το άρθρο 45 του Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act του 1925, στο οποίο βασίστηκαν οι Αγγλικές αποφάσεις Nippon Ysen Kaisha v. Karagiorghis
(1975)3 All E.R. 282 και Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulk Carriers S.A.
(1975)2 Lloyd´s Rep. 509, είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 37
(1)του δικού μας παλαιού περί Δικαστηρίων Νόμου 40/53 και με το άρθρο 32 του ισχύοντος Νόμου 14/
  1. Είναι πρόδηλο πως τα Αγγλικά δικαστήρια έκριναν τότε ότι θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν τις ραγδαίες εξελίξεις στην τεχνολογία, ειδικότερα στον τομέα της επικοινωνίας, καθώς βέβαια και τις σύγχρονες μεταβολές στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων. Λέχθηκε στην υπόθεση Κιταλίδης (ανωτέρω) ότι σήμερα μπορεί να γίνουν δοσοληψίες σε όλα τα μέρη της γης μέσα σε λίγα λεπτά μέσω του συστήματος τηλεμηνυμάτων. Χρήματα μπορεί να μεταφερθούν από τον ένα λογαριασμό σε άλλο και από τη μια χώρα στην άλλη σε λίγα δευτερόλεπτα. Η απαίτηση των σύγχρονων ρυθμών ζωής οδήγησαν τα Δικαστήρια στη σκέψη πως θα έπρεπε να αναδιαπλάσουν το πλαίσιο της εξουσίας τους για να παρέχεται σ΄ αυτά η δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς. Είναι προφανές λοιπόν ότι, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν 14/60 με το οποίο παρέχεται ευρύτατη εξουσία στα Δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα, και με βάση τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Κιταλίδη (ανωτέρω) περί αναδιάπλασης του πλαισίου της εξουσίας των δικαστηρίων ώστε τα παρεμπίπτοντα διατάγματα που εκδίδονται να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς αλλά και τα όσα παρατηρήθηκαν, γενικά, σε σχέση με τις σύγχρονες μεταβολές στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων, παρείχετο έρεισμα στο πρωτόδικο δικαστήριο να εκδώσει, στην προκείμενη περίπτωση, παρεμπίπτοντα διατάγματα που να δεσμεύουν και περιουσιακά στοιχεία των εφεσειόντων, εκτός δικαιοδοσίας.» Υποβλήθηκε από τον κ. Δημητριάδη στην αγόρευση του ότι το διάταγμα που εκδόθηκε πάσχει καθότι οι καθ΄ ων η αίτηση δεν έχουν περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο, επόμένως πρόκειται για διάταγμα που αφορά περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας και εκδίδεται κατά προσώπων πλείστα των οποίων βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας. Σημείωσε ο ευπαίδευτος συνήγορος ότι στην υπόθεση Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «ο λόγος για τον οποίο το Αγγλικό Εφετείο έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία να εκδώσει διάταγμα τύπου Mareva, με παγκόσμια ισχύ, ήταν ότι το διάταγμα αυτό λειτουργεί in personam και επομένως, σε περίπτωση παρακοής του, κυρώσεις μπορούν να επιβληθούν στο πρόσωπο που παρακούει το διάταγμα και βρίσκεται εντός δικαιοδοσίας» και διερωτήθηκε πως μπορεί η επέκταση αυτή να δικαιολογηθεί στην παρούσα περίπτωση όπου πλείστα τα πρόσωπα έναντι των οποίων εκδόθηκε το διάταγμα είναι επίσης εκτός δικαιοδοσίας. Είναι γεγονός ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία η εναγόμενη 1 δεν είναι κάτοικος Κύπρου, όμως η ισχυριζόμενη απάτη που διεπράχθη με θύματα τους ενάγοντες εμπλέκει και την ίδια μαζί με τους υπόλοιπους εναγόμενους που ευρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας, συνεπώς, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον αποτελεί αναγκαίο διάδικο στην παρούσα αγωγή Το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπους εναγομένους που εδρεύουν εκτός Κύπρου. Είναι σημαντικό να σημειωθεί η διεθνής φύση των συναλλαγών, η ικανότητα των εναγομένων να διακινούν περιουσιακά στοιχεία σε διάφορες δικαιοδοσίες και επίσης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν γνωρίζουν πού βρίσκεται η πλειοψηφία των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων. Στην υπόθεση Derby & Co Ltd and others v. Weldon and Others (Nos. 3 and 4) [1988] 1 Ch. 65 το Court of Appeal αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι παρόλο που ένα διάταγμα τύπου Mareva θα πρέπει συνήθως να εφαρμόζεται σε περιουσιακά στοιχεία εντός της δικαιοδοσίας, σε κατάλληλες περιπτώσεις το δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει διάταγμα για περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας και η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων εντός της δικαιοδοσίας δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για την έκδοση του διατάγματος. Υπό το φως των πιο πάνω, θεωρώ ότι το γεγονός ότι η εναγομένη 1 καθώς και άλλοι ουσιαστικοί εναγόμενοι ευρίσκονται στο εξωτερικό και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι έχουν περιουσιακά στοιχεία εντός της δικαιοδοσίας, δεν εμποδίζει την έκδοση διατάγματος τύπου Mareva. Οι καθ΄ων η αίτηση με τον δεύτερο λόγο ένστασης αναφέρουν «ότι οι ενάγοντες-αιτητές δεν προσήλθαν στο δικαστήριο με καθαρά χέρια και έχουν αδικαιολόγητα αφήσει να παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τα γεγονότα που επικαλούνται κατά τρόπο που εμποδίζονται από του να τα εγείρουν τόσο καθυστερημένα». Αποτελεί θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι οι αιτητές, από όσα περιγράφονται στην ΕΔ Σιρότκιν, τα γεγονότα που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν τα επικαλούμενα αδικήματα χρονολογούνται από το
  2. Συνεπώς οι ενάγοντες έχουν αδικαιολόγητα αφήσει να παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα, τέτοιο που θα μπορούσε δυνάμει του νέου Κυπριακού νόμου περί παραγραφής να θεωρηθεί ως παραγεγραμμένο, ενώ δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία ότι δεν έχει παραγραφεί δυνάμει του Ρωσικού νόμου. Καμία δε ουσιατική εξήγηση δεν έχει δοθεί γι' αυτή την καθυστέρηση. Στην αγόρευση των συνηγόρων των αιτητών όπου αναλύεται αυτό το θέμα αναφέρεται ότι σε περίπτωση που τα ισχυριζόμενα αγώγιμα δικαιώματα που επικαλούνται εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Κεφ. 148 η περίοδος παραγραφής ξεκινά από την ημερομηνία που οι ενάγοντες ανακάλυψαν το δόλο ή θα τον αποκάλυπταν αν ασκούσαν εύλογη επιμέλεια, που στη παρούσα περίπτωση με βάση τα γεγονόταν ήταν ο Ιούλιος του
  3. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση με βάση τον περί Παραγραφής Νόμο 66(Ι)/2012 η περίοδος παραγραφής δεν εκπνέει πριν την 1.7.
  4. Γίνεται επίσης αναφορά στις ενέργειες που προέβησαν οι ενάγοντες για συλλογή στοιχείων καθώς και στο ότι η καθυστέρηση, με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν συνεπάγεται και το παραμερισμό του διατάγματος. Εξέτασα τις εισηγήσεις των δύο πλευρών υπό το πρίσμα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Από την ΕΔ Σιρότκιν προκύπτει ότι οι ενάγοντες αρχικά δεν γνώριζαν τους λόγους για τους οποίους η ΜΟΙΑ και ΜΟΙΤΚ αδυνατούσαν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Όμως τον Ιούλιο του 2010 με την έκθεση του εκκαθαριστή της ΜΟΙΤΚ, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 233 - 235 της ΕΔ Σιρότκιν οι ενάγοντες έμαθαν για πρώτη φορά ότι η ανικανότητα τους να πληρώσουν του κατόχους ομολόγων οφειλόταν σε μία σειρά από συναλλαγές στις οποίες τα κεφάλαια που αντλούνταν μέσα από την έκδοση ομολόγων είχαν υπεξαιρεθεί με δόλιο τρόπο. Ακολούθως οι ενάγοντες προσπάθησαν να ανακατασκευάσουν το μωσαϊκό των περιστάσεων που οδήγησαν στην απάτη. Όπως προκύπτει από την ΕΔ Σιρότκιν η προσπάθεια αυτή ήταν δύσκολη και μέχρι σήμερα δεν έχουν πλήρως συμπληρώσει το πάζλ καθότι φαίνεται να χρησιμοποιήθηκαν διάφορες εταιρείες σε διάφορες χώρες. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη την πολυπλοκότητα των συναλλαγών και τον ισχυρισμό των αιτητών ότι καθυστέρησαν να αντιληφθούν ότι η μη αποπληρωμή των αξιογράφων δεν οφειλόταν σε οποιουσδήποτε εξωγενείς παράγοντες, όπως π.χ. η χρηματοπιστωτική κρίση που κρίνεται εύλογο υπό τις περιστάσεις και παράλληλα λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των ισχυρισμών που προβάλλονται θεωρώ ότι έχει επεξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώρησης της παρούσας αίτησης. Τόσο σύμφωνα με τον περί Παραγραφής Νόμο 66(Ι)/2012 όσο και με βάση τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον δεν φαίνεται να έχουν παραγραφεί τα αγώγιμα δικαιώματα των εναγόντων. Η καθυστέρηση αποτελεί ένα παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το ισοζύγιο της ευχέρειας (βλ. Bacardi & Co Limited v. Vinco
(1996)1 Α.Α.Δ. 788. Στην υπόθεση Parico Aluminium v. Muskita
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 το Δικαστήριο κατέληξε ότι η «έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες». Σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου η ισχυριζόμενη απάτη συνίσταται από πολύπλοκες πράξεις που έγιναν σε διάφορες χώρες με αποτέλεσμα οι διαδικασίες να είναι χρονοβόρες. Παρά ταύτα τέθηκε ικανοποιητική μαρτυρία για την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως απάτης με πολλούς συνομώτες. Ο δε τρόπος δράσης των εμπλεκομένων στην απάτη υποδηλεί την ικανότητα τους να μετακινούν και να εκποιούν περιουσιακά στοιχεία σε διάφορες δικαιοδοσίες με αποτέλεσμα να είναι αναγκαία η έκδοση των διαταγμάτων. Λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι οι καθ΄ ων η αίτηση στην ένσταση πουθενά δεν αναφέρουν ότι επηρεάστηκαν δυσμενώς από την εν λόγω καθυστέρηση. Εν όψει των πιο πάνω καταλήγω ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για παραμονή του διατάγματος
(1)σε ισχύ. Δεν προβάλλεται οποιαδήποτε ουσιαστική βλάβη στους καθ' ων η αίτηση από την έκδοση του εν λόγω διατάγματος και με βάση όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της διατήρησης του status quo προς διατήρηση των δεδομένων που υπείρχαν αμέσως προ της έγερσης της αγωγής. Αιτητικό
(2)εναντίον ουσιαστικών εναγομένων Το αιτητικό 2 ζητείται προς υποβοήθηση του διατάγματος τύπου Mareva. Σχετική ανάλυση γίνεται στο Goldrein, Pre-emptive Remedies: Commercial Injunctions (Looseleaf, παράγραφος Α2-277, 281 και 283) που με παρέπεμψαν οι αιτητές όπου αναφέρεται ότι τα διατάγματα αυτά εκδίδονται για να μπορεί να ελέγχει το δικαστήριο κατά πόσο οι εναγόμενοι υπακούουν στο διάταγμα Mareva και επίσης σε περίπτωση που τα περιουσιακά στοιχεία είναι υπερβολικά να γίνει αίτηση για να περιοριστεί το διάταγμα μόνο σε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία. Στην υπόθεση Motorola Credit Corp v. Uzan [2002] 2 All E.R. (Comm) 945 αναφέρονται τα εξής σε συνάρτηση με υπόθεση διεθνούς απάτης: «[29] In my view, in the light of the above citation from Steyn LJ the attack that David Steel J misdirected himself is unfounded. Furthermore, I do not think that this is a case in which we should interfere with the exercise of the discretion. The factors that weight with me are these. First, although it is an invasion of privacy to force any party to disclose assets, a freezing order in normal circumstances simply cannot be effective without that disclosure. Once one has the situation which did exist in this case, which was that on 13 June it was accepted that the freezing order should continue, then prima facie David Steel J is right in saying that a disclosure provision would be the normal provision so that freezing order can be properly policed and be effective.» Σχετική επίσης είναι και η υπόθεση Lasala v. Λουκούργου Κυπριανού (Ε.Δ. Λευκωσίας, Αρ. Αγωγής 5581/05, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην οποία αναφερθήκαν τα ακόλουθα: «Είναι γνωστό, ιδιαίτερα σε θέματα τύπου mareva, και ιδιαίτερα σε υποθέσεις που εμπλέκονται πολλοί παράγοντες αλλά και μεσάζοντες για τη διοχέτευση και αποξένωση περιουσιακών στοιχείων δεν είναι καθόλου εύκολη και αν δεν αναγκαστεί ο εναγόμενος να δώσει ο ίδιος λεπτομέρειες λογαριασμών, τρόπου απόκτησης περιουσίας κλπ δεν είναι δυνατόν έστω και αν ο ενάγων κερδίσει την υπόθεση του να επιτευχθεί ουσιαστικά δικαιοσύνη στο τέλος της ημέρας. Τα στοιχεία που καλείται ο εναγόμενος να αποκαλύψει είναι στα πλαίσια βοήθειας που οφείλει να δώσει προς τη δικαιοσύνη ώστε να αποκαλυφθεί η αλήθεια, έστω και δυνατόν να θεωρηθεί ιδιαίτερα δυσχερές να το πράξει.» Στη παρούσα περίπτωση το αιτητικό
(2)είναι καθαρά υποβοηθητικό του διατάγματος Mareva που έχει εκδοθεί. Λαμβανομένης υπόψη της φύσης του διατάγματος αυτού δεν θεωρώ ότι θα έπρεπε να περιλαμβάνεται στη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος. Η φύση της υπόθεσης όπου, σύμφωνα με τη μαρτυρία, έχουν διακινηθεί περιουσιακά στοιχεία σε διάφορες δικαιοδοσίες και εμπλεκονται διάφορα πρόσωπα και νομικές οντότητες που εδρεύουν σε διαφορετικές χώρες καθιστούν αναγκαία την έκδοση διατάγματος ως το αιτητικό
(2)έτσι ώστε το διάταγμα παγοποίησης περιουσίας να καταστεί αποτελεσματικό και να επιτευχθεί ουσιαστική δικαιοσύνη, έστω και αν δυνατό να θεωρθεί δυσχερές για τους καθ΄ ων η αίτηση. Αιτητητικά 3 - 6 Τα αιτητικά 3 - 6 αφορούν τους μη ουσιαστικούς εναγομένους εναντίον των οποίων ζητούνται διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal. Σημειώνεται ότι το αιτητικό 4 έχει αποσυρθεί και δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Οι εναγόμενοι αυτοί σχετίζονται με τους ουσιαστικούς εναγόμενους με τον τρόπο που προσδιορίζεται με λεπτομέρεια στην ΕΔ Σιρότκιν. Με βάση το συμπέρασμα μου για την ύπαρξη των προϋποθέσεων όσον αφορά τους ουσιαστικούς εναγομένους και την εκ πρώτης όψεως στοιχειοθέτηση αδικοπραξιών εις βάρος των εναγόντων, εκείνο που παραμένει να κριθεί είναι η σχετικότητα των υπολοίπων εναγομένων με πράξεις ή έγγραφα που αφορούν τις αδικοπραξίες και τους ουσιαστικούς εναγομένους, έστω με βάση την αθώα εμπλοκή τους στην υπόθεση. Οι ενάγοντες έχουν καταδείξει ότι υπάρχουν ακόμα στοιχεία των αδικοπραξιών και των συνεπειών τους που ελλείπουν και τα οποία ενδεχόμενα να ευρίσκονται στην κατοχή των λοιπών εναγομένων. Θεωρώ όμως σκόπιμο να εξετάσω το κάθε αιτητικό χωριστά σε συνάρτηση με τους εναγόμενους που τους αφορούν. Αιτητικό 3 Το αιτητικό 3 αποτελεί διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal και στρέφεται εναντίον των εναγομένων 16 - 19 και 23 - 27. Οι εναγόμενοι αυτοί παρέχουν εταιρικές υπηρεσίες στη Κύπρο. Οι εναγόμενοι 16 - 19 και 23 - 27 καταχώρισαν κοινή ένσταση στην οποία περιλαμβάνονταν και λόγοι ένστασης που αφορούσαν τον εναγόμενο 6, εναντίον του οποίου όμως η αγωγή αποσύρθηκε. Από τους λόγους ένστασης είναι εμφανές ότι αυτοί που αφορούν τους εναγόμενους 16 - 19 και 23 - 27 είναι οι λόγοι ένστασης
(6)και
(7)οι οποίοι αναφέρουν τα ακόλουθα: «
(6)Τυχόν έκδοση των διαταγμάτων αποκάλυψης που επιζητούνται εναντίον των Εναγομένων 16- 19 και 23 - 27 θα οδηγήσουν σε παραβίαση του εμπιστευτικού καθήκοντος (duty of confidence) το οποίο εμποδίζει τους εν λόγω Εναγόμενους να αποκαλύψουν πληροφορίες που περιήλθαν εις γνώση τους κατά την εκπλήρωση των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων σε σχέση με πρώην πελάτες τους.
(7)Τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης εναντίον των Εναγομένων 16 - 19 και 23 - 27 είναι καταπιεστικά καθότι μ' αυτά ζητούνται πληροφορίες τις οποίες οι Εναγόμενοι 16 - 19 και 23 - 27 δεν έχουν στην κατοχή τους σήμερα.» Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του Χαράλαμπου Παπά. Τα γεγονότα που είναι σχετικά με τα υπό εξέταση διατάγματα εναντίον των εναγομένων 16 - 19 και 23 - 27 συνοψίζονται ως ακολούθως: Οι Εναγόμενες 16 και 17 είναι εταιρείες που έχουν ως κύρια δραστηριότητα την προσφορά εταιρικών υπηρεσιών (Corporate services), υπηρεσιών αντιπρόσωπου διευθυντή (nominee director services) υπηρεσιών αντιπροσώπου μετόχου (nominee shareholder services) και υπηρεσιών καταπιστευματοδόχου (trustee services) στους πελάτες τους. Για να είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν τους πελάτες τους οι Εναγόμενες 16 και 17 διευθετούν εκ μέρους τους τη σύσταση εταιρειών σε διάφορες δικαιοδοσίες συμπεριλαμβανομένης και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Εναγόμενος 19 είναι διευθυντής των Εναγομένων 16 και
  1. Η Εναγόμενη 18 προσφέρει παρόμοιες υπηρεσίες με τις Εναγόμενες 16 και
  2. Αποκλειστικός μέτοχος της Εναγομένης 18 είναι η Cyproman Holdings Ltd η οποία είναι κάτοχος του 49.90% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης
  3. Οι Εναγόμενες 23 - 27 εργοδοτούνται από την Εναγόμενη
  4. Είναι στα πλαίσια εξυπηρέτησης πελατών της Εναγομένης 16 που οι Εναγόμενοι 16 -19 και 23 - 27 έχουν εμπλακεί στην εταιρική δομή των Εναγομένων 3, 4, 5 είτε υπό την ιδιότητα του αντιπρόσωπου διευθυντή είτε υπό την ιδιότητα του αντιπρόσωπου μετόχου ανάλογα με την περίπτωση. Σε σχέση με την Εναγομένη 3 τα μητρώα του εφόρου εταιρειών δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα όπως επεξηγείται στις παραγράφους 14 και 15 της ένορκης δήλωσης του κ. Παπά και στο Τεκμήριο 2 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση και πως οι εναγόμενοι 23, 24 και 19 έπαψαν να έχουν σχέση με την εναγόμενη 3 από τις 17.7.
  5. Κατά την ίδια χρονική περίοδο τερματίστηκε και η συνεργασία της εναγομένης 16 με τους τελικούς δικαιούχους των εναγομένων 4 - 5 γι αυτό έγιναν οι αλλαγές στη νομική τους δομή που αναφέρονται στις παραγράφους 90 και 134 - 136 της ΕΔ Σιρότκιν. Περαιτέρω η Εναγόμενη 16 είχε διευθετήσει εκ μέρους πελατών της την ίδρυση των Εναγομένων 7 έως 9 και προσέφερε σε αυτές διάφορες υπηρεσίες. Οι Εναγόμενοι 16-19 και 23 - 27 δεν είχαν καμία άμεση ανάμιξη σε σχέση με την ίδρυση ή την διαχείριση των Εναγομένων 10 -
  6. Όλες οι ενέργειες στις οποίες προέβηκαν οι Εναγόμενοι 16 - 19 και 23 -27 σε σχέση με τις Εναγόμενες 3-5 και 7-9 έγιναν κατόπιν εντολών των πελατών της Εναγομένης
  7. Στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων των εν λόγω εναγομένων αναλύονται οι θέσεις τους και αναπτύσσονται οι λόγοι ένστασης και καταληκτικά αναφέρουν ότι οι εναγόμενοι 16 - 19 και 23 - 27 δεν μπορούν νομίμως να αποκαλύψουν οτιδήποτε σε σχέση με τους πρώην πελάτες τους, εκτός εάν αυτοί συγκατατεθούν ή κατόπιν διατάγματος δικαστηρίου. Περαιτέρω εισηγούνται ότι σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα πρέπει αυτό και εξειδικεύει ότι η αποκάλυψη θα αφορά έγγραφα και πληροφορίες σχετικές με την υπόθεση που βρίσκονται στην κατοχή των εναγομένων διαφορετικά δε θα μπορούν να συμμορφωθούν γιατί το αρχείο που διατηρούν περιέχει περιορισμένες πληροφορίες και έγγραφα. Επίσης, σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος ζητούν τα έξοδα ετοιμασίας των εγγράφων και τα δικηγορικά έξοδα. Στην υπόθεση Avila Management Services v. Stepanek Πολ. Έφ. 54/2012 ημερ. 27.6.2012 εξετάστηκε η δικαιοδοσία των Κυπριακών δικαστηρίων να εκδίδουν τέτοιου είδους διατάγματα καθώς και οι προϋποθέσεις έκδοσης τους. Αντί άλλης αναφοράς παραπέμπω σε σχετικά αποσπάσματα από την εν λόγω απόφαση: «Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσόμενων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εμπίπτουν σ΄ αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου. Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan
(1871)L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal-ανωτέρω-, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd
(1997)1 WLR 1309. Σ΄ αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela
(1994)Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
  5. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ΄ ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  6. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Αναφορικά με το πρώτο κριτήριο έχω ήδη αναφερθεί πιο πάνω στην απόφαση μου και δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω. Όπως επεξηγείται στις παραγράφους 409-412 και 418 - 430 της ΕΔ Σιρότκιν οι εναγόμενοι 16 - 19 και 23 - 27 είχαν εμπλακεί, έστω άθελα τους, στη διαχείρηση εταιρειών που χρησιμοποιήθηκαν στη διάπραξη της απάτης. Άλλωστε δεν υπάρχει άρνηση του ισχυρισμού αυτού. Σε ό, τι αφορά τις πληροφορίες που κατέχουν, αυτές έχουν δημιουργηθεί και αρχειοθετηθεί στα πλαίσια των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων. Είναι ορθή η θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι τέτοιου είδους πληροφορίες είναι εμπιστευτικές, όμως σε περιπτώσεις όπως την παρούσα όπου εξετάζεται μία απάτη με περίπλοκες συναλλαγές σε διαφορετικές δικαιοδοσίες και με εμπλοκή πολλών προσώπων και εταιρικών οντοτήτων, όπου εξακολουθούν να υπάρχουν άγνωστα κομμάτια του παζλ, το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτεί όπως υποχωρήσει η εμπιστευτικότητα για χάρη εξειχνύασης της υπόθεσης. Τέτοιου είδους διατάγματα όπως αναφέρεται στην υπόθεση Avila Management (πιο πάνω) «ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε, ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela
(1994)Q.B. 366).» Η θεραπεία η οποία επιζητείται με την έκδοση διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal είναι ιδιαίτερα σημαντική σε περιπτώσεις που αφορούν απάτη και δόλο. Στην υπόθεση Re Bernard Eli Madolf Investment Securities LLC
(2009)EWHC 422 (CH.) το Δικαστήριο τόνισε ότι είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος όπως οι πολύπλοκες υποθέσεις απάτης και δόλου να εκτίθενται σε πλήρη έρευνα. Είναι επίσης εμφανές από τα γεγονότα της υπόθεσης ότι στόχος της αποκάλυψης των πληροφοριών, οι οποίες σημειώνεται ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι μπορούν να ληφθούν από οποιαδήποτε άλλη πηγή, είναι για να μπορέσουν οι ενάγοντες να εντοπίσουν όλους τους εμπλεκόμενους στην απάτη και να ανακτήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία που έχουν υπεξαιρεθεί. Άλλωστε δεν υπάρχει αμφισβήτηση αυτής της θέσης. Περαιτέρω ενώ γίνεται αναφορά στην ένσταση ότι δεν έχουν στην κατοχή τους σήμερα τις αιτούμενες πληροφορίες στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται αναφορά σε περιορισμένες πληροφορίες και έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους. Συνεπώς έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι πληρούνται τόσο οι προϋποθέσεις που τίθενται για έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων όπως διατυπώθηκε στην υπόθεση Mitsui (πιο πάνω) όσο και οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, όπως εξηγήθηκε ανωτέρω. Σε συνάρτηση με την τρίτη προϋπόθεση παρατηρώ ότι στην ένσταση δεν έχει προσδιοριστεί επαρκώς συγκεκριμένη βλάβη και στα πλαίσια αυτά κρίνω υπάρχουσα την τρίτη προϋπόθεση, καθώς και την προσφορότητα της έκδοσης του διατάγματος ως προς το ωφέλιμο έκδοσης διατάγματος αποκάλυψης σε υπόθεση ισχυριζόμενης απάτης αυτής της φύσης και έκτασης. Σε ό,τι αφορά την θέση των εναγομένων για εξειδίκευση του διατάγματος σε έγγραφα και πληροφορίες που ευρίσκονται στην κατοχή τους σήμερα, θεωρώ ότι η θέση υπό τις περιστάσεις είναι ορθή. Παρά το ότι εννοείται σε όλα τα διατάγματα τέτοιου τύπου ότι η υποχρέωση του προσώπου εναντίον του οποίου εκδίδεται τέτοιο διάταγμα περιορίζεται σε έγγραφα που ευρίσκονται στην κατοχή του σήμερα, στην προκειμένη περίπτωση έχοντας υπόψη τους ισχυρισμούς των καθ' ων η αίτηση ως προς τον ισχυριζόμενο τερματισμό της συνεργασίας τους με τους εναγομένους ως ανωτέρω αναφέρεται, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί το διάταγμα του αιτητικού
(3)με την ακόλουθη επιφύλαξη στο τέλος: «Νοείται ότι η υποχρέωση των εναγομένων 16 - 19 και 23 - 27 περιορίζεται σε έγγραφα και πληροφορίες σχετικά με τα πιο πάνω θέματα που ευρίσκονται στη κατοχή τους σήμερα.» Αιτητικό 5 Το εν λόγω αιτητικό στρέφεται εναντίον του εναγομένου 28 και αφορά διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal. Είναι του ίδιου τύπου διάταγμα όπως αυτό που επιζητείται με το αιτητικό 3 με μικροδιαφορές ως προς τις πληροφορίες που ζητούνται. Η εμπλοκή του εν λόγω εναγομένου υποστηρίζεται από τις παραγράφους 278 και 431 - 435 της ΕΔ Σιρότκιν. Και σε αυτή τη περίπτωση η αίτηση στρέφεται εναντίον προσώπου που παρουσιάζεται ως διευθυντής εταιρείας που ιδρύθηκε στις Βρεττανικές Παρθένες Νήσους και σχετίζεται με την Τέταρτη Συναλλαγή υπεξαίρεσης, με την ιδιότητα του παροχέα υπηρεσιών, δηλαδή πρόκειται για αθώο μεσολαβητή. Ο καθ΄ ου η αίτηση - εναγόμενος 28 στηρίζει την ένσταση του στους ακόλουθους τρεις λόγους: «1. Με την έκδοση των διαταγμάτων αποκάλυψης εναντίον του Εναγομένου 28 θα οδηγήσει σε παραβίαση του καθήκοντος εμπιστευτικότητας το οποίο εμποδίζει τον Εναγόμενο 28 να προβεί σε αποκάλυψη πληροφοριών που περιήλθαν εις γνώσιν του κατά την εκπλήρωση των επαγγελματικών του υποχρεώσεων. 2. Τα αιτούμενα διατάγματα συνιστούν στην ουσία αποκάλυψη εκτεταμένων και/ή αόριστων πληροφοριών εμπιστευτικής φύσεως ως επίσης και κατά παράβαση των περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμών. 3. Τα αιτούμενα διατάγματα εναντίον του Εναγομένου 28 είναι καταπιεστικά καθότι ζητούνται πληροφορίες τις οποίες ο Εναγόμενος 28 δεν έχει στην κατοχή του σήμερα.» Στην ένορκη δήλωση του ιδίου που υποστηρίζει την ένσταση ο οποίος είναι δικηγόρος αναφέρεται στους λόγους που δεν είναι σε θέση να προβεί στην αιτούμενη αποκάλυψη ως ακολούθως: «(
  1. i)Δεν είμαι σε θέση να αποκαλύψω οιαδήποτε πληροφορία και/ή έγγραφο καθότι κάτι τέτοιο θα παραβίαζε το καθήκον εμπιστευτικότητας το οποίο εξακολουθεί να δεσμεύει εμένα προσωπικά και/ή νομικά πρόσωπα και/ή υπαλλήλους του δικηγορικού μου γραφείου, οι οποίοι ανεξαρτήτως της δικής μου υποχρέωσης για εμπιστευτικότητα δυνατόν να υπέχουν ίδια υποχρέωση εμπιστευτικότητας, η οποία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να τους δεσμεύει, εκτός εάν διαταχθώ από το Δικαστήριο να πράξω τούτο. (
  2. ii)Ο βαθμός αοριστίας και/ή γενικότητας που ζητούνται τα υπό ένσταση διατάγματα δεν επιτρέπουν, ακόμη και σε περίπτωση έκδοσης τους, την συμμόρφωση με την διαταγή του Δικαστηρίου. (iii) Ένεκα της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ίδρυση της εναγομένης 9 εταιρείας δεν έχουμε πλήρες αρχείο. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα δεν θα είμαι σε θέση να συμμορφωθώ προς αυτά.» Στη γραπτή τους αγόρευση οι συνήγοροι του εναγομένου 28 αναπτύσσουν τους λόγους ένστασης. Έχω εξετάσει το θέμα της παραβίασης του καθήκοντος εμπιστευτικότητας συνάρτηση με το αιτητικό 3 και επαναλαμβάνω τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω. Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν προκύπτει οποιαδήποτε άλλη σχέση με την υπόθεση από αυτή του παροχέα υπηρεσιών στην εναγόμενη 9. Αναφορικά με την έκταση της αιτούμενης αποκάλυψης η θέση των αιτητών ότι ισχύει και εδώ ότι αναφέρθηκε στην υπόθεση Avila Management (πιο πάνω) είναι ορθή. Πρόκειται για συγκεκριμένα, λεπτομερή και εκτεταμένα διατάγματα, κάτι όμως που είναι επιτρεπτό υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Άλλωστε με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης οι ενάγοντες δεν γνωρίζουν περισσότερες λεπτομέρειες. Επίσης δεν θεωρώ ότι θα μπορούσε να εφαρμοστούν εδώ οι αρχές που διέπουν την έκδοση κλήσης duces decum όπως εισηγήθηκαν οι συνήγοροι του εναγομένου 28. Τέτοιου είδους κλήσεις γίνονται όπου τα έγγραφα είναι γνωστά και απλά βρίσκονται στη κατοχή τρίτου προσώπου και ζητείται η κατάθεση τους με στόχο να χρησιμοποιηθούν ως μαρτυρία. Εδώ δεν πρόκειται για τέτοια περίπτωση. Ισχύουν και στην παρούσα περίπτωση οι διαπιστώσεις που έγιναν σε συνάρτηση με το αιτητικό 3. Σε ό,τι αφορά τους φόβους του εναγόμενου 28 ότι με το αιτητικό αυτό ζητούνται πληροφορίες τις οποίες δεν έχει στην κατοχή του σήμερα, είναι αυτονόητο ότι καλείται να παρουσιάσει πληροφορίες και έγγραφα που έχει στη κατοχή του σήμερα. Ως προς την πλήρωση των προϋποθέσεων υιοθετώ την ίδια προσέγγιση και τις παρατηρήσεις μου που αναφέρονται τόσο στο προοίμιο της εξέτασης των αιτητικών που αφορούν διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal, όσο και κατά την εξέταση του αιτητικού 3. Αιτητικό 6 Με το εν λόγω αιτητικό ζητείται η έκδοση διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal εναντίον δυο τραπεζών οι οποίες καταχώρισαν ξεχωριστές ενστάσεις. Προτού τις εξετάσω αναφέρω ότι στις παραγράφους 436 - 441 της ΕΔ Σιρότκιν γίνεται η σχετική αναφορά περί εμπλοκής της Cyprus Popular Bank και στις παραγράφους 442-447 η εμπλοκή της Hellenic Bank. Και στις δύο περιπτώσεις οι τράπεζες έχουν καταστεί εναγόμενοι με δύο διαφορετικές ιδιότητες, ήτοι αυτή του αθώου μεσολαβητή και του πιθανού κατόχου περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στους ουσιαστικούς εναγόμενους. Τα στοιχεία που ζητούνται από την κάθε μια από τις δύο τράπεζες θα επιτρέψουν, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του ΕΔ Σιρότκιν παραγράφους 441 και 447, στους ενάγοντες να προσδιορίσουν εάν άλλα πρόσωπα, πέραν των ουσιαστικών εναγομένων είχαν εμπλακεί στην απάτη, την ταυτότητα τους και το ρόλο των προσώπων αυτών. Επίσης θα μπορούν να εντοπίσουν περισσότερα στοιχεία σχετικά με τις μεθόδους και τα μοντέλα που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά των χρημάτων πέραν του προβλεπομένου σκοπού τους στο Πρόγραμμα Υποθηκών, έτσι ώστε η απάτη να μπορεί να διερευνηθεί περαιτέρω και να ανακαλύψουν πιθανά μέρη όπου υπάρχουν τα περιουσιακά στοιχεία των ουσιαστικών εναγομένων και/ή χρήματα που έχουν υπεξαιρεθεί. Η Cyprus Popular Bank (εναγόμενη 29) εγείρει πέντε λόγους ένστασης όπου οι πρώτοι τρεις αφορούν την παραβίαση του τραπεζικού απορρήτου και οι υπόλοιποι τρεις στο ότι το διάταγμα πρέπει να περιοριστεί σε έγγραφα που η τράπεζα έχει στη κατοχή της. Η ένσταση της Hellenic Bank (εναγόμενη 30) βασίζεται σε 16 λόγους οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως: Η τράπεζα δεσμεύεται από τις πρόνοιες του άρθρου 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, στο ότι η αίτηση είναι πρόωρη εναντίον των εναγομένων 30, ότι δεν είναι η μόνη πρακτική πηγή πληροφόρησης, οι κατ' ισχυρισμό αδικοπραγούντες βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και στοιχεία δύνανται να ληφθούν από αυτούς, δεν υπάρχει εμπλοκή των εναγομένων 30 στις συναλλαγές οι οποίες διευκόλυναν τους αδικοπραγούντες, οι ενάγοντες είναι γνώστες του γεγονότος ότι οποιοδήποτε προϊόν χρημάτων λήφθηκε από την ισχυριζόμενη απάτη δεν φαίνεται να είναι πλέον στην Κύπρο, υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης και το διάταγμα είναι γενικό. Το άρθρο 29 του Ν.66
(1)/1997 προνοεί τα ακόλουθα: «29
(1)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε σύμβουλο, τον πρώτο εκτελεστικό διευθυντή, διευθυντή, λειτουργό, υπάλληλο ή εκπρόσωπο τράπεζας και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο έχει με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία τράπεζας, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή χρησιμοποιεί προς ίδιο όφελος οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη της τράπεζας, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική του σχέση με την τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζεται, είτε μετά τον τερματισμό της.
(2)Το εδάφιο
(1)δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου - (α) Ο πελάτης ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποί του παρέχει ή παρέχουν τη γραπτή συγκατάθεσή τους για το σκοπό αυτό ή (β) ο πελάτης έχει κηρυχτεί σε πτώχευση ή αν ο πελάτης είναι εταιρεία, ή εταιρεία ευρίσκεται υπό διάλυση ή (γ) έχει εγερθεί δικαστική διαδικασία μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη ή του εγγυητή του αναφορικά με το λογαριασμό του πελάτη ή (δ) οι πληροφορίες παρέχονται στην αστυνομία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή σε δημόσιο λειτουργό που είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από το σχετικό Νόμο να λάβει τις πληροφορίες αυτές ή σε δικαστήριο κατά τη δίωξη ή εκδίκαση ποινικού αδικήματος δυνάμει του σχετικού Νόμου ή (ε) έχει επιδοθεί στην τράπεζα δικαστικό διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων που βρίσκονται σε πίστη λογαριασμού πελάτη ή (στ) οι πληροφορίες απαιτούνται από συνάδελφο που εργοδοτείται από την ίδια τράπεζα ή τη μητρική της εταιρεία ή θυγατρική εταιρεία της τράπεζας ή της μητρικής της εταιρείας ή εγκεκριμένο ελεγκτή ή νομικό σύμβολο της τράπεζας, για την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή (ζ) οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών αναφορικά ή σε σχέση με καλόπιστη (bona fide) εμπορική πράξη ή μέλλουσα εμπορική πράξη εφόσον οι πληροφορίες που απαιτούνται είναι γενικής φύσης και σε καμιά περίπτωση δε σχετίζονται με στοιχεία λογαριασμού συγκεκριμένου πελάτη ή (η) η παροχή των πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημόσιου συμφέροντος ή για λόγους προστασίας των συμφερόντων της τράπεζας». Όπως προκύπτει από την πιο πάνω νομοθετική διάταξη το δημόσιο συμφέρον υπερτερεί της εμπιστευτικής σχέσης τραπεζίτη - πελάτη. Σχετική με το θέμα είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση I.B.L v. Planet
(1990)J.L.R 294 : "The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacal case. The Court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interest of justice.". Η εναγόμενη 29 τράπεζα σύμφωνα με την ΕΔ Σιρότκιν πιθανόν να διαθέτει σημαντικά στοιχεία σχετικά με τον τελικό δικαιούχο συγκεκριμένου τραπεζικού λογαριασμού ο οποίος πιστεύεται πως χρησιμοποιήθηκε στην τέταρτη συναλλαγή και η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στόχο έχει την αποκάλυψη στοιχείων έτσι ώστε να προσδιοριστεί κατά πόσο υπάρχουν και άλλα πρόσωπα πέραν των ουσιαστικών εναγομένων που έχουν εμπλακεί στην απάτη και να εντοπίσουν περισσότερα στοιχεία για τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά χρημάτων καθώς και πιθανά μέρη όπου υπάρχουν τα περιουσιακά στοιχεία των ουσιαστικών εναγομένων και τα χρήματα που έχουν υπεξαιρεθεί. Σε ό,τι αφορά την εισήγηση και των δύο τραπεζών ότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος αυτό θα πρέπει να περιοριστεί σε έγγραφα που οι δύο τράπεζες έχουν στην κατοχή τους, είναι πιστεύω αυτονόητο ότι αυτό που απαιτείται είναι η παραχώρηση πληροφοριών που βρίσκονται στην κατοχή της τράπεζας. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της εναγομένης 30 ότι εκείνο το οποίο επιζητούν οι ενάγοντες είναι μαρτυρία για την απόδειξη των ισχυρισμών τους ή επιβεβαίωση των ισχυρισμών τους κάτι για το οποίο δεν αναφύεται δικαιοδοσία για την έκδοση διατάγματος Norwich Pharmacal σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Avila Management (πιο πάνω): "Κατά παρόμοιο τρόπο, η Δ.32 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών που επικαλούνται οι εφεσείοντες ως δίδοντας δικονομική διέξοδο στην παρουσίαση μάρτυρα και την προσκόμιση μαρτυρίας, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. Ορθά οι εφεσίβλητοι παραπέμπουν στα όσα σχετικά με την εμβέλεια της Δ.32, αποφασίστηκαν στην Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Αλωνεύτη
(2002)1 Α.Α.Α. 1863, από την Πλήρη Ολομέλεια, ότι σκοπός της κλήτευσης μάρτυρα κάτω από τη Δ.32 είναι η παρουσίαση αποδεκτής μαρτυρίας και όχι η εκμαίευση της στα πλαίσια του αντιπαραθετικού συστήματος, όπου δεν παρέχεται η δυνατότητα κλήσης μάρτυρα εκ μέρους του ενός των διαδίκων για να καταθέσει εναντίον του άλλου. Άλλωστε, μεταξύ διαδίκων ισχύει διαφορετικός κανόνας περί αποκάλυψης εγγράφων με βάση τις ορθόδοξες διαδικασίες κάτω από τη Δ.28. Όπως λέχθηκε και στη Re Barlows Clowes Gilt Managers Ltd
(1991)4 All E.R. 385, ένα τρίτο πρόσωπο δεν υπέχει υποχρέωση να βοηθήσει τους διαδίκους και δεν υπόκειται σε διαδικασία αποκάλυψης. Αυτόν ακριβώς, όμως, το σκοπό επιτελεί το διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal, που δεν μπορεί να επιτευχθεί με το μηχανισμό της Δ.32." Σύμφωνα με την εισήγηση της κας Κωνσταντίνου, επειδή υπάρχει παρουσία των ουσιαστικών εναγομένων στην αγωγή καθώς και των εναγομένων 16 - 28 που είναι στενά συνδεδεμένοι με τους αδικοπραγούντες, θα πρέπει πρώτα οι αιτητές να ανατρέξουν σε αυτή την πηγή πληροφοριών και σε τελικό στάδιο να επιχειρηθεί η ανάμιξη των εναγομένων 30 ως αθώα τρίτα μέρη. Προς τούτο η κα Κωνσταντίνου παρέπεμψε το Δικαστηρίο σε αποσπάσματα από την απόφαση Mitsui (πιο πάνω) κάτω από το τίτλο Necessity και Availability of other sources of information. Αντίθετη επί του προκειμένου η θέση των αιτητών. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων των αιτητών η παρουσία κάποιων από τους αδικοπραγήσαντες ενώπιον του δικαστηρίου δεν αποτελεί αρκετό λόγο για να μην εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθότι, μεταξύ άλλων, δεν ευρίσκονται όλοι οι αδικοπραγήσαντες ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι κ.κ. Kotlyarenko και Nosov ευρίσκονται στη φυλακή. Περαιτέρω, οι ουσιαστικοί εναγόμενοι έχουν κίνητρο να αποκρύψουν πληροφορίες με δεδομένο μάλιστα ότι οι ενάγοντες έχουν καταδείξει εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον συζητήσιμη υπόθεση ότι αυτοί είναι διατεθειμένοι να προβούν σε δόλιες ενέργειες προκειμένου να κρύψουν τις ενέργειες και την περιουσία τους και έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για μία σοβαρή απάτη και το δημόσιο συμφέρον απαιτεί την πλήρη διερεύνηση της. Οι εναγόμενοι 1 και 2 βρίσκονται στο εξωτερικό και υπάρχουν αμφιβολίες αν θα προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και η εναγόμενη 30 είναι η μοναδική ολοκληρωμένη πηγή πληροφοριών. Δεν έχει επίσης παρουσιαστεί μαρτυρία ως προς τη βλάβη που θα υποστεί η εναγόμενη 30 από την έκδοση του διατάγματος. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι το διάταγμα που ζητείται με το Αιτητικό 6 είναι γενικό, θεωρώ ότι είναι εντός των επιτρεπτών πλαισίων και επαναλαμβάνω ό,τι αναφέρθηκε σχετικά με το θέμα κατά την εξέταση του αιτητικού
  1. Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από τους αιτητές με την ΕΔ Σιρότκιν θεωρώ ότι έχει αποδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση ότι έχουν διαπραχθεί αδικοπραξίες εις βάρος των εναγόντων. Έχει επίσης από τη μαρτυρία καταδειχθεί η εμπλοκή των δυο τραπεζών. Η αγωγή όπως ορθά αναφέρεται αποτελεί τόσο αγωγή για αποζημιώσεις όσο και για ιχνηλάτηση. Περαιτέρω έχοντας υπόψη ότι με το αιτητικό 6 ζητούνται πληροφορίες σε συνάρτηση με τραπεζικούς λογαριασμούς η μόνη πρακτική πηγή πληροφόρησης για τις πληροφορίες που ζητούνται είναι οι δύο τράπεζες εναγόμενες 29 και
  2. Άλλωστε δεν έχει αναφερθεί από οποιαδήποτε από τις δυο τράπεζες ότι δεν κατέχουν οποιεσδήποτε πληροφορίες σε συνάρτηση με αυτή την υπόθεση. Είναι δε σαφής η θέση της νομολογίας ότι σε τέτοιους είδους υποθέσεις επιτρέπεται η παράκαμψη της αρχής της εμπιστευτικότητας υπέρ της αρχής του δημοσίου συμφέροντος. Κατά τα λοιπά επαναλαμβάνω τις παρατηρήσεις μου για την πλήρωση των προϋποθέσεων όπως τέθηκαν στο προοίμιο της εξέτασης των αιτητικών που αφορούν διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal, καθώς και κατά την εξέταση του αιτητικού
  3. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι έχει καταδειχθεί ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτητικού
  4. Συνακόλουθα το διάταγμα της παραγράφου 1 όπως έχει διαμορφωθεί από το Δικαστήριο στις 14.8.2012 καθίσταται απόλυτο. Περαιτέρω εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι 2, 3, 5 και
  5. Σε συνάρτηση με το διάταγμα της παραγράφου 3 δεν απαιτείται αποκάλυψη οποιασδήποτε πληροφορίας ή εγγράφου που σχετίζεται με την εναγόμενη 6, εναντίον της οποίας η αγωγή έχει αποσυρθεί. Περαιτέρω σε συνάρτηση με την ίδια παράγραφο προστίθεται η ακόλουθη επιφύλαξη: «Νοείται ότι η υποχρέωση των εναγομένων 16 - 19 και 23 - 27 περιορίζεται σε έγγραφα και πληροφορίες σχετικά με τα πιο πάνω θέματα που ευρίσκονται στην κατοχή τους σήμερα». Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο θα είναι στην πορεία της αγωγής. Τα δε έξοδα που θα επωμισθούν οι εναγόμενοι 16 - 19 και 23 - 30 για σκοπούς συμμόρφωσης με τα διατάγματα τύπου Norwich επιδικάζονται εναντίον των αιτητών. (Υπ.) ............ Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.