← Κύπρος

Ognian Velev ν. Διαγνωστικό Κέντρο Κρασσάς Λίμιτεδ, Αρ. Αγωγής: 4454/07, 5/3/2013

Ognian Velev ν. Διαγνωστικό Κέντρο Κρασσάς Λίμιτεδ, Αρ. Αγωγής: 4454/07, 5/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A58 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 4454/07 Μεταξύ: Ognian Velev, από την Λεμεσό Ενάγων και Διαγνωστικό Κέντρο Κρασσάς Λίμιτεδ, από την Λεμεσό Εναγόμενος ........................... Ημερομηνία: 5.3.13 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Ρ. Χ΄΄Αράπη για κκ Κώστα Μελά & Συνεργάτες Για τον Εναγόμενο: κ. Καραπατάκης ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων αξιώνει το ποσό των Ευρώ 5.095,00 σεντ ως «οφειλόμενη και/ή εύλογη και/ή συμφωνηθείσα αμοιβή και/ή ωφελήματα και/ή αντάλλαγμα των υπηρεσιών που προσέφερε ο Ενάγων στην Εναγόμενη εταιρεία και/ή δυνάμει συμφωνίας παροχής υπηρεσιών που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2005». Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Εναγόμενη εταιρεία, από τώρα και στο εξής «η Εναγόμενη», συστάθηκε στις 20.4.05 κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντα, του Στέλιου Κρασσά, από τώρα και στο εξής «ο ιατρός Κρασσάς» και του Κλείτου Ηροδότου, από τώρα και στο εξής, ο ΜΥ 2, με σκοπό την λειτουργία ενός μεταχειρισμένου αξονικού τομογράφου, από τώρα και στο εξής «ο τομογράφος», και/ή την λειτουργία και/ή διαχείριση ιατρικού και/ή διαγνωστικού και/ή ακτινολογικού κέντρου. Το μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης ήταν Λ.Κ.1.000,00 σεντ διαιρεμένο σε 1000 μετοχές της Λ.Κ.1,00 σεντ η καθεμιά. Μέτοχοι της Εναγόμενης ήταν ο Ενάγων, ο ιατρός Κρασσάς, ο ΜΥ 2 με 300 μετοχές έκαστος και κάποιος Tibor Ivanzky με 100 μετοχές. Για την απόκτηση του τομογράφου η Εναγόμενη δανείσθηκε το ποσό των Λ.Κ.60.000,00 σεντ από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Την εξασφάλιση του δανείου εγγύηθηκαν προσωπικά οι πιο πάνω μέτοχοι της Εναγόμενης, οι οποίοι ως περαιτέρω εξασφάλιση κατέβαλαν το ποσό των Λ.Κ.10.000,00 σεντ, ο καθένας ανάλογα με το ποσοστό των μετοχών του στην Εναγόμενη. Για τον πιο πάνω σκοπό ο Ενάγων κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.3.000,00 σεντ. Στην συνέχεια η Εναγόμενη σύνηψε προφορική συμφωνία με τον Ενάγοντα δυνάμει της οποίας ο Ενάγων θα χειριζόταν τον τομογράφο και θα ετοίμαζε εκθέσεις και ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών του η Εναγόμενη θα του κατέβαλλε στο τέλος κάθε μήνα ποσοστό της τάξης του 25% επί του ποσού της χρέωσης της κάθε εξέτασης. Η Εναγόμενη ξεκίνησε την λειτουργία του διαγνωστικού κέντρου κατά ή περί την 1.10.

  1. Με την λειτουργία του διαγνωστικού κέντρου ο Ενάγων άρχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του εξετάζοντας πελάτες της Εναγόμενης με τον τομογράφο και ετοιμάζοντας ιατρικές εκθέσεις σύμφωνα με την συμφωνία που ο Ενάγων είχε συνάψει προφορικά με την Εναγόμενη. Ο Ενάγων διέκοψε την συνεργασία του με την Εναγόμενη στις 16.1.
  2. Μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία η Εναγόμενη όφειλε στον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.2.982,00 σεντ ή Ευρώ 5.095,00 σεντ ως η συμφωνημένη προμήθεια του Ενάγοντα για τους μήνες Οκτώβριο 2005, Νοέμβριο 2005, Δεκέμβριο 2005 και μέχρι τις 16.1.
  3. Τα ποσά που η Εναγόμενη χρέωνε για τις εξετάσεις που ο Ενάγων είχε διενεργήσει κατά την πιο πάνω περίοδο, ήτοι από τον Οκτώβριο του 2005 μέχρι τις 16.1.06, αναφέρονται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης και είναι τα ακόλουθα: για τον μήνα Οκτώβριο 2005 Λ.Κ.3.216,00 σεντ, για τον μήνα Νοέμβριο 2005 Λ.Κ.2.521,00 σεντ, για τον μήνα Δεκέμβριο 2005 Λ.Κ.3.340,00 σεντ και για τον μήνα Ιανουάριο μέχρι την 16η ημέρα του μηνός αυτού Λ.Κ.633,00 σεντ. Η Εναγόμενη μέσω των αξιωματούχων και/ή των διευθυντών της αρνήθηκαν να καταβάλουν στον Ενάγοντα το πιο πάνω ποσό, ισχυρίζονταν δε ότι ο Ενάγων ως μέτοχος της Εναγόμενης δεν δικαιούτο σε αυτό πριν την εξόφληση του χρέους της Εναγόμενης προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Συνεπεία της πιο πάνω συμπεριφοράς της Εναγόμενης ο Ενάγων ζήτησε όπως διαγραφεί το όνομά του από το μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης, πράγμα το οποίο η Εναγόμενη μέσω των αξιωματούχων και/ή των διευθυντών της αποδέχθηκε. Με την διαγραφή ο Ενάγων κατά ή περί τις 7.4.06 υπέγραψε δήλωση μεταβίβασης των μετοχών του στην Εναγόμενη για το ποσό των Λ.Κ.10,00 σεντ και την ίδια ημέρα άλλη δήλωση σύμφωνα με την οποία υπό την ιδιότητά του ως μέτοχος της Εναγόμενης δεν θα είχε καμία απαίτηση εναντίον αυτής νοουμένου ότι θα απαλλαγόταν από εγγυητής και θα του επιστρεφόταν το ποσό των Λ.Κ.3.000,00 σεντ που είχε καταθέσει στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ για λογαριασμό της Εναγόμενης. Ο Ενάγων απαλλάγηκε από εγγυητής της Εναγόμενης και εισέπραξε το ποσό των Λ.Κ.3.000,00 σεντ, οι δε μετοχές του ενεγγράφησαν εξημισίας επ' ονόματι δύο εκ των υπόλοιπων τριών μετόχων, ήτοι του ΜΥ 2 και του ιατρού Κρασσά. Η Εναγόμενη, όμως, εξακολουθεί να οφείλει στον Ενάγοντα το αξιώμενο με την παρούσα αγωγή ποσό. Με την Υπεράσπισή της η Εναγόμενη αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, οι οποίοι εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησής του εκτός από εκείνους που ρητά παραδέχεται. Προβάλλει δε, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες θέσεις: στην συμφωνία σύστασης της Εναγόμενης οι μέτοχοι συμφώνησαν να προσφέρουν δωρεάν τις υπηρεσίες τους μέχρι την εξόφληση του τομογράφου ο Ενάγων ουδεμία συμφωνία ή νέα συμφωνία σύνηψε με την Εναγόμενη για προσφορά υπηρεσιών και κανένας μέτοχος δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό από την Εναγόμενη ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του σε αυτή η Εναγόμενη δεν εισέπραξε τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης ο λόγος που ο Ενάγων ζήτησε από τους άλλους μετόχους της Εναγόμενης να τον απαλλάξουν από τις εγγυήσεις που είχε δώσει για την Εναγόμενη, να του επιστρέψουν το ποσό των Λ.Κ.3.000,00 σεντ και να μεταβιβάσει τις μετοχές του ήταν προβλήματα υγείας της συζύγου του. Οι μέτοχοι αποδέχθηκαν την παράκληση του Ενάγοντα για ανθρωπιστικούς λόγους με αποτέλεσμα ο Ενάγων να απαλλαγεί από τις εγγυήσεις, να διαγραφεί από μέτοχος της Εναγόμενης, να του επιστραφεί το ποσό των Λ.Κ.3.000,00 σεντ και οι μετοχές του να μεταβιβασθούν σε δύο άλλους μέτοχους μετά την διαγραφή του από μέτοχος της Εναγόμενης, την μεταβίβαση των μετοχών του, την απαλλαγή του από τις εγγυήσεις, την επιστροφή σε αυτόν του ποσού των Λ.Κ.3.000,00 σεντ και την δήλωση απαλλαγής που υπέγραψε κατά την συμφωνία απαλλαγής του η απαίτηση του Ενάγοντα μόνο ως εκ των υστέρων σκέψη μπορεί να θεωρηθεί. Με την Απάντησή του ο Ενάγων αρνείται το περιεχόμενο της Υπεράσπισης καθ' ον μέρος της δεν συνάδει με την Έκθεση Απαίτησης και ειδικότερα ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: ό,τι συνεφωνήθη είναι ότι οι μέτοχοι δεν θα εισέπρατταν μέρισμα επί των μετοχών τους μέχρι την εξόφληση του τομογράφου, όχι ότι θα πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην Εναγόμενη δωρεάν ο λόγος που ο Ενάγων ζήτησε να διαγραφεί από μέτοχος της Εναγόμενης ήταν γιατί είχε συνειδητοποιήσει ότι οι υπόλοιποι μέτοχοι τον είχαν χρησιμοποιήσει για να λειτουργεί τον τομογράφο χωρίς να πληρώνεται την δήλωση ημερομηνίας 7.4.06 ο Ενάγων την υπέγραψε υπό την ιδιότητά του ως μέτοχος της Εναγόμενης και όχι ως άτομο που παρείχε τις υπηρεσίες του σε αυτήν. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος ο Ενάγων. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο Ενάγων κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο Α) ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Μετά την κατάθεση του Τεκμηρίου Α και στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο Ενάγων κατέθεσε προφορικά και στην συνέχεια αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο Ενάγων κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια: το τετράδιο που αναφέρεται στην παράγραφο 7 του Τεκμηρίου Α - Τεκμήριο
  1. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα το εν λόγω τετράδιο είναι ένα παλιό τετράδιο το οποίο ο Ενάγων είχε βρει αφημένο σε μια αποθήκη στην εταιρεία που εργαζόταν παλαιότερα. Επειδή το τετράδιο αυτό είχε την όψη καινούργιου και επειδή μόνο κάποιες σελίδες από αυτό είχαν χρησιμοποιηθεί ο Ενάγων αποφάσισε να το χρησιμοποιήσει, αφού προηγουμένως αφαίρεσε τις χρησιμοποιημένες σελίδες, για να καταγράφει, μεταξύ άλλων, τα ονόματα των ασθενών στους οποίους έκανε εξετάσεις δυνάμει της συμφωνίας του με την Εναγόμενη. Εξήγησε ότι η πρώτη σελίδα φέρει ημερομηνία 3.10.05 και ότι τότε ήταν που διενήργησε και την πρώτη εξέταση Πιστοποιητικό Μετόχων της Εναγόμενης του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 25.5.05 - Τεκμήριο
  2. Σύμφωνα με το εν λόγω έγγραφο μέτοχοι της Εναγόμενης κατά την πιο πάνω ημερομηνία ήταν ο Ενάγων, ο ιατρός Κρασσάς, ο ΜΥ 2 και ο Tibor Ivanzky την επιστολή που αναφέρεται στην παράγραφο 9 του Τεκμηρίου Α ημερομηνίας 26.1.06 - Τεκμήριο
  3. Σε αυτήν αναφέρεται ότι ο Ενάγων επέστρεφε τις μετοχές του που είχε στην Εναγόμενη, και ζητούσε από τους διευθυντές της Εναγόμενης, ήτοι τον ιατρό Κρασσά και τον ΜΥ 2, όπως το όνομά του διαγραφεί από μέτοχος της Εναγόμενης και η Τράπεζα Κύπρου ενημερωθεί πάραυτα ότι δεν ήταν πλέον μέτοχος και εγγυητής της την δήλωση μεταβίβασης μετοχών που αναφέρεται στην παράγραφο 10 του Τεκμηρίου Α ημερομηνίας 7.4.06 - Τεκμήριο 4 την δήλωση απαλλαγής που, επίσης, αναφέρεται στην παράγραφο 10 του Τεκμηρίου Α ημερομηνίας 7.4.06 - Τεκμήριο
  4. Κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα κατατέθηκαν από την Υπεράσπιση τα ακόλουθα έγγραφα χωρίς ένσταση από την πλευρά του Ενάγοντα: Έγγραφο Μεταβίβασης 150 μετοχών της Εναγόμενης προς τον Ενάγοντα με εκχωρητή τον Στέλιο Κρασσά ημερομηνίας 17.5.05 - Τεκμήριο 6 Έγγραφο Μεταβίβασης 150 μετοχών της Εναγόμενης προς τον Ενάγοντα με εκχωρητή τον Κλείτο Ηροδότου - ΜΥ 2 - ημερομηνίας 17.5.05 - Τεκμήριο 7 Συμφωνία ημερομηνίας 16.5.05 μεταξύ του Ενάγοντα, του ιατρού Κρασσά, του ΜΥ 2 και του Tibor Ivanzky για από κοινού και κατ' αναλογία της συμμετοχής τους στην Εναγόμενη χρηματοδότηση και αγορά του τομογράφου - Τεκμήριο
  5. Η μαρτυρία του Ενάγοντα έτυχε έντονης αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση. Τέθηκαν από την Υπεράσπιση στον Ενάγοντα, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες θέσεις: ο Ενάγων γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα πολύ καλά. Εις απάντηση ο Ενάγων πρόβαλε την θέση ότι γνωρίζει καλά τα Αγγλικά της Ιατρικής συμπεριλαμβανομένης και της ιατρικής ορολογίας γι' αυτό και τις εκθέσεις του τις συνέτασσε και στα Αγγλικά πλην όμως σε άλλες πτυχές, όπως η επικοινωνία στα Αγγλικά, το επίπεδό του είναι υποδεέστερο ουδέποτε ο Ενάγων έκανε οποιαδήποτε συμφωνία με την Εναγόμενη για να καταβάλλεται σε αυτόν ποσοστό της τάξης του 25% επί του ποσού της χρέωσης της κάθε εξέτασης που θα έκανε με τον τομογράφο. Ο Ενάγων διαφώνησε με την πιο πάνω θέση σθεναρά προτάσσοντας τα ακόλουθα επιχειρήματα: (α) δεν ήταν λογικό να συμφωνήσει να εργάζεται χωρίς να πληρώνεται. Πόσο μάλλον την στιγμή που είχε δύο παιδιά και η σύζυγός του αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας και για τους πιο πάνω λόγους είχε ανάγκη από επιπλέον χρήματα, (β) η ύπαρξη και ο σκοπός του Τεκμηρίου 1, εντός του οποίου μετά από κάθε εξέταση σημείωνε τα ποσοστά που δικαιούτο να λάβει από την Εναγόμενη σύμφωνα με την συμφωνία του με την τελευταία, ήταν γνωστά τόσο στον ΜΥ 2 όσο και τον ιατρό Κρασσά. Μάλιστα, τόσο ο ΜΥ 2 όσο και ο ιατρός Κρασσάς έβλεπαν τον Ενάγοντα να κάνει χρήση του Τεκμηρίου 1 μετά την μεταβίβαση των μετοχών στο όνομα του Ενάγοντα οι μέτοχοι συμφώνησαν να εργάζονται χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα μέχρι να ξοφληθεί ο αξονικός τομογράφος. Ο Ενάγων διαφώνησε υποστηρίζοντας ότι ό,τι είχαν συμφωνήσει ήταν να μην λαμβάνουν μέρισμα από την Εναγόμενη μέχρι την εξόφληση του τομογράφου αλλά να πληρώνονται για την εργασία που επιτελούσαν. Όσον αφορά τους άλλους μέτοχους, ήτοι τον ΜΥ 2 και τον Tibor, αυτοί είχαν πληρωθεί για την εγκατάσταση του τομογράφου και επιπλέον πληρώνονταν για την μηνιαία συντήρηση του το ποσό των Λ.Κ.1.000,00 σεντ τον μήνα. Όσον αφορά τον ιατρό Κρασσά αυτός πληρωνόταν με ποσοστά από τον κάθε ασθενή. Αναφορικά με τον ίδιο η αμοιβή του συμφωνήθηκε στο 25% για κάθε εξέταση που θα έκανε με τον τομογράφο αλλά ουδέποτε πληρώθηκε το πιο πάνω ποσό το ποσό των Λ.Κ.3.000,00 σεντ που κατέθεσε στην Τράπεζα Κύπρου ως επιπρόσθετη εγγύηση για το δάνειο που η Εναγόμενη έλαβε για την αγορά του τομογράφου δεν το δανείσθηκε. Ο Ενάγων διαφώνησε προτάσσοντας την θέση ότι για το πιο πάνω ποσό είχε κάνει δάνειο από την Λαϊκή Τράπεζα το οποίο εγγυήθηκαν τρίτοι ο Ενάγων απλά χειριζόταν τον αξονικό τομογράφο και δεν έκανε εκθέσεις. Ο Ενάγων διαφώνησε με την πιο πάνω θέση υποστηρίζοντας ότι έκανε και εκθέσεις τις οποίες συνέτασσε άλλοτε στα Ελληνικά και άλλοτε στα Αγγλικά αναλόγως της επιθυμίας του ασθενή. Αργότερα τις εκθέσεις αυτές τις παρέδιδε στον ιατρό Κρασσά ο οποίος και τις υπέγραφε. Γι' αυτό και στις εκθέσεις αυτές δεν φαίνεται το όνομά του δεν έλαβαν χώρα οι εξετάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 6 (α-δ) του Τεκμηρίου Α και ούτε εισπράχθηκαν από την Εναγόμενη τα αναφερόμενα ποσά. Ο Ενάγων εις απάντηση αντέτεινε ότι έλαβαν χώρα όλες οι εξετάσεις που αναφέρονται στο Τεκμήριο Α. Αναφορικά με το αν είχαν εισπραχθεί χρήματα ή όχι από την Εναγόμενη για τις εξετάσεις αυτές ή αν εισπράχθηκαν και δεν δηλώθηκαν αυτό δεν μπορεί να το γνωρίζει. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν ο Ενάγων μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν ειλικρινής και απαντούσε αυθόρμητα στις διάφορες ερωτήσεις που του γίνονταν χωρίς να δίνει στον εαυτό του χρόνο να υπολογίζει τις απαντήσεις του. Μέσα δε από την όλη εικόνα που σχημάτισα γι' αυτόν ως μάρτυρα της αλήθειας έχω πεισθεί για την αλήθεια των ισχυρισμών του αναφορικά με νευραλγικές πτυχές της υπόθεσης όπως για την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ αυτού και της Εναγόμενης και το τι διελάμβανε η συμφωνία αυτή. Επί του σημείου τούτου ο Ενάγων ήταν ιδιαίτερα πειστικός και δεν κλονίσθηκε στο παραμικρό από την αντεξέταση. Δέχομαι, λοιπόν, τα όσα αυτός επί του προκειμένου ανέφερε. Ότι, δηλαδή, συμφώνησε με την Εναγόμενη όπως για την εργασία που επιτελούσε γι' αυτήν πληρωνόταν στο τέλος κάθε μήνα ποσοστό της τάξης του 25% επί της χρέωσης της κάθε εξέτασης που θα διενεργούσε με τον τομογράφο. Αναφορικά με το πότε έγινε η πιο πάνω συμφωνία για καταβολή του 25% δεν μου διαφεύγει ότι οι θέσεις του Ενάγοντα είναι αντικρουόμενες. Στην αρχή του Τεκμηρίου Α αναφέρεται ότι η συμφωνία αυτή έγινε μετά την αλλαγή του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης, προφανώς εννοώντας αφότου ο Ενάγων έγινε μέτοχος. Στο τέλος του Τεκμηρίου Α αναφέρεται ότι η εν λόγω συμφωνία έγινε πριν γίνει μέτοχος, κάτι το οποίο ο Ενάγων υποστήριξε και κατά την αντεξέταση. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός αφού δεν συνάδει με τις έγγραφες προτάσεις του Ενάγοντα. Σύμφωνα με αυτές η συμφωνία έγινε τρεις μήνες μετά την σύσταση της Εναγόμενης και, κατ' επέκταση, αφότου ο Ενάγων έγινε μέτοχος σε αυτήν. Μεταξύ των δύο αυτών διαφορετικών ισχυρισμών του Ενάγοντα δέχομαι τον πρώτο, ο οποίος συνάδει με τις δικογραφημένες του θέσεις. Η πιο πάνω αντίφαση στις θέσεις του Ενάγοντα δεν είναι ικανή να επηρεάσει την αξιοπιστία του και την καλή εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτόν ως μάρτυρα της αλήθειας. Αναφορικά με την γνώση της Αγγλικής γλώσσας θεωρώ ότι ο Ενάγων ήταν και επί του σημείου τούτου ειλικρινής. Άλλο είναι η γνώση της ιατρικής ορολογίας σε μια ξένη γλώσσα και η σύνταξη μιας ιατρικής έκθεσης στην γλώσσα αυτή και άλλο η γνώση της γλώσσας γενικά και η ικανότητα προς επικοινωνία. Θεωρώ ότι κάποιος μπορεί να είναι σε θέση να συντάξει μια ιατρική έκθεση σε γλώσσα που δεν είναι η μητρική του και την οποία δεν γνωρίζει πολύ καλά ενώ ταυτόχρονα το επίπεδο επικοινωνίας του στην γλώσσα αυτή να μην είναι πολύ καλό όπως και ο Ενάγων χαρακτηριστικά υποστήριξε για τον εαυτό του. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι η Υπεράσπιση δεν ζήτησε να διασαφηνίσει τι είδους εκθέσεις ήταν αυτές που ετοίμαζε ο Ενάγων, αν, δηλαδή, οι εκθέσεις αυτές ήταν μικρές σε έκταση, συνοπτικές ή επιγραμματικές ή αν ήταν μεγάλες σε έκταση και απαιτούσαν χρήση της γλώσσας πέραν της απαραίτητης εκείνης που χρειαζόταν για να πραγματευθεί ο Ενάγων αμιγώς ιατρικά θέματα. Πάντως, είχα την ευκαιρία να ακούσω τον Ενάγοντα να διαβάζει Αγγλικό κείμενο, ήτοι το Τεκμήριο 5, και η εικόνα που σχημάτισα είναι ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Ενάγων το διάβαζε δεν παρέπεμπε σε άτομο με πολύ καλή γνώση της Αγγλικής, διαπίστωση που συνηγορεί με τον επί του προκειμένου προβληθέντα ισχυρισμό του. Επίσης, δεν έχω πεισθεί ότι ο Ενάγων κατά την ανάγνωση επροσποιείτο όπως ήταν η θέση της Υπεράσπισης. Η υπόθεση, όμως, δεν θα κριθεί πάνω στο σημείο αυτό. Καθότι δεν αποτελεί θέση του Ενάγοντα ότι αυτός δεν αντιλήφθηκε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  6. Και στις έγγραφές του προτάσεις δεν δικογραφείται ένας τέτοιος ισχυρισμός. Από την όλη δε μαρτυρία του προκύπτει ότι ο Ενάγων αντιλήφθηκε το περιεχόμενο του πιο πάνω τεκμηρίου. Εκεί που διαφωνεί είναι με την ερμηνεία του. Σύμφωνα με τον ίδιο είχε λάβει νομική συμβουλή από τον δικηγόρο του πριν το υπογράψει. Ο δικηγόρος του τον συμβούλευσε να το υπογράψει καθότι αυτός έκρινε, όπως και ο Ενάγων υποστήριξε, ότι το πιο πάνω τεκμήριο δεν επηρεάζει τα δικαιώματα του Ενάγοντα και, κατ' επέκταση, τις επίδικες αξιώσεις του. Και αυτό γιατί, όπως είναι η θέση του, το Τεκμήριο 5 αφορά σε απαιτήσεις υπό την ιδιότητά του ως μετόχου της Εναγόμενης και όχι υπό την ιδιότητά του ως «ατόμου που παρείχε τις υπηρεσίες του σε αυτήν». Υπό το φως της καλής εντύπωσης που μου έκανε ο Ενάγων ως μάρτυρας της αλήθειας δέχομαι όλη την υπόλοιπη μαρτυρία του συμπεριλαμβανομένων και των ισχυρισμών του ότι δεν χειριζόταν μόνο τον τομογράφο, ήτοι ότι δεν εκτελούσε μόνο χρέη ακτινογράφου, αλλά ιατρού ακτινολόγου, ήτοι προέβαινε σε διαγνώσεις και σύντασσε ιατρικές εκθέσεις, ότι οι εξετάσεις που αναφέρονται στο Τεμήριο Α έλαβαν χώρα και ότι αυτές κόστιζαν τα ποσά που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 και, κατ' επέκταση, στο Τεκμήριο Α. Αναφορικά με το τελευταίο αξίζει να σημειωθεί ό,τι επί του προκειμένου υποστηρίχθηκε από τον Ενάγοντα. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα αυτός μετά από κάθε εξέταση που διενεργούσε με τον τομογράφο προέβαινε σε καταγραφή της στο Τεκμήριο 1 και ρωτούσε την γραμματέα του ιατρού Κρασσά πόσα χρέωνε σύμφωνα με τον κατάλογο τιμών της Εναγόμενης. Ακολούθως, σημείωνε τα πιο πάνω ποσά εντός του Τεκμηρίου 1 και, ακολούθως, υπολόγιζε και κατέγραφε το ποσό που ο ίδιος δικαιούτο από κάθε εξέταση σύμφωνα με την συμφωνία του με την Εναγόμενη ώστε να είναι σε θέση στο τέλος του κάθε μήνα να απαιτεί από την Εναγόμενη το ποσό που του οφειλόταν δυνάμει της συμφωνίας του με την τελευταία. Το Τεκμήριο 1 έχει την όψη γνήσιου και αυθεντικού εγγράφου. Σε αυτό αναφέρονται σύμφωνα με τον Ενάγοντα και, μάλιστα, με λεπτομέρεια όλες οι εξετάσεις που ο Ενάγων διενήργησε τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2005 και μέχρι τις 16.1.
  7. Αναγράφονται, μεταξύ άλλων, το κόστος της κάθε εξέτασης και τα ονόματα των ασθενών οι οποίοι υποβλήθηκαν στις εξετάσεις που στο Τεκμήριο 1 αναφέρονται καθώς και τα ποσά στα οποία ο Ενάγων δικαιούτο δυνάμει της συμφωνίας του με την Εναγόμενη υπολογισμένα στην βάση του 25%. Σημειώνεται ότι οι υπολογισμοί ελέχθηκαν και από το Δικαστήριο και το ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής του Ενάγοντα με βάση το κόστος της κάθε εξέτασης κρίνεται ακριβές. Υπό το φως των πιο πάνω δέχομαι όλους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του Τεκμηρίου Α. Δέχομαι, λοιπόν, ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του Ενάγοντα ανέρχεται στους αριθμούς που αναφέρονται στο Τεκμήριο Α. Με την μόνη επιφύλαξη ότι αυτή δεν θα πρέπει να περιλαμβάνει, όπως και ο ίδιος ο Ενάγων με ειλικρίνεια δέχθηκε για τους λόγους που εξήγησε, το ποσό των Ευρώ 553,00 σεντ που αναφέρεται στα σκιαγραφικά και το ποσό των Ευρώ 30,00 σεντ που αναφέρεται στα φάρμακα. Τέλος, όσον αφορά την πεποίθηση του Ενάγοντα ότι το Τεκμήριο 5 δεν επηρεάζει την επίδικη αξίωσή του, θα πρέπει να λεχθεί, ότι η πεποίθησή του αυτή κρίνεται ειλικρινής αφού σύμφωνα με τα λεγόμενά του βασίζεται σε νομική συμβουλή που έλαβε από τον δικηγόρο του. Ειλικρινής κρίνεται και ο ισχυρισμός του ότι έτσι τον έχει συμβουλεύσει ο δικηγόρος του. Απόδειξη τούτου είναι η καταχώρηση και η προώθηση της παρούσης αγωγής από τον ίδιο τον δικηγόρο που του έδωσε την πιο πάνω συμβουλή. Στο Τεκμήριο Α αναφέρεται ότι ο Ενάγων στις 7.4.06 υπέγραψε δήλωση συνταγμένη στην Αγγλική γλώσσα σύμφωνα με την οποία υπό την ιδιότητά του ως μέτοχος της Εναγόμενης δεν είχε καμία απαίτηση εναντίον αυτής νοουμένου ότι θα απαλασσόταν από εγγυητής της και θα του επιστρεφόταν το ποσό των Λ.Κ.3.000 σεντ που είχε καταθέσει στην Τράπεζα Κύπρου «για σκοπούς εγγύησης της εναγόμενης εταιρείας». Στην πιο πάνω δήλωση, η οποία κατατέθηκε από τον Ενάγοντα ως Τεκμήριο 5, αναφέρεται μεν η ιδιότητα του Ενάγοντα ως μετόχου στην Εναγόμενη, σε κανένα, όμως, σημείο της δεν αναφέρεται ρητά ότι αυτή έγινε από τον Ενάγοντα υπό την πάνω ιδιότητα. Συνεπώς δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 η πιο πάνω δήλωση έγινε από τον ίδιο υπό την ιδιότητά του ως μετόχου της Εναγόμενης. Τέλος, σημειώνεται ότι κάποια σημεία από την μαρτυρία του Ενάγοντα δεν συνάδουν με τις δικογραφημένες του θέσεις και ως εκ τούτου δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα - παράγραφος 2 της Έκθεσης Απαίτησης - όταν το έτος 2005 ο ΜΥ 2 και ο ιατρός Κρασσάς προσέγγισαν τον Ενάγοντα η Εναγόμενη δεν είχε ακόμα συσταθεί. Ο Ενάγων συμφώνησε τότε με τους ΜΥ 2 και τον ιατρό Κρασσά κατόπιν πρότασης που του έγινε από τα δύο πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα όπως συνεργασθεί για την λειτουργία του τομογράφου και όπως ιδρύσουν εταιρεία η οποία θα διαχειρίζετο την λειτουργία του τομογράφου και/ή θα λειτουργούσε και/ή θα διαχειρίζετο ιατρικό και/ή διαγνωστικό και/ή ακτινολογικό κέντρο στην οδό Ιδαλίου 23 στην Λεμεσό. Έτσι, στις 20.4.05 συστάθηκε η Εναγόμενη, το μετοχικό κεφάλαιο της οποίας ανήρχετο σε Λ.Κ.1.000,00 σεντ διαιρεμένο σε μετοχές της Λ.Κ.1,00 σεντ. Μέτοχοι της Εναγόμενης ήταν ο ιατρός Κρασσάς, ο ΜΥ 2, ο Ενάγων και ο Tibor Ivanzky. Ο τελευταίος είχε 100 μετοχές ενώ έκαστος των υπόλοιπων τριών μετόχων συμπεριλαμβανομένου και του Ενάγοντα 300 μετοχές. Στο Τεκμήριο Α - παράγραφος 2 - αφήνεται ευκρινώς να νοηθεί ότι η Εναγόμενη είχε ήδη συσταθεί όταν για πρώτη φορά κατά το έτος 2005 ο Ενάγων προσεγγίσθηκε από τον ΜΥ 2 και τον ιατρό Κρασσά με σκοπό να του προτείνουν συνεργασία. Χαρακτηριστικά, ο Ενάγων μιλά για ένα μεταχειρισμένο αξονικό τομογράφο τον οποίο ο ιατρός Κρασσάς και ο ΜΥ 2 του είπαν ότι είχαν εισάγει από το εξωτερικό «για λογαριασμό της Εναγόμενης εταιρείας», ότι οι δύο πιο πάνω του είχαν παρουσιασθεί ως διευθυντές της Εναγόμενης και ότι ο ίδιος αποδέχθηκε την πρόταση τους να συνεργασθεί μαζί τους για την λειτουργία του τομογράφου. Του πρότειναν, μάλιστα, να γίνει μέτοχος στην Εναγόμενη για να δικαιούται στα κέρδη τα οποία θα προέκυπταν από την λειτουργία του τομογράφου, πράγμα το οποίο ο Ενάγων αποδέχθηκε. Στις ίδιες γραμμές ήταν και η διά ζώσης μαρτυρία του Ενάγοντα. Συγκεκριμένα όταν κατά την αντεξέταση ρωτήθηκε τι του λέχθηκε από τον ΜΥ 2 όταν προσεγγίσθηκε από τον τελευταίο για πρώτη φορά ανέφερε ότι του λέχθηκε ότι είχε ιδρυθεί μια εταιρεία - διαγνωστικό κέντρο που είχε, μεταξύ άλλων, ως σκοπό την λειτουργία του τομογράφου και ότι τον Ενάγοντα τον είχαν υπόψη τους ως μελλοντικό συνεργάτη. Στο Τεκμήριο Α αναφέρεται, επίσης, ότι ο Ενάγων «μπήκε» στην Εναγόμενη έχοντας 300 μετοχές και ότι η προφορική συμφωνία με την Εναγόμενη για να εισπράττει ο Ενάγων στο τέλος κάθε μήνα ποσοστό της τάξης του 25% επί του ποσού της χρέωσης της κάθε εξέτασης που θα έκανε με τον τομογράφο έλαβε χώρα μετά την αλλαγή του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης, προδήλως, εννοώντας την αλλαγή που επήλθε στους μετόχους της Εναγόμενης αφότου κατέστη ο ίδιος μέτοχος. Κατά την αντεξέταση ο Ενάγων υποστήριξε, επίσης, τα ακόλουθα. Αρχικά υποστήριξε ότι όταν τον προσέγγισαν για πρώτη φορά ο ΜΥ 2 και ο ιατρός Κρασσάς του είπαν ότι είχαν ήδη ιδρύσει την Εναγόμενη και του πρότειναν να του δώσουν δωρεάν μετοχές για να έχει κέρδος από το μέρισμα. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης υποστήριξε ότι κατά τον πιο πάνω χρόνο η Εναγόμενη δεν είχε συσταθεί, παρά μόνο βρισκόταν στα χαρτιά τα οποία δεν είχαν ακόμα κατατεθεί, προφανώς, στον Έφορο Εταιρειών. Και ότι δόθηκαν στον ίδιο 300 συνολικά μετοχές από τους άλλους μετόχους με αποτέλεσμα η προηγούμενη εταιρεία να μετατραπεί, προφανώς εννοώντας ότι είχε αλλάξει ο αριθμός των μετόχων, και να ιδρυθεί. Εν τέλει ο Ενάγων υποστήριξε την ακόλουθη καταληκτική θέση. Εκεί που ήταν έτοιμη να ιδρυθεί η Εναγόμενη με τους μετόχους της ο ΜΥ 2 και ο ιατρός Κρασσάς του πρότειναν να γίνει κι' αυτός μέτοχος. Του έδωσαν δωρεάν μετοχές και, ακολούθως, συστάθηκε η Εναγόμενη, ισχυρισμός ο οποίος συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις του. Σε υποβολή, όμως, της Υπεράσπισης ότι η Εναγόμενη συστάθηκε στις 20.4.05 και ότι ο ίδιος έγινε μέτοχος στις 17.5.05 ο Ενάγων συμφώνησε υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η Εναγόμενη είχε από πριν συσταθεί και ότι του δόθηκαν δωρεάν μετοχές. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα όσα στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρονται αποτελούν παραδεκτά γεγονότα αφού η Εναγόμενη τα παραδέχεται με την παράγραφο 1 της Υπεράσπισης. Σύμφωνα με τους κανόνες της απόδειξης καμία μαρτυρία δεν είναι αποδεκτή η οποία τείνει να αντικρούσει παραδεκτά γεγονότα. Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορώ να δεχθώ από το Τεκμήριο Α (α) ότι η Εναγόμενη είχε ήδη συσταθεί όταν για πρώτη φορά κατά το έτος 2005 ο Ενάγων προσεγγίσθηκε από τον ΜΥ 2 και τον ιατρό Κρασσά με σκοπό να του προτείνουν συνεργασία και (β) ότι όταν ο Ενάγων έγινε μέτοχος της Εναγόμενης άλλαξε ο αριθμός των μετόχων. Ούτε από την διά ζώσης μαρτυρία του Ενάγοντα δέχομαι ότι αυτός έγινε μέτοχος ύστερα από την έλευση κάποιου χρονικού διαστήματος μετά την σύσταση της Εναγόμενης. Ό,τι επί του προκειμένου δέχομαι είναι ό,τι αποτελεί παραδεκτά γεγονότα. Δηλαδή, ότι όταν το έτος 2005 ο Ενάγων είχε αρχικά προσεγγισθεί από τους ΜΥ 2 και τον ιατρό Κρασσά η Εναγόμενη δεν είχε συσταθεί, ότι τότε ο Ενάγων συμφώνησε να συνεργασθεί με τους ΜΥ 2 και τον ιατρό Κρασσά για λειτουργία του τομογράφου και όπως ιδρύσουν την Εναγόμενη και ότι η Εναγόμενη ιδρύθηκε στις 20.4.05 με μετόχους τον Ενάγοντα, τον ΜΥ 2 τον ιατρό Κρασσά και τον Tibor Ivanszky. Με τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα δεν συνάδουν τα Τεκμήρια 6 και
  8. Τα εν λόγω τεκμήρια είναι έγγραφα μεταβίβασης 150 μετοχών από τον Κρασσά και τον ΜΥ 2 αντίστοιχα προς τον Ενάγοντα και φέρουν ημερομηνία 17.5.
  9. Από αυτά προκύπτει ότι μετά την σύσταση της Εναγόμενης και την μεταβίβαση μετοχών από τον ΜΥ 2 και τον ιατρό Κρασσά στον Ενάγοντα οι μέτοχοι άλλαξαν. Όπως και πιο πάνω λέχθηκε καμία μαρτυρία δεν είναι αποδεκτή η οποία τείνει να αντικρούσει παραδεκτά γεγονότα. Όπως ενωρίτερα είδαμε, είναι παραδεκτό γεγονός ότι η Εναγόμενη συστάθηκε στις 20.4.05 και ότι ο Ενάγων ήταν μέτοχος στην Εναγόμενη από την σύστασή της μαζί με τον ιατρό Κρασσά, τον ΜΥ 2 και τον Tibor Ivanszky. Αλλά ούτε και ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι με το να αποκτήσει 300 μετοχές η προηγούμενη εταιρεία είχε μετατραπεί, προδήλως, εννοώντας ότι είχαν αλλάξει οι μέτοχοί της συνάδει με τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα. Υπό το φως των πιο πάνω ο τελευταίος ισχυρισμός καθώς και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6 και 7 δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία. Από την μαρτυρία του Ενάγοντα δεν μπορώ, επίσης, να δεχθώ τους ακόλουθους ισχυρισμούς: (α) ότι ο ιατρός Κρασσάς, ο ΜΥ 2 και ο Tibor Ivanzky πληρώνονταν από την Εναγόμενη για τις υπηρεσίες τους και (β) ότι το ποσό του δανείου των Λ.Κ.60.000,00 σεντ ή μέρος αυτού το εισέπραξαν ο ιατρός Κρασσάς και ο ΜΥ
  10. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Ενάγοντα δεν αποτελούν επαρκή για τα πιο πάνω ζητήματα μαρτυρία αφού αυτοί παρέμειναν στο επίπεδο του ισχυρισμού και μόνο. Ούτε δέχομαι τον ισχυρισμό που αναφέρεται στο Τεκμήριο Α, ότι η Εναγόμενη εισέπραξε τα ποσά που κόστιζαν οι εξετάσεις που ο Ενάγων διενήργησε. Κατά την αντεξέταση ο Ενάγων πρόβαλε, όπως ενωρίτερα αναφέρθηκε, μια διαφορετική θέση επί του προκειμένου ζητήματος. Θέση του ήταν ότι δεν γνώριζε αν τα πιο πάνω ποσά εισπράχθηκαν. Εκτός από τα σημεία εκείνα της μαρτυρίας του Ενάγοντα που δεν έγιναν αποδεκτά όλη η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Πρώτη μάρτυρας για την Υπεράσπιση κατέθεσε η Κάτια Παφίτη. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η μάρτυρας κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή της δήλωση (Τεκμήριο Β) σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Μετά την κατάθεση του Τεκμηρίου Β και στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 5 ως έγγραφο που ετοιμάσθηκε από την ίδια. Η μάρτυρας ανέφερε, επίσης, ότι η ημερομηνία που φέρει το πιο πάνω έγγραφο τέθηκε χειρόγραφα από την ίδια. Στην συνέχεια η μάρτυρας αντεξετάσθηκε από την ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα. Κρίνω ότι η μάρτυρας εκτός από ένα σημείο, με το οποίο θα ασχοληθώ πιο κάτω, είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου δέχομαι την μαρτυρία της συμπεριλαμβανομένου και του ισχυρισμού της ότι πριν την κατάρτιση των Τεκμηρίων 4 και 5 από την ίδια ρώτησε τον Ενάγοντα αν με την απαλλαγή του από την εγγύηση, την μεταβίβαση των μετοχών του και την επιστροφή σε αυτόν του ποσού των Λ.Κ.3.000 που είχε καταβάλει ο Ενάγων είχε οποιαδήποτε απαίτηση οποιασδήποτε μορφής και για οποιοδήποτε ποσό εναντίον της Εναγόμενης και αυτός της δήλωσε πως δεν είχε. Αυτό, άλλωστε, είναι που καταμαρτυρείται με το Τεκμήριο 5 το οποίο ο Ενάγων προσυπόγραψε. Επίσης, η μάρτυρας ήταν το πρόσωπο που υπό την ιδιότητα του δικηγόρου συνέταξε το Τεκμήριο 5 και λογικό ήταν να έλθει σε επαφή με τον Ενάγοντα, όπως υποστήριξε, για να μάθει την θέση του επί του προκειμένου ζητήματος προτού ο Ενάγων προσυπογράψει το πιο πάνω έγγραφο. Αναφορικά, όμως, με τον ισχυρισμό της, ο οποίος αναφέρεται στο Τεκμήριο Β, ότι γνώριζε ότι οι μέτοχοι είχαν συμφωνήσει ότι θα πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην Εναγόμενη χωρίς αμοιβή μέχρι να ξοφληθεί ο αξονικός τομογράφος έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Ενώ από το Τεκμήριο Β προκύπτει ότι η μάρτυρας είχε θετική γνώση για την πιο πάνω συμφωνία κατά την αντεξέταση διεφάνη ότι ο υπό συζήτηση ισχυρισμός της είναι εξ' ακοής, αφού ερωτηθείσα επί του προκειμένου από την ευπαίδευτη συνήγορο του Ενάγοντα υποστήριξε ότι αυτό ήταν ό,τι της είχε λεχθεί από τον Ενάγοντα, τον ΜΥ 2 και τον ιατρό Κρασσά ο οποίος είναι πεθερός της. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ευκρινώς ότι αναφορικά με τον υπό συζήτηση ισχυρισμό ελλείπει από την μάρτυρα η προσωπική γνώση. Δεν θα με απασχολήσει αν η μάρτυρας μετέφερε ορθά στο Δικαστήριο τα όσα της είχαν αναφερθεί επί του προκειμένου ή αν η πιο πάνω μαρτυρία της προωθήθηκε εκ του πονηρού. Καθότι η μεροληψία της μάρτυρος υπέρ της Εναγόμενης φαίνεται μόνο από το γεγονός ότι στο Τεκμήριο Β και ισχυριζόμενη η μάρτυρας ότι γνωρίζει την συμφωνία των μετόχων χωρίς να διευκρινίζει ότι η γνώση της αυτή δεν ήταν προσωπική αφήνει να νοηθεί ότι είχε προσωπική γνώση της συμφωνίας αυτής. Ένα άλλο σημείο που καταμαρτυρεί την μεροληψία της είναι ότι ενώ, αρχικά, υποστήριξε, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, ότι την συμφωνία των μετόχων την είχε πληροφορηθεί και από τον Ενάγοντα, σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης υποστήριξε ότι ουδέποτε ο Ενάγων της είχε αναφέρει ότι είχε συμφωνήσει με την Εναγόμενη ότι θα πρόσφερε τις υπηρεσίες του σε αυτήν χωρίς να αμείβεται μέχρι να ξοφληθεί ο τομογράφος. Σημειωτέον, ότι μέχρι την πιο πάνω απάντηση της μάρτυρος είχε προηγηθεί άλλη διαφορετική απάντηση της. Συγκεκριμένα στην ερώτηση αν ο Ενάγων είχε οποιοδήποτε λόγο να αναφέρει στην μάρτυρα την υπό της μάρτυρος ισχυριζόμενη συμφωνία του με την Εναγόμενη η μάρτυρας επέμεινε ότι ο Ενάγων της είχε αναφέρει κάτι τέτοιο αν και δήλωσε ότι δεν γνώριζε αν ο Ενάγων είχε λόγο να προβεί σε μια τέτοια δήλωση προς αυτήν. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν δέχομαι τον υπό συζήτηση ισχυρισμό της μάρτυρος. Αξίζει να σημειωθεί ότι επί του προκειμένου έγινε αποδεκτή, όπως ενωρίτερα είδαμε, η εκδοχή του Ενάγοντα σύμφωνα με την οποία ό,τι είχε συμφωνηθεί μεταξύ της Εναγόμενης και του Ενάγοντα ήταν ότι μέχρις ότου ο αξονικός τομογράφος ξοφληθεί κανείς εκ των μετόχων δεν θα δικαιούτο σε μέρισμα. Οι υπηρεσίες, όμως, των μετόχων προς την Εναγόμενη θα αμοίβονταν. Όσον αφορούσε τον ίδιο συμφωνήθηκε να λαμβάνει ποσοστό 25% από την κάθε εξέταση που θα διενεργούσε με τον τομογράφο. Από την μαρτυρία της μάρτυρος δεν δέχομαι, επίσης, ότι ο Ενάγων έγινε μέτοχος της Εναγόμενης μετά την σύσταση της και συγκεκριμένα στις 17.5.
  11. Πρόκειται περί ισχυρισμού ο οποίος δεν συνάδει με τα παραδεκτά γεγονότα. Εκτός από τα σημεία εκείνα από την μαρτυρία της μάρτυρος που δεν έγιναν αποδεκτά όλη η υπόλοιπη μαρτυρία της κρίνεται αποδεκτή. Δεύτερος μάρτυρας για την Υπεράσπιση κατέθεσε ο Κλείτος Ηροδότου, διευθυντής και μέτοχος της Εναγόμενης. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο Γ) σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Μετά την κατάθεση του Τεκμηρίου Γ και στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας έδωσε προφορική μαρτυρία και ακολούθως αντεξετάσθηκε από την ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο Ενάγων κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα: Πιστοποιητικό Εγγραφής της Εναγόμενης του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 20.4.05 - Τεκμήριο 9 Πιστοποιητικό Μετόχων της Εναγόμενης του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 21.4.05 - Τεκμήριο 10 Επιστολή του Ενάγοντα προς την Τράπεζα Κύπρου ημερομηνίας 25.1.06 - Τεκμήριο
  12. Με αυτήν δηλώνεται η επιθυμία του Ενάγοντα να αποσύρει την προσωπική του εγγύηση και να του επιστραφεί το ποσό των Λ.Κ.3.000,00 σεντ. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν ο μάρτυρας δεν με έπεισε ότι ήταν ειλικρινής και μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από την μαρτυρία του σχημάτισα έντονα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο όχι για να διαφωτίσει το Δικαστήριο ως προς την αλήθεια αλλά για να προστατεύσει τα οικονομικά συμφέροντα της Εναγόμενης της οποίας, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, είναι διευθυντής και μέτοχος. Ως εκ τούτου σε σχέση με ουσιώδη γεγονότα στην υπόθεση ο μάρτυρας δεν με έπεισε με την μαρτυρία του. Όπως ότι η Εναγόμενη καμία συμφωνία δεν έκανε με τον Ενάγοντα για πληρωμή σε αυτόν ποσοστού 25% επί της χρέωσης της κάθε εξέτασης που ο Ενάγων θα διενεργούσε με τον τομογράφο και ότι η συμφωνία διαλάμβανε μόνο ότι οι μέτοχοι θα εργάζονταν χωρίς αμοιβή μέχρι να ξοφληθεί ο τομογράφος. Προς ενίσχυση των ισχυρισμών του ο μάρτυρας δεν δίστασε να καταφύγει σε περαιτέρω αναλήθειες όπως ότι (α) οι υπηρεσίες του Ενάγοντα είχε συμφωνηθεί να περιορισθούν σε υπηρεσίες ακτινογράφου και χειριστή του τομογράφου και όχι ακτινολόγου και ότι (β) τις διαγνώσεις τις έκανε ο ιατρός Κρασσάς σε αντίθεση με την μαρτυρία του Ενάγοντα σύμφωνα με την οποία ο Ενάγων όχι μόνο εκτελούσε υπηρεσίες ακτινογράφου (χειριζόταν τον τομογράφο, έβαζε ενέσεις για να βγουν οι ακτινογραφίες και έβγαζε τις ακτινογραφίες) αλλά και ιατρού ακτινολόγου αφού λάμβανε το ιστορικό των ασθενών και προέβαινε σε γραπτές διαγνώσεις - εκθέσεις αναφορικά με όλες τις εξετάσεις που διενεργούσε τις οποίες, ακολούθως, παρέδιδε στον ιατρό Κρασσά ο οποίος αφού συμφωνούσε με αυτές τις υπέγραφε καθότι η επιχείρηση ήταν στο όνομά του και αυτόν γνώριζε ο κόσμος ως τον ιατρό ακτινολόγο της Εναγόμενης. Ήταν, επίσης, η θέση του μάρτυρα ότι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα περί συμφωνίας για αμοιβή του είναι παράλογος. Και αυτό γιατί αν ίσχυε κάτι τέτοιο ο Ενάγων θα είχε το 55% της Εναγόμενης ενώ η Εναγόμενη θα μπορούσε να τον είχε εργοδοτήσει επί καθημερινής βάσεως με πλήρες οκτάωρο και με μισθό που δεν θα ξεπερνούσε τις Λ.Κ.1.300,00 σεντ. Θεωρώ αδόκιμη την πιο πάνω θέση. Κατ' αρχή, το 55% της Εναγόμενης θα το είχε ο Ενάγων αν είχε το 55% των μετοχών της Εναγόμενης και όχι με το να έχει το 30% των μετοχών της Εναγόμενης και να πληρώνεται 25% επί της χρέωσης της κάθε εξέτασης που θα διενεργούσε με τον τομογράφο. Άλλο είναι το κέρδος από τις μετοχές και άλλο το κέρδος από την αμοιβή. Συμφωνώ με την θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Ενάγοντα ότι πρόκειται για ανόμοια ποσά. Κατά δεύτερο, ο μάρτυρας μιλά για ένα 30% ως εάν ο Ενάγων λάμβανε κέρδος από το ποσοστό των μετοχών του στην Εναγόμενη. Ο Ενάγων όχι μόνο μέχρι τον τερματισμό της συνεργασίας του με την Εναγόμενη δεν είχε αποκομίσει οποιοδήποτε κέρδος από τις μετοχές του αλλά ήταν αμφίβολο, όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε, πότε η Εναγόμενη θα έκανε κέρδος και αν ναι πόσο θα ήταν αυτό το κέρδος μετά την εξόφληση του τομογράφου. Στην παράγραφο 7 του Τεκμηρίου Γ προβάλλεται η θέση ότι η χρονική απασχόληση του Ενάγοντα κατά τους μήνες και την περίοδο για την οποία ο Ενάγων αξιώνει αμοιβή δεν δικαιολογεί τα αξιώμενα ποσά. Ανεξαρτήτως της αλήθειας του ισχυρισμού περί της χρονικής περιόδου για την οποία ο Ενάγων απασχολήθηκε κατά την πιο πάνω περίοδο αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι κανένας ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από τον μάρτυρα προς την κατεύθυνση ότι οι εξετάσεις που διενήργησε ο Ενάγων και που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 δεν θα μπορούσαν να είχαν διενεργηθεί εντός του χρόνου που ισχυρίζεται ο μάρτυρας. Ό,τι ο μάρτυρας ισχυρίσθηκε είναι ότι με βάση τις ώρες που απασχολήθηκε ο Ενάγων σύμφωνα με την μαρτυρία του τα αξιώμενα ποσά δεν δικαιολογούνται. Μπορεί από την μαρτυρία του μάρτυρα να προκύπτει ότι αυτός δεν γνωρίζει τι εξετάσεις διενήργησε ο Ενάγων, οι εξετάσεις, όμως, αυτές αναφέρονται ρητά στο Τεκμήριο 1 και το Τεκμήριο Α. Ο μάρτυρας ήταν, επομένως, σε θέση να αμφισβητήσει την μαρτυρία του Ενάγοντα σε σχέση με το θέμα της διενέργειας των πιο πάνω εξετάσεων αλλά και των ποσών που ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι δικαιούται στην βάση των πιο πάνω εξετάσεων. Τέτοια, όμως, αντίδραση δεν υπήρξε από μέρους του μάρτυρα. Ο μάρτυρας δεν αμφισβήτησε ούτε τα ποσά που αναγράφονται στο Τεκμήριο 1 αλλά ούτε και το ότι οι εξετάσεις που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 δεν μπορούσαν να διενεργηθούν εντός του επικαλούμενου υπό αυτού χρόνου. Σημειώνεται ότι ο Ενάγων υποστήριξε ότι μια εξέταση μπορούσε να διενεργηθεί και σε μισή ώρα. Ούτε και η Υπεράσπιση αμφισβήτησε την μαρτυρία του Ενάγοντα προς αυτή την κατεύθυνση κατά την αντεξέταση του. Κατά την αντεξέταση ούτε καν ρωτήθηκε ο Ενάγων πόσες ώρες σπατάλησε για κάθε εξέταση που αναφέρεται στο Τεκμήριο Α. Ρωτήθηκε γενικά πόσο διαρκούσαν οι εξετάσεις που διενεργούσε και η Υπεράσπιση περιορίσθηκε στην υποβολή ότι οι εξετάσεις αυτές δεν έγιναν. Από τα πιο πάνω καθίσταται έκδηλο ότι ο μάρτυρας δεν μιλά με απτά επιχειρήματα αλλά με γενικότητες που δεν ωφελούν. Επίσης, εκτός από το αδόκιμο επιχείρημα με τις ώρες ο μάρτυρας για να πείσει ότι οι τιμές που αναγράφονται στο Τεκμήριο Α είναι υπερβολικά ψηλές ανέφερε ότι όταν ο Ενάγων εργαζόταν στην Πολυκλινική Υγεία επί πλήρες οκτάωρο λάμβανε μισθό που δεν ξεπερνούσε τις Λ.Κ.1.500,00 σεντ τον μήνα. Διερωτώμαι ποια είναι η σκοπιμότητα αυτού του ισχυρισμού. Καμία απολύτως συσχέτιση δεν καταδείχθηκε να υπάρχει μεταξύ των τιμών των εξετάσεων που ο Ενάγων διενήργησε με τον τομογράφο και του μισθού του στην Πολυκλινική Υγεία. Θεωρώ ότι ο μάρτυρας με ατυχείς ισχυρισμούς προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του μάρτυρα περί του αριθμού των ημερών που σύμφωνα με τον μάρτυρα ο Ενάγων επισκέφθηκε τα γραφεία της Εναγόμενης για σκοπούς διενέργειας εξετάσεων συμπίπτει απόλυτα με τον αριθμό των ημερών που σύμφωνα με τον Ενάγοντα αυτός διενήργησε τις εξετάσεις που αναφέρονται στο Τεκμήριο Α, ήτοι 14 ημέρες τον Οκτώβριο, 12 ημέρες τον Νοέμβριο, 13 ημέρες τον Δεκέμβριο και 7 ημέρες τον Ιανουάριο. Για να πείσει το Δικαστήριο ότι η συμφωνία του 25% δεν έγινε ο μάρτυρας επικαλέσθηκε το Τεκμήριο 3 υποστηρίζοντας ότι με την πιο πάνω επιστολή ο Ενάγων «δεν ζητούσε κανένα άλλο αίτημα ή ποσό», προδήλως, εννοώντας ότι δεν απαιτούσε την καταβολή του 25%. Μα είναι προφανές από το εν λόγω τεκμήριο ότι το θέμα με το οποίο αυτό καταπιάνετο ήταν άλλο και όχι η συμφωνία για την καταβολή σε αυτόν του 25%. Με αυτό ο Ενάγων ζητούσε την διαγραφή του ονόματός του από μέτοχος της Εναγόμενης και δήλωνε την επιθυμία του να επιστρέψει τις μετοχές του και να απαλλαγεί από τις εγγυήσεις. Υπό το φως των πιο πάνω δεν θεωρώ επιλήψιμη την πιο πάνω επισήμανση του μάρτυρα ή το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 μαρτυρία ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του Ενάγοντα. Ούτε και δέχομαι ότι ο λόγος που ο μάρτυρας και ο ιατρός Κρασσάς δέχθηκαν να απαλλάξουν τον Ενάγοντα από την εγγύηση και να του επιστραφεί το ποσό των Λ.Κ.3.000 ήταν τα φιλάνθρωπα τους γι' αυτόν αισθήματα. Απλά τότε βρήκαν την ευκαιρία οι πιο πάνω αναφερόμενοι να βάλουν τον Ενάγοντα να υπογράψει το Τεκμήριο 5, το οποίο ο Ενάγων υπέγραψε και με το οποίο ο Ενάγων δήλωνε ότι δεν είχε καμία απαίτηση εναντίον της Εναγόμενης, ώστε να πετύχουν όπως η Εναγόμενη απαλλαγεί των ευθυνών της έναντι του, της υποχρέωσής της, δηλαδή, να καταβάλει στον Ενάγοντα το 25%. Ο μάρτυρας αναφέρει, επίσης, στο Τεκμήριο Γ ότι η Εναγόμενη συστάθηκε στις 20.4.05 με μετόχους τον ίδιο, τον ιατρό Κρασσά και τον Tibor Ivanszky. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του τούτου κατέθεσε το Τεκμήριο
  13. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν συνάδει με τα παραδεκτά γεγονότα σύμφωνα με τα οποία κατά την σύσταση της Εναγόμενης μέτοχοι ήταν τα τρία πιο πάνω πρόσωπα καθώς και ο Ενάγων. Ούτε και ο ισχυρισμός του ότι η απόφαση για την ίδρυση της Εναγόμενης ήταν του ιδίου, του ιατρού Κρασσά και του Tibor Ivanszky συνάδει με τα παραδεκτά γεγονότα. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης η απόφαση για την σύσταση της Εναγόμενης ήταν και του Ενάγοντα, ισχυρισμός ο οποίος είναι παραδεκτός με την Υπεράσπιση. Στο Τεκμήριο Γ αναφέρεται, επίσης, ότι τον Μάϊο του 2005 ο Ενάγων έγινε μέτοχος της Εναγόμενης κατόπιν μεταβίβασης σε αυτόν του 15% των μετοχών του μάρτυρα και του ιατρού Κρασσά. Ούτε αυτός ο ισχυρισμός συνάδει με τα παραδεκτά γεγονότα. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης ο Ενάγων ήταν μέτοχος της Εναγόμενης από της σύστασής της. Ο ισχυρισμός αυτός είναι παραδεκτός με την Υπεράσπιση. Αφ' ης στιγμής οι πιο πάνω ισχυρισμοί αντιβαίνουν των παραδεκτών γεγονότων δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Για τον ίδιο λόγο ούτε και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 μπορεί να γίνει αποδεκτό. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως ο μάρτυρας δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Γι' αυτό και δεν δέχομαι την μαρτυρία του. Με την Υπεράσπισή της η Εναγόμενη προβάλλει την θέση ότι η απαίτηση του Ενάγοντα είναι εκ των υστέρων σκέψη του. Και αυτό γιατί κατά την συμφωνία απαλλαγής του «... από κάθε εγγύηση ο Ενάγων υπέγραψε σχετική δήλωση ότι δεν έχει καμία απαίτηση οποιασδήποτε μορφής κατά αυτής νοουμένου ότι θα του επέστρεφαν τις Λ.Κ.3.000= και θα τον απάλλασσαν από κάθε εγγύηση είχε. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων συνεφώνησε και υπέγραψε την ως άνω δήλωση αφού δεν είχε καμία άλλη απαίτηση εναντίον της». Με βάση την αξιολόγηση στην οποία προέβηκα έχω αποδεχθεί και αποτελεί εύρημά μου, μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγων συμφώνησε με την Εναγόμενη να του καταβάλλεται ποσοστό 25% επί της χρέωσης της κάθε εξέτασης που διενεργούσε με τον τομογράφο. Έχω, επίσης, αποδεχθεί και αποτελούν ευρήματά μου τα ποσά που κόστισαν οι πιο πάνω εξετάσεις καθώς και το ποσό στο οποίο με βάση τα πιο πάνω ποσά και την συμφωνία του Ενάγοντα με την Εναγόμενη ανέρχεται η αμοιβή του Ενάγοντα δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας. Το ερώτημα που τίθεται επί τάπητος είναι αν ο Ενάγων δικαιούται στα πιο πάνω ποσά. Για να απαντηθεί το πιο πάνω ερώτημα κρίνω ότι είναι απαραίτητο να εξετασθούν οι νομικές συνέπειες του Τεκμηρίου
  14. Καθοδηγητική είναι η υπόθεση Γιώργος Χ΄΄Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολιτική Έφεση 38/09, ημερομηνίας 22.5.
  15. Στην πιο πάνω υπόθεση ο εφεσείων ήταν εργοδοτούμενος των εφεσιβλήτων και με βάση δημοσίευμα των εφεσίβλητων στην εφημερίδα «Πολίτης» καταχώρησε εναντίον τους αγωγή διεκδικώντας αποζημιώσεις. Εν τω μεταξύ το 2005 ο εφεσείων αποχώρησε από την εργοδότηση των εφεσιβλήτων ως πλεονάζον προσωπικό και ύστερα από την καταβολή χαριστικής αποζημίωσης από τους εφεσίβλητους. Μετά την καταχώρηση της πιο πάνω αγωγής ο εφεσείων υπέγραψε έγγραφα απαλλαγής με τα οποία αποδέχθηκε ότι με την καταβολή κάποιων ποσών οι εφεσίβλητοι αποδεσμεύονταν και απαλλάσσονταν τελεσίδικα από οποιαδήποτε χρηματικά ποσά και/ή αγωγές και/ή δικαστικές και/ή άλλες διαδικασίες και/ή διεκδικήσεις οποιασδήποτε φύσης και/ή μορφής που ο εφεσείων είχε, έχει ή δυνατό να είχε καθ' οιονδήποτε χρόνο προηγουμένως εναντίον των εφεσίβλητων για και/ή λόγω και/ή σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, αιτία, υπόθεση ή οτιδήποτε πράγμα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού εξέτασε κατά πόσο ο εφεσείων δεσμευόταν από το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, απέρριψε την αγωγή. Κατέληξε ότι εμποδιζόταν λόγω κωλύματος εκ δηλώσεως σε έγγραφο (estoppel by deed). Σημειώνεται ότι το κώλυμα εκ δηλώσεως είναι κανόνας απόδειξης ο οποίος θεμελιώνεται με βάση την αρχή ότι σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και επομένως ως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούει. Ο εφεσείων υποστήριξε κατ' έφεση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι εμποδιζόταν ή κωλύετο να προωθήσει την αγωγή του, αφού το λεκτικό των συγκεκριμένων εγγράφων ήταν ρητό και ο ίδιος δεν είχε απεμπολήσει οποιαδήποτε δικαιώματα εναντίον των εφεσιβλήτων. Ισχυρίσθηκε, ακόμα, ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα είχαν σχέση μόνο με την αποζημίωση την οποία εδικαιούτο λόγω της απόλυσής του, ενώ εσφαλμένα δεν είχε ληφθεί υπόψη ότι σε μερικά άλλα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια είχε αναγράψει την φράση «άνευ βλάβης των δικαιωμάτων». Περαιτέρω σχολίασε το γεγονός ότι αφ' ης στιγμής το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αποδεχθεί την μαρτυρία του ως αξιόπιστη, εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί του δεν αφορούσαν μόνο στην αφυπηρέτηση. Υπογράμμισε, επίσης, ότι τα ίδια έγγραφα είχαν υπογραφεί από όλους τους συναδέλφους του οι οποίοι απολύθηκαν την ίδια περίοδο ως πλεονάζον προσωπικό. Τα είχε υπογράψει αφού θεώρησε ότι η απαλλαγή αφορούσε τον τερματισμό των υπηρεσιών του λόγω πλεονασμού χωρίς να τα συνδέσει με οτιδήποτε άλλο πλην της απόλυσής του, πολύ δε μάλιστα με την αγωγή του. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Ο λόγος έφεσης θα πρέπει να απορριφθεί. Το συγκεκριμένο έγγραφο επί του οποίου το πρωτόδικο δικαστήριο βασίστηκε για να καταλήξει σε συμπέρασμα κωλύματος εκ δηλώσεως, έχει υπογραφεί από τον εφεσείοντα και φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη της καταχώρησης της αγωγής που αποτελεί τη βάση της παρούσας διαδικασίας. Το λεκτικό του εγγράφου είναι σαφές και αναφέρεται σε απαλλαγή και τελεσίδικη αποδέσμευση των εφεσιβλήτων από οποιαδήποτε χρηματικά ποσά ή αγωγές ή δικαστικές ή άλλες διαδικασίες και διεκδικήσεις οποιασδήποτε φύσης, που ο εφεσείων είχε ή δυνατόν να είχε σε οποιονδήποτε χρόνο προηγουμένως, εναντίον της εταιρείας και λόγω ή σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, αιτία ή υπόθεση, μέχρι και της ημερομηνίας του εγγράφου. Θεωρούμε ότι η υπογραφείσα δήλωση είναι τόσο σαφής που δεν αφήνει οποιαδήποτε περιθώρια αμφισβήτησής της. Υπογράφηκε χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη εκ μέρους του εφεσείοντα, σε αντίθεση με τα έγγραφα απαλλαγής που υπέγραψε στις 28.4.
  16. ΄Ετσι ο εφεσείων κωλύεται να προωθήσει την παρούσα διαδικασία, αφού έχει απεμπολήσει ή έχει παραιτηθεί οποιουδήποτε δικαιώματος σε προώθησή της. Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του. Ο κανόνας του νόμου της απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182). Το όλο θέμα δεν έχει σχέση με την αξιοπιστία του εφεσείοντα, αλλά με την αδυναμία του να προωθήσει την αγωγή του λόγω κωλύματος. Δεν ενδιαφέρουν οι προθέσεις του, ούτε και οι συλλογισμοί που ακολούθησε πριν υπογράψει. Γεγονός παραμένει η υπογραφή της δήλωσης απαλλαγής «σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, αιτία, υπόθεση ή οτιδήποτε πράγμα, μέχρι και συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας του παρόντος». Ο εφεσείων έφερε το βάρος απόδειξης ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν τον δεσμεύουν και δεν αφορούσαν την παρούσα αγωγή, αφού δημιουργείται τεκμήριο δέσμευσης το οποίο θα έπρεπε να είχε ανατρέψει. Οι ισχυρισμοί του ότι τα έγγραφα απαλλαγής που υπογράφηκαν, αφορούσαν μόνο την πρόωρη αφυπηρέτησή του και το Ταμείο Προνοίας, δεν υποστηρίζεται και ουδόλως βρίσκει έρεισμα στο λεκτικό των υπό εξέταση εγγράφων. Αντίθετα, γίνεται σαφής αναφορά σε οποιαδήποτε διαφορά οποιασδήποτε φύσης, καθώς και σε δικαστικές ή άλλες διαδικασίες, χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη δικαιωμάτων». Υπό το φως των πιο πάνω η έφεση απορρίφθηκε. Ο Ενάγων με το Τεκμήριο 5 δηλώνει ότι νοουμένου ότι απαλλαγεί από όλες τις εγγυήσεις που υπέγραψε για την Εναγόμενη και το ποσό των Λ.Κ.3.000 που κατέθεσε στην Τράπεζα για την Εναγόμενη επιστραφεί σε αυτόν δεν θα έχει απαίτηση οποιασδήποτε μορφής εναντίον της Εναγόμενης. Θεωρώ ότι το πιο πάνω λεκτικό είναι τόσο σαφές που δεν μπορεί να επιδέχεται της ερμηνείας που ισχυρίζεται η πλευρά του Ενάγοντα, ότι, δηλαδή, αυτό αναφέρεται σε απαιτήσεις του Ενάγοντα υπό την ιδιότητά του ως μετόχου της Εναγόμενης και δεν καλύπτει απαιτήσεις του για υπηρεσίες που προσέφερε σε αυτήν. Το συγκεκριμένο έγγραφο υπεγράφη από τον Ενάγοντα και οι προϋποθέσεις για την ενεργοποίησή του ικανοποιήθηκαν. Ο Ενάγων απαλλάγηκε από την εγγύηση που υπέγραψε για την Εναγόμενη και το ποσό των Λ.Κ.3.000 που κατέθεσε για την Εναγόμενη επιστράφηκε σε αυτόν. Το λεκτικό του δεν αφήνει οποιαδήποτε περιθώρια αμφισβήτησής του. Αναφέρεται σε απαλλαγή και αποδέσμευση της Εναγόμενης από απαίτηση του Ενάγοντα οποιασδήποτε μορφής (claim whatsoever) εναντίον της Εναγόμενης. Υπεγράφη από τον Ενάγοντα χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη εκ μέρους του και το αποτέλεσμα του είναι ότι ο Ενάγων κωλύεται να προωθήσει την παρούσα διαδικασία αφού με το πιο πάνω έγγραφο έχει παραιτηθεί οποιουδήποτε δικαιώματος σε προώθησή της. Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Γιώργος Χ΄΄Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολιτική Έφεση 38/09, ημερομηνίας 22.5.12, που πιο πάνω μνημονεύεται, το όλο ζήτημα δεν έχει να κάνει με την αξιοπιστία του Ενάγοντα αλλά με την αδυναμία του να προωθήσει την αγωγή του λόγω κωλύματος. Δεν ενδιαφέρουν ούτε οι προθέσεις του, ούτε οι συλλογισμοί που ακολούθησε ή πώς ερμήνευσε το έγγραφο ή τι νομική συμβουλή έλαβε προτού το υπογράψει. Αυτό που έχει σημασία είναι η υπογραφή από μέρους του δήλωσης ότι απαλλάσσει την Εναγόμενη από οποιαδήποτε απαίτηση του. Ο ισχυρισμός του ότι η απαλλαγή της Εναγόμενης αφορά μόνο τις απαιτήσεις του υπό την ιδιότητά του ως μέτοχος της Εναγόμενης δεν βρίσκει έρεισμα στο λεκτικό του πιο πάνω εγγράφου. Τουναντίον, στο εν λόγω έγγραφο γίνεται σαφής αναφορά σε οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της Εναγόμενης. Το εν λόγω έγγραφο δημιουργεί τεκμήριο δέσμευσης του Ενάγοντα. Το βάρος ανατροπής του πιο πάνω τεκμηρίου είναι στους ώμους του Ενάγοντα. Ο Ενάγων δεν κατάφερε, όμως, να αποσείσει το βάρος αυτό. Υπό το φως των πιο πάνω η αγωγή του είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Κώλυμα εκ δηλώσεως σε έγγραφο (estoppel by deed) Subject: Civil / Other Actions / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.