← Κύπρος

ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Δημήτρη Ζαφειρόπουλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1007/2012, 15/3/2013

ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Δημήτρη Ζαφειρόπουλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1007/2012, 15/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1007/2012 Μεταξύ: ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λεμεσό Εναγόντων και

  1. Δημήτρη Ζαφειρόπουλου, από τη Λεμεσό
  2. Ευτυχίας Ζαφειρόπουλου, από τη Λεμεσό
  3. Παναγιώτη Πιερίδη, από τη Λεμεσό Εναγόμενων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 31.5.2012 για αναστολή της διαδικασίας Ημερομηνία: 15.3.2013 Εμφανίσεις: Για εναγόμενους 1, 2 και 3-αιτητές: κ. Αλ. Τσιρίδης Για ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση: κ. Μαστορούδης (για ν' ακούσει απόφαση κ. Σ. Νεοκλέους) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Βάση της αγωγής των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και 3 σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των πρώτων αποτελεί το συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 6.9.2007, δυνάμει του οποίου οι εναγόμενοι 1 και 2 ανάθεσαν στους ενάγοντες την ανέγερση μίας κατοικίας στη Λεμεσό, έναντι του συνολικού ποσού των €211.866,57 (£124.000,00). Δυνάμει του ίδιου εγγράφου, ο εναγόμενος 3 διορίστηκε ως αρχιτέκτονας και/ή επιβλέπων του επίδικου έργου. Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των τριών εναγόμενων είναι για το συνολικό ποσό των €7.786,08, πλέον Φ.Π.Α., ως ακολούθως: (α) Για το ποσό των €5.296,66, πλέον Φ.Π.Α., ως κρατήσεις, το οποίο θα έπρεπε να είχε καταβληθεί στους ενάγοντες 12 μήνες μετά την παράδοση του επίδικου έργου. (β) Για το ποσό των €1.846,99, πλέον Φ.Π.Α., για εκτελεσθείσες εργασίες. (γ) Για το ποσό των €642,43, πλέον Φ.Π.Α., για την κατασκευή και/ή τοποθέτηση ψευδόκασιων. Αποτελεί θέση των εναγόντων ότι ο εναγόμενος 3, εντελώς αδικαιολόγητα και κατά παράβαση των καθηκόντων του αρνείται και/ή παραλείπει να εκδώσει το διατακτικό πληρωμής για τα παραπάνω ποσά και/ή να εκδώσει τελικό πιστοποιητικό παραλαβής του επίδικου έργου, με αποτέλεσμα, τα προαναφερόμενα ποσά να οφείλονται ακόμη από τους εναγόμενους 1 και
  4. Συνεπώς ευθύνεται προσωπικά και ο ίδιος για την καταβολή τους. Οι εναγόμενοι, στις 28.3.2012 καταχώρησαν εμφάνιση στην αγωγή και στις 31.5.2012 την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν: «
  5. Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως η διαδικασία στην παρούσα αγωγή ανασταλεί επ' αόριστο ή για τέτοιο χρόνο και υπό τέτοιους όρους ως το δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο.
  6. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία ήθελε διατάξει το Δικαστήριο.
  7. Έξοδα και Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρώου 10244227G)» Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3, 7, 8 και 9, στις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της εναγόμενης 2 και στο φάκελο της υπόθεσης. Οι βασικές θέσεις των εναγόμενων, όπως απορρέουν από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της εναγόμενης 2 είναι οι εξής: Οι εναγόμενοι ζητούν όπως ανασταλεί η παρούσα αγωγή για το λόγο ότι επιδιώκει την επίλυση αμφισβήτησης ή διαφοράς, η οποία, βάσει του όρου 36 της επίδικης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, πρέπει να επιλυθεί με τη διαδικασία της διαιτησίας. Ο προαναφερθείς όρος προβλέπει ρητά ότι αν προκύψει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ του αρχιτέκτονα και του εργολάβου ή του εργολάβου και του εργοδότη ή και του αρχιτέκτονα (είτε ενεργούντος από μέρους του εργοδότη είτε άλλως πως) τότε, το θέμα θα παραπέμπεται εγγράφως στον αρχιτέκτονα και σε περίπτωση διαφωνίας με την απόφαση, θα παραπέμπεται σε διαιτησία, με βάση τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.
  8. Επί του προκειμένου, με βάση τους ορισμούς της επίδικης συμφωνίας, ο ενάγοντας είναι ο εργολάβος, οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι από ο εργοδότης από κοινού και ο εναγόμενος 3 ο αρχιτέκτονας. Η διαφορά μεταξύ των διαδίκων αφορά διαφορά που απορρέει από την επίδικη συμφωνία, αφού οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δικαιούνται σε πληρωμές για εκτελεσθείσες εργασίες με βάση την εν λόγω συμφωνία και ο εναγόμενος 3 έπρεπε να εκδώσει πιστοποιητικό παραλαβής. Από την άλλη αποτελεί θέση των εναγόμενων, ότι, ανεξάρτητα από την άρνησή τους ότι οφείλουν τα ποσά που αξιώνουν εναντίον τους οι ενάγοντες, οι τελευταίοι, ως εργολάβος του έργου έχουν προβεί σε σειρά κακοτεχνιών και λανθασμένων οικοδομικών εργασιών (λεπτομέρειες των οποίων παρατίθενται στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης της εναγόμενης 2). Οι αποζημιώσεις για τις εν λόγω κακοτεχνίες μπορούν να συμψηφιστούν πάνω σε οποιεσδήποτε απαιτήσεις των εναγόντων. Όπως αναφέρει στην παράγραφο 16 της δήλωσής της η εναγόμενη 2: «Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 παραμένουν πρόθυμοι και έτοιμοι να κάνουν όλα τα απαιτούμενα διαβήματα για την παραπομπή του ζητήματος σε διαιτησία για να επιλυθεί το ζήτημα.» Οι ενάγοντες, στις 29.11.2012 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται στους ακόλουθους δύο λόγους: «
  9. Η αξίωση των Εναγόντων, όπως διατυπώνεται στην παρούσα αγωγή, δεν αποτελεί «διαφορά» (dispute) μεταξύ των συμβληθέντων, με την έννοια της ρήτρας διαιτησίας, ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της εν λόγω ρήτρας.
  10. Η ρήτρα διαιτησίας είναι γενική, ασαφής και αόριστη γιατί δεν προβλέπει τον τόπο διεξαγωγής της διαιτησίας και, συνεπώς, είναι άκυρη και /ή ανεφάρμοστη.» Η ένσταση βασίζεται στο άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.6 Θ.Θ.1, 2 και 4, Δ.48 Θ.Θ.4, 7, 8 και 9, στη νομολογία και στις εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η ένσταση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόντων Γεώργιου Σαββίδη, ημερομηνίας 29.11.
  11. Οι κύριες θέσεις των εναγόντων που απορρέουν από το περιεχόμενο της παραπάνω ένορκης δήλωσης είναι οι εξής: Η απαίτησή τους, όπως διατυπώνεται στην αγωγή, δεν αποτελεί «διαφορά» μεταξύ τω διαδίκων, με την έννοια της ρήτρας διαιτησίας που περιέχεται στον όρο 36 της επίδικης συμφωνίας, ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της εν λόγω ρήτρας. Για να υπάρχει διαφορά που να καλύπτεται από τις πρόνοιες της ρήτρας διαιτησίας, αυτή πρέπει να αφορά είτε στα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την ευθύνη ή την υποχρέωση, είτε στις νομικές επιπτώσεις των εν λόγω γεγονότων, κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωση της απαίτησης των εναγόντων στην παρούσα αγωγή. Οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι οφείλουν το ποσό που αξιώνουν από αυτούς οι ενάγοντες, οι οποίοι - ενάγοντες - αρνούνται ότι προέβηκαν σε κακοτεχνίες και σε λανθασμένες οικοδομικές εργασίες επί του επίδικου έργου. Οι ισχυρισμοί των εναγόμενων για κακοτεχνίες, προστίθεται, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αποτελούν μόνο προφάσεις, προκειμένου να αποφύγουν την καταβολή του ποσού που οφείλουν στους ενάγοντες για τις εκτελεσθείσες από αυτούς εργασίες. Εν πάση περιπτώσει, οι ισχυρισμοί τω εναγόμενων για κακοτεχνίες, σε καμιά περίπτωση μπορούν να αποτελέσουν λόγο για αναστολή της διαδικασίας, καθότι, το κριτήριο είναι αν η απαίτηση των εναγόντων στην αγωγή αποτελεί διαφορά με βάση τη ρήτρα διαιτησίας και όχι οποιαδήποτε άλλη απαίτηση, όπως η απαίτηση των εναγόμενων. Επισημαίνεται ότι η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων, ενώ, ενώπιόν μου βρίσκονται και οι γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο τω εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Η ουσία της αίτησης εδράζεται στο άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, το οποίο προνοεί ότι: «Αν οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος σε συνυποσχετικό ή οποιοδήποτε πρόσωπο που προβάλλει αξίωση μέσω του ή βάσει οδηγιών του, αρχίζει οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου κατά οποιουδήποτε άλλου προσώπου που είναι συμβαλλόμενος στο συνυποσχετικό ή κατά οποιουδήποτε προσώπου που προβάλλει αξίωση μέσω ή βάσει οδηγιών του, αναφορικά με οποιοδήποτε από τα θέματα που συμφωνήθηκε να παραπεμφθούν σε διαιτησία, τότε οποιοσδήποτε από τους διαδίκους στην εν λόγω διαδικασία δύναται οποτεδήποτε μετά την εμφάνιση, και πριν παραδώσει οποιεσδήποτε γραπτές προτάσεις ή προβεί σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας, να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας αν ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί τη μη παραπομπή του θέματος σε διαιτησία σύμφωνα με το συνυποσχετικό και ότι ο αιτητής ήταν, όταν άρχισε η διαδικασία, και εξακολουθεί να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε το αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαδικασίας». Το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με τη συνδρομή των ακόλουθων προϋποθέσεων: (α) να υπάρχει έγκυρη συμφωνία για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. (β) να έχει αρχίσει διαδικασία στο Δικαστήριο. (γ) η διαδικασία να έχει αρχίσει από συμβαλλόμενο στη σύμβαση διαιτησίας ή από πρόσωπο που αξιώνει μέσω ή κάτω από αυτό εναντίον του αντισυμβαλλόμενου ή εναντίον προσώπου που αξιώνει μέσω ή κάτω από αυτό. (δ) η δικαστική διαδικασία να αναφέρεται σε διαφορά η οποία να συμφωνήθηκε ότι θα παραπεμφθεί σε διαιτησία. (ε) η αίτηση για αναστολή να γίνεται από διάδικο στη δικαστική διαδικασία. (στ) η αίτηση να γίνεται μετά την καταχώρηση εμφάνισης και προτού ο αιτητής παραδώσει οποιοδήποτε δικόγραφο ή προβεί σε οποιοδήποτε άλλο διάβημα στη διαδικασία και, (ζ) ο διάδικος που ζητά την αναστολή της δικαστικής διαδικασίας να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε είναι αναγκαίο για την ορθή διεξαγωγή της διαιτησίας (βλ. Russell on Arbitration, 20th pp. 163-178, Βulfracht v. Third World Steel Company Ltd

(1993)1 A.A.Δ. 148 και σωρεία άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις οποίες υιοθετούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις). «συνυποσχετικό» σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου, Κεφ. 4: «σημαίνει γραπτή συμφωνία για την υποβολή υφιστάμενων ή μελλοντικών διαφορών σε διαιτησία, είτε ο διαιτητής κατονομάζεται σ' αυτή είτε όχι.» Ο όρος 36 της επίδικης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, υπό τον τίτλο «Διακανονισμός Διαφορών» - βλ. το τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της εναγόμενης 2 - για ό, τι μας αφορά προνοεί τ' ακόλουθα: «36.02.Αν προκύψει οποιαδήποτε διαφορά, μεταξύ του Α/ΠΜ και του Εργολάβου ή του Εργολάβου και του Εργοδότη ή και του Α/ΠΜ (είτε ενεργούντος από μέρους του Εργοδότη είτε άλλως πως) είτε μεταξύ οποιουδήποτε από αυτούς και οποιουδήποτε ή οποιωνδήποτε άλλων σχετικά με ή που απορρέει από το Συμβόλαιο και/ή από την εκτέλεση των εργασιών και είτε στη διάρκεια της εκτέλεσης των εργασιών ή μετά την συμπλήρωση των εργασιών και είτε πριν είτε μετά την ακύρωση ή τερματισμό του Συμβολαίου, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε διαφοράς σχετικά με οποιαδήποτε γνωμοδότηση, οδηγία, απόφαση, εκτίμηση, έκδοση πιστοποιητικού ή περιεχόμενου πιστοποιητικού του Α/ΠΜ, τότε, το θέμα της διαφοράς θα αναφέρεται καταρχή στον Α/ΠΜ, εγγράφως και με ρητή αναφορά ότι η υποβολή της διαφοράς γίνεται σύμφωνα με τις πρόνοιες αυτού του άρθρου, με αντίγραφο στο άλλο μέρος, για επίλυση με έκδοση «Απόφασης του Α/ΠΜ». .................................. 36.
  1. Ο Α/ΠΜ υποχρεούται μέσα σε 30 μέρες μετά την ημερομηνία έγγραφης αναφοράς μιας τέτοιας διαφοράς, να εκδώσει την Απόφαση του και να την κοινοποιήσει τόσο στον Εργολάβο όσο και στον Εργοδότη. Η τέτοια Απόφαση του Α/ΠΜ πρέπει ρητά να αναφέρει ότι πρόκειται για Απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με τις πρόνοιες αυτού του άρθρου, διαφορετικά δεν θα θεωρείται ως Απόφαση κάτω από αυτό το άρθρο ούτε θα έχει τα νομικά αποτελέσματα που συνάπτονται σε Απόφαση Α/ΠΜ κάτω από αυτό το άρθρο ούτε θα ισχύουν οι χρονικές προθεσμίες που αναφέρονται πιο κάτω. 36.
  2. Αν μέσα σε περίοδο 30 ημερών, ο Α/ΠΜ δεν εκδώσει την αιτούμενη Απόφαση του πάνω στη Διαφορά ή αν, αφού εκδοθεί η Απόφαση, είτε ο Εργοδότης είτε ο Εργολάβος δεν είναι ικανοποιημένοι από την Απόφαση, στο σύνολο ή μέρος της, τότε, μέσα σε πρόσθετες 30 μέρες, είτε από την αναφορά της διαφοράς, αν ο Α/ΠΜ δεν έχει εκδώσει Απόφαση, ή από την έκδοση της Απόφασης αν η Απόφαση δεν είναι ικανοποιητική, τότε το ενδιαφερόμενο μέρος θα δώσει έγγραφη ειδοποίηση στο άλλο μέρος με την οποία να αξιώνει την παραπομπή της διαφοράς σε Διαιτησία. .................................. 36.
  3. Σε περίπτωση άρνησης ή αμέλειας του άλλου μέρους να ορίσει το δικό του Διαιτητή, μέσα σε 8 μέρες μετά από ειδοποίηση όπως αναφέρεται πιο πάνω, θα ισχύουν οι πρόνοιες του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.
  4. .................................. 36.
  5. Εκτός αν άλλως πως ρητά προνοείται σε αυτό το άρθρο, για κάθε θέμα διαδικασίας ή σχετικά με τη διεξαγωγή της Διαιτησίας, περιλαμβανομένων του νομικού αποτελέσματος και εκτέλεσης της απόφασης της Διαιτησίας, θα ισχύουν όλες οι πρόνοιες του Περί Διαιτησίας Νόμου». Παρατηρώ τα εξής: Δεν αμφισβητείται και έχει αποδειχθεί από την ενώπιόν μου μαρτυρία καθώς και από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, ότι πέντε από τις προαναφερθείσες για αναστολή της διαδικασίας προϋποθέσεις (οι υπό (β), (γ), (ε), (στ) και (ζ), ανωτέρω,) ικανοποιούνται. Ό, τι απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ικανοποιούνται και οι άλλες δύο προϋποθέσεις, για τις οποίες, οι θέσεις μεταξύ των δύο πλευρών διίστανται. Ισχυρίζονται οι ενάγοντες με το δεύτερο λόγο ένστασης, ότι η ρήτρα διαιτησίας είναι γενική, ασαφής και αόριστη, γιατί δεν προβλέπει τον τόπο διεξαγωγής της διαιτησίας, συνεπώς είναι άκυρη και/ή ανεφάρμοστη. Μάλιστα, για σκοπούς θεμελίωσης του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, ο ευπαίδετος δικηγόρος τους, με παρέπεμψε στην υπόθεση Οterom Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 1081, σύμφωνα με την οποία, όπως εισηγείται, για να είναι έγκυρη μία ρήτρα διαιτησίας, θα πρέπει με αυτή, μεταξύ άλλων, να συγκεκριμενοποιείται ο τόπος στον οποίο θα λάμβανε χώρα η διαιτησία. Δε συμφωνώ με τους ενάγοντες ότι το απόσπασμα που επικαλούνται από την παραπάνω απόφαση, μπορεί να τύχει εφαρμογής στην περίπτωσή μας, αφού ο λόγος της ήταν διαφορετικός. Σ' εκείνη την υπόθεση κρίθηκε ότι οι πρόνοιες της ρήτρας διαιτησίας ήταν ασαφείς, αόριστες και γενικές, υπό την έννοια ότι δε συγκεκριμενοποιείτο σ' αυτές ή στο υπόλοιπο μέρος της συμφωνίας, η χώρα ή ο τόπος στον οποίο θα λάμβανε χώρα η διαιτησία, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει έγκυρη συμφωνία για παραπομπή της οποιασδήποτε αμφισβήτησης σε διαιτησία. Στην περίπτωσή μας, μπορεί να μην αναφέρεται στη σχετική ρήτρα διαιτησίας ότι αυτή θα διεξαχθεί στην Κύπρο καθώς και σε ποιο μέρος της Κύπρου θα διεξαχθεί, ωστόσο, δεν μπορεί να ισχυριστεί στα σοβαρά οποιοσδήποτε των συμβαλλομένων στην επίδικη σύμβαση, ότι κατά την υπογραφή της, υπήρχε ίχνος αμφιβολίας μεταξύ τους, ότι σε περίπτωση παραπομπής των μεταξύ τους διαφορών σε διαιτησία, χώρα διεξαγωγής θα ήταν η Κύπρος. Σ' αυτό συνηγορούν και τα εξής: Προκύπτει από το περιεχόμενου του επίδικου εγγράφου/συμφωνίας, ημερομηνίας 6.9.2007, ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι/διάδικοι, περιλαμβανομένου του αρχιτέκτονα του έργου είναι από τη Λεμεσό. Το επίδικο έργο βρίσκεται στη Λεμεσό, ενώ ο όρος 36 της εν λόγω συμφωνίας που διαλαμβάνει καθετί σχετικό με την επίλυση των διαφορών μεταξύ των διαδίκων και προνοεί για την παραπομπή τους σε διαιτησία είναι σαφές, ότι, για κάθε θέμα διαδικασίας ή σχετικά με τη διεξαγωγή της διαιτησίας, περιλαμβανομένου και του νομικού αποτελέσματος και της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης, ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο, παραπέμπει ευθέως στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4 (βλ. τον όρο 36.11). Με τα παραπάνω δεδομένα, η διαιτησία, επί του προκειμένου, θα διεξαχθεί στην Κύπρο. Το γεγονός δε ότι στη σχετική ρήτρα δεν προσδιορίζεται σε ποιο μέρος της Κύπρου θα διεξαχθεί, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να επηρεάσει το κύρος της ρήτρας και τούτο γιατί, σ' οποιοδήποτε μέρος της Κύπρου και να λάβει χώρα η διαιτησία, η ουσία είναι ότι το εφαρμοστέο δίκαιο θα είναι το ίδιο. Ακολουθεί ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Και ο πρώτος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Ακολουθεί το σκεπτικό: Σύμφωνα με την Oterom (ανωτέρω): «Το γεγονός ότι οι πρόνοιες της ρήτρας διαιτησίας καλύπτουν "οποιαδήποτε διαφορά", δεν εξυπακούει κατ' ανάγκη ότι οποιαδήποτε αξίωση, έστω και αν αυτή πηγάζει από τη μη τήρηση των όρων της συμφωνίας, συνιστά και "διαφορά" η οποία να καλύπτεται από τις πρόνοιες της ρήτρας διαιτησίας. Για να υπάρχει "διαφορά" αυτή πρέπει να αφορά είτε στα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την ευθύνη, ή την υποχρέωση, είτε στις νομικές επιπτώσεις των εν λόγω γεγονότων. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Πική, Δ. (όπως ήταν τότε) στην Tradax ν. Gueensea Marine Co
(1986)1 CLR 559, στις σ. 562-563, είναι απόλυτα σχετικό: "A dispute presupposes disagreement about facts relevant to liability of the parties or the implications of such facts in law...... The object of arbitration is not to provide a substitute for the coercive powers of the Court to order the discharge of contractual or other obligations. Arbitration is merely an alternative forum for the elucidation of the parties. In this case, no question ever arose between the parties about the liabilities of the defendants nor is presently a dispute pending between them. In the absence of a dispute the arbitration clause was inapplicable and the right of the plaintiffs to have recourse to the Court cannot be suspended or defeated by reference thereto."» Τα παραπάνω, θα πρέπει να ιδωθούν σε συνάρτηση και μ' όσα ακολουθούν, από την απόφαση στην υπόθεση Steamer Shipping Co Ltd v. Sibyl Trading & Shipping Ltd κ.ά.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ.1069, στην οποία παραπέμπει η προηγούμενη απόφαση: «Οι Εναγόμενοι παραπονούνται ουσιαστικά για δύο πράγματα. Πρώτο, ότι ο ευπαίδευτος δικαστής δεν περιορίσθηκε στην απαίτηση όπως αυτή διατυπώνετο στο κλητήριο ένταλμα για να διαγνώσει και διακριβώσει τη φύση της και έτσι το αν συνιστούσε διαφορά στα πλαίσια της ρήτρας διαιτησίας. Αυτό είναι σαφώς λανθασμένο, όπως προκύπτει και από τις ανωτέρω υποθέσεις. Ιδιαίτερα στην περίπτωση γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος όπως η προκειμένη, αλλά και γενικότερα, το δικαστήριο οφείλει να αναφερθεί σε όλα τα ενώπιον του στοιχεία για να διαπιστώσει τι είναι που απαιτούν οι Ενάγοντες και αν, με βάση το τι απαιτούν, υπάρχει όντως διαφορά για να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Ήταν λοιπόν επιβεβλημένο όσο και επιτρεπτό για το δικαστήριο να αναφερθεί όπως και έκανε στις ενόρκους δηλώσεις και τα συνοδεύοντα αυτές τεκμήρια στη διερεύνηση του κρινόμενου θέματος». Παρατηρώ τα εξής: Καταρχήν, η θέση τω εναγόντων ότι υπάρχει παραδοχή εκ μέρους των εναγόμενων για την ύπαρξη της επίδικης οφειλής είναι εσφαλμένη. Ο εναγόμενος 3, με την επιστολή του ημερομηνίας 7.12.2010 (τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόντων) αναφέρει στο δικηγόρο των εναγόντων τα εξής: πρώτο, ότι δεν είναι σε θέση να εκδώσει τελικό πιστοποιητικό παραλαβής του επίδικου έργου, επειδή εκκρεμεί ακόμη η επιδιόρθωση εκ μέρους των εναγόντων, ατελειών στο επίδικο έργο. Δεύτερο, το υπολειπόμενο ποσό της αμοιβής των εναγόντων δεν είναι αυτό που αξιώνουν με την αγωγή τους και τρίτο, αυτό, σύμφωνα με δικούς του υπολογισμούς είναι μικρότερο από το ποσό που χρειάζεται για να γίνει η επιδιόρθωση των ατελειών. Οι ατέλειες στις οποίες παραπέμπει ο εναγόμενος 3 στην παραπάνω επιστολή, συγκεκριμενοποιούνται στην επιστολή του, ίδιας ημερομηνίας, την οποία απευθύνει στο διευθυντή των εναγόντων (τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόντων). Στη εν λόγω επιστολή, δεν υπάρχει παραδοχή εκ μέρους των εναγόμενων για την ύπαρξη της επίδικης οφειλής, όπως ισχυρίζεται ο διευθυντής των εναγόντων στην παράγραφο 9 της ένορκης του δήλωση. Η ουσία της έγκειται στο γεγονός, ότι, οι ενάγοντες καλούνται από τον εναγόμενο 3 να διορθώσουν τις ατέλειες εντός τακτής προθεσμίας, με την προειδοποίηση, ότι σε αντίθετη περίπτωση, οι εναγόμενοι 1 και 2, θα αναγκαστούν να αναθέσουν τη συγκεκριμένη εργασία σε άλλους, αφαιρώντας το ποσό που θα καταβάλουν για το σκοπό αυτό, από το ποσό του συμβολαίου μεταξύ των διαδίκων. Ουδεμία αναφορά υπάρχει στη συγκεκριμένη επιστολή, ως προς το ύψος, είτε του ενός ποσού (για επιδιόρθωση των ατελειών) είτε του άλλου (του συμβολαίου). Απ' εκεί και πέρα, ενώ είναι ορθή η θέση των εναγόντων, ότι, κριτήριο για αναστολή της διαδικασίας είναι αν η απαίτηση για την οποία επιδιώκεται η αναστολή αποτελεί διαφορά με βάση την υφιστάμενη ρήτρα διαιτησίας και όχι οποιαδήποτε άλλη απαίτηση, όπως αυτή των εναγόμενων επί του προκειμένου, η θέση αυτή δεν εξυπακούει ότι εάν τα όσα συνθέτουν την απαίτηση των τελευταίων, συναρτώνται με την απαίτηση των πρώτων, δε λαμβάνονται υπόψη, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο η απαίτηση για την οποία επιδιώκεται η αναστολή της διαδικασίας συνιστά η όχι διαφορά που καλύπτεται από τη ρήτρα διαιτησίας. Για να επαναλάβω καθώς ήδη έχει αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία (βλ. τη Steamer, ανωτέρω,) προκειμένου να διαπιστωθεί αν αυτό που απαιτούν οι ενάγοντες συνιστά διαφορά στα πλαίσια της ρήτρας διαιτησίας, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη και να αναφερθεί σε όλα τα ενώπιον του στοιχεία και όχι να βασιστεί μόνο στους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων που συνθέτουν την απαίτησή τους. Σ' αυτά τα πλαίσια, προστίθεται, είναι επιβεβλημένο όσο και επιτρεπτό για το Δικαστήριο να αναφερθεί στο σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας καθώς και στο περιεχόμενο των επισυνημμένων στις ένορκες δηλώσεις τεκμηρίων. Και με δεδομένο ότι, όπως αναφέρεται στην Bulfracht (ανωτέρω επίσης) με αναφορά στην υπόθεση Hayter v. Nelson and Home Insurance Co.
(1990)2 LIoyd's Rep.265, στην αίτηση για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή σε διαιτησία, δεν πρέπει να επιτρέπεται πλήρης ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας των μερών πάνω στην ουσία της υπόθεσης, παρατηρώ τα εξής: Από το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας, περιλαμβανομένων και των τεκμηρίων που επισυνάπτονται στις δύο ένορκες δηλώσεις, συνάγεται ότι η απαίτηση των εναγόντων είναι άμεσα συνυφασμένη, αλληλένδετη και σε πλήρη εξάρτηση με την απαίτηση των εναγόμενων, κατά τρόπο ώστε, εάν η απαίτηση των δεύτερων αποδειχθεί βάσιμη, ανάλογα με την έκτασή της σε επίπεδο χρηματικής αποτίμησης, ενδέχεται, η απαίτηση των πρώτων να αποδειχθεί εντελώς αβάσιμη. Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί επειδή, από το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας, προκύπτει ότι επιτρέπεται συμψηφισμός των εκατέρωθεν απαιτήσεων. Επομένως, για να καταλήξω, υπάρχει διαφορά που καλύπτεται από τις πρόνοιες της ρήτρας διαιτησίας, αφού, τα γεγονότα που επικαλούνται οι εναγόμενοι, έστω κι αν στοιχειοθετούν αυτοτελή απαίτηση εναντίον των εναγόντων, την ίδια ώρα είναι καθόλα σχετικά και αλληλένδετα με την ευθύνη τους έναντι των εναγόντων καθώς και με την υποχρέωσή τους να τους καταβάλουν το ποσό που απαιτούν με την αγωγή τους (βλ. την Oterom, ανωτέρω). Κατ' ακολουθία όλων όσων ανέφερα η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η διαδικασία στην παρούσα αγωγή αναστέλλεται επ' αόριστο. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1, 2 και 3 και σε βάρος των εναγόντων. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση για αναστολή της διαδικασίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.