← Κύπρος

CH G EMPORIUM CARS LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Aρ. Αγωγής: 1067/12, 6/3/2013

CH G EMPORIUM CARS LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Aρ. Αγωγής: 1067/12, 6/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 1067/12 Μεταξύ: CH & G EMPORIUM CARS LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων - και - ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενου ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 30.7.2012 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 6.3.2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Χαραλάμπους (για ν' ακούσει απόφαση κ. Καϊκη) Για τον Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κ. Κυριακίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντες, με την αγωγή τους, η οποία καταχωρήθηκε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 12.3.2012 αξιώνουν εναντίον του εναγόμενου τ' ακόλουθα: «Α. Αποζημιώσεις για ζημιές, απώλειες και έξοδα που υπέστηκαν οι Ενάγοντες κατά ή περί το 2011 και/ή 2012 στα οχήματα τους μάρκας Range Rover, αρ. πλαισίου SALLMAN 238A283293 και μάρκας Mercedes ML 350 CDI, αρ. πλαισίου DWC1641225A699744 συνεπεία της παράνομης και/ή αδικαιολόγητης κατακράτησης τους και/ή αδικαιολόγητης καθυστέρησης από τις αστυνομικές και/ή τις τελωνειακές αρχές και/ή της Γενικής Εισαγγελίας και/ή συνεπεία της άρνησης των τελωνειακών και/ή των αστυνομικών αρχών και/ή της Γενικής Εισαγγελίας να επιτρέψουν και/ή να συναινέσουν στην εκτελώνιση των εν λόγω οχημάτων και/ή συνεπεία της παράβασης των συνταγματικών τους δικαιωμάτων μεταξύ άλλων του δικαιώματος ιδιοκτησίας από τις παράνομες και/ή αδικαιολόγητες πράξεις και/ή ενέργειες των εν λόγω αρχών. Β. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα του Α πιο πάνω, γενικές αποζημιώσεις για απώλεια κέρδους λόγω καθυστέρησης στην εκμετάλλευση και/ή πώληση και/ή διάθεσης των πιο πάνω οχημάτων από τους Ενάγοντες συνεπεία των παράνομων και/ή αδικαιολόγητων πράξεων και/ή ενεργειών των αστυνομικών και/ή τελωνειακών αρχών και/ή συνεπεία της παράνομης κατακράτησης τους από τις εν λόγω αρχές. Γ. Αυξημένες και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις συνεπεία των παράνομων πράξεων και/ή ενεργειών των αστυνομικών και/ή τελωνειακών αρχών και/ή της Γενικής Εισαγγελίας και/ή συνεπεία της παράνομης κατακράτησης των οχημάτων των Εναγόντων από τις εν λόγω αρχές και/ή συνεπεία της μη εκτελώνισης τους. Δ. Νόμιμους τόκους. Ε. Δικηγορικά Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. 1024111Q)». Στις 30.7.2012, οι ενάγοντες καταχώρησαν δια κλήσεως την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν: «Α. Ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Εναγόμενο και/ή την Αστυνομία Κύπρου και/ή τις Τελωνειακές Αρχές και/ή το Τμήμα Οδικών Μεταφορών όπως αποδεχθούν την εγγραφή του οχήματος της Αιτήτριας, μάρκας Mercedes ML 350 CDI, με αρ. πλαισίου DWC1641225A699744, προβαίνοντας σε κάθε αναγκαία ενέργεια για αυτό το σκοπό, εντός μιας μέρας από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή σε τέτοιο χρόνο που το Δικαστήριο θα καθορίσει. Β. Ενδιάμεσο διάταγμα που να διατάσσει τον κ. Ανδρέα Χατζηιωάννου, ανώτερο τελωνειακό λειτουργό του Τελωνείου Λεμεσού και/ή οποιονδήποτε Ανώτερο Τελωνειακό Λειτουργό να εκδώσει το έντυπο C72A αναφορικά με το όχημα που αναφέρεται στο αιτητικό Α πιο πάνω εντός 1 μέρας από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Γ. Ενδιάμεσο διάταγμα που να επιτρέπει και/ή να διατάσσει τον διευθυντή και/ή υπεύθυνο του Τμήματος Οδικών Μεταφορών Λεμεσού στο να εγγράψει το όχημα που αναφέρεται στο αιτητικό Α πιο πάνω, επ' ονόματι οποιουδήποτε προσώπου υποδείξει η Αιτήτρια εντός 1 μέρας από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Δ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα που το Δικαστήριο θεωρήσει ορθό. Ε. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης». Η αίτησα βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη Διαταγή 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 23, 25, 33 και 35 του Συντάγματος, στα άρθρα 27 μέχρι 34 της Ποινικής Δικονομίας, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες καθώς και στις γενικές αρχές που καθορίζουν οι κανόνες επιείκειας. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του ιδιοκτήτη και διευθυντή τω εναγόντων, Ανδρέα Αντωνίου από τη Λεμεσό, ημερομηνίας 30.7.

  1. Η ουσία τους έγκειται στα εξής: Oι ενάγοντες ασχολούνται με το εμπόριο αυτοκινήτων τα οποία εισάγουν από διάφορες χώρες. Το επίδικο όχημα συμφώνησαν να το αγόρασαν από τη Βουλγαρία τον Αύγουστο του 2011, για το ποσό των €68.000,
  2. Έφθασε στο λιμάνι της Λεμεσού στις 7.9.2011 και ακολούθως τοποθετήθηκε σε αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης, ιδιοκτησίας των εναγόντων. Εν τω μεταξύ, ο ενόρκως δηλών ενημερώθηκε ότι το τελωνείο Λεμεσού έλαβε στην κατοχή του και τα εκτελωνιστικά έγγραφα του οχήματος, το πιστοποιητικό εγγραφής του στη Βουλγαρία καθώς και το τιμολόγιο αγοράς του. Κατά ή περί τις 20.12.2011, οι ενάγοντες, με επιστολή του Τμήματος Τελωνείων, την οποία υπογράφει Ανώτερος Τελωνιακός Λειτουργός για το διευθυντή του τμήματος, πληροφορήθηκαν ότι απαγορεύεται η οποιαδήποτε μετακίνηση του οχήματος από την αποθήκη αποταμίευσης, επειδή υπάρχουν στοιχεία ότι αυτό είναι κλοπιμαίο και οι ιδιοκτήτες του προτίθενται να το διεκδικήσουν. Εν τω μεταξύ, οι ενάγοντες, μετά από ενέργειες του ενόρκως δηλούντα γι' αυτούς συμφώνησαν να πουλήσουν το επίδικο όχημα, όταν αυτό θα μπορούσε να εκτελωνιστεί. Στις 12.1.2012, ο ενόρκως δηλών πληροφορήθηκε από το Τελωνείο Λεμεσού, ότι επετράπη η εκτελώνιση του οχήματος, το οποίο θα μπορούσε να παραδοθεί στον πελάτη που το είχε αγοράσει. Συνεπεία αυτού έδωσε οδηγίες σε συγκεκριμένο πρόσωπο να πληρώσει τους σχετικούς δασμούς εκτελώνισης του οχήματος, το οποίο παρέδωσε στο πελάτη. Αργότερα την ίδια μέρα ενημερώθηκε ότι τελικά το τελωνείο δε συγκατατέθηκε στην εκτελώνιση του αυτοκινήτου. Αντέδρασε, επειδή οι ενάγοντες ξεγελάστηκαν, με αποτέλεσμα να καταβάλουν στη Δημοκρατία τους δασμούς εκτελώνισης του οχήματος και η απάντηση που έλαβε από το τελωνείο ήταν να επιστραφούν οι δασμοί στους ενάγοντες. Αποτελεί θέση του ενόρκως δηλούντα για τους ενάγοντες, ότι η εταιρεία από την οποία αγόρασαν οι τελευταίοι το επίδικο όχημα είχε νόμιμο τίτλο ιδιοκτησίας του, με τους ίδιους να ενεργούν πάντα ως καλόπιστοι αγοραστές του καταβάλλοντας νόμιμο αντάλλαγμα. Επισημαίνεται ότι όλα τα παραπάνω γεγονότα απορρέουν από το περιεχόμενο άλλης ένορκης δήλωσης του ενόρκως δηλούντα για τους ενάγοντες, που αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 1, το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωσή του η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, στην ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ισχυρίζεται και τα εξής: Οι ενάγοντες, μετά την πληρωμή των εκτελωνιστικών εξόδων επιχείρησαν να εγγράψουν το επίδικο όχημα σε συγκεκριμένο πελάτη - αγοραστή, πλην όμως, το Τμήμα Οδικών Μεταφορών, δεν επέτρεψε να προχωρήσει η διαδικασία, επειδή, όπως ισχυρίστηκε, υπάρχει απαγορευτική σημείωση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή ότι το όχημα είναι κλοπιμαίο. Στην ίδια ένορκη δήλωση ισχυρίζεται και τα εξής ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες: Το επίδικο όχημα είναι αναπηρικό και μόνο συγκεκριμένος πελάτης μπορεί να το αγοράσει, αυτός που ήδη έχει ενδιαφερθεί. Πάσχει από σοβαρή αναπηρία στο χέρι με αποτέλεσμα να είναι άμεσα αναγκαίο το Δικαστήριο να επέμβει έτσι ώστε να δοθεί το δικαίωμα στους ενάγοντες να διαθέσουν το επίδικο όχημα στον πελάτη τους και να μη διακινδυνεύσουν να το χάσουν και να απωλέσουν το κέρδος τους. Οι ενάγοντες έχουν ήδη ενημερωθεί από τον πελάτη τους ότι δεν είναι διατεθειμένος να περιμένει άλλο, αφού εδώ και ένα χρόνο σχεδόν δεν έχει παραλάβει το επίδικο όχημα που παράγγειλε, οπότε και τους έχει δώσει προθεσμία να το εγγράψουν επ' ονόματί του, διαφορετικά θα παραγγείλει άλλο. Τέλος, με τον τρόπο που ενεργούν οι Αρχές της Δημοκρατίας είναι βέβαιο, ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, η αξία του επίδικου οχήματος, το οποίο είναι σε αχρησία από τη μέρα που έφθασε στην Κύπρο, θα μηδενιστεί σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ήδη έπαθε φθορές και σίγουρα θα πάθει και άλλες από την πάροδο του χρόνου και το γεγονός ότι δε βρίσκεται σε συνεχή λειτουργία. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του εναγόμενου, η οποία εδράζεται στους εξής λόγους: «
  3. Το Σεβαστό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  4. Σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων επιλύεται και η ουσία της Αγωγής.
  5. Πιθανή επιτυχία της Αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα την νομιμοποίηση παράνομης δραστηριότητας.
  6. Η Αίτηση των Εναγόντων /Αιτητών είναι άνευ αντικειμένου καθώς δεν υφίσταται καμιά παράβαση εις βάρος τους.
  7. Οι Ενάγοντες δεν έχουν δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή κατοχής και/ή εγγραφής σε αυτούς και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο αυτοί υποδείξουν.
  8. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των σχετικών με την παρούσα Αίτηση άρθρων του Περί Δικαστηρίων Νόμου.» Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 22 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη Διαταγή 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 23, 25, 33, 35 και 146 του Συντάγματος, στα άρθρα 27 μέχρι 34 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες των Δικαστηρίων. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της λειτουργού του Τμήματος Τελωνείων, Μαρίας Καλογερόπουλου, ημερομηνίας 5.9.
  9. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των εκατέρωθεν αγορεύσεων των συνηγόρων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση του εναγόμενου στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, το οποίο ασφαλώς και λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την υπό κρίση αίτηση έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας, σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and Others

(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου «Νaime S» (Αρ.2)
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου θεωρώ αναγκαίο να παρατεθούν και τα ακόλουθα: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων· με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Τέλος, με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση επισημαίνεται ότι αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης. Σύμφωνα τώρα με την Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στην Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 788, υπενθυμίζεται ότι γενικώς η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Παρατηρώ τα εξής: Με μόνο λόγο ότι ο εναγόμενος, μέσω της ενόρκως δηλούσας γι αυτό παραδέχεται ότι οι ενάγοντες έχουν καταβάλει τα εκτελωνιστικά έξοδα του επίδικου οχήματος και περαιτέρω ότι το Τμήμα Τελωνείων αποδέχτηκε την καταβολή των εν λόγω τελών καθώς και την παράδοση του οχήματος για οποιοδήποτε νόμιμο σκοπό, σε συνδυασμό ασφαλώς και με τη φύση των θεραπειών που αξιώνουν οι ενάγοντες με την αγωγή τους καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας που έχουν προσκομίσει προς υποστήριξη του αιτήματός τους για έκδοση των σχετικών - προστακτικών διαταγμάτων αποδεικνύεται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αλλά και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Επειδή ο εναγόμενος με τον πρώτο λόγο ένστασης ισχυρίζεται ότι στερούμαι δικαιοδοσίας να εκδώσω τα αιτούμενα διατάγματα και τούτο επειδή, όπως επεξηγείται στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένστασή, αυτά σχετίζονται με την εγκυρότητα και νομιμότητα εκτελεστών διοικητικών πράξεων, ο έλεγχος των οποίων εκφεύγει της δικαιοδοσίας μου, αφού αποκλειστική δικαιοδοσία έχει σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος το Ανώτατο Δικαστήριο, η απάντησή μου είναι ότι το εγειρόμενο θέμα είναι εξόχως νομικό, σοβαρό και δύσκολο, συνδέεται με γεγονότα για τα οποία υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές μεταξύ των δύο πλευρών, οπότε, όπως ορίζει η νομολογία, θα πρέπει να αφεθεί να αποφασισθεί κατά την ακρόαση της αγωγής (βλ. τη Γρηγορίου, ανωτέρω). Ό, τι απομένει να κριθεί είναι κατά πόσο ικανοποιείται και η τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, η οποία, καθώς ήδη έχει αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία, σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης, σε βαθμό που αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε, η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Χωρίς να μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231) αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245) επί του προκειμένου διαπιστώνω τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες, με την αγωγή τους αξιώνουν εναντίον του εναγόμενου μόνο αποζημιώσεις. Ότι περί αυτού πρόκειται, το ομολογούν και οι ευπαίδευτοι δικηγόροι τους με τη γραπτή τους αγόρευση, απαντώντας στο δεύτερο λόγο ένστασης στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Επομένως, διερωτώμαι και με βάση ποια λογική επιδιώκουν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, κάτι εντελώς διαφορετικό και περισσότερο, ας μου επιτραπεί να πω, από αυτό που επιζητούν με την αγωγή τους. Αυτό είναι και το πρώτο που θα ήθελα να επισημάνω. Απ' εκεί και πέρα, δεν έχω αντιληφθεί κατά ποια έννοια θα είναι αδύνατο ή έστω απλώς δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Αποζημιώσεις αξιώνουν με την αγωγή τους οι ενάγοντες, τις οποίες θα πάρουν σε περίπτωση επιτυχία της αγωγής τους. Ούτε ισχυρίζονται μα ούτε και τίθεται θέμα αφερεγγυότητας του κράτους, το οποίο ουσιαστικά ενάγουν μέσω του Γενικού Εισαγγελέα και συνακόλουθα, να μην αποζημιωθούν σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους, αφού το κράτος, κατά τεκμήριο θεωρείται και φερέγγυο και αξιόχρεο. Προστίθενται και τα εξής: Τα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, συναφώς με την τρίτη προϋπόθεση έχουν ως αφετηρία, αλλά και κατάληξη, την οικονομική ζημία που θα υποστούν οι τελευταίοι, σε περίπτωση που ματαιωθεί η πώληση του επίδικου οχήματος, εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν επιτρέπεται η εγγραφή του από τις αρμόδιες Αρχές του κράτους, επ' ονόματι οποιουδήποτε, περιλαμβανομένου του πελάτη τους που θέλει να το αγοράσει. Και, με δεδομένο ότι οι ενάγοντες, όπως ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών γι αυτούς, αγόρασαν τα επίδικο όχημα για το ποσό των €68.00.00, το ποσό αυτό αποτελεί και τη βάση για σκοπούς υπολογισμού των αποζημιώσεων που θα εξασφαλίσουν, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους. Συγκεφαλαιώνοντας, η φύση της υπόθεσης των εναγόντων είναι τέτοια, που μόνο τη θεραπεία των αποζημιώσεων επιδέχεται, οι οποίες, για λόγους που έχουν αναφερθεί μπορούν εύκολα να υπολογισθούν. Άλλα μεταβλητά κριτήρια δεν υπάρχουν, επομένως, ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης, στην προκειμένη περίπτωση είναι ο μόνος που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Υπό αυτή την έννοια τυγχάνουν εφαρμογής οι υποθέσεις Παπαστράτης και Κυρίσαββα (ανωτέρω) στις οποίες με παρέπεμψαν και οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των εναγόντων, με διαφορετική όμως προοπτική. Χάριν πληρότητας της απόφασής μου, αλλά και για το ενδεχόμενο που αυτή ήθελε κριθεί εσφαλμένη σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης, θα ήθελα να πω τα εξής, συναφώς με το δεύτερο λόγο ένστασης στην αίτηση: Δεν είναι ορθό ότι εάν εξέδιδα τα αιτούμενα διατάγματα θα επιλυόταν και η ουσία της αγωγής έχοντας υπόψη ότι - για να επαναλάβω - οι ενάγοντες, με την αγωγή τους αξιώνουν αποζημιώσεις για ζημιές, απώλειες, έξοδα κλπ, που υπέστησαν εξαιτίας της παράνομης κατακράτησης του επίδικου οχήματος - κι ενός άλλου - από τις αρμόδιες αρχές, προφανώς, για την περίοδο μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής, ενώ με την υπό κρίση αίτηση, ουσιαστικά αυτό που ζητούν είναι να τους επιτραπεί να εγγράψουν το επίδικο όχημα επ' ονόματι οποιουδήποτε προσώπου. Με απλά λόγια αυτό που θέλω να πω είναι ότι ακόμη κι αν εξέδιδα τα αιτούμενα διατάγματα, η απαίτηση των εναγόντων για καταβολή αποζημιώσεων, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στην οπισθογράφηση απαιτήσεώς τους, δε θα καθίστατο άνευ αντικειμένου. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του εναγόμενου και σε βάρος των εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία όμως, θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.