ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ ν. Χ. ΤΣΑΓΓΑΡΙΔΗΣ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 647/2012, 20/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 647/2012 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ Ενάγοντας και
- Χ. ΤΣΑΓΓΑΡΙΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΣΑΓΓΑΡΙΔΗΣ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 20.03.13 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Φρ. Βερεσιέ Για Εναγομένους 1 & 2: καμία εμφάνιση Εναγόμενος 2: απών ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 14.02.12 ο Ενάγοντας καταχώρησε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνει την πληρωμή του ποσού των €2.654,00 πλέον τόκο προς 5.5% ετησίως από 22.09.11 μέχρι εξοφλήσεως από τη μεν Εναγόμενη 1 ως οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό δυνάμει σχετικού τιμολογίου και από τον δε Εναγόμενο 2 συνεπεία μη τιμηθείσων επιταγών που ο ίδιος έκδωσε υπό την προσωπική ιδιότητα του, λόγω εργασιών που η Ενάγουσα παρείχε στην Εναγόμενη 1 με την πώληση και παράδοση σ' αυτήν εξαρτήματα στα πλαίσια επιδιόρθωσης οχήματος-μηχανήματος της. Διαζευκτικά ο Ενάγοντας διεκδικεί το προαναφερόμενο ποσό στη βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού από μέρους των Εναγομένων 1 και 2, οι οποίοι, ως ο Ενάγοντας ισχυρίζεται, αποκόμισαν όφελος εις βάρος του από την αποδοχή των υπηρεσιών του που ο ίδιος τους παρείχε μέσω της πώλησης και παράδοσης σ' αυτήν εξαρτήματα χωρίς χαριστική πρόθεση. Επίσης, ο Ενάγοντας απαιτεί την επιδίκαση των δικηγορικών εξόδων που προκύπτουν από τη διαδικασία. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης δια συνηγόρου και ακολούθως υπεράσπιση δια δικηγόρου ωστόσο στην πορεία ο συνήγορος τους αποσύρθηκε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου. Επειδή την ημέρα της απόσυρσης του συνηγόρου τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου, η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη στις 05.02.
- Στις 05.02.13, ημερομηνία εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, οι Εναγόμενοι 1 και 2 εκ νέου παρέλειψαν να εμφανιστούν και να εκπροσωπηθούν στο Δικαστήριο, ως όφειλαν να πράξουν. Ήταν υποχρέωση των Εναγομένων 1 και 2 να μεριμνήσουν και να πληροφορηθούν για την πορεία της υπόθεσης τους και παράλληλα να φροντίσουν να εκπροσωπηθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για να προωθήσουν, αν επιθυμούσαν, τις δικές τους θέσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι την ημέρα της εκδίκασης της αγωγής το όνομα των Εναγομένων 1 και 2 είχε φωναχθεί τόσο εντός όσο και εκτός της αίθουσας και διαπιστώθηκε ότι απουσίαζαν. Ένεκα της απουσίας των Εναγομένων 1 και 2, ο Ενάγοντας δια της συνηγόρου του ζήτησε εκείνη την ημέρα να προχωρήσει με απόδειξη της υπόθεσης του και το Δικαστήριο, έχοντας από τη μία δώσει ευκαιρίες στους Εναγομένους για να ακουστούν ενώπιον του στα πλαίσια διασφάλισης του συνταγματικού αυτού δικαιώματος τους και από την άλλη έχοντας υποχρέωση να κατοχυρώσει το επίσης συνταγματικό δικαίωμα του Ενάγοντα για εκδίκαση της αγωγής εντός εύλογου χρονικού διαστήματος [άρθρο 30
(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας] αποδέχτηκε το αίτημα της δικηγόρου του Ενάγοντα. Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης αυτής ξεκίνησε στις 05.02.13 και ολοκληρώθηκε αυθημερόν. Συνεπεία της εξέλιξης αυτής, κατέθεσε γραπτώς ο Ενάγοντας, ως μοναδικός μάρτυρας στην υπόθεση. Η γραπτή δήλωση του κατατέθηκε ως Τεκμήριο 'Α'. Παράλληλα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν ακόμη έξι
(6)τεκμήρια. Στην μαρτυρία του ο Ενάγοντας ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι μηχανικός ημιβαρέων οχημάτων και διατηρεί μηχανουργείο στην περιοχή Ερήμης εντός της επαρχίας Λεμεσού. Ο δε Εναγόμενος 2 είναι διευθυντής της Εναγομένης 1, η οποία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ιδιοκτήτρια ημιβαρέων οχημάτων. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, στις 22.09.11 ο Εναγόμενος 2, εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης 1, μετέφερε στο μηχανουργείο του ένα μηχάνημα τύπου 'excavator' ιδιοκτησίας της τελευταίας με σκοπό να επιδιορθωθεί. Όπως ο Ενάγοντας εξήγησε, ο ίδιος προέβηκε σε επισκευή του τοποθετώντας σ' αυτό διάφορα εξαρτήματα. Για την εργασία του αυτή ο Ενάγοντας χρέωσε το ποσό των €3.645,50 περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. εκδίδοντας στις 22.09.11 το τιμολόγιο υπ' αριθμό 0932 επ' ονόματι της Εναγομένης 1, το οποίο υπογράφτηκε από τον Εναγόμενο 2 στο μηχανουργείο του. Αντίγραφο του εν λόγω τιμολογίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα περαιτέρω με τον Ενάγοντα, πληρώθηκε το ποσό των €1.000,00 σε μετρητά ως έναντι του ποσού του τιμολογίου. Αντίγραφο απόδειξης είσπραξης υπ' αριθμό 0551 ημερομηνίας 22.09.11 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ως ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας, στα πλαίσια εξόφλησης του τιμολογίου ο Εναγόμενος 2 έκδωσε, υπέγραψε και του παρέδωσε δύο προσωπικές επιταγές της Ελληνικής Τράπεζας υπ' αριθμό 91550687 με ημερομηνία πληρωμής 05.11.11 για το ποσό των €1.000,00 και 91550688 με ημερομηνία πληρωμής 10.12.11 για το ποσό των €1.645,00, οι οποίες κατατέθηκαν σαν Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα. Ακολούθως, ο Ενάγοντας παρουσίασε για πληρωμή τις πιο πάνω επιταγές στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd, πλην όμως αυτές παρέμειναν απλήρωτες λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του Εναγομένου 2 και παγοποίησης του λογαριασμού του. Με επιστολές του ημερομηνίας 02.12.11 και 03.01.12, αντίγραφα των οποίων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα, ο τραπεζικός οργανισμός στον οποίον παρουσιάστηκαν για πληρωμή οι προαναφερόμενες επιταγές ενημέρωσε τον Ενάγοντα για την επιστροφή τους χωρίς εξαργύρωση για τους λόγους που σημειώνονται στο μπροστινό μέρος τους. Καταλήγοντας, ο Ενάγοντας ανάφερε ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, οι Ενάγοντες αρνήθηκαν και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να αρνούνται να εξοφλήσουν το ποσό του τιμολογίου. Στην τελική αγόρευση της η ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα παρέμεινε αναντίλεκτη και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν θα πρέπει να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην υπεράσπιση των Εναγομένων 1 και 2, κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση υπέρ του Ενάγοντα ως η απαίτηση του. Η μη εμφάνιση των Εναγομένων 1 και 2 στο Δικαστήριο και η μη συμμετοχή τους κατά την ακρόαση της αγωγής είχε ως συνέπεια τη μη προώθηση της εκδοχής τους με αποτέλεσμα η μαρτυρία του Ενάγοντα καθώς και τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, να παραμείνουν αναντίλεκτα. Οι Εναγόμενοι επέλεξαν δια της απουσίας τους να μην ακουστούν. Η απουσία των Εναγομένων υποδηλώνει πρόθεση εγκατάλειψης και μη προώθησης των θέσεων και ισχυρισμών τους, όπως αυτοί περιέχονται στην υπεράσπιση τους (σχετική είναι η απόφαση Westside Engineering Ltd, τώρα μετονομασθείσα σε Westside Enterprises Ltd v A. Soulis Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση 11584, ημερομηνίας 23.01.2004). Ωστόσο ανεξαρτήτως του πιο πάνω, το Δικαστήριο προχώρησε σε αξιολόγηση όλης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του υπό το φως του περιεχομένου της υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 προβαίνοντας παράλληλα σε σχετικά ευρήματα και συμπεράσματα. Ο Ενάγοντας έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν απλός, σαφής και πειστικός στις τοποθετήσεις του. Κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του έδωσε την εικόνα του φιλαλήθη ατόμου απαντώντας στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν με αυθορμητισμό και ευθύτητα χωρίς οποιαδήποτε στοιχεία προσχεδιασμού και υπερβολής. Το δε αξιόπιστο της μαρτυρία του ενισχύεται από το γεγονός ότι αυτή υποστηρίζεται από τα έγγραφα που κατάθεσε ως τεκμήρια. Συγκεκριμένα, αποδέχομαι ότι κατά το χρόνο που δήλωσε ο Ενάγοντας επιδιόρθωσε μηχάνημα τύπου excavator ιδιοκτησίας της Εναγομένης 1, το οποίο μεταφέρθηκε στο μηχανουργείο του από τον Εναγόμενο 2, διευθυντή της Εναγομένης 1, τοποθετώντας σ' αυτό διάφορα εξαρτήματα. Από τη μαρτυρία του Ενάγοντα διαπιστώνεται ότι η επιδιόρθωση του μηχανήματος της Εναγομένης 1 ήταν αποτέλεσμα σχετικής προφορικής συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγομένου 2, εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης 1 υπό την ιδιότητα του διευθυντής αυτής, χωρίς όμως να υπάρχουν στοιχεία που να με οδηγούν σε εύρημα περί συμφωνίας για καταβολή οποιουδήποτε συγκεκριμένου ποσού ως αμοιβή του Ενάγοντα για την παροχή των υπηρεσιών του. Δέχομαι ακόμη ότι για τις εργασίες που παρείχε εξέδωσε το τιμολόγιο υπ' αριθμό 0932 συνολικού ποσού €3.645,00 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 1), το οποίο υπογράφτηκε από τον Εναγόμενο 2 στο μηχανουργείο του Ενάγοντα στη Λεμεσό. Περαιτέρω, αποδέχομαι ότι έναντι του ποσού του τιμολογίου πληρώθηκε σε μετρητά το ποσό των €1.000,00 (Τεκμήριο 2) ενώ το υπόλοιπο ποσό εξοφλήθηκε μέσω της έκδοσης δύο προσωπικών μεταχρονολογημένων επιταγών του Εναγομένου 2 υπ' αριθμό 91550687 ημερομηνίας πληρωμής 05.11.11 για το ποσό των €1.000,00 και 91550688 ημερομηνίας πληρωμής 10.12.11 για το ποσό των €1.645,00 της Ελληνικής Τράπεζας (Τεκμήρια 3 και 4). Μελετώντας ακόμη τα Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6 επαληθεύεται ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι οι προσωπικές επιταγές του Εναγομένου 2 δεν έχουν τιμηθεί λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εν λόγω προσώπου και επειδή ο λογαριασμός υπ' αριθμό 501-01-470587-01 από τον οποίο αυτές προέρχονται έχει παγοποιηθεί, γεγονός για το οποίο ενημερώθηκε γραπτώς από την Marfin Popular Bank Co Ltd με επιστολές ημερομηνίας 02.12.11 και 03.01.12 και ως εκ τούτου τον αποδέχομαι. Επίσης, αποδέχομαι τη θέση του Ενάγοντα ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του παραμένει χωρίς εξόφληση το ποσό των €2.645,
- Η νομολογία υποδεικνύει ότι πληρωμή με επιταγή, έστω και αν ο δανειστής αναγνώρισε πως αυτή λήφθηκε προς πλήρη διακανονισμό, αποτελεί πληρωμή υπό αίρεση και η οφειλή αναβιώνει αν δεν εξοφληθεί (D & G Products Ltd v. Αναστασίου
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1400 και Re Romer and Haslam [1893] 2 Q.B. 286). Στην παρούσα υπόθεση, εφόσον το υπόλοιπο ποσό του τιμολογίου υπ' αριθμό 0932 πληρώθηκε με την έκδοση δύο επιταγών που τελικά δεν μπόρεσαν να εξαργυρωθούν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και παγοποίησης του λογαριασμού από τον οποίο προέρχονται, η οφειλή ύψους €2.645,00 από την Εναγόμενη 1 προς τον Ενάγοντα ξαναγεννήθηκε. Στη βάση των πιο πάνω και με γνώμονα ότι ο Ενάγοντας δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις που θα έπλητταν καίρια την αξιοπιστία του, αποδέχομαι την μαρτυρία του Ενάγοντα ως αξιόπιστη και εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Επίσης, έχοντας εξετάσει και αξιολογήσει τα Τεκμήρια 1,2, 3, 4, 5 και 6 υπό το πλέγμα όλης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου αποδέχομαι το περιεχόμενο τους ως ορθό και αληθές. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς των Εναγομένων 1 και 2 που περιέχονται στην έκθεση υπεράσπιση τους, δεν εντόπισα κανένα στοιχείο από την προσκομισθείσα μαρτυρία που να οδηγεί σε εύρημα ότι το οφειλόμενο ποσό των δύο μη τιμηθείσων επιταγών έχει εξοφληθεί σε μετρητά ή με καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο. Επιπλέον και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 μετέφερε στο μηχανουργείο του Ενάγοντα ένα μηχάνημα της Εναγομένης 1 για επιδιόρθωση, πράγμα που είναι παραδεχτό από τους Εναγομένους μέσα από το δικόγραφο της υπεράσπισης τους (παράγραφος 2) και για το οποίο ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε σχετικό τιμολόγιο στο οποίο αναλυτικά σημειώνονται οι εργασίες που έγιναν με την ανάλογη αξία σε κάθε μία από αυτές χωρίς να υπάρχει καταγεγραμμένη άρνηση των Εναγομένων είτε για το προσφερόμενο είδος οποιασδήποτε εργασίας είτε για την αξία της, όπως παραδεχτό από τους Εναγομένους μέσα από την υπεράσπιση τους προκύπτει να είναι και η έκδοση δύο μεταχρονολογημένων επιταγών συνολικού ποσού €2.645,00 (παράγραφος 3) που ο Ενάγοντας επικαλείται ότι εκδόθηκαν από τον Εναγόμενο 2 από προσωπικό λογαριασμό του, οι εναγόμενοι φέρουν το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού τους περί εξόφλησης των παρεχομένων υπό του Ενάγοντα υπηρεσιών και εργασιών, ως τα πρόσωπα που το επικαλέστηκαν (Ιωάννου v. Spinneys Cyprus Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ. 1012 και Γιάγκου v. Deme Dairy Ltd
(2006)1Α Α.Α.Δ. 91). Η απουσία τους από τη διαδικασία εκδίκασης της αγωγής αφήνουν τον εν λόγω ισχυρισμό τους μετέωρο και έκθετο σε απόρριψη αφού η έλλειψη της αναγκαίας μαρτυρίας οδηγεί σε αποτυχία απόδειξης του. Το ίδιο ισχύει για τον ισχυρισμό των Εναγομένων περί μη όχλησης τους από τον Ενάγοντα για να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό. Πέραν και ανεξαρτήτως όμως αυτού, η όποια όχληση από μέρους του Ενάγοντα δεν αποτελούσε προϋπόθεση για την εκπλήρωση της υποχρέωση του Εναγομένου 2 για την τίμηση των δύο προσωπικών επιταγών του φροντίζοντας να έχει διαθέσιμα χρηματικά κεφάλαια για την εξαργύρωση τους τουλάχιστο κατά το χρόνο που αυτές παρουσίαζαν τις ημερομηνίες πληρωμής τους. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι αν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό αυτό είναι μικρότερο από αυτό που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, εκτός από το ότι έρχεται σε πλήρη αντίθεση με προηγούμενη δικογραφημένη θέση των Εναγομένων περί εξόφλησης του αξιωμένου ποσού, εκτός από το ότι είναι γενικός, αόριστος και ασαφής, παρέμεινε μετέωρος και έκθετος σε απόρριψη ελλείψει μαρτυρίας απαραίτητης για θεμελίωση του από μέρους των Εναγομένων, οι οποίοι, ως τα πρόσωπα που το επικαλέστηκαν, απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης του. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει όλη την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: - Ο Ενάγοντας είναι μηχανικός ημιβαρέων οχημάτων και διατηρεί μηχανουργείο στην περιοχή Ερήμης εντός της επαρχίας Λεμεσού. - Η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως συσταθείσας και εγγεγραμμένης στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, η οποία έχει στην ιδιοκτησία της διάφορα ημιβαρέα οχήματα και μηχανήματα. - Ο Εναγόμενος 2 είναι διευθυντής της Εναγομένης
- - Στις 22.09.11 ο Εναγόμενος 2, υπό την ιδιότητα του διευθυντή της Εναγομένης 1, μετέφερε στο μηχανουργείο του Ενάγοντα στη Λεμεσό ένα μηχάνημα τύπου 'excavator' (εκσκαφέα), ιδιοκτησίας της Εναγομένης 1, με σκοπό την επιδιόρθωση του. Επ' αυτού προκύπτει ότι στις 22.09.11 υπήρξε προφορική συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης 1 για παροχή υπηρεσιών από τον πρώτο προς τη δεύτερη. - Ανταποκρινόμενος στο αίτημα ο Ενάγοντας προχώρησε και επιδιόρθωσε το εν λόγω μηχάνημα της Εναγομένης 1 τοποθετώντας σ' αυτό διάφορα εξαρτήματα. - Συνεπεία των εργασιών που παρείχε προς όφελος και για λογαριασμό της Εναγομένης 1, ο Ενάγοντας χρέωσε την εν λόγω εναγόμενη με το συνολικό ποσό των €3.645,00 περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. εκδίδοντας την ίδια ημέρα το τιμολόγιο υπ' αριθμό 0932 εις το όνομα της Εναγομένης 1, το οποίο ο Εναγόμενος 2, ως διευθυντής της Εναγομένης 1, υπέγραψε εκ μέρους και για λογαριασμό της στο μηχανουργείο του Ενάγοντα στη Λεμεσό. - Ως έναντι του ποσού του τιμολογίου πληρώθηκε το ποσό των €1.000,00 σε μετρητά ενώ στα πλαίσια πλήρους αποπληρωμής ο Εναγόμενος 2 έκδωσε, υπέγραψε και παρέδωσε στον Ενάγοντα δύο μεταχρονολογημένες επιταγές της Ελληνικής Τράπεζας από τον προσωπικό λογαριασμό του υπ' αριθμό 501-01-470587-01, ήτοι την επιταγή υπ' αριθμό 91550687 με ημερομηνία πληρωμής 05.11.11 για το ποσό των €1.000,00 και την επιταγή υπ' αριθμό 91550688 με ημερομηνία πληρωμής 10.12.11 για το ποσό των €1.645,
- - Σε σχέση με το ποσό των €1.000,00 που πληρώθηκε, εκδόθηκε στις 22.09.11 η απόδειξη είσπραξης υπ' αριθμό 0551 εις το όνομα της Εναγομένης
- - Ο Ενάγοντας παρουσίασε τις πιο πάνω επιταγές για κατάθεση τους στην Marfin Popular Bank Co Ltd με σκοπό την εξαργύρωση τους, πλην όμως αυτές δεν τιμήθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του Εναγομένου 2 και επειδή ο λογαριασμός από τον οποίο προέρχονται είχε παγοποιηθεί. Ο Ενάγοντας πληροφορήθηκε γραπτώς για την εξέλιξη αυτή μέσω επιστολών της Marfin Popular Bank Co Ltd ημερομηνίας 02.12.11 και 03.01.12 αντίστοιχα. - Παρά τις οχλήσεις του Ενάγοντα, εξακολουθεί να οφείλεται μέχρι σήμερα το ποσό των €2.645,00, κατά παράβαση της προαναφερόμενης συμφωνίας. Εξ' όσο προκύπτει από την έκθεση απαίτησης, μία από τις βάσεις αγωγών επί της οποίας εδράζεται η υπόθεση του Ενάγοντα αποτελεί η εκτέλεση συμφωνημένης εργασίας προς όφελος της Εναγομένης 1 και η εκ μέρους παράλειψη της να εξοφλήσει την αξία της. Από την ενώπιον μου μαρτυρία φαίνεται ότι στο στάδιο που είχε συμφωνηθεί η επιδιόρθωση του μηχανήματος δεν συμφωνήθηκε οποιοδήποτε συγκεκριμένο ποσό ως αμοιβή του Ενάγοντα για την εκτέλεση της εργασίας. Η νομολογία υποδεικνύει ότι όπου πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες σε άλλο υπό περιστάσεις που δείχνουν ότι θα το έπραττε επ' αμοιβή, αν και δεν έχει συμφωνηθεί συγκεκριμένο ύψος αμοιβής, τεκμαίρεται ότι υπάρχει υπόσχεση πληρωμής εύλογου ποσού (quantum meruit) [Χαράλαμπος Χ'' Παναγιώτου v. Cyprus Airways (Duty Free Shops) Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ. 173, Σταύρου v. G. Roditis & Partners
(2008)1Α Α.Α.Δ. 477 και Βασιλαράς και άλλη v. Αδελφοί Θράσου & Συνεργάτες
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1754]. Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα πρέπει να καθορίσει, σύμφωνα με τη μαρτυρία, λογική αμοιβή. Κατά τον καθορισμό της αμοιβής για υπηρεσίες μπορεί να ληφθούν υπ' όψη οι προηγούμενες συνεννοήσεις των μερών (Way v. Latilla [1937] 3 All E.R. 759). Το Δικαστήριο θα πρέπει να κάμει ότι μπορεί για να καταλήξει σε ποσό το οποίο φαίνεται να είναι εύλογο και για τις δύο πλευρές, σύμφωνα με τις περιστάσεις της υπόθεσης (S.O.R.E.L. Ltd v. Nicos Servos
(1968)1 C.L.R. 123). Στην προκειμένη περίπτωση δικογραφείται η θέση του Ενάγοντα για εύλογη αμοιβή και μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι ο Ενάγοντας συμφώνησε με τον Εναγόμενο 2, εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης 1, για την επιδιόρθωση μηχανήματος. Τιμώντας την προφορική συμφωνία παροχής υπηρεσιών που είχε με την Εναγόμενη 1, ο Ενάγοντας επιδιόρθωσε το μηχάνημα της. Παράλληλα έκδωσε σχετικό τιμολόγιο όπου σ' αυτό καταγραφόταν κάθε είδος εργασίας που εκτελέστηκε μαζί με την αξία που της αναλογούσε. Συνεπώς, το εν λόγω τιμολόγιο περιείχε ανάλυση τόσο της εκτελεσθείσας εργασίας όσο και της τιμής που αναλογεί στην αξία της με συνολική χρέωση €3.645,00 περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. Η έκδοση του τιμολογίου σε συνδυασμό με την υπογραφή του από τον Εναγόμενο 2, ως διευθυντή της Εναγομένης 1, καθώς και η πληρωμή του ποσού των €1.000,00 οδηγεί χωρίς δεύτερη σκέψη στο συμπέρασμα ότι ήταν εις γνώση των μερών ότι η παροχή των υπηρεσιών-εργασιών θα γινόταν επ' αμοιβής. Παρόλο ότι το τιμολόγιο δεν συνιστά βάση αγωγής αλλά ούτε μαρτυρία για την εκτελεσθείσα μαρτυρία, παρά μόνο είναι σημείωση γι' αυτή η οποία συναρτάται με τη γνώση του εκδότη γι' αυτά που κατέγραψε, εντούτοις πρόκειται για ένα έγγραφο που περιγράφει και αναλύει επαρκώς και ικανοποιητικώς το αντικείμενο της πιο πάνω συμφωνίας (Ανδρέας Νεοκλέους & Σία v. Μάριος Αφάμης Γενικές Κατασκευές Λίμιτεδ
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1661 και Θεοδώρου v. Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1492). Αποτελεί ακόμη επαρκή και ικανοποιητική μαρτυρία ως προς το βαθμό και την έκταση των προσφερομένων υπηρεσιών του Ενάγοντα προς όφελος και για λογαριασμό της Εναγομένης 1, στοιχεία τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Η έκδοση του τιμολογίου από μέρους του Ενάγοντα και η υπογραφή του από μέρους του Εναγομένου 2, εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης 1 ως διευθυντής της, πιστοποιεί την πραγματοποίηση εμπορικής συναλλαγής μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης 1. Με γνώμονα ότι το τιμολόγιο που εκδόθηκε κατατέθηκε από τον ίδιο τον Ενάγοντα και συνάδει με τη μαρτυρία που αυτός έδωσε και στην οποία βασίζομαι και με δεδομένο ότι η ανάλυση των εργασιών που εκτελέστηκαν καθώς και η ανάλυση της αξίας κάθε είδους αυτής που σημειώνεται στο εν λόγω τιμολόγιο όχι μόνο παρέμεινε αναντίλεκτη μαρτυρία αλλά είναι παράμετροι παραδεκτοί από τους Εναγομένους 1 και 2 μέσα από την παράγραφο 3 της υπεράσπισης τους και με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης τις οποίες εκτιμώ και λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου, καταλήγω ότι το ποσό που φαίνεται να είναι εύλογο ως αμοιβή του Ενάγοντα για τις εργασίες που εκτέλεσε αναφορικά με την επιδιόρθωση του μηχανήματος, ιδιοκτησίας της Εναγομένης 1, είναι η συνολική χρέωση που εμφανίζεται στο τιμολόγιο υπ' αριθμό 0932, δηλαδή το ποσό των €3.645,00 περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. (Στρατής v. Πεντέλης-Εταιρείας Μωσαϊκών Λτδ
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1708). Από τη στιγμή που μέσα από την ενώπιον μου μαρτυρία διαπιστώνεται μέχρι σήμερα η πληρωμή μόνο του ποσού των €1.000,00 ως έναντι του ποσού του τιμολογίου σε συνάρτηση με τις οχλήσεις του Ενάγοντα για εξόφληση χωρίς όμως οποιοδήποτε αποτέλεσμα, σημαίνει πως η Εναγόμενη 1 εξακολουθεί να του οφείλει, κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας, το ποσό των €2.645,00, την επιδίκαση του οποίου ο Ενάγοντας δικαιούται. Το ποσό αυτό παράλληλα ισοδυναμεί με το ύψος των απωλειών και ζημιών που ο Ενάγοντας υπέστηκε συνεπεία της παράβασης συμφωνίας από μέρους της Εναγομένης 1 καθότι αυτές προέκυψαν φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση (άρθρο 73 του Περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ.149). Αναφορικά με τον Εναγόμενο 2, το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα, όπως διατυπώνεται στην έκθεση απαίτησης και έχω αντιληφθεί, βασίζεται στην έκδοση δύο επιταγών που δεν έχουν τιμηθεί λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του Εναγομένου 2 και παγοποίησης του λογαριασμού του από τον οποίο προέρχονται, στην παροχή εργασιών και υπηρεσιών χωρίς χαριστική πρόθεση και σε αδικαιολόγητο πλουτισμό. Στην υπόθεση Heatron Co Ltd v. Σωκράτους, Πολιτική Έφεση Αρ. 344/2008, ημερομηνίας 23.05.12, το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε με την έννοια, σημασία και σκοπό της 'επιταγής'. Μέσα από την υπόθεση αυτή λέχθηκε ότι σύμφωνα με το άρθρο 73 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 (Μέρος ΙΙΙ), μια επιταγή θεωρείται ως συναλλαγματική και εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Νόμο, διέπεται από τις ίδιες διατάξεις που εφαρμόζονται για τις συναλλαγματικές. Πληρωμές που γίνονται με επιταγή, στην ουσία εξισώνονται με πληρωμές τοις μετρητοίς, με αποτέλεσμα η υπεράσπιση που μπορεί να προβληθεί να πρέπει να συσχετιστεί είτε με την πληρωμή, είτε με την εγκυρότητα της επιταγής (Nova (Jersey) Knit Ltd v. Kammgarn Spinnerei G.m.b.H
(1977)2 All ER 463 (HL), James Lamont & Co Ltd v. Hyland Ltd (No 2)
(1950)1 All ER 929 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239). Το άρθρο 30
(2)του Κεφ.262 παρέχει ως νομοθετικές υπερασπίσεις το δόλο, τον εξαναγκασμό, τη βία, το φόβο ή την παρανομία. Όπως αναφέρθηκε από το Δικαστήριο της Βουλής των Λόρδων, όπως ονομαζόταν τότε, στην υπόθεση Nova (Jersey) Knit Ltd, πιο πάνω, μία συναλλαγματική (ή επιταγή) θα πρέπει, σύμφωνα με το S.3 του Bills of Exchange Act 1882, το οποίο είναι πανομοιότυπο με το δικό μας άρθρο 3 του Κεφ. 262, να θεωρείται ως εντολή για άνευ όρων πληρωμή σε μετρητά. Διαφορετική ερμηνεία θα σήμαινε στην περίπτωση πώλησης, ότι αυτή διενεργείται επί πιστώσει, με όλες τις νομικές συνέπειες. Η συναλλαγματική ή επιταγή είναι από μόνη της μια σύμβαση, ξεχωριστή από τη σύμβαση πώλησης. Σύμφωνα με το Λόρδο Wilberforce, είναι γι' αυτό το λόγο που ο αγγλικός νόμος δεν επιτρέπει την προβολή υπερασπίσεων, εκτός εκείνων που επιτρέπονται από το Νόμο και στηρίζονται σε δόλο, στη μη εγκυρότητα της επιταγής και σε αποτυχία της αντιπαροχής. Πάνω σ' αυτή την αρχή στηρίζεται και η μεγάλη εμπορική επιτυχία και αποδοχή της επιταγής, ως ενός ουσιαστικού καθημερινού μέσου συναλλαγής. Το αγώγιμο δικαίωμα εγείρεται όταν μια συναλλαγματική και κατ' εφαρμογή του άρθρου 73, μια επιταγή παρουσιαστεί δεόντως για πληρωμή (άρθρο 45), δεν τιμηθεί (άρθρο 47), δοθεί ειδοποίηση προς τον εκδότη για το γεγονός της μη τίμησης (άρθρο 48), εκτός αν η μη αποστολή ειδοποίησης δικαιολογηθεί με βάση τις πρόνοιες του Νόμου. Περαιτέρω, έχει νομολογηθεί ότι η έκδοση επιταγής θα πρέπει να συνοδεύεται από την ύπαρξη αντιπαροχής. Τόσο η νομολογία όσο και το άρθρο 30
(1)του Κεφ.262 υποδεικνύουν τη δημιουργία μαχητού τεκμηρίου υπέρ του κατόχου συναλλαγματικής περιλαμβανομένου και επιταγής ότι έδωσε αντιπαροχή γι' αυτή, και, κατά συνέπεια, το βάρος απόδειξης είναι στον εκδότη της να αποδείξει την έλλειψη αντιπαροχής, ο οποίος και καλείται να το καταρρίψει. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Vasos Charalambides Limited v. Ψαρά
(2000)1Β Α.Α.Δ. 849 και Ρωμανός v. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ.
- Στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι 1 και 2 μέσα από την παράγραφο 3 της υπεράσπισης τους παραδέχονται ότι ο Εναγόμενος 2 έκδωσε, υπέγραψε και παρέδωσε τις δύο επίδικες επιταγές προς όφελος του Ενάγοντα. Επομένως, οι εναγόμενοι δέχονται ότι ο Ενάγοντας είναι ο δικαιούχος των επιταγών αυτών. Αυτό σημαίνει ότι ο Ενάγοντας εμπίπτει στην έννοια και τον νομικό ορισμό του 'κατόχου' σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ.
- Ακολούθως, μελετώντας το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης παρατηρώ ότι οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται οποιαδήποτε από τις νομοθετικές υπερασπίσεις του Κεφ.
- Ούτε και επικαλούνται θέμα έλλειψης αντιπαροχής από μέρους του Εναγομένου 2 με αποτέλεσμα να μην ήταν ποτέ επίδικο θέμα. Με αυτά τα δεδομένα το βάρος απόδειξης βρισκόταν στους ώμους των εναγομένων να αποδείξει την μη ύπαρξη τέτοιας αντιπαροχής. Ωστόσο, αυτό που διαπιστώνεται είναι να μην υπάρχει δικογραφημένη θέση των εναγομένων που να καταρρίπτει το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής. Οι μόνοι ισχυρισμοί των εναγομένων ήταν περί εξόφλησης, εναλλακτικά περί οφειλής μικρότερου ποσού και περί μη όχλησης για εξόφληση ποσού. Έχει ήδη εξηγηθεί πιο πάνω ότι οι εναγόμενοι, ως τα πρόσωπα που το επικαλούνται, φέρουν το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους περί εξόφλησης των παρεχομένων υπό του Ενάγοντα υπηρεσιών και εργασιών ή έστω οφειλής μικρότερου ποσού από αυτό που διεκδικείται και η απουσία τους από τη διαδικασία εκδίκασης της αγωγής σε συνδυασμό με την έλλειψη της αναγκαίας μαρτυρίας αφήνουν τους ισχυρισμούς τους αυτούς μετέωρους και κατ' επέκταση έκθετους σε απόρριψη. Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί μη όχλησης, το Δικαστήριο αποδέχτηκε την περί του αντιθέτου αναντίλεκτη μαρτυρία του Ενάγοντα για οχλήσεις του ιδίου προς τους εναγομένους προβαίνοντας και σε σχετικό εύρημα. Σε σχέση με τον αξιούμενο τόκο, ο Ενάγοντας διεκδικεί την επιδίκαση 5,5% από τις 22.09.11 που είναι η ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου. Γενικά, ο τόκος δεν αποτελεί προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη της σύμβασης εκτός αν αυτό ρητά προνοείται στη σύμβαση ή εξυπακούεται από τη φύση της υποχρέωσης (Evelthon Developments Ltd και άλλος v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κυπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 281/2008, ημερομηνίας 12.11.12, Κολακίδης & Συνεταίροι ν. Μ. Θεοδοσίου Λτδ
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1671, Καλησπέρας ν. Δρυάδη κα
(1998)1(Β) ΑΑΔ 867 και Θωμά ν. Μέζου κα
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 2359). Μελετώντας την ενώπιον μου μαρτυρία περιλαμβανομένου και του τιμολογίου (Τεκμήριο 1) διαπιστώνω ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία για χρέωση τόκου μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης 1 όταν ο πρώτος συμφώνησε με τη δεύτερη για την επιδιόρθωση οχήματος στις 22.09.11. Παράλληλα, εξέτασα το ενδεχόμενο ο Ενάγοντας να δικαιούταν τόκο με βάση τον Περί της Καταπολέμησης των Καθυστερήσεων Πληρωμών στις Εμπορικές Συναλλαγές Νόμος του 2003, Ν.73(Ι)/2003, προτού αυτός καταργηθεί με το Ν.123(Ι)/2012 που θεσπίστηκε στις 27.07.12, ωστόσο από τα γεγονότα και τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και ελλείψει προσκόμισης αποδειχτικών στοιχείων ή άλλης επαρκής και ικανοποιητικής μαρτυρίας που θα δικαιολογούσαν το ύψος και τη χρονική διάρκεια χρέωσης του, καταλήγω ότι η εν λόγω νομοθεσία δεν μπορεί να τύχει εδώ εφαρμογής. Ούτε το Δικαστήριο έτυχε οποιασδήποτε νομικής επιχειρηματολογίας προς αυτήν την κατεύθυνση έτσι ώστε να είναι σε θέση να κρίνει κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι κάτι τέτοιο, πραγματικά και νομικά. Μπροστά σ' αυτά τα δεδομένα, δεν υπάρχει άλλη επιλογή από του να ενεργοποιηθεί το άρθρο 33
(2)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων, με το οποίο επιδικάζεται τόκος προς 5,5% ετησίως επί του οφειλομένου ποσού από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής μέχρι εξόφλησης. Ενόψει της επιτυχίας της υπόθεσης του Ενάγοντα για τους πιο πάνω λόγους, περιττεύει η εξέταση των υπολοίπων βάσεων αγωγής που ο Ενάγοντας επικαλείται και αφορούν και τους δύο εναγομένους. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι ο Ενάγοντας απέδειξε την υπόθεση του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 για το ποσό των €2.645,00 πλέον νόμιμο τόκο προς 5,5% ετησίως επί του ποσού αυτού από 14.02.12 (ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής) μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα της παρούσας αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2. (Υπ.) .............................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Proof Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Απόδειξη Αγωγής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο