Σοφοκλή Κωνσταντίνου ν. MASRI SHIPPING TRADING LTD κ.α., Aρ. Αγωγής Ε.Δ. Λεμεσού : 7/07, 15/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής Ε.Δ. Λεμεσού : 7/07 Υπόθεση Ναυτοδικείου αρ.: 14/07 Μεταξύ: Σοφοκλή Κωνσταντίνου Ενάγοντα και
- MASRI SHIPPING & TRADING LTD
- Αρχής Λιμένων Κύπρου Εναγομένων Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 28.9.2009 Μεταξύ: Σοφοκλή Κωνσταντίνου Ενάγοντα και
- MASRI SHIPPING & TRADING LTD
- Αρχής Λιμένων Κύπρου Εναγομένων Και δι΄ Ανταπαιτήσεως Μεταξύ: MASRI SHIPPING & TRADING LTD Εναγόντων και Χριστάκη Παντελίδη Εναγόμενου Αίτηση για τροποποίηση ημερ. 1.2.2013 Ημερομηνία: 15 Μαρτίου 2013 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1/Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Α. Χαραλάμπους για κκ. Αντρέας Γιωρκάτζης & Σία Για τον Εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενο - Καθ΄ου η αίτηση : κα Α. Χριστοδούλου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση οι εναγόμενοι 1/εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες - αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται ο τίτλος της απάντησης των εναγομένων με την προσθήκη ως δι΄ ανταπαιτήσεως εναγόμενου 1 του ενάγοντα Σοφοκλή Κωνσταντίνου και αναρίθμηση του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου Χριστάκη Παντελή σε εξ αναταπαιτήσεως εναγόμενου
- Επίσης οι αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της απάντησης των εναγομένων 1 με την προσθήκη παραγράφου στην οποία οι εναγόμενοι 1 ισχυρίζονται επιπλέον ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται και/ή προκλήθηκε σε μέγιστο βαθμό λόγω της συντρέχουσας αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του ενάγοντα και/ή του Χριστάκη Παντελή. Οι αιτητές ζητούν ακόμα διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διαγράφεται από το παρακλητικό της ανταπαίτησης η αναφορά στον Χριστάκη Παντελή και να προστίθεται η αναφορά στους εξ ανταπαίτησεως εναγόμενους 1 και 2, καθώς επίσης να προστίθεται στο παρακλητικό της ανταπαίτησης αξίωση για αναγνωριστική απόφαση ότι οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2 μαζί με τους εναγόμενους 2, Αρχή Λιμένων Κύπρου, είναι υπαίτιοι του επίδικου ατυχήματος, και για διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να κατανέμεται η ευθύνη του επίδικου ατυχήματος μεταξύ των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2 και των εναγομένων 2, Αρχής Λιμένων Κύπρου, στον βαθμό ευθύνης έκαστου για το ατύχημα. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.8 Θθ. 8
(1)και
(2), 9 και 10, τη Δ.9 Θθ. 1-11, τη Δ.21 Θ. 11, τη Δ.25 Θθ. 1-4, τη Δ.33, τη Δ.48 Θθ. 1-4 και 8 και τη Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στον Καν. 90 των περί Δικαιοδοσίας Ναυτοδικείου Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου του 1893, στο The Annual Practice 1958, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση της κας Φρόσως Χριστοδουλίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγόμενους 1 στην παρούσα αγωγή. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση η κα Χριστοδουλίδου αναφέρει τα ακόλουθα. Η ανάγκη της αιτούμενης τροποποίησης προέκυψε κατά τη δικάσιμο της 25ης Ιανουαρίου 2013, όταν ο δικηγόρος των εναγομένων 2, ενεργώντας για λογαριασμό του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου Χριστάκη Παντελή, ήγειρε θέμα προδικαστικής ένστασης πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας για ακυρότητα της εξ ανταπαιτήσεως διαδικασίας εναντίον του λόγω της μη συμμόρφωσης των εναγομένων 1 με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Νωρίτερα την ίδια μέρα, στο γραφείο της Δικαστή, ο κ. Χαραλάμπους ήγειρε το θέμα ότι αυτός ανέλαβε πρόσφατα τον χειρισμό της υπόθεσης και ότι δεν εντόπιζε στον φάκελο της υπόθεσης την υπεράσπιση του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου, και επομένως δεν γνώριζε το περιεχόμενο της και την ύπαρξη της εν λόγω προδικαστικής ένστασης. Από έλεγχο που έγινε την ίδια ώρα διαπιστώθηκε ότι πράγματι η υπεράσπιση του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου είχε καταχωρηθεί, όμως παραμένει αβέβαιο ποτέ αυτή επιδόθηκε στην πλευρά των εναγομένων
- Το Δικαστήριο εξέτασε το θέμα της εν λόγω ένστασης και έδωσε οδηγίες όπως το σχετικό αίτημα υποβληθεί γραπτώς. Η σχετική αίτηση καταχωρήθηκε στις 31.1.
- Κατά τη μελέτη της προδικαστικής ένστασης η κα Χριστοδουλίδου διαπίστωσε ότι πιθανότατα θα έπρεπε πράγματι να είχε προστεθεί ανταπαίτηση όχι μόνο εναντίον του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου (τρίτου προσώπου) αλλά και εναντίον του ενάγοντα με την τροποποίηση του τίτλου της απάντησης. Η κα Χριστοδουλίδου θεωρεί ότι αυτό δεν έγινε λόγω παραδρομής και/ή συνεπεία λανθασμένης εκτίμησης του προσώπου που συνέταξε την αίτηση και απάντηση σε εκείνο το στάδιο. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της κας Χριστοδουλίδου, η μη συμμόρφωση με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας δεν καθιστά τη διαδικασία άκυρη αλλά ακυρώσιμη και είναι θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.
- Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι προδικαστικά ζητήματα πρέπει να εγείρονται από τον διάδικο που τα επικαλείται αμέσως μετά το κλείσιμο των δικογράφων και όχι μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, και σε τέτοια περίπτωση το θέμα πρέπει να αποφασιστεί στο τέλος. Πιθανόν ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος να εμποδίζεται να εγείρει αυτό το θέμα στο παρόν στάδιο, ωστόσο αυτό θα εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης. Η κα Χριστοδουλίδου αναφέρει επίσης ότι οποιαδήποτε παρατυπία μπορεί να θεραπευτεί με τις τροποποιήσεις που ζητούνται καθότι οι αιτούμενες θεραπείες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τα επίδικα θέματα, δηλαδή τον καταμερισμό της ευθύνης σχετικά με το επίδικο ατύχημα και την καταβολή αποζημιώσεων από τους υπεύθυνους. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις εμπίπτουν στη βάση της επίκλησης της διαδικασίας εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου όπως αυτή προβλέπεται στη Δ.21 Θ. 8
(1)και
(2). Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για να επιτραπεί η συνέχιση της διαδικασίας και να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων. Η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δεν επηρεάζει την επιτυχία της υπό κρίση αίτησης καθότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται εναντίον του ενάγοντα για αποκλειστική ή συντρέχουσα σε μέγιστο βαθμό ευθύνη υφίστανται ήδη ως υπεράσπιση στην απάντηση των εναγομένων
- Η κα Χριστοδουλίδου αναφέρει περαιτέρω ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μόλις προέκυψε η αναγκαιότητα της διόρθωσης της παρατυπίας, με την έγκριση της αίτησης καμία πλευρά δεν θα υποστεί ζημιά που δεν είναι θεραπεύσιμη με έξοδα, ενώ αν αυτή δεν εγκριθεί τότε οι εναγόμενοι 1 θα υποστούν μεγάλη και ανεπανόρθωτη ζημιά. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι απαραίτητες για να τεθεί η υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγομένων 1 στις πραγματικές της διαστάσεις, να αποκρυσταλλωθούν όλα τα επίδικα θέματα και να προσδιοριστεί η ευθύνη για το επίδικο ατύχημα μεταξύ όλων των αναγκαίων διαδίκων. Οι λόγοι της ένστασης είναι ότι η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, η διαδικασία είναι ανυπόστατη και εξ υπαρχής άκυρη, αυτή είναι η δεύτερη αίτηση τροποποίησης χωρίς να δίνεται λόγος γιατί οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν περιλήφθηκαν στην προγενέστερη αίτηση, οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι καταχρηστικές, και ζητούνται θεραπείες εναντίον των εναγομένων 2 χωρίς αυτοί να έχουν προστεθεί ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι. Επίσης η αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, η ακρόαση της ουσίας της αγωγής έχει αρχίσει, και τυχόν έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων θα οδηγήσει σε εκτροπή της διαδικασίας κατά παράβαση της συνταγματικής πρόνοιας για εκδίκαση εντός εύλογου χρόνου και θα προκαλέσει κατάφορη αδικία και ανεπανόρθωτη ζημιά στα δικαιώματα του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου Χριστάκη Παντελή, στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Επιπλέον ο κ. Παντελή αναφέρει ότι οι εναγόμενοι 1 κωλύονται να ισχυρίζονται ότι δεν έλαβαν γνώση της υπεράσπισης η οποία καταχωρήθηκε 3 χρόνια προηγουμένως, η κα Χριστοδουλίδου παραδέχεται ξεκάθαρα ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε είναι ανυπόστατη και παράτυπη, και αυτή δεν είναι απλή παρατυπία αλλά μία σημαντικότατη και κρίσιμη μη συμμόρφωση με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας η οποία δεν είναι θεραπεύσιμη, αλλά καθιστά τη διαδικασία άκυρη και ανυπόστατη. Ο κ. Παντελή επισημαίνει ότι οι εναγόμενοι 1 δεν ζητούν διάταγμα για άρση της παρατυπίας παρά μόνο διατάγματα τροποποίησης, και ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος των αιτητών αρχικά έκανε εκτενή ανάλυση των νομικών αρχών που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων και το θέμα της παρατυπίας δυνάμει της Δ.
- Ο κ. Χαραλάμπους εισηγήθηκε ότι η αίτηση δεν υποβάλλεται κακόπιστα και σχολίασε επ΄ αυτού τη μη ύπαρξη ένστασης εκ μέρους του ενάγοντα, που είναι ο άμεσα ενδιαφερόμενος, αλλά την ύπαρξη ένστασης από πλευράς του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου. Ο κ. Χαραλάμπους ασχολήθηκε με τους λόγους ένστασης και εξέφρασε τη θέση ότι η διαδικασία είναι απλή παρατυπία και μπορεί να θεραπευτεί, και ότι η επιδιωκόμενη προσθήκη των εναγομένων 2 στο παρακλητικό της ανταπαίτησης γίνεται ως θέμα καθαρότητας εφόσον η ευθύνη θα καταμεριστεί μεταξύ των διαδίκων με βάση την απαίτηση του ενάγοντα και δεν αξιώνονται άλλες θεραπείες εναντίον των εναγομένων
- Ο κ. Χαραλάμπους ισχυρίστηκε ότι οι αιτητές δίνουν λόγο για την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης στο παρόν στάδιο και ότι με την έγκριση αυτής η πορεία της υπόθεσης δεν θα εκτροχιαστεί αφού όλα τα επίδικα θέματα περιέχονται ήδη στα δικόγραφα. Τέλος, ο κ. Χαραλάμπους εισηγήθηκε ότι η υπό κρίση αίτηση γίνεται σε μία γνήσια προσπάθεια τροποποίησης της δικογραφίας, και η έγκριση της είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Στη δική της αγόρευση η δικηγόρος του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου έκανε αναφορά στο ιστορικό της διαδικασίας της παρούσας αγωγής και παρέπεμψε με τη σειρά της στις νομικές αρχές που αφορούν τα επίδικα θέματα της υπό κρίση αίτησης. Βασική θέση της κας Χριστοδούλου ήταν ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε είναι ανυπόστατη και άκυρη και επομένως δεν πρόκειται για απλή παρατυπία που είναι θεραπεύσιμη. Η κα Χριστοδούλου εισηγήθηκε ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, και μάλιστα μετά την καταχώρηση αίτησης για απόρριψη της ανταπαίτησης, και ότι ουδέποτε οι εναγόμενοι 1 ήγειραν το θέμα της μη παραλαβής της υπεράσπισης του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου μέχρι και την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης. Η κα Χριστοδούλου ανέφερε ότι η παρούσα αίτηση γίνεται με αποκλειστικό και κακόπιστο σκοπό των εναγομένων 1 να αποτραπεί η επιτυχία της αίτησης για απόρριψη της ανταπαίτησης και να υποστυλώσουν την ανταπαίτηση τους ούτως ώστε να μπορέσουν να πετύχουν να ακουστεί η ανταπαίτηση κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Τέλος, η κα Χριστοδούλου εισηγήθηκε ότι τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου καθότι αυτός δεν θα είναι σε θέση να προωθήσει την αίτηση του για εκδίκαση του προδικαστικού σημείου και απόρριψη της ανταπαίτησης, και ανέφερε ακόμα ότι το Δικαστήριο δεν θα έχει δικαιοδοσία να εκδώσει τα αιτούμενα στην ανταπαίτηση διατάγματα από τη στιγμή που οι εναγόμενοι 2 δεν προστίθενται ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι. Ως εκ τούτου η κα Χριστοδούλου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ του καθ΄ου η αίτηση. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι η ακρόαση της παρούσας αγωγής ξεκίνησε στις 22.1.2013 και συνεχίστηκε στις 25.1.2013 όταν και ο δικηγόρος του εξ ανταπαίτησεως εναγόμενου ήγειρε το θέμα της προδικαστικής ένστασης. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως καταχωρηθεί αίτηση προς τούτο ενώ, με τη δήλωση της δικηγόρου του ενάγοντα ότι αυτός δεν επιθυμούσε να λάβει μέρος στην εν λόγω διαδικασία, έδωσε περαιτέρω οδηγίες για τη συνέχιση της ακρόασης της αγωγής εφόσον αυτή βρίσκεται στο στάδιο προσκόμισης μαρτυρίας για την πλευρά του ενάγοντα. Έτσι, στις 31.1.2013 καταχωρήθηκε η αίτηση από τον εξ ανταπαίτησεως εναγόμενο και την 1.2.2013 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Το Δικαστήριο έκρινε ορθό και δίκαιο όπως η υπό κρίση αίτηση εκδικαστεί πρώτη και έδωσε τις ανάλογες οδηγίες. Η τροποποίηση δικογράφου δυνάμει της Δ.25 Θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11, και Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co. κ.ά. v. A & G Leventis Ltd. κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας, όπως και για τους υπόλοιπους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Διαφωτιστική επίσης για το θέμα του χρόνου κατά τον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, είναι η υπόθεση Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «... it is well settled that as a rule of conduct, however negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side, and there is no injustice if the other side can be compensated by costs. Before the hearing leave is readily granted on payment of the cost occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance. Leave to amend is sometimes given at the hearing but the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity of which was abundantly apparent months ago and then not asked for. At any rate it would be wrong to allow an amendment at the close of the evidence or even at an extremely late stage of the trial where it could result in a party being confronted with an entirely new case.» Στις περιπτώσεις που υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην υπόθεση Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, κρίθηκε ότι η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην υπό κρίση περίπτωση η παρούσα αίτηση αφορά την ανταπαίτηση των εναγομένων 1/εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων. Η Δ.21 Θ. 8
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προβλέπει τέτοια διαδικασία, προνοεί τα ακολούθα: «Where a defendant by his defence sets up any counter-claim which raises questions between himself and the plainitff along with any other persons, he shall add to the title of his defence a further title similar to the title in a statement of claim, setting forth the names of all the persons who, if such counter-claim were to be enforced by cross-action, and shall deliver his defence to such of them as are parties to the action within the period within which he is required to deliver it to the plaintiff. » Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η Δ.21 Θ. 11 των παλαιών Διαδικαστικών Κανονισμών. Στην υπόθεση Athina Leather Goods v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787, γίνεται παραπομπή στο The Annual Practice 1958, σελ. 505, όπου περιέχεται μία χρήσιμη ανάλυση του θέματος. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Σε μετάφραση: "Περιορισμοί στην ανταπαίτηση δυνάμει του θεσμού αυτού:
(1)Ο ενάγων πρέπει να είναι εναγόμενος στην ανταπαίτηση (Harris v. Gamble, 6 Ch. D. 748. Furness v. Booth, 4 Ch D. 587), άλλως πρέπει να καταφύγουμε στη Δ.16 Α στην περίπτωση αξίωσης για αποζημίωση εναντίον συνεναγομένου (Central African Co. v. Grove, 48 L.J. Ex. 510). Ωστόσο το γεγονός ότι ο τριτοδιάδικος δεν μπορούσε να ήταν εναγόμενος στην αξίωση του ενάγοντα δεν κάμνει διαφορά (Turner v. Hednesford Gas Co. 3 Ex. D. 145).
(2)Ο θεσμός αυτός δεν εφαρμόζεται εκεί όπου η αξίωση του εναγομένου εναντίον του τρίτου προσώπου είναι μόνο διαζευκτική της αξίωσης του εναντίον του ενάγοντα και όχι 'μαζί με αυτή' (Times Cold Storage Co. v. Lowther, [1911] 2 K.B.
- Βλ. Evans v. Buck, 4 Ch. D. 432). Ωστόσο η αξίωση εναντίον του ενάγοντα και ενός τρίτου προσώπου από κοινού ή διαζευκτικά κεχωρισμένα είναι επιτρεπτή (Smith v. Buskell [1919] 2 K.B.
- Βλ. Child v. Stenning, 7 Ch. D.
- Dear v. Sworder, 4 Ch. D. 476).
(3)Ένα τρίτο πρόσωπο που δεν είναι διάδικος δεν μπορεί να συνενωθεί ως συνενάγων με τον εναγόμενο . . .
(4)Η ανταπαίτηση δυνάμει του θεσμού αυτού πρέπει να αξιώνει θεραπεία που σχετίζεται ή συνδέεται με το αντικείμενο της αξίωσης του ενάγοντα .. . ."» Στην προαναφερόμενη υπόθεση Furness v. Booth (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι «a pleading which asks for no cross relief against a Plaintiff either alone or with some other person is not a 'counter-claim', and, therefore, does not fall within Order XXI, rule 5.» Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι η ανταπαίτηση των εναγομένων 1 πρέπει να περιέχει τον ενάγοντα ως εναγόμενο σε αυτή. Επίσης η ανταπαίτηση που καταχωρήθηκε εκ μέρους των εναγομένων 1 δεν περιέχει αξίωση εναντίον του ενάγοντα αλλά ούτε και εναντίον των εναγομένων 2, οι οποίοι δεν ζητείται να προστεθούν ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι. Η πλευρά των εναγομένων 1 ισχυρίζεται ότι η παράλειψη προσθήκης του ενάγοντα στην ανταπαίτηση αποτελεί απλή παρατυπία που είναι θεραπεύσιμη, ενώ η πλευρά του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου Χριστάκη Παντελή προβάλλει την αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή αυτή η παράλειψη καθιστά τη διαδικασία ανυπόστατη και εξ υπαρχής άκυρη και επομένως δεν μπορεί να θεραπευτεί. Και οι δύο πλευρές στηρίχθηκαν στη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η υπόθεση Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Aρ. 2)
(2009)1(Α) Α.Α.Δ 35 περιέχει χρήσιμη ανάλυση για τον σκοπό και τον τρόπο εφαρμογής της Δ.64 στο ακόλουθο απόσπασμα: «Ο σκοπός της νέας Δ.64 είναι η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρου και αντικανονικού μέτρου, εξισώνοντας έτσι κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί. Το θέμα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Θαλασσινός v. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1995)3 Α.Α.Δ. 255, Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd. v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1996)3 A.A.Δ.323 (απόφαση 11 από 13 Δικαστές), Λοΐζου v. Χαραλάμπους άλλως Καρούσος κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 167, Καλιά κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1996)3 Α.Α.Δ. 149, Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 και Μιχαήλ v. Ττουνιά
(2004)1 Α.Α.Δ. 113). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Καλιά κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά., σελ. 151-152 διαβάζουμε τα εξής: «Με την κατάργηση της Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την αντικατάστασή της με τη Δ.64 του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1995, που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 24.2.95, η διάκριση μεταξύ άκυρης και παράτυπης διαδικασίας καταργήθηκε και η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή την φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία. Πέραν αυτού, με τη νέα Δ.64, παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο διάσωσης της παράτυπης διαδικασίας στην κατάλληλη περίπτωση. Κατά συνέπεια θέση ότι μια έφεση είναι θνησιγενής όταν κανένας από τους λόγους της δεν είναι αιτιολογημένος και επομένως δεν είναι έγκυρη, καταργήθηκε με την τροποποίηση της Δ.64, αλλά η οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να θεραπεύεται. Η θεραπεία αυτή επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους Θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στη λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελός του. (Βλ., μεταξύ άλλων, Λοΐζου v. Χαραλάμπους άλλως Καρούσος και Άλλοι
(1996)1 Α.Α.Δ. 167, Κυπριακή Δημοκρατία v. Lion Insurance Agency Ltd
(1995)3 Α.Α.Δ. 338, Γιαννή v. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.ά.
(1995)3 Α.Α.Δ. 334 και Θαλασσινός v. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1995)3 Α.Α.Δ. 255).» Είναι λοιπόν φανερό ότι σε περιπτώσεις που πριν την τροποποίηση της Δ.64 το δικαστήριο, με βάση τη νομολογία που ίσχυε τότε, ήταν υπόχρεο να καταλήξει ότι κάποια παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς οδηγούσε σε ακυρότητα, με τη νέα Δ.64 έχει διακριτική εξουσία να θεωρήσει την μη συμμόρφωση ως απλή παρατυπία, που δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε ακυρότητα.» Στην υπόθεση Πετρίχου v. Χ΄Ιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, λέχθηκε ότι «η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον είναι θεραπεύσιμες.» Το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τη θέση ότι η νέα Δ.64 δεν θεραπεύει θεμελιώδεις παραλείψεις στην υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ.
- Το ακόλουθο απόσπασμα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «Πράγματι σκοπός της νέας Δ.64 ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά τη διαδικασία παράτυπη (βλ. Supreme Court Practice 1999, σελ. 10). Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.
- Έτσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα (Βλ. Γιάννη v. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.α.
(1995)3 Α.Α.Δ. 334, Δημοκρατία v. Lion Ins. Agency Ltd
(1995)3 Α.Α.Δ. 338, 340 και Panayiotis Georghiou (Catering Ltd) κ.α. v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1516/19.7.96 - Απόφαση της Ολομέλειας). Ωστόσο πρέπει να υπομνησθεί πως η εξουσία που δίδεται στο δικαστήριο από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις. (Βλ. The Supreme Court Practice 1999, σελ. 10 όπου υποδεικνύεται επίσης "πως η πρόνοια για την ύπαρξη του ενάγοντα κατά την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας αποτελεί βασική νομική αρχή παρά απαίτηση των θεσμών").» Στο The Supreme Court Practice 1999, σελ. 10, πράγματι επισημαίνεται ότι τα Δικαστήρια υιοθετούν μία πιο φιλελεύθερη τάση να κρίνουν περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τους Θεσμούς ως απλή παρατυπία, νοουμένου βέβαια ότι αυτό είναι λογικό και ορθό, και για να μην προκαλείται αδικία στον διάδικο λόγω μίας απερίσκεπτης παράλειψης συμμόρφωσης του με μία τυπικής μορφής διαδικαστική πρόνοια, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζεται ότι δεν παρέχεται εξουσία στα Δικαστήρια να διορθώνουν ουσιώδεις παραλείψεις. Με βάση το περιεχόμενο της Δ.21 Θθ. 8 και 11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37, σελ. 186-187,παρ. 248, αναφορικά με τις αντίστοιχες Αγγλικές πρόνοιες, η ανταπαίτηση που εγείρεται από εναγόμενο αποτελεί μία ξεχωριστή διαδικασία σαν μία καινούργια αγωγή. Αυτή είναι μία ανεξάρτητη και αυτόνομη διαδικασία με την έννοια ότι δεν επηρεάζεται από οτιδήποτε αφορά αποκλειστικά την απαίτηση του ενάγοντα και μπορεί να συνεχίσει έστω και αν δόθηκε απόφαση στην αγωγή ή ακόμα αν η αγωγή διακόπηκε ή απορρίφθηκε. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37, σελ. 189-190,παρ. 251, γίνεται αναφορά στη διαδικασία έγερσης της ανταπαίτησης. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι όπου ο εναγόμενος εγείρει ανταπαίτηση εναντίον του ενάγοντα, μπορεί να προσθέσει στην ανταπαίτηση οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα για την αποφυγή πολλαπλότητας διαδικασιών. Αυτή η διαδικασία δίνει τη δυνατότητα στον εναγόμενο ο οποίος έχει ανταπαίτηση εναντίον του ενάγοντα να ισχυριστεί ταυτόχρονα ότι και άλλο πρόσωπο έχει ευθύνη μαζί με τον ενάγοντα αναφορικά με το θέμα της ανταπαίτησης ή αναφορικά με θεραπεία που σχετίζεται με το αρχικό θέμα της αγωγής. Αυτή η ανταπαίτηση θεωρείται σαν κλητήριο σε αγωγή και ο εναγόμενος που την εγείρει θεωρείται ο ενάγων ενώ τα πρόσωπα εναντίον των οποίων αυτή εγείρεται θεωρούνται οι εναγόμενοι σε αυτή την αγωγή. Είναι πρόδηλο από όσα αναφέρονται πιο πάνω ότι προϋπόθεση για την έγερση της ανταπαίτησης δυνάμει της Δ.21 Θ. 8 είναι η ύπαρξη απαίτησης από τον εναγόμενο έναντι του ενάγοντα (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37, σελ. 190, παρ. 251). Ο ενάγοντας είναι το πρώτο μέρος εναντίον του οποίου ο εναγόμενος εγείρει την ανταπαίτηση του και ακολούθως ο τελευταίος έχει την ευχέρεια να προσθέσει ως εναγόμενο οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ισχυρίζεται ότι έχει ευθύνη μαζί με τον ενάγοντα. Επομένως είναι βασικό και απαραίτητο ο ενάγοντας να είναι εναγόμενος στην ανταπαίτηση. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Harris v. Gamble (ανωτέρω) και Furness v. Booth (ανωτέρω). Επίσης στην υπόθεση Central African Trading Co v. Grove (ανωτέρω) λέχθηκε ότι αν ο ενάγοντας δεν είναι εναγόμενος στην ανταπαίτηση, τότε αυτή η διαδικασία δεν είναι διαθέσιμη στον εναγόμενο ο οποίος θα πρέπει τότε να εγείρει διαδικασία τριτοδιαδίκου εναντίον του επιπρόσθετου μέρους. Στην υπό κρίση περίπτωση οι εναγόμενοι 1 ήγειραν την ανταπαίτηση τους μόνο εναντίον του τρίτου προσώπου, χωρίς ο ενάγοντας να είναι εναγόμενος και χωρίς να ζητείται οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον του. Με αυτά τα δεδομένα, η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν είναι σύμφωνη με τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.21 Θ. 8 που θέτει τον ενάγοντα το πρώτο μέρος εναντίον του οποίου εγείρεται η ανταπαίτηση. Η παράλειψη έγερσης της ανταπαίτησης εναντίον του ενάγοντα αποτελεί θεμελιώδη παράβαση των Θεσμών καθότι αφορά τη νομιμότητα της έγερσης της διαδικασίας η οποία πρέπει να απευθύνεται σε συγκεκριμένο διάδικο/μέρος. Από τη στιγμή που η ανταπαίτηση θεωρείται σαν ξεχωριστή αγωγή και αυτή δεν ηγέρθη εναντίον του ενάγοντα και δεν ζητείται οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον του, τότε η διαδικασία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ξεκίνησε, καθότι χωρίς τον ενάγοντα σαν εναγόμενο δεν μπορεί να υπάρξει έναρξη νόμιμης διαδικασίας και ανταπαίτηση εκ μέρους των εναγομένων 1. Σχετικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις Πετρίχου v. Χ΄Ιωσήφ (ανωτέρω) και Σοφοκλής Σοφοκλέους v. Κυριακής Τσεσμέλογλου, Έφεση αρ. 22/2010, ημερ. 14.2.2012. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η παράλειψη των εναγομένων 1 να εγείρουν την ανταπαίτηση τους εναντίον του ενάγοντα ως εναγόμενου και ακολούθως εναντίον οποιουδήποτε άλλου προσώπου δεν συνιστά απλή παρατυπία, αλλά λανθασμένη έναρξη της διαδικασίας η οποία καθιστά τη διαδικασία εξ υπαρχής άκυρη και ανυπόστατη. Επομένως δεν παρέχεται η δυνατότητα θεραπείας με την αιτούμενη τροποποίηση. Ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του εξ ανταπαίτησεως εναγόμενου Χριστάκη Παντελή - καθ΄ου η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 1/εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων - αιτητών όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................ Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Πολιτική / Ενδιάμεση Απόφαση Αναφορά: Τροποποίηση τίτλου απάντησης δι' ανταπαιτήσεως cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο