← Κύπρος

Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων ν. Ahmed Hassan Esmat Metwally κ.α., Αρ. Αγωγής: 5239/07, 19/3/2013

Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων ν. Ahmed Hassan Esmat Metwally κ.α., Αρ. Αγωγής: 5239/07, 19/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A72 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 5239/07 Μεταξύ: Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων και

  1. Ahmed Hassan Esmat Metwally, από την Αίγυπτο
  2. Mohamed Hussein Abdel Hamid Serry, από την Αίγυπτο Ημερομηνία: 19.3.13 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1 και 2 / Αιτητές: κα Ισαβέλα Θεοδοσίου για κκ Γ. Χαραλαμπίδη & Σία ΔΕΠΕ Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κα Πόπη Ευαγγέλου -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε από τους Εναγόμενους / Αιτητές στις 28.3.12 με την οποία εξαιτούνται τροποποίηση της Υπεράσπισής τους. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Σοφίας Λαμπριανίδου η οποία είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών. Στηρίζεται στην Δ.25, θθ 1-6, Δ.9, ΔΔ.19-21, Δ.48, θθ 2-4, 8-9 και Δ.64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθώς και «επί της Πρακτικής και των Γενικών Εξουσιών του Δικαστηρίου». Με την υπό κρίση αίτηση ζητούνται οι ακόλουθες τροποποιήσεις της Υπεράσπισης: όπως ο τίτλος που φέρει το δικόγραφο των Αιτητών, ήτοι «ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1 ΚΑΙ 2» αντικακατασταθεί με τις λέξεις: «ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1 ΚΑΙ 2» (παράγραφος Α της αίτησης) όπως η λέξη «περιδρομή» που απαντάται στην δέκατη γραμμή της παραγράφου 4 της Υπεράσπισης αντικατασταθεί με την λέξη «παραδρομή» (παράγραφος Β της αίτησης) όπως προστεθούν κάποιες νέες λέξεις στην παράγραφο 12 της Υπεράσπισης (παράγραφοι Γ και Γ της αίτησης) και όπως στο τέλος της παραγράφου 12 της Υπεράσπισης προστεθούν «Λεπτομέρειες αντισυνταγματικότητας». Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση η ανάγκη για τροποποίηση της Υπεράσπισης με την προσθήκη λεπτομερειών αντισυνταγματικότητας διαπιστώθηκε από τον δικηγόρο, κύριο Νεόφυτο Χαραλαμπίδη, ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση κατά την προετοιμασία του για ακρόαση. Η αιτούμενη τροποποίηση «δεν προσθέτει νέους ισχυρισμούς και/ή βάση υπεράσπισης αλλά καταγράφει στην ουσία με λεπτομέρεια τους εξαρχής ισχυρισμούς περί αντισυνταγματικότητας της σχετικής νομοθεσίας ως απαιτείται νομολογιακά». Η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για σκοπούς πλήρους παρουσίασης της υπόθεσης, για σκοπούς προσδιορισμού της ουσίας της διαφοράς αλλά και για σκοπούς αποτροπής της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Δεν θα επηρεάσει τα κεκτημένα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση, ούτε θα επιφέρει σε αυτόν ζημιά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι είναι ορθό, δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους του προβάλλονται 16 λόγοι ένστασης. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Στέλιου Καστανιά, τελωνειακού λειτουργού στο Τμήμα Τελωνείων και δεόντως εξουσιοδοτημένου από τον Καθ' ου η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση της αίτησης και της ένστασης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. Η Δ.25, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η αίτηση προβλέπει πως: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να μεταβάλει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση του ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες αυτές οι τροποποιήσεις θα γίνουν αν είναι αναγκαίες για σκοπούς καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων». Το αίτημα τροποποίησης εγγράφων προτάσεων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αναλύθηκαν εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές έχουν καλά θεμελιωθεί και αποτελεί πλέον αξίωμα ότι ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αμέλεια ή απροσεξία που έχει επιδειχθεί στα δικόγραφα ή το καθυστερημένο της προτεινόμενης τροποποίησης, αυτή κατά κανόνα επιτρέπεται, όταν μπορεί να γίνει χωρίς να επέλθει αδικία στην άλλη πλευρά. Θεωρείται ότι δεν υπάρχει αδικία αν μπορεί να υπάρξει ικανοποιητική αποζημίωση της άλλης πλευράς με την επιδίκαση των εξόδων. Αποτελεί, επίσης, γενική αρχή, ότι πριν την έναρξη της δίκης είναι ευκολότερο να επιτραπεί η τροποποίηση, ενώ μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο δεν επιτρέπει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα, όταν η αναγκαιότητα για την τροποποίηση διεφάνη από πριν και δεν ζητήθηκε έγκαιρα. Όσο πιο καθυστερημένο είναι το στάδιο υποβολής της αίτησης, τόσο και πιο μεγάλο είναι το βάρος που έχει να αποσείσει ο αιτητής πριν επιτραπεί η σκοπούμενη τροποποίηση. Η αρχή που επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd

(1970)2 All ER 754 έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ των οποίων οι Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Δόμνα Χριστοδούλου v. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 και Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426. Στην πιο πάνω αναφερόμενη Αγγλική υπόθεση ο Λόρδος Denning ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: «I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ξεκινώ από την αρχή, η οποία είναι καλά θεμελιωμένη, πως η τροποποίηση θα πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν υποβάλλεται καθυστερημένα, αν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη ανάμεσα στους διαδίκους, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται εξ' αιτίας της μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές είναι οι ακόλουθες:
  1. «Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης . συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε πως: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». Στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714, λέχθηκε (στην σελίδα 716) πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής . Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Παρά το γεγονός, ότι στο θέμα της τροποποίησης επικρατεί, όπως προκύπτει από την νομολογία, μια φιλελεύθερη τάση, ιδιαίτερα, όταν αυτή υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν παύει, εν τούτοις, να εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του αιτητή να δικαιολογήσει τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει το αίτημα, συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε τυχόν καθυστέρησης στην υποβολή του. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 τονίσθηκε ότι είναι η θέση της νομολογίας ότι όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Η καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης προβάλλεται με τους λόγους ένστασης με αριθμούς 11, 12 και 14. Είναι η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Με τον λόγο ένστασης με αριθμό 14 προβάλλεται και η θέση ότι καμία εξήγηση ή δικαιολογία δεν δόθηκε για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 τονίσθηκε, ότι είναι η θέση της νομολογίας, ότι όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην πιο πάνω υπόθεση ο εναγόμενος / εφεσίβλητος υπέβαλε αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισής του μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα κατά το στάδιο της αντεξέτασης του τέταρτου μάρτυρα για τον ενάγοντα / εφεσείοντα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε την τροποποίηση αν και δεν έκρινε ως ικανοποιητική την δικαιολογία εκείνη που εμφανώς προβλήθηκε από τον εφεσίβλητο με την ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση αναφορικά με την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου βάρυνε σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο το ότι με την ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση προβάλλονταν επιπρόσθετα ως δικαιολογία για την καθυστέρηση, αν και με συγκεκαλυμμένο τρόπο, αβλεψία και παραδρομή. Το Εφετείο διαφώνησε με την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με την ένορκο δήλωση προβαλλόταν ο ισχυρισμός ότι η καθυστέρηση οφειλόταν σε αβλεψία και παραδρομή και ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Λέχθηκε ότι λαμβανομένης υπόψη της δυνατότητας συμπερίληψης σε προγενέστερο στάδιο των ισχυρισμών που ο εφεσίβλητος ήθελε να περιλάβει στην Υπεράσπισή του, την παράλειψή του να πράξει τούτο, το πολύ καθυστερημένο στάδιο στο οποίο υπέβαλε την αίτηση και την απόρριψη του λόγου που πρόβαλε για την καθυστέρηση κακώς το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εγκρίνει την αίτηση για τροποποίηση (Βλ. επίσης, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44). Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(2001)1 ΑΑΔ 2075 η μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη υποβολή αίτησης για τροποποίηση οδήγησε στην απόρριψή της. Στην πιο πάνω υπόθεση επισημάνθηκε η σημασία της καθυστέρησης με την έννοια όχι αφ' εαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και δεν εξηγείται ικανοποιητικά η παράλειψη. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε ότι οι ενάγοντες / εφεσείοντες δεν προσδιόρισαν τον χρόνο κατά τον οποίο είχαν περιέλθει στην κατοχή τους τα νέα έγγραφα και σε γνώση τους τα νέα στοιχεία που επικαλούνταν αφήνοντος το θέμα του χρόνου να αιωρείται σε χρονική περίοδο που άρχιζε έξι χρόνια πριν την υποβολή της αίτησης. Κατέληξε ότι δεν είχε δικαιολογηθεί η καθυστέρηση και ότι αυτό ήταν καθοριστικό για την τύχη της αίτησης. Το Εφετείο ενέκρινε το σκεπτικό της πρωτόδικης κρίσης. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέας Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560 το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση των εφεσειόντων / εναγομένων με την οποία ζητούσαν διάταγμα που να τους επιτρέπει να τροποποιήσουν την Υπεράσπισή τους. Το Δικαστήριο αιτιολόγησε την απόφασή του με αναφορά στην μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος που παρέμεινε, σύμφωνα με την απόφαση, αδικαιολόγητη. Οι εφεσείοντες υπέβαλαν το αίτημά τους την ημέρα που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, παρά τις επανειλημμένες αναβολές που είχαν δοθεί για τον σκοπό αυτό. Οι λόγοι για τους οποίους οι εφεσείοντες ζήτησαν αναβολή της ακρόασης της υπόθεσης ήταν οι ίδιοι όπως και σε προηγούμενη περίπτωση, δηλαδή, για να τροποποιήσουν την Υπεράσπισή τους μετά την αποκάλυψη στον δικηγόρο τους εγγράφου σχετικού με τα επίδικα θέματα. Ο δικηγόρος των εφεσειόντων εισηγήθηκε κατ' έφεση ότι το αίτημα για τροποποίηση της Υπεράσπισης θα έπρεπε να είχε γίνει δεκτό, αφού ο εφεσίβλητος / ενάγων μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα. Στην σελίδα 562 της απόφασης του Εφετείου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα, δηλαδή, από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Στην υπόθεση Γιάννη ν. Δημοκρατίας
(1995)3 ΑΑΔ 334, στην οποία έγινε αναφορά στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (ΑΡ. 1)
(1996)1 ΑΑΔ 162, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «... Παρέκκλιση από τους Θεσμούς πρέπει να αντιμετωπίζεται στην πρώτη δυνατή ευκαιρία και, εν πάση περιπτώσει, σε χρονικό στάδιο που να μην επηρεάζονται δυσμενώς, είτε τα δικαιώματα της άλλης πλευράς, ή να καταστρατηγούνται οι Θεσμοί, οι οποίοι οριοθετούν το πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης. Κάθε καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τη θεραπεία παρεκκλίσεων από τους Θεσμούς πρέπει να αιτιολογείται∙ όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για την παροχή θεραπείας». Ο λόγος που με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται για την καθυστέρηση είναι η διαπίστωση της ανάγκης της πριν την ακρόαση της υπόθεσης. Για ποια δικάσιμο η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται δεν γίνεται λόγος στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Σημειώνεται ότι μέχρι της υποβολής της υπό κρίση αίτησης είχαν ορισθεί οκτώ δικάσιμοι. Προκύπτει, όμως, από τον φάκελο της υπόθεσης ότι η ανάγκη αυτή διαπιστώθηκε σύμφωνα με τους δικηγόρους των Αιτητών από τις 19.11.10 αφού την ημέρα εκείνη κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών ζήτησε από το Δικαστήριο αναβολή για να εξετάσει πώς και πότε θα προωθούσε το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας. Μόνο που καμία δικαιολογία δεν δόθηκε για το ότι ενώ η Υπεράσπιση καταχωρήθηκε από τις 14.1.08 η ανάγκη για τροποποίηση διαπιστώθηκε στις 19.11.10, ήτοι 3 σχεδόν χρόνια αργότερα, και την στιγμή, μάλιστα, που το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας είχε ήδη εγερθεί στην Υπεράσπιση. Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, το ότι ενώ η ανάγκη για τροποποίηση είχε διαπιστωθεί, σύμφωνα με τους δικηγόρους των Αιτητών, από τις 19.11.10, όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε, η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 28.3.12, ήτοι 16 και πλέον μήνες αργότερα χωρίς και πάλι για το πιο πάνω διαρρεύσαν χρονικό διάστημα να έχει δοθεί η οποιοδήποτε εξήγηση ή δικαιολογία. Σημειώνεται, επίσης, ότι από της καταχώρησης της Υπεράσπισης μέχρι την υποβολή της υπό κρίση αίτησης μεσολάβησε χρονικό διάστημα πέραν των τεσσάρων ετών! Η καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης είναι πολύ μεγάλη. Δεν είναι, όμως, τόσο η καθυστέρηση αυτή αφ' εαυτής που ενοχλεί, αν και θα πρέπει να λεχθεί είναι τόσο μεγάλη που δικαίως μπορεί να λεχθεί ότι δίδει λαβή για σοβαρή ανησυχία, όσο το ότι οι Αιτητές ενώ θα μπορούσαν να προβούν στην καταχώρηση της πολύ πιο πριν έγκαιρα, ήτοι τουλάχιστον 16 μήνες πριν, ουδέν έπραξαν. Στην ουσία αδράνησαν. Σημειώνεται ότι η αδράνειά τους αυτή δεν αποκλείεται να είναι ακόμα μεγαλύτερη με δεδομένο ότι καμία δικαιολογία δεν δόθηκε γιατί η ανάγκη για τροποποίηση διαπιστώθηκε στις 19.11.10 και όχι σε εύθετο χρόνο μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης στην οποία είχε ήδη εγερθεί ζήτημα αντισυνταγματικότητας. Υπό το φως των πιο πάνω αναμένετο κάποια εξήγηση από τους Αιτητές για την μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης αλλά και για το γεγονός ότι αυτοί δεν ενήργησαν έγκαιρα. Ό,τι η ομνύουσα την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση προβάλλει ως δικαιολογία για την καθυστέρηση έχει ήδη αναφερθεί ενωρίτερα. Με τους ισχυρισμούς της, όμως, δεν δικαιολογείται ούτε γιατί η ανάγκη για τροποποίηση διαπιστώθηκε στις 19.11.10, ήτοι 3 σχεδόν χρόνια μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης, ούτε γιατί το χρονικό διάστημα των 16 μηνών αφέθηκε να παρέλθει άπρακτο. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 υποστηρίχθηκε, όπως και πιο πάνω είδαμε, ότι το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Υπό το φως των πιο πάνω το βάρος που οι Αιτητές είχαν να αποσείσουν ήταν αυξημένο. Με τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση θεωρώ ότι το βάρος αυτό δεν αποσείσθηκε από τους Αιτητές. Οι Αιτητές όχι μόνο δεν το απέσεισαν αλλά και καμία εξήγηση ή δικαιολογία δεν έδωσαν για την καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης και για την αργοπορία στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης την στιγμή που υπήρχε η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Έπειτα είναι και το άλλο. Η παρούσα αγωγή χρονολογείται από το
  1. Η Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 14.1.08 και τα δικόγραφα έκλεισαν τον Μάρτιο του 2008 μετά την καταχώρηση της Απάντησης του Καθ' ου η αίτηση που έλαβε χώρα τον ίδιο μήνα. Η υπόθεση ορίσθηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 12.12.08 και έκτοτε αναβλήθηκε πολλές φορές για ακρόαση. Από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση οκτώ συνολικά φορές και συγκεκριμένα, στις 12.12.08, 19.6.09, 16.12.09, 11.6.10, 19.11.10, 30.3.11, 21.10.11 και 15.3.
  2. Σημειώνεται, επίσης, ότι ουδέποτε ζητήθηκε αναβολή από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση ενώ λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου η υπόθεση αναβλήθηκε μόνο μια φορά, ήτοι στις 15.3.
  3. Όλες τις άλλες φορές η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε ύστερα από αίτημα των δικηγόρων των Αιτητών. Συγκεκριμένα, η δικάσιμος της 12.12.08 αναβλήθηκε κατόπιν προφορικού αιτήματος για αναβολή που έγινε εκ μέρους των Αιτητών. Την ημέρα εκείνη ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών ανέφερε στο Δικαστήριο ότι βρισκόταν υπό μελέτη συμφωνία με την άλλη πλευρά για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης της υπόθεσης. Η άλλη πλευρά παρόλο που, όπως δήλωσε, δεν ήταν ενημερωμένη για τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών είχε αναφέρει και ήταν έτοιμη για ακρόαση με τον μάρτυρά της παρών, εντούτοις, δεν ενέστη στο αίτημα. Η δικάσιμος της 19.6.09 αναβλήθηκε κατόπιν γραπτού αιτήματος για αναβολή που έγινε εκ μέρους των Αιτητών ημερομηνίας 15.6.09 για τον λόγο ότι ο δικηγόρος τους κατά την πιο πάνω ημερομηνία θα ήταν απασχολημένος στην συνεχιζόμενη ποινική υπόθεση με αριθμό 12019/08 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στις 16.12.09 αναβλήθηκε κατόπιν προφορικού αιτήματος για αναβολή που έγινε εκ μέρους των Αιτητών και πάλι για τον λόγο ότι ο δικηγόρος τους κατά την πιο πάνω ημερομηνία ήταν απασχολημένος σε ποινική υπόθεση. Η δικάσιμος της 11.6.10 αναβλήθηκε κατόπιν γραπτού αιτήματος για αναβολή που έγινε εκ μέρους των Αιτητών ημερομηνίας 28.5.10 για τον λόγο ότι ο δικηγόρος τους κατά την πιο πάνω ημερομηνία θα ήταν απασχολημένος σε συνεχιζόμενη πολιτική υπόθεση με αριθμό 5097/05 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στις 19.11.10 αναβλήθηκε κατόπιν προφορικού αιτήματος για αναβολή που έγινε εκ μέρους των Αιτητών για τον λόγο ότι ο δικηγόρος τους ζήτησε χρόνο να εξετάσει πώς και πότε θα προωθούσε το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας. Στις 30.3.11 η ακρόαση αναβλήθηκε για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης της υπόθεσης και κατόπιν δύο ημερομηνιών που ορίσθηκαν για τον πιο πάνω σκοπό, ήτοι στις 16.5.11 και 23.6.11, η υπόθεση ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση από το Δικαστήριο στις 21.10.
  4. Στις 21.10.11 η ακρόαση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και η υπόθεση ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση μετά πάροδο 5 σχεδόν μηνών και συγκεκριμένα στις 15.3.
  5. Στις 15.3.12 και πάλι η υπόθεση αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος του δικηγόρου των Αιτητών με σκοπό να καταχωρηθεί και ακουσθεί η παρούσα αίτηση. Το Δικαστήριο εγκρίνοντας, από την μια, το αίτημα, στο οποίο δεν υπήρχε ένσταση από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση, και συναισθανόμενο, από την άλλη, την ανάγκη για εκδίκαση της αίτησης χωρίς καθυστέρηση έδωσε κατά την πιο πάνω ημερομηνία οδηγίες για καταχώρηση της αίτησης εντός συγκεκριμένης χρονικής προθεσμίας, οδηγίες με τις οποίες η πλευρά των Αιτητών συμμορφώθηκε. Η αδικαιολόγητη αργοπορία των Αιτητών να επιδιώξουν τροποποίηση του δικογράφου τους σε συνάρτηση με το ιστορικό της υπόθεσης, όπως αυτό πιο πάνω περιγράφηκε, κρίνω πως αποτελούν επιπρόσθετο λόγο που συνηγορεί με την απόρριψη της αίτησης. Στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνέταιροι και Άλλοι, Πολιτική Έφεση 79/09, ημερομηνίας 4.5.12 ο ενάγων / εφεσείων καταχώρησε την αγωγή του στις 15.7.02 και επτά χρόνια αργότερα επεδίωξε την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησής του. Η σχετική αίτηση καταχωρήθηκε τέσσερις μέρες πριν την έναρξη της ακρόασης της αγωγής, η εκδίκαση της, όμως, άρχισε και ολοκληρώθηκε μετά την έναρξη της ακρόασης. Η αίτηση για τροποποίηση αντιμετώπισε την ένσταση των εναγόμενων / εφεσιβλήτων, οι οποίοι ισχυρίζοντο, μεταξύ άλλων, ότι ο εφεσείων (α) δεν είχε αποκαλύψει τον ακριβή χρόνο κατά τον οποίο είχαν περιέλθει για πρώτη φορά σε γνώση του τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που σύμφωνα με τον ίδιο επέβαλλαν τις τροποποιήσεις και (β) είχε επιδείξει αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης και, συνεπώς, κακοπιστία καταχρώμενος, έτσι, την δικαστική διαδικασία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού διέγνωσε την αναγκαιότητα αιτιολόγησης της καθυστέρησης στην εκδήλωση διαβήματος για εξασφάλιση άδειας για τροποποίηση και αφού επεσήμανε με αναφορά σε νομολογία (Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1(Α) ΑΑ. 223, Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 726 και Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560) την σημασία της καθυστέρησης με την έννοια όχι αυτής της ίδιας της εκκρεμότητας της αγωγής για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά της καθυστέρησης στη λήψη μέτρων για εξασφάλιση άδειας για τροποποίηση υπέδειξε το γεγονός ότι ο εφεσείων δεν είχε προσδιορίσει τον χρόνο κατά τον οποίο είχαν περιέλθει σε γνώση του τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που, σύμφωνα με τον ίδιο, επέβαλλαν την τροποποίηση του δικογράφου του. Επιπρόσθετα αποφάσισε ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης δεν είχε δικαιολογηθεί επαρκώς. Η παράλειψη του εφεσείοντα να αιτιολογήσει την παράλειψη του να αποταθεί στο Δικαστήριο έγκαιρα σφράγιζε, σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, την μοίρα της αίτησης την οποία και απέρριψε. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού προέβη σε παράθεση των αρχών που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων αποφάσισε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο ότι ο εφεσείων είχε επιδείξει υπέρμετρη καθυστέρηση στην λήψη διαβημάτων για τροποποίηση του δικογράφου του και στο ότι η πιο πάνω παράλειψη του ουδόλως είχε δικαιολογηθεί. Το Εφετείο επισήμανε ότι η καθυστέρηση από μόνη της δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Στην συγκεκριμένη, όμως, περίπτωση η αργοπορία του εφεσείοντα να επιδιώξει τροποποίηση του δικογράφου του συναρτήθηκε με το ιστορικό των γεγονότων που περιέβαλλαν το θέμα και που δικαιολογούσαν σύμφωνα με το Εφετείο την απόρριψη της αίτησης. Η αγωγή εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου αναμένοντας εκδίκαση για επτά και πλέον χρόνια. Μετά από μια σειρά ανησυχητικών εξελίξεων, στα πλαίσια των οποίων η εκδίκαση της υπόθεσης οδηγείτο από αναβολή σε αναβολή, εξελίξεις για τις οποίες η πλευρά του εφεσείοντα δεν ήταν απαλλαγμένη ευθυνών, η υπόθεση ορίσθηκε τελικά για ακρόαση στις 13.1.09, ημερομηνία κατά την οποία η ακρόαση είχε αρχίσει. Ενδεικτικό της συμπεριφοράς του εφεσείοντα συνιστούσε και το γεγονός ότι ενώ η Υπεράσπιση των εφεσίβλητων είχε καταχωρηθεί τον Μάρτιο του 2003, η Απάντηση δεν καταχωρήθηκε παρά μόνο ένα χρόνο αργότερα και συγκεκριμένα στις 21.5.04, όπως και το γεγονός ότι για ένα και πλέον χρόνο ο εφεσείων, για λόγους που δεν είχαν αποκαλυφθεί, παρέμεινε άπρακτος. Δεν επεδίωξε τροποποίηση του δικογράφου του παρά μόνο τέσσερις μέρες πριν την ακρόαση της αγωγής, γεγονός που ήγειρε σοβαρά ερωτηματικά αναφορικά με τις πραγματικές του προθέσεις και τους στόχους της αίτησής του. Τέλος, στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 λέχθηκε ανάμεσα σε άλλα ότι στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 λέχθηκε ότι στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Υπό το φως όλων των πιο πάνω συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού της υπόθεσης και της συμπεριφοράς που επέδειξαν οι Αιτητές τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης κρίνω πως θα δημιουργούσε ζήτημα και θα έδιδε λαβή και, μάλιστα, λαβή για σοβαρή ανησυχία σε σχέση με το δικαίωμα που κατοχυρώνει το άρθρο 30.2 του Συντάγματος για διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων του Καθ' ου η αίτηση μέσα σε εύλογο χρόνο. Αναφορικά με τα αιτήματα υπό παράγραφους Α, Β, Γ και Γ της αίτησης θα πρέπει να λεχθεί ότι συνηγορεί επιπρόσθετος λόγος απόριιψης. Τα πιο πάνω αιτήματα δεν υποστηρίζονται καθόλου από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Στην εν λόγω ένορκο δήλωση γίνεται αναφορά και δικαιολογείται η ανάγκη για τροποποίηση μόνο αναφορικά με τις λεπτομέρειες αντισυνταγματικότητας και καμία απολύτως αναφορά δεν γίνεται στα υπόλοιπα αιτητικά. Σε αίτηση τροποποίησης είναι καθήκον και υποχρέωση του αιτητή να δικαιολογήσει την αιτούμενη τροποποίηση προβάλλοντας τους λόγους που σύμφωνα με αυτόν καθιστούν την τροποποίηση του δικογράφου του αναγκαία και επιβεβλημένη. Αναφορικά με τα υπό συζήτηση αιτητικά κανένας τέτοιος λόγος δεν προβλήθηκε από πλευράς των Αιτητών. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Θεωρώ δε ότι η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης καθίσταται αχρείαστη. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 / Αιτητών αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Τροποποίηση Υπεράσπισης Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.