ΑΔΕΛΦΟΙ Χ.Β.Α ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΝΤΙΒΕΛΟΠΠΕΡΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Κάρλο Ντεκερμεντζιάν, Αρ. Αγωγής: 3995/2008, 3834/2010, 13/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3995/2008 Μεταξύ: ΑΔΕΛΦΟΙ Χ.Β.Α ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΝΤΙΒΕΛΟΠΠΕΡΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λεμεσό Εναγόντων και Κάρλο Ντεκερμεντζιάν, από την Ακρούντα Εναγομένου ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3834/2010 Μεταξύ: ΑΔΕΛΦΟΙ Χ.Β.Α ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΝΤΙΒΕΛΟΠΠΕΡΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λεμεσό Εναγόντων και Κάρλο Ντεκερμεντζιάν, από την Ακρούντα Εναγομένου (Συνενωμένες Αγωγές Αρ.: 3995/2008) 3834/2010) Αίτηση ημερομηνίας 26.11.12 για ακύρωση και/ή παραμερισμό εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 22.10.12 Ημερομηνία: 13.03.13 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Ανδρονίκου (η κα. Γρηγορίου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κος Χρ. Χατζηστερκώτης (η κα. Α. Προδρόμου για ν΄ ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 10.10.08 οι Ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή υπ' αριθμό 3995/2008 με την οποίαν αξιώνουν από τον Εναγόμενο την πληρωμή του ποσού των €9.280,18 ως συμφωνημένο τίμημα ή διαζευκτικά αντίστοιχο ποσό αποζημιώσεων λόγω παράβασης συμφωνίας στα πλαίσια επιπρόσθετων οικοδομικών εργασιών που ισχυρίζονται ότι εκτέλεσαν προς όφελος και για λογαριασμό του Εναγομένου στη βάση αγοραπωλητηρίου εγγράφου, το οποίο οι διάδικοι σύναψαν στη Λεμεσό περί τις 23.07.07 και αφορούσε την αγορά από τον Εναγόμενο μιας υπό ανέγερση κατοικίας σε γη των Εναγόντων με το οποίο οι τελευταίοι ανέλαβαν την υποχρέωση να τη συμπληρώσουν δυνάμει αρχιτεκτονικών σχεδίων και τεχνικών προδιαγραφών που επισυνάπτονταν στο εν λόγω συμφωνητικό έγγραφο και να την παραδώσουν στον Εναγόμενο με την αποπεράτωση αυτών των επιπλέον εργοληπτικών εργασιών, λεπτομέρειες των οποίων αναφέρουν μέσα από την έκθεση απαίτησης τους. Στην υπεράσπιση του ο Εναγόμενος αρνείται τόσο ότι ανάθεσε στους Ενάγοντες την εκτέλεση των ισχυριζόμενων επιπρόσθετων εργασιών όσο και τον ισχυρισμό των Εναγόντων ότι για την εκτέλεση τους συμφώνησε το ποσό των €9.280,18. Είναι ακόμη η θέση του Ενάγοντα ότι οι επίδικες εργασίες δεν είναι επιπλέον αλλά περιλαμβάνονται στο συμφωνηθέν τίμημα αγοράς και ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες ανέλαβαν να τις εκτελέσουν με δικούς τους κόπους και έξοδα χωρίς επιπρόσθετη χρέωση για τον ίδιο. Παράλληλα, ο Εναγόμενος αποδίδει στους Ενάγοντες παράβαση συμφωνίας επειδή, όπως ισχυρίζεται, οι τελευταίοι: (α) απέτυχαν να αποπερατώσουν και να του παραδώσουν την επίδικη κατοικία ως η συμβατική ημερομηνία ολοκλήρωσης του έργου με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιές ύψους €1.127,67 ένεκα της καθυστέρησης που προκλήθηκε, ποσό το οποίο ο Ενάγοντας ανταπαιτεί, (β) εκτέλεσαν εργασίες κακότεχνες, ελαττωματικές με λάθη και ατέλειες τις οποίες αναφέρει αναλυτικά μέσα από το έγγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του, με την επιδιόρθωση των οποίων να υπολογίζει στα €35.500,00, ποσό το οποίο ο Ενάγοντας ανταπαιτεί, (γ) παρέλειψαν να κατασκευάσουν και διαμορφώσουν ορθώς και πλήρως τον προβλεπόμενο χώρο πρασίνου με αποτέλεσμα το κόστος αποκατάστασης να ανέρχεται σε €6.500,00, (δ) αρνήθηκαν στο να προβούν στα δέοντα μέτρα με σκοπό την έκδοση άδειας οικοδομής, πιστοποιητικό τελικής έγκρισης και ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας της κατοικίας, Επίσης, ο Εναγόμενος ανταπαιτεί από τους Ενάγοντες τα ποσά των €1.972,35 και €2.400,00 που κατέβαλε ως αμοιβές σε εμπειρογνώμονα και εκτιμητή αντίστοιχα αναφορικά με τις προαναφερόμενες κακοτεχνίες, ελαττωματικές εργασίες, λάθη και ατέλειες. Ακολούθως στις 30.07.10 οι Ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή υπ' αριθμό 3834/2010 με την οποίαν αξιώνουν από τον Εναγόμενο την πληρωμή του ποσού των €17.086,01 ως υπόλοιπο τιμήματος αγοράς της προαναφερόμενης οικίας που κατέστη πληρωτέο και οφειλόμενο μετά την έκδοση άδειας οικοδομής από την αρμόδια αρχή και την κλήση του Εναγομένου να το καταβάλει, ποσό το οποίο όμως ο τελευταίος αρνείται να καταβάλει. Διαζευκτικά, οι Εναγόμενοι διεκδικούν το αντίστοιχο ποσό ως αποζημιώσεις λόγω διάρρηξης συμφωνίας από μέρους του Εναγομένου. Στην υπεράσπιση του ο Εναγόμενος δικαιολογεί την μη πληρωμή του κατ' ισχυρισμό οφειλομένου ποσού στην κατ' ισχυρισμό αποτυχία των Εναγόντων να εξασφαλίσει την άδεια οικοδομής της οικίας πριν την έναρξη των εργασιών ανέγερσης. Είναι επίσης η θέση του Εναγομένου ότι η συμβατική υποχρέωση του για πληρωμή του εν λόγω ποσού θα τελούσε υπό την προϋπόθεση της συμμόρφωσης των Εναγόντων με τους όρους της πιο πάνω άδειας οικοδομής της οικίας και από τη στιγμή που η προϋπόθεση αυτή αλλά και το απαιτούμενο της εκ των προτέρων εξασφάλισης άδειας οικοδομής δεν έχουν εκπληρωθεί οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνταν στην είσπραξη του αξιωμένου ποσού. Στις 13.04.11, μετά από σχετική αίτηση ημερομηνίας 23.02.11, εκδόθηκε εκ συμφώνου δικαστικό διάταγμα συνένωσης των δύο αγωγών. Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 16.07.12 και κατόπιν αίτησης του Εναγομένου ημερομηνίας 09.07.12 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα δικαστηρίου με το οποίο όλες οι διαφορές και/ή απαιτήσεις των δύο αγωγών και/ή όλα τα τεχνικά θέματα και/ή όλα τα θέματα τα οποία συνδέονται προς τα πιο πάνω τεχνικά ζητήματα και/ή όλα τα επίδικα θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα ειδικού και φαίνονται από τα δικόγραφα αυτών παραπέμπονταν σε διαιτησία ενώπιον του διαιτητή Μαρίνου Παναγιωτίδη, ειδικού τεχνικού από τη Λεμεσό. Επ' αυτού ετοιμάστηκε και καταχωρήθηκε σχετικό συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 06.07.12 υπογραμμένο από τους διαδίκους και στην παρουσία μαρτύρων, στο περιεχόμενο του οποίου θα αναφερθώ στη συνέχεια. Ο δε διαιτητής Μαρίνος Παναγιωτίδης με ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 06.07.12 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, αφού ανάφερε ότι είναι εγκεκριμένος επιμετρητής ποσοτήτων από το Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου (Ε.Τ.Ε.Κ.), δήλωσε ότι αναλαμβάνει να προβεί στη διεξαγωγή διαιτησίας όσον αφορά τις διαφορές μεταξύ των μερών στις δύο αγωγές για όλα τα τεχνικά ζητήματα τα οποία εμπίπτουν στην αρμοδιότητα ειδικού με πληρωμή της αμοιβής του σύμφωνα με απόφαση Δικαστηρίου. Ο εν λόγω διαιτητής δήλωσε ακόμη ότι θα διευθύνει πιστά τη διαδικασία διαιτησίας με όλη τη λογική ταχύτητα και εντός τριών
(3)μηνών από της ημέρας της παραπομπής θα εκδώσει απόφαση αμερόληπτα και σύμφωνα με το νόμο και τους σχετικούς κανονισμούς. Στις 22.10.12 ο διαιτητής εξέδωσε την απόφαση του την οποία και παρέδωσε σε σφραγισμένο φάκελο στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 25.10.
- Την ίδια ημέρα το Δικαστήριο παρέδωσε την απόφαση του διαιτητή στα μέρη, τα οποία ζήτησαν χρόνο για να προβούν σε δήλωση συμβιβασμού. Συνεπεία αυτής της στάσης των μερών, οι συνενωμένες αγωγές ορίστηκαν για δήλωση συμβιβασμού στις 01.11.12, 07.11.12, 19.11.12 και στη συνέχεια για οδηγίες στις 20.11.12 και 05.12.
- Με την παρούσα αίτηση δια κλήσεως, η οποία καταχωρήθηκε στις 26.11.12, οι Ενάγοντες (στο εξής οι 'Αιτητές') ζητούν την έκδοση διατάγματος δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 22.10.12 καθώς επίσης τα έξοδα που θα προκύψουν από την αίτηση αυτή. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στα άρθρα 19, 20, 26 και 27 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), στη Διάταξη 26 Κανονισμός 14, Διάταξη 48 Κανονισμοί 1-4 και 9, Διάταξη 49 Κανονισμοί 9, 10, 11, 12 και 13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 35, 36 και 37 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στις συμφυείς εξουσίες, νομολογία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Αιτητές δικαιολογούν τον παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος περιέχονται σε ένορκο δήλωση ημερομηνίας 26.11.12 του διευθυντή των Αιτητών, κυρίου Χριστάκη Ανδρέου, συνοψίζονται ως εξής: - Ο διαιτητής ουδέποτε τον κάλεσε να παρευρίσκεται κατά την επιμέτρηση των εκτελεσθείσων εργασιών και την αξιολόγηση των ισχυριζόμενων κακοτεχνιών. - Ο διαιτητής ουδέποτε τον κάλεσε να καταθέσει μαρτυρία ή για αν του δώσει στοιχεία κατά παράβαση των όρων εντολής του. - Ο διαιτητής δεν κάλεσε τον επιβλέποντα μηχανικό του έργου για να δώσει μαρτυρία. - Με την μη κλήση των πιο πάνω προσώπων, η μαρτυρία των οποίων θεωρείται αναγκαία και επιβεβλημένη για την εξαγωγή ορθών συμπερασμάτων, ο διαιτητής ουσιαστικά αγνόησε τη θέση των Αιτητών. - Η κοστολόγηση των ισχυριζόμενων κακοτεχνιών στηρίζεται σε λανθασμένη διαδικασία που ακολουθήθηκε η οποία οδήγησε τον διαιτητή σε αυθαίρετα συμπεράσματα με τα ποσά να είναι υπερβολικά. - Πολλές εργασίες από τις αναφερόμενες στη διαιτητική απόφαση κακοτεχνίες δεν εκτελέστηκαν από τους Αιτητές αλλά από άλλο εργολάβο μετά την παράδοση του έργου στον Καθ' ου η αίτηση. - Ο διαιτητής ενέργησε μεροληπτικά εις βάρος των Αιτητών αφού ουσιαστικά αντέγραψε τις ισχυριζόμενες κακοτεχνίες που ο Καθ' ου η αίτηση επικαλείται μέσα από το δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης, τις οποίες και κοστολόγησε αγνοώντας τη θέση των Αιτητών και χωρίς να του ζητηθεί να προσκομίσουν οποιοδήποτε έγγραφο ή στοιχείο για αξιολόγηση. - Η απόφαση είναι παράτυπη και νομικά εσφαλμένη επειδή δεν αποφάσισε για όλα τα επίδικα ζητήματα τα οποία παραπέμφθηκαν ενώπιον του ενώ το περιεχόμενο της είναι ασαφές και αβέβαιο. - Σύμφωνα με τα πιο πάνω, ο διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή/και χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή/και χειρίστηκε λανθασμένα την υπόθεση ή/και ενέργησε εκτός των όρων εντολής του ή/και ακολούθησε παράτυπη και όχι την ενδεδειγμένη από το νόμο διαδικασία. Στις 07.01.13 ο Ενάγοντας (στο εξής ο 'Καθ' ου η αίτηση') καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί των ακόλουθων λόγων:
- Η αίτηση είναι αντικανονική, παράτυπη, άκυρη και κατά παράβαση των σχετικών θεσμών και νόμου και/ή στηρίζεται επί λανθασμένων διατάξεων του Νόμου και/ή κανονισμών και/ή δεν αναφέρει τα ορθά άρθρα του Νόμου και/ή κανονισμών και/ή δεν αναφέρει τα συγκεκριμένα άρθρα του Νόμου και παραλείπει τα απαιτούμενα από το Νόμο στοιχεία.
- Ο τίτλος της αίτησης είναι παράτυπος και αντικανονικός.
- Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και η επισυνημμένα ένορκη δήλωση στηρίζεται στην ολότητα της από παραπλανητικούς και μη ανταποκρινόμενους στην πραγματικότητα ισχυρισμούς καθώς και από συνεχείς διαζευκτικούς ισχυρισμούς πράγμα που δεν επιτρέπεται.
- Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από το Νόμο και τη Νομολογία προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η αίτηση έγινε χωρίς καλή πίστη και/ή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
- Η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και αντικανονικά και κατά παράβαση του έγγραφου αποδοχής του διαιτητή και των όρων διαιτησίας ημερομηνίας 6/7/2012 και πλήττει τη διαδικασία.
- Οι Αιτητές δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο 'με καθαρά χέρια'.
- Η όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε από τον διαιτητή ήταν νομότυπη και καμία παρατυπία ή και πλημμέλεια δεν υπήρξε στην όλη διαδικασία ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ο δε διαιτητής ενήργησε στα πλαίσια των εξουσιών του και σε καμία περίπτωση επέδειξε κακή συμπεριφορά και/ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση και/ή λανθασμένα και/ή ενήργησε εκτός των ορών εντολής του και/ή ότι ακολούθησε παράτυπη και όχι την ενδεδειγμένη από τον Νόμο διαδικασία και/ή 'ανάρμοστη συμπεριφορά'.
- Η απόφαση του διαιτητή είναι καθ' όλα ορθή και δικαιολογημένη.
- Η αίτηση έχει ως σκοπό την καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης και/ή κωλυσιεργία της όλης διαδικασίας.
- Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Το αιτούμενο διάταγμα δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις ούτε είναι αναγκαίο για την πλήρη και δίκαιη περάτωση της παρούσας υπόθεσης.
- Ο διαιτητής ενήργησε στα πλαίσια της εξουσίας που του παρέχει ο νόμος.
- Οι Αιτητές κωλύονται να προβάλλουν τέτοιους ισχυρισμούς στην αίτηση τους και επισυνημμένη ένορκη δήλωση και/ή κωλύονται λόγω συμπεριφοράς και/ή λόγω εγγράφων και δικογράφων και/ή έγγραφης συμφωνίας και/ή συνυποσχετικού στο οποίο περιγράφονται και προσδιορίζονται οι όροι εντολής του διαιτητή, να προβάλλουν τέτοιους ισχυρισμούς ως την αίτηση τους και επισυνημμένη στην αίτηση τους ένορκη δήλωση.
- Η αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει γιατί υπάρχει και το κώλυμα του δεδικασμένου.
- Η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα.
- Δεν είναι εύλογο και/ή δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
- Οι Αιτητές με την συμπεριφορά τους και/ή άλλως έχουν παραιτηθεί από οποιαδήποτε παρατυπία κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας του διαιτητή. Η ένσταση στηρίζεται στα άρθρα 29, 35, 36, 37 και 38 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), σα άρθρα 2, 17, 18, 19, 20, 21, 26, 27, 31,32 και 34 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4) και στα Παραρτήματα και Κανονισμούς αυτού, στη Διάταξη 16, Διάταξη 25 Κανονισμοί 1-5, Διάταξη 19, Διάταξη 26 Κανονισμός 14, Διάταξη 39, Διάταξη 48 Κανονισμοί 1-10, Διάταξη 49, Κανονισμοί 1, 3, 4, 5, 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 16, Διάταξη 57 και Διάταξη 64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη νομολογία, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου περιλαμβανομένων των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης και επιείκειας. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση ημερομηνίας 07.01.13 του Καθ' ου η αίτηση, της οποίας τα γεγονότα περιληπτικά είναι τα πιο κάτω: · Απορρίπτει τις θέσεις των Αιτητών. · Οι διάδικοι αποφάσισαν ελεύθερα ποια μαρτυρία προσκόμισαν ενώπιον του διαιτητή στη βάση της οποίας και μετά από επιτόπια εξέταση ο διαιτητής την αξιολόγησε και έκδωσε τη διαιτητική απόφαση του. · Οι Αιτητές, αν ήθελαν, είχαν από την υπογραφή της συμφωνίας (06.07.12) μέχρι την έκδοση της διαιτητικής απόφασης να εφοδιάσουν το διαιτητή με οποιοδήποτε έγγραφο ή στοιχείο και να προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, πράγμα όμως που δεν έπραξαν. Από την άλλη, ο διαιτητής έκρινε ότι δεν χρειαζόταν οποιοδήποτε άλλο στοιχείο για να ετοιμάσει και να εκδώσει την απόφαση του. Δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 06.07.12 τα συμβαλλόμενα μέρη άφησαν στην απόλυτη κρίση του διαιτητή την εξουσία να κρίνει αν χρειάζεται να ζητήσει οποιαδήποτε μαρτυρία ή περαιτέρω στοιχεία, πράγμα όμως που έκρινε ότι δεν χρειαζόταν. · Όλες οι αναφερόμενες κακοτεχνίες που αναφέρονται στη διαιτητική απόφαση αφορούν εργασίες που έγιναν από τους Αιτητές και όχι από άλλο εργολάβο. Ούτε τέτοιο ζήτημα προκύπτει μέσα από τα δικόγραφα. · Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα και συγκεκριμένα μετά την παρέλευση ενός μήνα από τη γνωστοποίηση σ' αυτούς της διαιτητικής απόφασης. · Αυτό που οι Αιητές επιδιώκουν με την παρούσα αίτηση είναι να αλλάξουν τους συμφωνημένους όρους εντολής κηλιδώνοντας τη συμπεριφορά του διαιτητή, ο οποίος κινήθηκε μέσα στα όρια αυτών. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι περιορίστηκαν σε νομικές επιχειρηματολογίες προς υποστήριξη των θέσεων και ισχυρισμών τους υιοθετώντας το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης τους που υπέβαλαν στο Δικαστήριο για διευκόλυνση του, χωρίς έτσι να ασκήσουν το δικαίωμα που τους παρέχεται δυνάμει της Διάταξης 39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντα. Μέσα από τις αγορεύσεις τους και με παραπομπή σε νομολογία έκαστο μέρος επέμεινε στις θέσεις του. Η υπό κρίση αίτηση επιδόθηκε στο διαιτητή, ο οποίος ενώπιον του Δικαστηρίου ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι όταν παρέλαβε τους όρους εντολής του ήταν ξεκάθαρο ότι θα έπρεπε να περιοριστεί σε τεχνικά θέματα. Μελέτησε τα δικόγραφα και από την επί τόπου επίσκεψη έκρινε ότι τα τεχνικά θέματα ήταν ξεκάθαρα και έτσι η σύγκληση των μερών για διευκρινίσεις θεωρήθηκε μη απαραίτητη. Ουδέποτε οι εργασίες που περιγράφονται στα δικόγραφα τέθηκαν υπό αμφισβήτηση και ποτέ δεν τέθηκε θέμα ως προς ποιος τις εκτέλεσε. Ο διαιτητής θεωρεί την απόφαση του αναλυτική και εμπεριστατωμένη. Καταλήγοντας, ο διαιτητής ανάφερε ότι παρόλο ότι τα μέρη ενημερώθηκαν γραπτώς στις 24.10.12 εντούτοις ουδείς από τους διαδίκους πλήρωσε την αμοιβή του, το σύνολο της οποίας ανέρχεται στα €3.600,00 πλέον 17% Φ.Π.Α., με εξαίρεση το ποσό της προκαταβολής ύψους €500,00 πλέον Φ.Π.Α., το οποίο καταβλήθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση. Διευκρίνισε δε ότι στο προαναφερόμενο ποσό δεν περιλαμβάνονται οι μεταγενέστερες επισκέψεις του στο Δικαστήριο. Διαιτησία είναι η παραπομπή για επίλυση θεμάτων ενώπιον ιδιώτη προσώπου ή προσώπων που ονομάζεται διαιτητής. Η διαιτησία είναι μέθοδος επίλυσης διαφορών, εναλλακτικής της δικαστικής διαδικασίας, η οποία δύναται αλλά και κατά κανόνα συστήνεται να χρησιμοποιείται σε υποθέσεις όπου ενέχονται εξειδικευμένα επίδικα θέματα, όπως τεχνικά, οικονομικά, λογιστικά και ασφαλιστικής φύσεως, επειδή τα πλεονεκτήματα που συγκεντρώνει, όπως η επιλογή του διαιτητή, η δυνατότητα καθορισμού ευέλικτης και ταχείας διαδικασίας που θα ακολουθηθεί αναλόγως της περίπτωσης, η δυνατότητα του διαιτητή να εφαρμόζει τις δικές του γνώσεις και εμπειρία και να καταλήγει σε ευρήματα και συμπεράσματα μετά από δική του έρευνα και εξέταση χωρίς απαραίτητα να υιοθετήσει οποιαδήποτε από την εκδοχή των μερών, υπερτερούν των μειονεκτημάτων που μια τέτοια μέθοδος εμφανίζει και κυρίως είναι το κόστος. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας της Κένυας v. Bank Fur Arbeit Und Wirtschaft AG
(1999)1 Α.Α.Δ. 585, η χρήση της μεθόδου της διαιτησίας αποτελεί χαρακτηριστικό συμπλήρωμα κάθε σύγχρονου νομικού συστήματος. Οι εγχώριες περιπτώσεις διαιτησίας στην Κύπρο διεξάγονται στη βάση είτε του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ.4) είτε των άρθρων 35-39 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)σε συνδυασμό με τη Διάταξη 49 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το Κεφ.4 πρόκειται για νομοθεσία που θεσπίστηκε το 1944 κατά την περίοδο της αγγλοκρατίας. Η διεξαγωγή διαδικασίας με βάση τη νομοθεσία αυτή προϋποθέτει τη συνομολόγηση συνυποσχετικού που είναι γραπτή συμφωνία των μερών για υποβολή υφιστάμενων ή μελλοντικών διαφορών σε διαιτησία είτε ο διαιτητής κατονομάζεται σ' αυτή είτε όχι. Τέτοιο συνυποσχετικό είναι ανέκκλητο και έχει την ίδια ισχύ από κάθε άποψη ωσάν να ήταν διάταγμα Δικαστηρίου (άρθρο 3 Κεφ.4). Μέσα από το συνυποσχετικό τα μέρη συμφωνούν και καθορίζουν εάν η διαδικασία που θα ακολουθηθεί στα πλαίσια παρουσίασης της υπόθεσης τους θα είναι στη βάση εγγράφων μόνο που θα προσκομίσουν στο διαιτητή ή με προφορική ή γραπτή μαρτυρία ή συνδυασμός αυτών. Ο διαιτητής οφείλει να ακούσει και να αποφασίσει τα θέματα τα οποία συμφωνήθηκε να παραπεμφθούν ενώπιον του (άρθρο 7 Κεφ.4). Συνεπώς, ο διαιτητής θα πρέπει να ακούσει μαρτυρία και/ή να εξετάσει στοιχεία και έγγραφα που τα μέρη θα του παραδώσουν για να καταλήξει στην απόφαση του (Iacovou Bros (Constructions) Ltd v. Χατζηνικόλα
(1991)1 Α.Α.Δ. 51, P.N.P. Constructions Limited v. Χαραλαμπίδη κ.α., Πολιτική Έφεση 34/2009, ημερομηνίας 26.06.12 και Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σταύρος Α. Σταύρου Λτδ v. Άντρου Τυλλή και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1172). Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εγγραφεί και να εκτελεστεί με τον ίδιο τρόπο όπως μια δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης (άρθρο 21 Κεφ.4). Παραπομπή θέματος σε διαιτητή προνοείται επίσης μέσα από τις πρόνοιες του άρθρου 35 του Ν.14/60. Το εδάφιο 1 του εν λόγω άρθρου παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να παραπέμψει με τη συναίνεση των διαδίκων οποιαδήποτε διαφορά ή ζήτημα σε διαιτητή για έρευνα και ετοιμασία έκθεσης. Η συναίνεση των μερών θα πρέπει να εκφράζεται γραπτώς και στον τύπο που αναφέρουν οι πρόνοιες των Κανονισμών 1, 2 και 3 της Διάταξης 49 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η έκθεση του διαιτητή δύναται να υιοθετηθεί είτε μερικώς είτε στο σύνολο της και εκτελείται ως απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου (άρθρο 35
(2)Ν.14/60). Εδώ ο διαιτητής φέρει την ταυτότητα του εμπειρογνώμονα και ο ρόλος του είναι να ετοιμάσει μια έκθεση, την σημασία της οποίας θα κρίνει και αναλόγως και στο βαθμό που θα αποφασίσει θα υιοθετήσει το Δικαστήριο. Σε τέτοια περίπτωση ο διαιτητής δεν είναι υποχρεωμένος να ακούσει μαρτυρία για θέματα που κατέχει ως εμπειρογνώμονας αλλά απλά χρησιμοποιεί τις γνώσεις και εμπειρία του για την έρευνα του θέματος που του έχει παραπεμφθεί και την ετοιμασία της έκθεσης του, την οποία και παραδίδει στο Δικαστήριο (Iacovou Bros (Constructions) Ltd v. Χατζηνικόλα
(1991)1 Α.Α.Δ. 51). Στην υπόθεση Charalambos Galatis v. Sofronios Savvides and Another
(1966)1 C.L.R. 87 το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του σειρά αγγλικών αποφάσεων, αποφάσισε ότι όταν κάποιο πρόσωπο διορίζεται ως διαιτητής λόγω των γνώσεων και της εμπειρίας του σε κάποιο επάγγελμα, δεν είναι ανάγκη ο διαιτητής να εξετάσει μάρτυρες σε θέματα τα οποία κατέχει για να αποφασίσει επ' αυτών. Μια διαφορετική διαδικασία από αυτή του άρθρου 35 προνοείται στο άρθρο 36 του Ν.14/60 όπου το Δικαστήριο, στα πλαίσια πολιτικής διαδικασίας, δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνο να διατάξει όλες ή μέρος των διαφορών των διαδίκων εκδικαστούν από διαιτητή, που κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσαν να εκδικαστούν κατάλληλα ενώπιον του, το όνομα του οποίου διαιτητή τα μέρη θα συμφωνήσουν ή σε περίπτωση μη συμφωνίας τους το πρόσωπο που το Δικαστήριο θα ορίσει. Μια τέτοια παραπομπή συμβαίνει σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στα σημεία (α), (β) και (γ) του εδαφίου 1 του άρθρο 36
(1)του Ν.14/60: (α) όλοι οι διάδικοι συναινέσουν για κάτι τέτοιο, με τη συναίνεση τους να παρέχεται κατά τρόπο ανάλογο με αυτή του άρθρου 35, ή (β) εάν η διαφορά απαιτεί μακρά εξέταση εγγράφων ή επιστημονική ή επιτόπια έρευνα, ή (γ) εάν το αμφισβητούμενο ζήτημα είτε μερικώς είτε εξ' ολοκλήρου αποτελείται από ζητήματα λογαριασμών (οικονομικής ή λογιστικής φύσεως) Παραπομπή προς εκδίκαση ενώπιον διαιτητού δυνάμει του άρθρου 36 του Ν.14/60 συνεπάγεται εκδίκαση με την κατάθεση μαρτυρίας ως η δίκη να γινόταν ενώπιον Δικαστηρίου. Αναμένει κανείς ότι όπως και στη διαδικασία με βάση το άρθρο 35 έτσι και εδώ, η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου αναστέλλεται και ενεργοποιείται είτε δυνάμει του άρθρου 38 του Ν.14/60 για γνωμάτευση επί νομικού σημείου που ο διαιτητής παραπέμπει, στην περίπτωση βέβαια που ο διαιτητής δεν είναι δικηγόρος, είτε κατά την έκδοση τελικής απόφασης του Δικαστηρίου δυνάμει των άρθρων 35
(2)και 37
(2)του Ν.14/60 είτε ακόμη όταν ο διαιτητής επικαλεστεί τη βοήθεια του Δικαστηρίου για οποιοδήποτε ζήτημα - Διάταξη 49 Κανονισμός 13 (Πελεκάνος κ.α. v. Pelmaco Development Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 335). Από το λεκτικό των διατάξεων των άρθρων 35, 36 και 39 του Ν.14/60 συνάγεται ότι η παραπομπή θέματος σε διαιτητή είτε με βάση το άρθρο 35 είτε με το άρθρο 36 του Ν.14/60 ενεργοποιείται με σχετικό δικαστικό διάταγμα, το περιεχόμενο του οποίου θα πρέπει να συνάδει με τις πρόνοιες των άρθρων 35 έως 39 του Ν.14/60 αλλά και της Διάταξης 49. Αξιοσημείωτο είναι ακόμη τόσο το εδάφιο 1 του άρθρου 37 του Ν.14/60 όσο και ο Κανονισμός 14 της Διάταξης 49 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπου σημειώνουν ότι ο διαιτητής στα άρθρα 35 και 36 θεωρείται ότι είναι λειτουργός του Δικαστηρίου. Αυτό σημαίνει ότι ο διαιτητής ενεργεί ως τέτοιος λειτουργός και υπόκειται στις οδηγίες του Δικαστηρίου. Το δε εδάφιο 2 του άρθρου 37 υποδεικνύει ότι η έκθεση (άρθρο 35) ή η διαιτητική απόφαση (άρθρο 36) θα κατατίθεται στο Δικαστήριο και κατόπιν αίτησης των διαδίκων ή αυτεπάγγελτα το Δικαστήριο θα μπορεί να διατάξει όπως αυτή ακυρωθεί ή καταχωριστεί ως απόφαση Δικαστηρίου. Όπως λέχθηκε πιο πάνω, η απόφαση ή έκθεση του διαιτητή δύναται είτε να υιοθετηθεί ολόκληρη ή μερικώς είτε να ακυρωθεί. Ένας λόγος που θα οδηγούσε σε ακύρωση ή παραμερισμό διαιτητικής απόφασης ή έκθεσης, κατόπιν σχετικής αίτησης διαδίκου, είναι λόγω κακής ή ανάρμοστης συμπεριφοράς του διαιτητή ή λόγω κακού χειρισμού της υπόθεσης από μέρους του (misconduct) ή όταν η διαιτησία διεξήχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα. Σχετικά είναι τα άρθρα 20 του Κεφ.4 και 36
(2)του Ν.14/60. Αναφορικά με το χρονικό σημείο που ενδείκνυται να υποβάλλεται μια τέτοια αίτηση από διάδικο στις περιπτώσεις διαδικασιών με βάση τα άρθρα 35 και 36 του Ν.14/60 σχετικός είναι ο Κανονισμός 16
(2)της Διάταξης 49 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπου επισημαίνεται ότι θα πρέπει να γίνεται πριν την παραλαβή της διαιτητικής απόφασης από τον πρωτοκολλητή με την αίτηση να συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του αιτητή μέσα από την οποία να δηλώνει ότι δεν έχει γνώση του αποτελέσματος της απόφασης. Η κυπριακή και αγγλική νομολογία αποδίδουν ευρεία ερμηνεία του όρου 'ανάρμοστη συμπεριφορά'. Περιλαμβάνει κάθε μορφή συμπεριφοράς, η οποία τείνει να διασαλεύσει και να καταστρέψει την εμπιστοσύνη την οποία οι διάδικοι ή έκαστος από αυτούς πρέπει να έχει στο διαιτητή ότι θα προσέλθουν σε δίκαιη απόφαση (Επί τοις αφορώσι τον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4, Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon Limited κ.α.
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 1978 και Modern Engineering v. Miskin [1981] 1 Lloyd's Rep. 135). Ακόμη και παρατήρηση κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης μειωτική για τη ροπή προς την αλήθεια μαρτύρων της εθνικής προέλευσης εκείνων που κατέθεσαν θεωρήθηκε ανάρμοστη συμπεριφορά και αποκαλυπτική προκατάληψης ασυμβίβαστης με την αμεροληψία από την οποία πρέπει να διαπνέεται ο διαιτητής (Catalina Owners v. Norma Owners 61 L.I.L. Rep. 360). Επεκτείνεται και στην απουσία ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστης συμπεριφοράς. Επίσης, καλύπτει την περίπτωση όπου ο διαιτητής παραλείπει ή αποτυγχάνει στο να αποφασίσει επί όλων των διαφορών ή θεμάτων που παραπέμφθηκαν ενώπιον του. Περαιτέρω, περιλαμβάνει τις περιπτώσεις όπου ο διαιτητής παραβιάζει τις αρχές φυσικής δικαιοσύνης ακούγοντας τις θέσεις τους ενός μέρους στην απουσία του άλλου ή ακόμη όταν ο διαιτητής απλά συζητεί (προφανώς την υπόθεση) μαζί με το ένα μέρος στην απουσία του άλλου (Halsbyry's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 2, σελίδες 57-59, και Russel on Arbitration, του Anthony Walton Q.C., 19η έκδοση, σελίδες 457-484). Η συμπεριφορά του διαιτητή εξετάζεται και αντικρύζεται μέσα από το σύνολο των περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση (Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σταύρος Α. Σταύρου Λτδ v. Άντρου Τύλλη και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1172). Στρεφόμενος στην υπό κρίση αίτηση και προτού ασχοληθώ με την ουσία της καθώς και με τους λόγους ένστασης που προβάλλονται, είμαι της άποψης ότι χρήζει απάντησης το ερώτημα πάνω σε ποια δικαιοδοτική βάση έγινε η παραπομπή θεμάτων σε διαιτησία. Αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι στις 06.07.13 υπέγραψαν συμφωνητικό έγγραφο παραπομπής θεμάτων σε διαιτησία. Μάλιστα και τα δύο μέρη επικαλούνται το έγγραφο αυτό για να προωθήσουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ανατρέχοντας στο έγγραφο αυτό, το οποίο βρίσκεται στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης, παρατηρώ ότι στις 06.07.12 οι διάδικοι συμφώνησαν και δεσμεύτηκαν να παραπέμψουν για επίλυση ενώπιον του διαιτητή Μαρίνου Παναγιωτίδη όλες τις μεταξύ τους διαφορές και απαιτήσεις περιλαμβανομένου των τεχνικών ζητημάτων καθώς και όλων των θεμάτων που συνδέονται με τα τεχνικά ζητήματα, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τα δικόγραφα των συνενωμένων αγωγών υπ' αριθμό 3995/2008 και 3834/
- Το λεκτικό του όρου 2 του συμφωνητικού εγγράφου παραπέμπει στο πιο πάνω συμπέρασμα. Το εν λόγω έγγραφο φέρει τις υπογραφές των μερών και φαίνεται να έγινε στην παρουσία μαρτύρων, οι οποίοι επίσης το υπέγραψαν. Πρόκειται για ένα έγγραφο που ικανοποιεί την έννοια του 'συνυποσχετικού' στο Κεφ.4 με αποτέλεσμα να έχει την ίδια σημασία αλλά και ισχύ όπως ένα δικαστικό διάταγμα για παραπομπή και επίλυση διαφορών σε διαιτησία ενώπιον συγκεκριμένου διαιτητή που κατονομάζεται. Επομένως, καθίσταται σαφές ότι τα μέρη αποφάσισαν και προς τούτο συμφώνησαν να καταφύγουν για επίλυση σε διαιτησία όλων των διαφορών, απαιτήσεων και ανταπαιτήσεων τους σύμφωνα με το Κεφ.
- Η κοινή πρόθεση των μερών να επιλύσουν όλες τις διαφορές τους με βάση τις πρόνοιες του Κεφ.4 αποτυπώνεται ξεκάθαρα μέσα από τους όρους 2 και 4 του συνυποσχετικού όπου αναφέρεται για εντολή στο διαιτητή Μαρίνο Παναγιωτίδη να τις επιλύσει σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ.
- Είναι μέσα σ' αυτό το νομικό πλαίσιο και πάνω σ' αυτή τη βάση που μέσα από τον όρο 9 του υπογεγραμμένου συνυποσχετικού τους τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν στην αναστολή της δικαστικής διαδικασίας των συνενωμένων αγωγών μέχρι και την έκδοση της διαιτητικής απόφασης. Το περιεχόμενο του πιο πάνω συνυποσχετικού κάνει ξεκάθαρη αναφορά σε επίλυση διαφορών και σε απόφαση διαιτητή που θα είναι καθ' ολοκληρία οριστική, τελική και δεσμευτική για αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη και όχι απλά σε έκθεση ενός ειδικού. Συνεπώς, το νομικό πλαίσιο παραπομπής θεμάτων σε διαιτητή που τα μέρη συμφώνησαν δεν σχετίζεται με το άρθρο 35 του Ν.14/
- Ούτε όμως αφορά τη διαδικασία που προνοείται από το άρθρο 36 του Ν.14/60 ένεκα της συνομολόγησης του συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 06.07.13 που ενεργεί ως συνυποσχετικό εν τη εννοία του Κεφ.4, σε συνδυασμό με τη ρητή και σαφή αναφορά του για παραπομπή και επίλυση όλων των επιδίκων ζητημάτων σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ.4, το περιεχόμενο του οποίου δεν αφήνει περιθώρια για διαφορετική ερμηνεία ή προσέγγιση. Η εκ των υστέρων καταχώρηση της αίτησης ημερομηνίας 09.07.13, η οποία εδράζεται στο άρθρο 36 του Ν.14/60 αλλά και στη Διάταξη 49 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και η εκ των υστέρων έκδοση διατάγματος ημερομηνίας 16.07.13 είναι εκ του περισσού και αχρείαστα χωρίς να μπορούν να ανατρέψουν το νομικό σκηνικό που ήδη διαμορφώθηκε με το προγενέστερο συνυποσχετικό, το περιεχόμενο του οποίου ουδέποτε ακυρώθηκε ή αναιρέθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη. Ομοίως και για την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 06.07.13 του κυρίου Μαρίνου Παναγιωτίδη η οποία δεν μπορεί παρά να εκληφθεί ως αποδοχή στο διορισμό του ως διαιτητή σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ.4 και του περιεχομένου του συνυποσχετικού ιδίας ημερομηνίας. Όπως ήδη λέχθηκε πιο πάνω, οι όροι εντολής του διαιτητή είναι να επιλύσει όλα τα επίδικα ζητήματα που καταγράφονται στα δικόγραφα των συνενωμένων αγωγών 3995/2008 και 3834/
- Με την υπογραφή του συνυποσχετικού οι διάδικοι ανέλαβαν να εφοδιάσουν το διαιτητή με όλα τα δικόγραφα της υπόθεσης και να του παραδώσουν όλα τα σχετικά στοιχεία και έγγραφα που κατέχουν και έχουν υπό τον έλεγχο και εξουσία τους έτσι ώστε ο διαιτητής να τα χρησιμοποιήσει για να καταλήξει στην απόφαση του (όροι 2 και 3 του συνυποσχετικού ημερομηνίας 06.07.13). Παράλληλα, μέσα από τον όρο 4 του εν λόγω συνυποσχετικού τα μέρη συμφώνησαν να ακολουθηθεί η διαδικασία που προνοείται από το Κεφ.4 αφήνοντας στο διαιτητή να καθορίσει την ακριβής μορφή της. Περαιτέρω, δυνάμει του όρου 4 του συνυποσχετικού αυτού ο διαιτητής μπορεί κατά την απόλυτη κρίση του να ακούσει μαρτυρία, να λάβει από τα μέρη προφορικές ή γραπτές διευκρινίσεις και να προβεί σε επιτόπιες έρευνες και επιθεωρήσεις με τη συνεργασία των διαδίκων. Όλα αυτά όμως στα πλαίσια επίλυσης των επιδίκων θεμάτων. Μέσα στο πιο πάνω νομικό αλλά και διαδικαστικό πλαίσιο, προχωρώ στην εξέταση των λόγων ένστασης. Θα ξεκινήσω από τους 1ο λόγο ένστασης με τον οποίον ο Καθ' ου αίτηση ισχυρίζεται ότι η αίτηση είναι αντικανονική, παράτυπη, άκυρη και κατά παράβαση των σχετικών θεσμών και νόμου και/ή στηρίζεται επί λανθασμένων διατάξεων του Νόμου και/ή κανονισμών και/ή δεν αναφέρει τα ορθά άρθρα του Νόμου και/ή κανονισμών και/ή δεν αναφέρει τα συγκεκριμένα άρθρα του Νόμου και παραλείπει τα απαιτούμενα από το Νόμο στοιχεία. Στο στάδιο της αγόρευσης του ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν εξειδικεύτηκε αλλά παρέμεινε γενικός και αόριστος με αποτέλεσμα να μείνει μετέωρος. Παρόλα αυτά, έχω παρατηρήσει ότι στο σώμα της αίτησης περιλαμβάνονται, ανάμεσα σ' άλλα, το άρθρο 20 του Κεφ.4 αλλά και η Διάταξη 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα οποία είναι τα κατ' εξοχήν ορθά δικαιοδοτικά άρθρα που παρέχουν νομική υποστήριξη στον τύπο και σημασία της υπό κρίση αίτησης. Συνεπώς, δεν εντοπίζω οποιαδήποτε παρατυπία ή αντικανονικότητα στον τύπο ή τη νομική βάση της αίτησης με αποτέλεσμα ο πρώτος λόγος ένστασης να απορρίπτεται ως ανυπόστατος. Με τον 2ο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση παραπονιέται ότι ο τίτλος της αίτησης είναι παράτυπος και αντικανονικός. Εξ' όσων έχω αντιληφθεί το επιχείρημα του Καθ' ου η αίτηση στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι ο τίτλος της αίτησης είναι λανθασμένος επειδή αναφέρεται μόνο στην αγωγή υπ' αριθμό 3995/2008 και όχι και στην αγωγή υπ' αριθμό 3834/2010 με την οποία είναι συνενωμένη. Θεωρώ ότι η εκ παραδρομής μη συμπερίληψη της αγωγής υπ' αριθμό 3834/2010 στην υπό κρίση αίτηση είναι μια εντελώς τυπική παράλειψη, η απουσία της οποίας δεν αφήνει εκτεθειμένο τον τίτλο της αγωγής υπ' αριθμό 3995/
- Η Διάταξη 14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρει απλώς το ενδεχόμενο συνεκδίκασης δύο ή περισσοτέρων αγωγών αφού πρώτα το Δικαστήριο διατάξει κάτι τέτοιο με τη συνένωση τους χωρίς όμως να υποδεικνύεται ότι το άθροισμα των καταγραμμένων τίτλων των συνενωμένων αγωγών ισοδυναμεί με ή ότι αντιπροσωπεύει ενιαίο τίτλο υπόθεσης. Ούτε όμως η συνένωση αγωγών οδηγεί σε αλλαγή του τίτλου οποιασδήποτε από τις συνενωμένες αγωγές. Αυτό σημαίνει ότι η μη συμπερίληψη της αγωγής υπ' αριθμό 3834/2010 στον τίτλο της αίτησης δεν αποτελεί παρατυπία δικονομικού μέτρου που χρήζει θεραπείας. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως ανεδαφικός. Με τον 3ο λόγο ένστασης του ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και η επισυνημμένη ένορκη δήλωση στηρίζεται στην ολότητα της από παραπλανητικούς και μη ανταποκρινόμενους στην πραγματικότητα ισχυρισμούς καθώς και από συνεχείς διαζευκτικούς ισχυρισμούς, πράγμα που δεν επιτρέπεται. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση αυτή. Η αίτηση δεν μπορεί να είναι αβάσιμη επειδή περιέχει θέσεις των Αιτητών που ο Καθ' ου η αίτηση θεωρεί αναληθείς και παραπλανητικούς. Από την άλλη, οι κύριοι διαζευκτικοί ισχυρισμοί που περιέχονται στην παράγραφο 5 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, απλά αντιγράφει το συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 06.07.13, το περιεχόμενο του οποίου καταγράφεται υπό τη μορφή διαζευκτικών μερών. Ομοίως και τις διαζεύξεις που παρατηρούνται στην παράγραφο 4 της υπό εξέτασης αίτησης όπου αυτές βασικά αντιγράφουν τις διατάξεις του άρθρου 20 του Κεφ.4 επί του οποίου νομικά εδράζεται. Το Δικαστήριο δεν έχει παρατηρήσει ουσιαστικά διαζεύξεις σε ότι αφορά γεγονότα που ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται μέσα από την ένορκο δήλωση. Συνεπώς, ο εν λόγω λόγος ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Στους 5ο και 6ο λόγο ένστασης, οι οποίοι εξετάζονται μαζί, ο Καθ' ου η αίτηση παραπονιέται ότι η αίτηση έγινε χωρίς καλή πίστη και/ή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και αντικανονικά και κατά παράβαση του έγγραφου αποδοχής του διαιτητή και των όρων διαιτησίας ημερομηνίας 06.07.12 πλήττοντας τη διαδικασία. Ωστόσο μέσα από την νομική επιχειρηματολογία του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση δεν εξηγεί στο Δικαστήριο ποια είναι η κακοπιστία που αποδίδει στους Αιτητές. Ούτε όμως εξειδικεύει ποιο είναι το στοιχείο κατάχρησης που εντοπίζει στην παρούσα περίπτωση. Εν πάσει περιπτώσει, η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης δεν μπορεί να εκληφθεί ως προσπάθεια που αποσκοπεί στην έκδοση νέας απόφασης σε θέμα που ήδη έχουν ληφθεί οιωνεί δικαστικά διαβήματα αλλά πρόκειται για διάβημα που στοχεύει στην απονομή της δικαιοσύνης. Κατά συνέπεια ο μεν 5ος λόγος απορρίπτεται λόγω μη προώθησης του και ο δε 6ος λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος. Με τον 7ο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση παραπονιέται ότι οι Αιτητές δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο 'με καθαρά χέρια'. Ούτε αυτός λόγος θεμελιώθηκε, ως ο Καθ' ου η αίτηση όφειλε αφού ήταν το πρόσωπο που τον επικαλέστηκε, με αποτέλεσμα εκτός από γενικός και αόριστος να παραμείνει και μετέωρος και έτσι να υπόκειται σε απόρριψη. Στον 9ο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η απόφαση του διαιτητή είναι καθ' όλα ορθή και δικαιολογημένη. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει την ορθότητα της απόφασης του διαιτητή επί της ουσίας των τεχνικών θεμάτων αφού τέτοιου είδους εξειδικευμένα επίδικα ζητήματα δεν εκδικάστηκαν ενώπιον του και έτσι οποιοδήποτε εγχείρημα προς αυτήν την κατεύθυνση θα ήταν λάθος. Το εάν είναι ή όχι η διαιτητική απόφαση δικαιολογημένη δεν αποτελεί επίδικο θέμα στην παρούσα αίτηση. Οι Αιτητές δεν στηρίζουν το επιχείρημα τους για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης σε ισχυρισμό περί εκδόσεως μη δικαιολογημένης ή αιτιολογημένης τέτοιας απόφασης με αποτέλεσμα η έγερση του λόγου αυτού ένστασης να έγινε αχρείαστα και λανθασμένα. Ως εκ τούτου, παρέλκει η εξέταση του λόγου αυτού. Με το 10ο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση παραπονιέται ότι η αίτηση έχει ως σκοπό την καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης και/ή κωλυσιεργία της όλης διαδικασίας. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τη θέση αυτή. Ο δε Καθ' ου η αίτηση δεν έδωσε οποιαδήποτε σαφή και ικανοποιητική εξήγηση, ως όφειλε να πράξει, με αποτέλεσμα ο εν λόγω γενικός και αόριστος ισχυρισμός του να παραμείνει μετέωρος και συνεπώς να απορρίπτεται. Στον 16ο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα. Είναι γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση θα μπορούσε να είχε καταχωρηθεί αμέσως μετά τις 25.10.12, ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο ανακοίνωσε στους συνηγόρους των διαδίκων ότι ο διαιτητής παρέδωσε στον πρωτοκολλητή την απόφαση του σε σφραγισμένο φάκελο. Ωστόσο το Κεφ.4, στη βάση του οποίου διεξήχθηκε η διαιτησία ως συμφωνήθηκε από τα μέρη αλλά και επί του οποίου εδράζεται η παρούσα αίτηση, δεν προσδιορίζει χρονική προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει να καταχωρούνται τέτοιες αιτήσεις. Αντίθετα, ερμηνεύοντας τις διατάξεις του άρθρου 20
(2)της πιο πάνω νομοθεσίας καθίσταται αντιληπτό ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να μην περιορίσει την υποβολή μιας αίτησης, όπως την παρούσα, σε στενά και αυστηρά χρονικά πλαίσια αλλά να αφήσει ένα τέτοιο θέμα που σαφώς άπτεται της ορθής απονομής της δικαιοσύνης πάνω σε μια πιο ευέλικτη και ελεύθερη βάση. Ο τρόπος και το ύφος του λεκτικού που παρατηρείται στο εν λόγω εδάφιο μέσω της χρήσης αορίστου χρόνου και συγκεκριμένα η διατύπωση "Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξήχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, ..." δεν αποκλείει την δυνατότητα καταχώρησης τέτοιας αίτησης σε στάδιο μετά την έκδοση διαιτητικής απόφασης από το μέρος που αισθάνεται αδικημένο εφόσον βέβαια ο λόγος που ζητείται η ακύρωση είναι ένας ή περισσότεροι από αυτούς που περιέχονται στο εδάφιο αυτό. [η έμφαση και οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου] Είναι προφανές ότι η ύπαρξη οποιουδήποτε από τους λόγους που περιέχονται στο άρθρο 20
(2)του Κεφ.4 επηρεάζει το κύρος και την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης. Γι' αυτό η αίτηση που εδράζεται στο άρθρο 20
(2)του Κεφ.4 και αποσκοπεί στην ακύρωση διαιτητικής απόφασης συνεπεία ενός ή περισσοτέρων από τους λόγους του άρθρου αυτού αυτονόητα μπορεί να καταχωρηθεί μετά την έκδοση διαιτητικής απόφασης. Εξυπακούεται όμως ότι τέτοια αίτηση θα πρέπει να υποβληθεί πριν από την έγκριση αιτήματος για εγγραφή και καταχώρηση της διαιτητικής απόφασης με σκοπό να εκτελεστεί ως δικαστική απόφαση (άρθρο 21 Κεφ.4). Στην υπόθεση Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σταύρος Α. Σταύρου Λτδ v. Άντρου Τύλλη και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1172 εξετάστηκε αίτηση για ακύρωση εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης λόγω πλημμελούς συμπεριφοράς του διαιτητή σε διαδικασία σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ.
- Ομοίως και στις υποθέσεις ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ v. Lakis Georgiou Construction Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 240/2007, ημερομηνίας 19.02.10 και P.N.P. Constructions Limited v. Μακάριου Χαραλαμπίδη κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 34/2009, ημερομηνίας 26.06.
- Στην προκειμένη περίπτωση η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στις 22.10.12 και στις 25.10.12 παραδόθηκε στον πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ως όρος 5 του συνυποσχετικού. Αυθημερόν το Δικαστήριο παρέδωσε αντίγραφα της απόφασης του διαιτητή στα μέρη. Χωρίς ποτέ να προηγηθεί αίτηση ή έστω αίτημα για εγγραφή και καταχώρηση της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης για να εκτελεστεί ως δικαστική απόφαση, οι Αιτητές εκδήλωσαν για πρώτη φορά την πρόθεση τους να καταχωρήσουν αίτηση για παραμερισμό της εν λόγω διαιτητικής απόφασης στις 19.11.12, κάτι που τελικά υλοποίησαν με την παρούσα στις 26.11.
- Επομένως, προκύπτει ότι από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης μέχρι και την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης διέρρευσε χρόνος ενός μηνός που, υπό τις περιστάσεις, δεν κρίνεται αδικαιολόγητος ή υπέρμετρος. Το ότι στο μεσοδιάστημα οι υποθέσεις ορίστηκαν για δήλωση συμβιβασμού δεν διαφοροποιεί την ουσία της κατάστασης αφού ουδέποτε εκδόθηκε δικαστική απόφαση στις υπό των άνω συνενωμένες αγωγές ως η απόφαση ημερομηνίας 25.10.12 του διαιτητή Μαρίνου Παναγιωτίδη. Ούτε εναλλακτικά αποσυνδέθηκαν και αποσύρθηκαν οι εν λόγω αγωγές και παράλληλα ενεργοποιήθηκε ο μηχανισμός που προβλέπεται από το άρθρο 21 του Κεφ.4 για εγγραφή και καταχώρηση της εν λόγω δικαστικής απόφασης στο Δικαστήριο έτσι ώστε να εκτελεστεί ως δικαστική απόφαση Με αυτά τα δεδομένα δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε καθυστέρηση ή ολιγωρία από μέρους των Αιτητών στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως ανυπόστατος. Θα εξετάσω μαζί τους 14ο, 15ο και 18ο λόγους ένστασης επειδή ασχολούνται με το θέμα του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς και εγγράφων, δεδικασμένου και της παραίτησης δικαιωμάτων από τυχόν παρατυπίες στη διαιτητική διαδικασία. Η συνομολόγηση του συνυποσχετικού, το περιεχόμενο του εν λόγω συμφωνητικού εγγράφου καθώς και η έκδοση διαιτητικής απόφασης σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αναιρέσουν τη σημασία και ισχύ που έχει το άρθρο 20
(2)του Κεφ.4 και να δημιουργήσουν έτσι ζήτημα κωλύματος ή δεδικασμένου ή παραίτησης δικαιωμάτων σε ισχυρισμό για παρατυπίες που παρατηρήθηκαν στη διαδικασία διαιτησίας. Ούτε και η συναίνεση των Αιτητών στο να οριστούν οι συνενωμένες αγωγές για δήλωση συμβιβασμού μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης μπορεί να εκληφθεί, στην απουσία πραγματοποίησης κάτι τέτοιου, ως οτιδήποτε από τα προαναφερόμενα. Συνεπώς, οι εν λόγω λόγοι ένστασης απορρίπτονται ως ανεδαφικοί. Ακολούθως, θα εξετάσω μαζί τους 4ο, 8ο, 11ο, 12ο, 13ο και 17ο λόγους ένστασης επειδή αφορούν τους λόγους για τους οποίους επιδιώκεται η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης. Έχει νομολογηθεί ότι άτομο που διορίζεται διαιτητής με βάση το Κεφ.4 πρέπει να ακούσει μαρτυρία και να καταλήξει σε απόφαση (Iacovou Bros (Constructions) Ltd v. Χατζηνικόλα
(1991)1 Α.Α.Δ. 51) χωρίς να αποκλείεται συμφωνία από μέρους των μερών για παρουσίαση των εκδοχών τους στο διαιτητή μόνο με έγγραφα [arbitration on documents only] (P.N.P. Constructions Limited v. Μακάριου Χαραλαμπίδη κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 34/2009, ημερομηνίας 26.06.12). Ο τρόπος παρουσίασης της υπόθεσης των μερών καθώς και οι εξουσίες που οι διάδικοι δίδουν στο διαιτητή καθορίζονται από το συνυποσχετικό παραπομπής των διαφορών τους ενώπιον του, πάντοτε υπό το φως των προνοιών του Κεφ.
- Στην προκειμένη περίπτωση ενώ οι συνενωμένες αγωγές εκκρεμούσαν για εκδίκαση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, οι διάδικοι με σχετικό συνυποσχετικό αποφάσισαν την παραπομπή όλων των μεταξύ τους διαφορών, απαιτήσεων και ανταπαιτήσεων τους περιλαμβανομένου των τεχνικών ζητημάτων καθώς και όλων των θεμάτων που συνδέονται με τα τεχνικά ζητήματα ενώπιον διαιτητή με βάση το Κεφ.
- Στην ουσία τα μέρη συμφώνησαν και δεσμεύτηκαν να μην προχωρήσουν με την εκδίκαση των διαφορών τους στο Δικαστήριο αλλά να αποταθούν σε διαιτητή για την επίλυση όλων των επιδίκων θεμάτων τους. Επομένως, επίδικα θέματα όπως:
- Κατά πόσο ο Καθ' ου η αίτηση ανάθεσε στους Αιτητές την εκτέλεση των κατ' ισχυρισμό επιπρόσθετων εργασιών,
- Κατά πόσο οι επίδικες εργασίες είναι όντως επιπλέον του συμφωνημένου πλαισίου ή μέρος των υφιστάμενων υποχρεώσεων των Αιτητών,
- Ο υπολογισμός του κόστους εκτέλεσης των κατ' ισχυρισμό επιπρόσθετων εργασιών είτε στη βάση συμφωνημένων μονάδων μέτρησης είτε στη βάση εύλογης αμοιβής ως αποτέλεσμα επί τόπου επιμέτρησης της επίδικης εργασίας και εκτίμησης της αξίας της από το διαιτητή,
- Κατά πόσο οι Αιτητές καθυστέρησαν αδικαιολόγητα στην παράδοση του έργου στον Καθ' ου η αίτηση κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας,
- Εάν ισχύει το σημείο 4 κατά πόσο ο Καθ' ου η αίτηση υπέστηκε ζημιές και ποιο το ύψος αυτών,
- Κατά πόσο κατά παράβαση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας εντοπίζονται οποιεσδήποτε κακοτεχνίες, ελαττωματικές εργασίες, λάθη, ελαττώματα και ατέλειες στις εργασίες που οι Αιτητές εκτέλεσαν και προσδιορισμός αυτών,
- Εάν ισχύει το σημείο 6 ποιο είναι το κόστος αποκατάστασης τους,
- Κατά πόσο οι Αιτητές είχαν υποχρέωση να διαμορφώσουν τον προβλεπόμενο χώρο πρασίνου και παρέλειψαν να το πράξουν κατά παράβαση της συμφωνίας τους με τον Καθ' ου η αίτηση,
- Εάν ισχύει το σημείο 8 ποια είναι η αξία εκτέλεσης της εργασίας αυτής,
- Κατά πόσο οι Αιτητές είχαν υποχρέωση να προβούν στα δέοντα μέτρα με σκοπό την έκδοση άδειας οικοδομής της κατοικίας, πιστοποιητικό τελικής έγκρισης και ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας της κατοικίας.
- Κατά πόσο ο Καθ' ου η αίτηση αποτάθηκε σε εμπειρογνώμονες από το Ε.Τ.Ε.Κ. οι οποίοι εξέτασαν το χώρο, προσδιόρισαν και κατέγραψαν οποιεσδήποτε τυχόν κακοτεχνίες, ελαττωματικές εργασίες, λάθη ή ατέλειες,
- Εάν ισχύει το σημείο 11 κατά πόσο ο Καθ' ου η αίτηση πλήρωσε οποιαδήποτε ποσά ως αμοιβές των πιο πάνω εμπειρογνωμόνων,
- Εάν ο Καθ' ου η αίτηση παρέλειψε να πληρώσει στους Αιτητές το ποσό των €17.086,01 ως υπόλοιπο τιμήματος αγοράς της προαναφερόμενης οικίας,
- Κατά πόσο η υποχρέωση πληρωμής των €17.086,01 και παράλληλα η νομιμοποίηση της είσπραξης του εν λόγω ποσού τελούσε υπό τις προϋποθέσεις της εκ των προτέρων εξασφάλισης άδειας οικοδομής της οικίας πριν την έναρξη των εργασιών ανέγερσης και της συμμόρφωσης των Αιτητών με τους όρους αυτής, αποτελούσαν ζητήματα που θα εκδικάζονταν ενώπιον του διαιτητή και θα καλύπτονταν μέσα από την απόφαση του. Είναι γι' αυτό το λόγο που η δήλωση του διαιτητή στο Δικαστήριο ότι όταν παρέλαβε τους όρους εντολής του ήταν ξεκάθαρο ότι θα έπρεπε να περιοριστεί σε τεχνικά θέματα δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το περιεχόμενο του συνυποσχετικού όχι μόνο δεν ενισχύει τη θέση του αυτή αλλά αντίθετα οδηγεί σε συμπέρασμα για επίλυση όλων των διαφορών των μερών, οι οποίες προσδιορίζονται μέσα από τις έγγραφες προτάσεις των συνενωμένων αγωγών. Η ορθότητα της κατάληξης ενισχύεται από τη συμφωνία των διαδίκων για αναστολή της διαδικασίας των συνενωμένων αγωγών στο Δικαστήριο μέχρι την έκδοση και παράδοση της διαιτητικής απόφασης. Συνεπώς, όλες οι απαιτήσεις και ανταπαιτήσεις αναμένονταν να εκδικαστούν ενώπιον του διαιτητή. Μελετώντας την απόφαση του διαιτητή που παραδόθηκε σε σφραγιστό φάκελο στον πρωτοκολλητή και αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 της υπό κρίσης αίτησης, παρατηρώ ότι η ετοιμασία της έκθεσης στηρίχτηκε στο συνυποσχετικό, στα δικόγραφα των συνενωμένων αγωγών και σε επί τόπου επίσκεψη του διαιτητή στην επίδικη κατοικία κατά τις 17.10.12 (παράγραφοι 1.2.1 μέχρι 1.2.4 της διαιτητικής απόφασης). Όπως περαιτέρω αναφέρεται, εκεί που ήταν αναγκαίο να γίνει εκτίμηση διορθωτικής ενέργειας ζητήθηκε, με τη συγκατάθεση των μερών, η προσφορά υπηρεσιών από τον κύριο Ζήνωνα Ποταμίτη, εγγεγραμμένο αρχιτέκτονα στο Ε.Τ.Ε.Κ., ο οποίος κλήθηκε να προβεί σε αυτοψία των θεμάτων που αφορούν τις διαφορές και να εισηγηθεί τις πιο κατάλληλες διορθωτικές ενέργειες και/ή θεραπείες για κάθε σημείο ξεχωριστά (παράγραφοι 1.3 μέχρι 1.6 της διαιτητικής απόφασης). Το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης υποδεικνύει ότι οι προσπάθειες του διαιτητή για επίλυση των διαφορών των μερών περιορίστηκαν στον εντοπισμό κακοτεχνιών, ελαττωματικών εργασιών, ατελειών ή λαθών στις εργασίες που οι Αιτητές εκτέλεσαν προς όφελος και για λογαριασμό του Καθ' ου η αίτηση στην επίδικη κατοικία καθώς επίσης στην εκτίμηση του κόστους αποκατάστασης τους στη βάση της πιο κατάλληλης μεθοδολογίας και διορθωτικών ενεργειών που ο προαναφερόμενος αρχιτέκτονας θεώρησε μετά από επί τόπου επίσκεψη τόσο του ιδίου όσο και του διαιτητή. Ωστόσο, σε αντίθεση με τους όρους εντολής του, ο διαιτητής παρέλειψε να ασχοληθεί με ζητήματα όπως κατά πόσο ο Καθ' ου η αίτηση ανάθεσε στους Αιτητές την εκτέλεση των κατ' ισχυρισμό επιπρόσθετων εργασιών που επικαλούνται και προσδιορίζουν μέσα από τα δικόγραφα, κατά πόσο οι επίδικες εργασίες είναι όντως επιπλέον του συμφωνημένου πλαισίου ή μέρος των υφιστάμενων υποχρεώσεων των Αιτητών, εάν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην παράδοση του έργου στον Καθ' ου η αίτηση κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας και κατά πόσο ο Καθ' ου η αίτηση υπέστηκε ζημιές και ποιο το ύψος αυτών καθώς και εάν οι Αιτητές είχαν υποχρέωση να διαμορφώσουν τον προβλεπόμενο χώρο πρασίνου και παρέλειψαν να το πράξουν κατά παράβαση της συμφωνίας τους με τον Καθ' ου η αίτηση και ποιο το ύψος της αξίας εκτέλεσης της εργασίας αυτής. Πρόκειται σαφώς για τεχνικά επίδικα θέματα που έχρηζαν επίλυσης. Σε αντίθεση επίσης με τους όρους εντολής του, ο διαιτητής παρέλειψε να ασχοληθεί με τα επίδικα θέματα υπό τα σημεία 10 έως 14 που αναφέρονται πιο πάνω, τα οποία συνδέονται με τα τεχνικά ζητήματα της όλης υπόθεσης. Στα πλαίσια συμμόρφωσης με τους όρους εντολής του και έκδοσης της απόφασης του ο διαιτητής όφειλε να εξετάσει και να επιλύσει τα πιο πάνω συγκεκριμένα επίδικα θέματα είτε ακούγοντας μαρτυρία είτε μέσω επιτόπου επιθεωρήσεων ή όπως ο ίδιος έκρινε καταλληλότερα, πράγμα όμως που δεν έπραξε. Με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο διαιτητής παρέλειψε να αποφασίσει επί όλων των διαφορών και θεμάτων που παραπέμφθηκαν ενώπιον του για επίλυση. Πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, σε σχέση με τα τεχνικά θέματα που ο διαιτητής ασχολήθηκε παρατηρώ ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στα στοιχεία που αυτός στηρίχτηκε για να προβεί σε εκτίμηση του κόστους των διορθωτικών ενεργειών που κατά την κρίση του χρήζουν να ληφθούν. Ούτε όμως εντοπίζεται η λήψη οποιασδήποτε μαρτυρίας από οποιοδήποτε αρμόδιο και εμπλεκόμενο στο έργο άτομο για να διαπιστωθεί κατά πόσο όντως οι κακοτεχνίες, ελαττωματικές εργασίες, ατέλειες ή λάθη που διαπιστώθηκαν από το διαιτητή μέσω του αρχιτέκτονα κυρίου Ποταμίτη και για τις οποίες εισηγήθηκε τις καταλληλότερες διορθωτικές ενέργειες, προέρχονται από κακή πρακτική και τέχνη του επαγγέλματος ή πλημμελής άσκηση των καθηκόντων των Αιτητών ή καθ' οιονδήποτε μορφής αμέλειας των Αιτητών κατά παράβαση των εγγράφων συμβολαίου και νομίμων καθηκόντων τους ή απλά είναι προϊόν τυφλής ακολουθίας των οδηγιών και τεχνικών εντολών του επιβλέποντα μηχανικού του έργου και τεχνικών συμβούλων του Καθ' ου η αίτηση, ως εργοδότη του έργου. Ο διαιτητής όφειλε να ακούσει μαρτυρία από εμπλεκόμενα στο έργο άτομα και/ή να φροντίσει να προμηθευτεί και να μελετήσει τα έγγραφα συμβολαίου του έργου περιλαμβανομένου της μεθοδολογίας, των σχεδίων συμβολαίου και των τεχνικών προδιαγραφών, στη βάση των οποίων το έργο θα εκτελείτο, ιδιαίτερα όταν οι Αιτητές μέσα από το δικόγραφο της 'Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση' τους αρνούνται την ύπαρξη ευθύνης από μέρους τους. Αποδεχόμενος τις εργασίες ως κακότεχνες και ελαττωματικές, ως οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί του Καθ' ου η αίτηση, ο διαιτητής θεώρησε ως δεδομένη την ευθύνη των Αιτητών επί του θέματος αυτού χωρίς να το εξετάσει στη βάση μαρτυρίας και/ή στοιχείων προβαίνοντας σε σχετικό εύρημα μέσα από την απόφαση του. Με λίγα λόγια θα έπρεπε να συγκρίνει την εργασία που οι Αιτητές όφειλαν να εκτελέσουν σύμφωνα με τα έγγραφα συμβολαίου με αυτή που επιθεώρησε επί τόπου έτσι ώστε να είναι σε θέση να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρξε παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων των Αιτητών. Ανάλογη στάση ο διαιτητής τήρησε και στην περίπτωση των κατ' ισχυρισμό επιπρόσθετων εργασιών που οι Αιτητές επικαλούνται. Ο διαιτητής προέβηκε σε εκτίμηση τους χωρίς να ακούσει μαρτυρία και/ή να αναζητήσει από τα μέρη την ύπαρξη εγγράφων και στοιχείων, παραλείποντας έτσι να εξετάσει τους ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση περί άρνησης του για ανάθεση στους Αιτητές την εκτέλεση τους και επιπλέον ότι αυτές δεν είναι επιπρόσθετες του συμφωνημένου πλαισίου αλλά μέρος των υφιστάμενων υποχρεώσεων των Αιτητών, όπως αυτοί σημειώνονται μέσα από το δικόγραφο της 'Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης' τους. Σε αντίθεση με το τι έπρεπε να είχε πράξει, ο διαιτητής εξέλαβε ως δεδομένα τόσο το ότι οι συγκεκριμένες εργασίες που οι Αιτητές επικαλούνται είναι επιπρόσθετες των υφιστάμενων συμβατικών υποχρεώσεων του όσο και το ότι ο Καθ' ου η αίτηση ανάθεσε την εκτέλεση τους στους Αιτητές. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι παρόλο που ο διαιτητής αναγνώρισε τις διαφορετικές εκδοχές των διαδίκων στο θέμα αυτό (παράγραφος 2.22.4 της διαιτητικής απόφασης), εντούτοις δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια για εξέταση τους, ισχυριζόμενος ότι τέτοια θέματα δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του. Το Δικαστήριο θεωρεί πως ο διαιτητής όφειλε να εξετάσει με το δέοντα τρόπο που εξηγήθηκε πιο πάνω καθ' ότι πρόκειται για ζητήματα που σαφώς συνδέονται με τεχνικά θέματα. Η στάση αυτή του διαιτητή έρχεται σε αντίθεση με τους όρους εντολής του. Ο αποκλεισμός λήψης τέτοιας μαρτυρίας είτε υπό τη μορφή κατάθεσης εμπλεκομένων ατόμων είτε με την προσκόμιση σχετικών στοιχείων, εγγράφων και πληροφοριών στις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις αποτελούν θεμελιώδεις παραλείψεις από μέρους του διαιτητή που ασφαλώς συνδέονται με το χειρισμό της υπόθεσης. Παράλληλα, οι ουσιώδεις παραλείψεις αυτές του διαιτητή οδηγούν σε καίρια σφάλματα που επηρεάζουν την εγκυρότητα και νομιμότητα της απόφασης του. Πρόκειται για σφάλματα που είναι εμφανή στην όψη της διαιτητικής απόφασης και συνεπώς πηγαίνουν στη ρίζα των ερωτημάτων που παραπέμφθηκαν ενώπιον του διαιτητή για επίλυση. Το συμπέρασμα αυτό διαφέρει ουσιωδώς από τον ισχυρισμό των Αιτητών ότι πολλές εργασίες δεν εκτελέστηκαν από τους ιδίους αλλά έγιναν από άλλο εργολάβο προς τον οποίο ο Καθ' ου η αίτηση τις ανάθεσε μετά την παράδοση του έργου, ο οποίος ισχυρισμός, χωρίς να δικογραφείται στις έγγραφες προτάσεις των συνενωμένων αγωγών, προβλήθηκε για πρώτη φορά στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και συνεπώς δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Από την άλλη, η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου επαληθεύει τη θέση των Αιτητών για την ανάγκη λήψης μαρτυρίας και/ή στοιχείων έτσι ώστε η διαιτητική απόφαση να είναι απαλλαγμένη από σφάλματα και παρατυπίες. Επιπλέον, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι ο διαιτητής προγραμμάτισε και μετέβηκε στην επίδικη κατοικία του Καθ' ου η αίτηση προβαίνοντας σε επί τόπου επιθεώρηση χωρίς να ειδοποιηθούν εκ των προτέρων οι Αιτητές και να τους δοθεί έτσι η ευκαιρία να εκπροσωπηθούν με αντιπρόσωπο αν επιθυμούσαν. Η παρουσία του διαιτητή στην οικία του Καθ' ου η αίτηση και η εκεί παραμονή του με σκοπό την επί τόπου εξέταση της κατάστασης δημιουργεί την εντύπωση ότι η ημερομηνία επιθεώρησης ορίστηκε σε συνεννόηση μόνο με τον Καθ' ου η αίτηση εν αγνοία των Αιτητών, οι οποίοι δεν είχαν τη δυνατότητα να παρευρεθούν αν επιθυμούσαν. Παράλληλα, η ενέργεια αυτή του διαιτητή προκάλεσε τη συνέχιση της διαιτητικής διαδικασίας μέσω της διεξαγωγής επί τόπου επιθεώρησης χωρίς τη συμμετοχή των Αιτητών, οι οποίοι δεν ήταν ενήμεροι για κάτι τέτοιο. Ουδείς μπορεί να αποκλείσει την παρουσία του Καθ' ου η αίτηση στην οικία του την ώρα της επιθεώρησης καθώς και την πιθανότητα συνομιλίας του διαιτητή με τον Καθ' ου η αίτηση αναφορικά με την υπόθεση που τελεί υπό διαιτησία, τουλάχιστο υπό τη μορφή υπόδειξης των τεχνικών θεμάτων που έχρηζαν επιθεώρησης από το διαιτητή. Επίσης, ουδείς μπορεί να διαφωνήσει με το γεγονός ότι η διεξαγωγή επιθεώρησης στην οικία του Καθ' ου η αίτηση έγινε κάτω από συνθήκες αναπόφευκτης φιλοξενίας που αναμενόμενα θα πρέπει ο διαιτητής να έτυχε από και/ή εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι με τον αποκλεισμό της παρουσίας των Αιτητών από τη συνάντηση, ο διαιτητής άθελα του έθεσε σε μειονεκτική θέση τους Αιτητές, παρόλο που θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν αποδίδονται κίνητρα ή σκοπιμότητα στο διαιτητή για κάτι τέτοιο. Ανεξαρτήτως όμως κινήτρων ή σκοπιμοτήτων πρόκειται για συμπεριφορά που τείνει να κλονίσει την σχέση εμπιστοσύνης των μερών απέναντι στο διαιτητή και σίγουρα δεν αρμόζει σ' ένα άτομο που ενεργεί υπό την ιδιότητα του διαιτητή αλλά ούτε και είναι η πρέπουσα που θα πρέπει να ακολουθείται σε θεσμό διαιτησίας. Η συμπεριφορά αυτή όντως έθεσε σε κίνδυνο την αμεροληψία και αξιοπιστία του διαιτητή. Σταθμίζοντας τα ενώπιον του δεδομένα, ανάμεσα σ' άλλα, την παράλειψη του διαιτητή να αποφασίσει επί όλων των διαφορών και θεμάτων που παραπέμφθηκαν ενώπιον του για επίλυση, τα εμφανή καίρια σφάλματα του διαιτητή να μην ακούσει μαρτυρία ή τις θεμελιώδεις παραλείψεις του να μεριμνήσει να εφοδιαστεί με τα αναγκαία έγγραφα ή στοιχεία έτσι ώστε να κρίνει κατά πόσο οι κατ' ισχυρισμό κακοτεχνίες είναι προϊόν παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων των Αιτητών αλλά να εκλάβει ως δεδομένη την ευθύνη των Αιτητών τη στιγμή που κάτι τέτοιο αμφισβητείται από τους Αιτητές καθώς και στο να αγνοήσει τις θέσεις του Καθ' ου η αίτηση περί μη ανάθεσης στους Αιτητές την εκτέλεση των κατ' ισχυρισμό επιπρόσθετων εργασιών και ότι αυτές αποτελούσαν μέρος των υφιστάμενων συμβατικών υποχρεώσεων των Αιτητών προβαίνοντας σε εκτίμηση τους εκλαμβάνοντας έτσι ως δεδομένα ότι επρόκειτο για επιπλέον εργασίες τις οποίες οι Αιτητές εκτέλεσαν μετά που τους ανατέθηκε κάτι τέτοιο από τον Καθ' ου η αίτηση, παραλείψεις οι οποίες απεικονίζονται στη διαιτητική απόφαση και πηγαίνουν στη ρίζα των ερωτημάτων που παραπέμφθηκαν ενώπιον του για επίλυση και ασχολήθηκε μαζί τους, καθώς και το γεγονός του προγραμματισμού, καθορισμού και διεξαγωγής επιθεώρησης στην οικία του Καθ' ου η αίτηση στα πλαίσια προώθησης της διαιτητικής διαδικασίας προφανώς στην παρουσία είτε του Καθ' ου η αίτηση είτε αντιπροσώπου αυτού αλλά στην απουσία εκπροσώπων των Αιτητών, το Δικαστήριο κρίνει ότι, υπό τις περιστάσεις, ο διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά (misconducted himself) ενώ παράλληλα χειρίστηκε κακώς την υπόθεση (misconduct of the proceedings) εκδίδοντας παράτυπα την απόφαση του (award has been improperly procured) [A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2006 και ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ v. Lakis Georgiou Construction Ltd, Πολιτική Έφεση 240/2007, ημερομηνίας 19.02.10]. Κατά συνέπεια, οι 4ος, 8ος, 11ος, 12ος, 13ος και 17ος λόγοι ένστασης απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Όσον αφορά την θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι εφόσον ο ίδιος μέσα από την ένσταση του και την ένορκο δήλωση που τη συνοδεύει αμφισβήτησε όλους σχεδόν τους ισχυρισμούς των Αιτητών που περιλαμβάνονται στην αίτηση και την επισυνημμένη ένορκο δήλωση χωρίς οι τελευταίοι να λάβουν οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα για να τους αντικρούσουν οι Αιτητές απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που φέρουν και έτσι η αίτηση τους πρέπει να απορριφθεί, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι ανεδαφική και ως εκ τούτου απορρίπτεται επειδή: (α) Μέσα από τη δήλωση του διαιτητή ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει παραδοχή από μέρους του ότι η επιθεώρηση στην κατοικία του Καθ' ου η αίτηση διεξήχθηκε στην απουσία εκπροσώπου των Αιτητών. Παράλληλα, ουδέποτε ο Καθ' ου η αίτηση έδωσε την σαφή εντύπωση στο Δικαστήριο ότι η επί τόπου επίσκεψη του διαιτητή πραγματοποιήθηκε στην παρουσία των δύο μερών αμφισβητώντας έτσι ευθέως ως αναληθή τη σχετική θέση των Αιτητών και (β) Το ότι οι κατ' ισχυρισμό κακοτεχνίες, ελαττωματικές εργασίες, λάθη και ατέλειες προσδιορίστηκαν και το κόστος αποκατάστασης τους εκτιμήθηκε από το διαιτητή εκλαμβάνοντας ως δεδομένη την ευθύνη των Αιτητών χωρίς την λήψη μαρτυρίας και/ή την απαίτηση για προσκόμιση και μελέτη των σχετικών εγγράφων συμβολαίου σε σχέση με τις ακριβείς συμβατικές υποχρεώσεις τους, είναι κάτι που διαπιστώνεται από το περιεχόμενο της δήλωσης του διαιτητή σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης και ειδικότερα των παραγράφων 1.2.1 έως 1.2.4, χωρίς έτσι να αποτελεί μέρος των αμφισβητήσεων του Καθ' ου η αίτηση και (γ) Ομοίως για το θέμα των κατ' ισχυρισμό επιπρόσθετων εργασιών όπου η εκτίμηση τους, η οποία έγινε από το διαιτητή χωρίς την λήψη μαρτυρίας και/ή την απαίτηση για προσκόμιση και μελέτη των σχετικών εγγράφων και τυχόν αλληλογραφίας των μερών εκλαμβάνοντας ως δεδομένα τόσο το ότι οι συγκεκριμένες εργασίες που οι Αιτητές επικαλούνται είναι επιπρόσθετες των υφιστάμενων συμβατικών υποχρεώσεων του όσο και το ότι ο Καθ' ου η αίτηση ανάθεσε την εκτέλεση τους στους Αιτητές, είναι κάτι που διαπιστώνεται από το περιεχόμενο της δήλωσης του διαιτητή σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης και συγκεκριμένα της παραγράφου 2.22.4, χωρίς έτσι να αποτελεί μέρος των αμφισβητήσεων του Καθ' ου η αίτηση και (δ) Το ότι ο διαιτητής παρέλειψε να επιλύσει όλα τα επίδικα θέματα κατά παράβαση των όρων εντολής του είναι κάτι που διαπιστώνεται από την ερμηνεία του συνυποσχετικού σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των δικογράφων καθώς και με το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης, κάτι που επίσης δεν αποτελεί μέρος των αμφισβητήσεων του Καθ' ου η αίτηση. Το Δικαστήριο δεν αγνοεί την ανάγκη προσέγγισης τέτοιων θεμάτων με φειδώ. Είναι γνωστό ότι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας είναι ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά της διαιτητικής απόφασης με το Κεφ.4 να επιτρέπει την ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης μόνο για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το άρθρο 20
(2)της εν λόγω νομοθεσίας (Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ της Τσιμεντοποιΐας Βασιλικού Λτδ v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 23). Το χαρακτηριστικό απόσπασμα από το κατ' εξοχήν αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Russel on Arbitration', του Anthony Walton Q.C., 19η έκδοση, σελίδες 447-448 που εξειδικεύεται σε θέματα διαιτησίας, καταγράφει τη βασική αρχή η οποία ισχύει: "The general rule is that, as the parties choose their own arbitrator to be the judge in the disputes between them, they cannot, when the award is good on its face, object to his decision, either upon the law or the facts." Ωστόσο, η παρούσα περίπτωση είναι από αυτές που, στα πλαίσια της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, δικαιολογείται η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης στη βάση του άρθρου 20
(2)του Κεφ.4. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση επιτυγχάνει και η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 22.10.12 ακυρώνεται. Οι συνενωμένες αγωγές ορίζονται για ακρόαση στις 23.05.13 και ώρα 11:00 π.μ. Ένεκα του γεγονότος ότι τόσο το συνυποσχετικό ημερομηνίας 06.07.12 όσο και το δικαστικό διάταγμα ημερομηνίας 16.07.12 αφορούσαν τη διεξαγωγή διαιτησίας υπό του διαιτητή Μαρίνου Παναγιωτίδη και κάτω από τις προαναφερόμενες περιστάσεις δεν θα ήταν δυνατή η εκ νέου διεξαγωγή διαιτητικής διαδικασίας με το ίδιο άτομο, το δικαστικό διάταγμα καθίσταται ανενεργό και πλέον χωρίς οποιαδήποτε ισχύ ενώ το συνυποσχετικό καθίσταται άνευ αντικειμένου και επίσης χωρίς οποιαδήποτε νομική ισχύ. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για ακύρωση διαιτητικής απόφασης/Άρθρο 20
(2)του Κεφ.4 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο