Andreas Argyrou Sons Ltd ν. Ζωής Σωτηρίου από την Λεμεσό ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Παναγιώτη Σωτηρίου, Αρ. Αγωγής: 2016/07, 29/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A89 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2016/07 Μεταξύ: Andreas Argyrou & Sons Ltd, από την Λεμεσό Εναγόντων και Ζωής Σωτηρίου από την Λεμεσό ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Παναγιώτη Σωτηρίου Εναγόμενης ........................... Ημερομηνία: 29.3.13 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα εταιρεία: κα Άννα Κέλη για κ. Μ. Παναγίδη Για την Εναγόμενη: κα Έλ. Ιωάννου για κ. Μιχάλη Ιωάννου ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα εταιρεία, από τώρα και στο εξής «η Ενάγουσα», αξιώνει το ποσό των Λ.Κ.562,20 σεντ πλέον τόκους ως υπόλοιπο οφειλόμενο από την Εναγόμενη προς την Ενάγουσα κατόπιν πώλησης και παράδοσης ειδών τροφίμων και/ή άλλων συναφών ειδών από την Ενάγουσα προς τον Παναγιώτη Σωτηρίου κατά την περίοδο μεταξύ Ιανουαρίου του 2001 και Οκτωβρίου του
- Ο Παναγιώτης Σωτηρίου απεβίωσε στις 28.5.03 και από τώρα και στο εξής θα καλείται «ο αποβιώσας». Στην Έκθεση Απαίτησης εκτίθενται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί. Η Εναγόμενη διορίσθηκε η διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα στα πλαίσια αίτησης διαχείρισης με αριθμό 316/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, είναι δε υπό αυτή της την ιδιότητα που ενάγεται (παράγραφοι 2 και 3 της Έκθεσης Απαίτησης). Σε προγενέστερο της καταχώρησης της παρούσης αγωγής χρόνο και συγκεκριμένα στις 17.3.03 η Ενάγουσα είχε εγείρει αγωγή εναντίον του αποβιώσαντα. Η αγωγή αυτή, που έφερε αριθμό 2017/03, εν τέλει αποσύρθηκε καθότι μετά την καταχώρησή της και συγκεκριμένα στις 28.5.03, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, ο αποβιώσας απεβίωσε (παράγραφος 5 της Έκθεσης Απαίτησης). Η διαχείριση και η ύπαρξη διαχειρίστριας περιήλθε στην γνώση της Ενάγουσας μόλις πρόσφατα, οπότε και η Ενάγουσα χωρίς καθυστέρηση γνωστοποίησε την απαίτησή της τόσο στο Τμήμα Διαχειρίσεων του Πρωτοκολλητείου Λεμεσού όσο και την Εναγόμενη καλώντας την τελευταία να ξοφλήσει το με την αγωγή αξιώμενο ποσό. Σχετικές είναι οι επιστολές με ημερομηνίες 20.6.06 και 7.7.
- Το αξιώμενο ποσό είναι το υπόλοιπο που προέκυψε κατόπιν πληρωμών που έγιναν από τον αποβιώσαντα. Επίσης, ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και του αποβιώσαντα ότι ο αποβιώσας θα κατέβαλλε προς την Ενάγουσα τόκο προς 9% ετησίως επί οποιουδήποτε εκάστοτε υπόλοιπου. Η Ενάγουσα προ του θανάτου του ζήτησε από τον αποβιώσαντα εξόφληση του πιο πάνω ποσού αλλά και από την Εναγόμενη με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 7.7.
- Η Εναγόμενη μέχρι σήμερα αμελεί να καταβάλει προς την Ενάγουσα το πιο πάνω ποσό. Με την Υπεράσπισή της η Εναγόμενη αρνείται την απαίτηση. Είναι η θέση της ότι ο αποβιώσας ξόφλησε πλήρως τις οφειλές του προς την Ενάγουσα και ότι ουδέν ποσό οφείλει σε αυτήν. Κάποιους από τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης η Εναγόμενη τους αγνοεί και άλλους τους αρνείται. Παραδέχεται μόνο το περιεχόμενο των παραγράφων 2, 3 και 5 της Έκθεσης Απαίτησης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ με την παράγραφο 4 της Υπεράσπισής της η Εναγόμενη αρνείται το περιεχόμενο της παραγράφου 5 της Έκθεσης Απαίτησης εκτός από το ότι ο αποβιώσας απεβίωσε στις 28.5.03 με την παράγραφο 6(α) της Υπεράσπισής της δηλώνει ρητά ότι το παραδέχεται. Είναι, επίσης, θέση της ότι η απαίτηση «χρωματίζεται με υποψία δόλου και απάτης» για τους ακόλουθους λόγους: η αγωγή με αριθμό 2017/03 ενώ καταχωρήθηκε δύο μήνες πριν τον θάνατο του δεν επιδόθηκε στον αποβιώσαντα ο οποίος πάντοντε διέμενε στην ίδια διεύθυνση ενώ σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας το χρέος του αποβιώσαντα δημιουργήθηκε το έτος 2001 η Ενάγουσα μέχρι την καταχώρηση της παρούσης αγωγής δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα για να εισπράξει το λαβείν της εκτός του ότι (α) καταχώρησε μια αγωγή το έτος 2003 η οποία απεσύρθη και (β) ως η ίδια ισχυρίζεται με την Έκθεση Απαίτησής της απέστειλε τις επιστολές με ημερομηνίες 20.6.06 και 7.7.06 η Εναγόμενη μέσω επιστολής του δικηγόρου της ημερομηνίας 24.4.07 απέρριπτε την απαίτηση της Ενάγουσας και την πληροφορούσε ότι θα καταχωρούσε τελικούς λογαριασμούς και θα έκλεινε την διαχείριση. Με την Απάντησή της η Ενάγουσα απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης οι οποίοι εκτίθενται στην Υπεράσπιση και δεν συνάδουν με την Έκθεση Απαίτησης. Ειδικότερα αρνείται τον ισχυρισμό περί δόλου και απάτης και ισχυρίζεται ότι η απαίτηση στηρίζεται σε τιμολόγια. Η Εναγόμενη κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου καταχώρησε στις 5.6.07 σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Η πιο πάνω άδεια του Δικαστηρίου δόθηκε στις 4.6.07 κατόπιν αίτησης που υπεβλήθη εκ μέρους της Εναγόμενης ημερομηνίας 29.5.
- Σύμφωνα με την πιο πάνω αίτηση η Εναγόμενη στις 22.5.07, ήτοι κατά την ημέρα που επιδόθηκε σε αυτήν το κλητήριο ένταλμα, δεν ήταν διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα καθότι ο φάκελος της διαχείρισης με αριθμό 316/03 είχε κλείσει. Αφού δόθηκε η άδεια του Δικαστηρίου και η Εναγόμενη καταχώρησε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία στις 18.6.07 υπεβλήθη εκ μέρους της Εναγόμενης αίτηση συνοδευόμενη από ένορκο δήλωση της Εναγόμενης με την οποία ζητείτο ο παραμερισμός και/ή η ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που υποστήριζε την αίτηση ο φάκελος της διαχείρισης με αριθμό 316/03 είχε κλείσει στις 8.5.07 με την καταχώρηση τελικών λογαριασμών ενώ η παρούσα αγωγή επιδόθηκε στην Εναγόμενη στις 22.5.07, ήτοι σε χρόνο που δεν ήταν πλέον διαχειρίστρια και είχε απαλλαγεί των καθηκόντων της τα οποία απορρέουν από την διαχείριση. Στην πιο πάνω αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση από μέρους της Ενάγουσας. Με αιτιολογημένη απόφασή του ημερομηνίας 14.1.08 το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Σύμφωνα δε με την πιο πάνω απόφαση εναπόκειτο στην Ενάγουσα να προβεί στις δέουσες διαδικασίες για την επανάνοιξη της διαχείρισης ώστε να προχωρήσει η εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Κατά την διάρκεια της διαδικασίας έγιναν παραδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα: η Ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 το οποίο κατατέθηκε από κοινού. Το Τεκμήριο 8 είναι ακριβές αντίγραφο πιστοποιητικού σύστασης της Ενάγουσας του Εφόρου Εταιρειών. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 8 η Ενάγουσα συστάθηκε βάση του Περί Εταιρειών Νόμου ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης στις 12.11.1988 ο Στέλιος Αργυρού, ΜΕ 1, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι διευθυντής της Ενάγουσας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9 το οποίο κατατέθηκε από κοινού. Το Τεκμήριο 9 είναι πιστοποιητικό Διευθυντή και Γραμματέα της Ενάγουσας του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 21.8.
- Σύμφωνα με το Τεκμήριο 9 Διευθυντής της Ενάγουσας είναι ο ΜΕ 1 και Γραμματέας κάποια Λουϊζα Αργυρού η Ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι ενεργή η Εναγόμενη προέβη στο κλείσιμο της διαχείρισης με αριθμό 316/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού πριν λάβει γνώση της παρούσης αγωγής με την επίδοση σε αυτήν μετά την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.1.08 που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσης αγωγής η πλευρά της Ενάγουσας αποτάθηκε με επιστολή στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ζητώντας το επανάνοιγμα της διαχείρισης με αριθμό 316/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου στην πιο πάνω απόφαση. Η πιο πάνω διαχείριση επανάνοιξε και εξακολουθεί να είναι ανοικτή μέχρι σήμερα. Κατατέθηκαν, επίσης, από κοινού οι ακόλουθες επιστολές ως οι επιστολές και μόνο που αποστάλησαν στον παραλήπτη της καθεμιάς: επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 20.6.06 με την οποία ο πρώτος ζητούσε να ενημερωθεί κατά πόσο η διαχείριση με αριθμό 316/03 εκκρεμούσε και όπως ο Πρωτοκολλητής να μην προχωρήσει με το κλείσιμό της ένεκα της οφειλής του αποβιώσαντα προς την Ενάγουσα ύψους Λ.Κ.562,20 σεντ πλέον τόκους (Τεκμήριο 12) επιστολή του δικηγόρου της Εναγόμενης προς τον δικηγόρο της Ενάγουσας ημερομηνίας 24.4.07 σύμφωνα με την οποία ο πρώτος πληροφορούσε τον δεύτερο ότι αν ο τελευταίος προτίθετο να προχωρήσει με αγωγή να πράξει τούτο εντός 14 ημερών από της λήψεως της πιο πάνω επιστολής διαφορετικά ο πρώτος θα καταχωρούσε τελικούς λογαριασμούς και θα προέβαινε στο κλείσιμο της διαχείρισης με αριθμό 316/03 (Τεκμήριο 11) επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη ημερομηνίας 7.7.06 με την οποία ο εν λόγω δικηγόρος ενημέρωνε την Εναγόμενη για την οφειλή του αποβιώσαντος συζύγου της προς την Ενάγουσα και ζητούσε από την Εναγόμενη να διευθετήσει το ποσό της οφειλής πριν την αποπεράτωση της διαχείρισης με αριθμό 316/03 (Τεκμήριο 10). Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσε ο Στέλιος Αργυρού ενώ για την πλευρά της Εναγόμενης η ίδια η Εναγόμενη. Ο ΜΕ 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι διευθυντής της Ενάγουσας. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο Α) ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Μετά την κατάθεση του Τεκμηρίου Α και στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε προφορικά και στην συνέχεια αντεξετάσθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο Υπεράσπισης. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Ως εργοδοτούμενος της Ενάγουσας που, επίσης, είναι διευθύνει τις εργασίες και το προσωπικό της και διαβουλεύεται με τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και τους συνεργάτες της. Επίσης, είναι αυτός που εκδίδει τα τιμολόγια της Ενάγουσας και διαχειρίζεται τις εισπράξεις και τα λογιστικά της. Διαχειριζόταν, επίσης, και την κατάσταση λογαριασμού που τηρείτο από την Ενάγουσα σε σχέση με τις παραγγελίες του αποβιώσαντα και εξέδιδε όλα τα τιμολόγια που αφορούσαν στον τελευταίο. Η πιο πάνω αναφερόμενη κατάσταση λογαριασμού κατατέθηκε υπό του μάρτυρος χωρίς ένσταση από την Υπεράσπιση και σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας κατέθεσε, επίσης, τα ακόλουθα τιμολόγια: τιμολόγιο με αριθμό 02408 ημερομηνίας 22.3.01 (Τεκμήριο 2) τιμολόγιο με αριθμό 02924 ημερομηνίας 6.4.01 (Τεκμήριο 3) τιμολόγιο με αριθμό 03784 ημερομηνίας 8.5.01 (Τεκμήριο 4) τιμολόγιο με αριθμό 04522 ημερομηνίας 1.6.01 (Τεκμήριο 5) και, τέλος, τιμολόγιο με αριθμό 04523 ημερομηνίας 1.6.01 (Τεκμήριο 6). Σύμφωνα με τον μάρτυρα η αξίωση της Ενάγουσας προκύπτει από τα πιο πάνω τιμολόγια. Σημειώνεται ότι τα τιμολόγια αυτά είναι άλλα από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης. Ο λόγος δε που το αξιώμενο με την αγωγή ποσό είναι μικρότερο από το άθροισμα των πιο πάνω τιμολογίων - Τεκμήρια 2-6 - είναι γιατί, σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο αποβιώσας «έδωσε κάποια λεφτά έναντι του ποσού που όφειλε». Η πιο πάνω δήλωση του μάρτυρα είναι κάπως παράδοξη αφού δεν μπορεί να συνάδει (α) με την εν γένει θέση του ότι βάση της αγωγής της Ενάγουσας είναι τα τιμολόγια - Τεκμήρια 2-6 - αλλά και (β) το γεγονός ότι κατά την μαρτυρία του δεν υπέδειξε έναντι ποιου ή ποιων τιμολογίων από τα Τεκμήρια 2-6 λογίσθηκε το ποσό που ο αποβιώσας «έδωσε ... έναντι του ποσού που όφειλε». Προδήλως, το ποσό «που όφειλε» ο αποβιώσας είναι σύμφωνα με τον μάρτυρα το άθροισμα των ποσών για τα οποία εκδόθηκαν τα Τεκμήρια 2-
- Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας προέβη σε δηλώσεις που και πάλι δεν συνάδουν με την πιο πάνω αναφερόμενη εν γένει θέση του και το βάσιμο της οποίας κλονίζουν. Αναφέρονται πιο κάτω τα ακόλουθα: ερωτηθείς αν το τιμολόγιο με αριθμό 06049, το οποίο εμφαίνεται στο Τεκμήριο 1, έχει ξοφληθεί ο μάρτυρας υποστήριξε ότι την ίδια ημέρα εκδόθηκε απόδειξη πληρωμής για το ποσό του πιο πάνω τιμολογίου. Υποστήριξε, όμως, ότι αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι το εν λόγω τιμολόγιο ξοφλήθηκε καθότι ο αποβιώσας «μπορεί να έδωσε έναντι λογαριασμού τα χρήματα» στην ερώτηση γιατί τα τιμολόγια με αριθμούς 06049, 06107 και 06816 αναφέρονται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης, αφού σύμφωνα με τον μάρτυρα τα δύο τελευταία έχουν ξοφληθεί, ο μάρτυρας απάντησε ότι η λίστα που εκτίθεται στην πιο πάνω παράγραφο καταδεικνύει πώς κινείται ο λογαριασμός και δικαιολογεί πώς προκύπτει το υπόλοιπο που είναι και το αξιώμενο ποσό. Σημειώνεται ότι η λίστα αυτή αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 1 και αναπαριστά τις τελευταίες οκτώ γραμμές από το εν λόγω τεκμήριο στην ερώτηση αν κάποια από τα Τεκμήρια 2-6 έχουν ξοφληθεί ο μάρτυρας ανέφερε τα ακόλουθα: οι πληρωμές που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 ότι έγιναν γίνονταν έναντι λογαριασμού και όχι έναντι τιμολογίων ώστε να θεωρείται ότι υπήρχαν συγκεκριμένα τιμολόγια ξοφλημένα. Η Ενάγουσα διέθετε σύστημα μηχανογράφησης. Κάθε τιμολόγιο που εκδιδόταν έμπαινε στην χρέωση και κάθε πληρωμή στην πίστωση. Έτσι, δημιουργείτο το τρέχον ανά πάσα στιγμή υπόλοιπο. Υπό το φως των πιο πάνω δηλώσεών του ήταν η θέση του μάρτυρα ότι κανένα από τα Τιμολόγια 2-6 δεν έχει ξοφληθεί στην ερώτηση γιατί με τα χρήματα που καθώς ο μάρτυρας ισχυρίσθηκε ότι ο αποβιώσας «έδωσε» δεν ξοφλήθηκαν προγενέστερα τιμολόγια και έτσι να θεωρούνται ως ανεξόφλητα τα μεταγενέστερα ο μάρτυρας υποστήριξε ότι αυτός που εισπράττει δεν μπορεί να ξέρει ακριβώς ποιο τιμολόγιο χρωστά ο πελάτης ή ποιο τιμολόγιο είναι ανεξόφλητο για να μπορεί να αναγράφει στην απόδειξη είσπραξης ότι ξοφλείται μέρος ή το σύνολο του τιμολογίου. Γι' αυτό και εκδίδεται απόδειξη έναντι λογαριασμού, στο μηχανογραφημένο δε σύστημα της Ενάγουσας το ποσό της απόδειξης αφαιρείται από το τρέχον υπόλοιπο. Θεωρώ ότι οι πιο πάνω δηλώσεις του μάρτυρα αναιρούν την θέση του ότι η βάση της αγωγής είναι τα τιμολόγια - Τεκμήρια 2-
- Από αυτές προκύπτει σαφώς ότι η αξίωση της Ενάγουσας είναι δυνάμει υπόλοιπου κατάστασης λογαριασμού και όχι δυνάμει τιμολογίων ως ο μάρτυρας ισχυρίσθηκε. Δεν μου διαφεύγει ότι ερωτηθείς ο μάρτυρας αν ξοφλήθηκε το τιμολόγιο με αριθμό 06107 αυτός απάντησε καταφατικά. Προφανώς επειδή την ίδια ημέρα, όπως από το Τεκμήριο 1 προκύπτει, εκδόθηκε επιταγή από ή εκ μέρους του αποβιώσαντα με αριθμό 2229651 για το ποσό των Λ.Κ.69,29 σεντ και πιστωτικό τιμολόγιο από την Ενάγουσα ύψους Λ.Κ.12,54 σεντ. Το τελευταίο σύμφωνα με τον μάρτυρα καταδεικνύει επιστροφή εμπορεύματος ισόποσου ύψους και λογίζεται ως πίστωση και όχι ως χρέωση. Ίδια ήταν η θέση του μάρτυρα και αναφορικά με το τιμολόγιο με αριθμό 06816, που, επίσης, φαίνεται επί του Τεκμηρίου
- Μόνο που αυτές του οι απαντήσεις δεν συνάδουν με την θέση που υποστήριξε σε σχέση με το τιμολόγιο με αριθμό 06049 από την οποία συνάγεται ότι οι πληρωμές λογίζονταν έναντι του εκάστοτε υπολοίπου και όχι έναντι συγκεκριμένων τιμολογίων αλλά και με τις υπόλοιπες θέσεις που εξέφρασε και που πιο πάνω αναφέρθηκαν και από τις οποίες συνάγεται ακριβώς το ίδιο συμπέρασμα. Το γεγονός ότι, όπως από το Τεκμήριο 1 προκύπτει, σε κάποιες περιπτώσεις γίνονταν πληρωμές που αντιστοιχούσαν στο ακριβές ποσό συγκεκριμένων τιμολογίων, όπως συμβαίνει με το τιμολόγιο με αριθμό 06107, δεν σημαίνει ότι οι πληρωμές αυτές λογίζονταν έναντι των τιμολογίων αυτών. Απόδειξη αποτελεί το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 από το οποίο προκύπτει ευκρινώς ότι όλες οι πληρωμές που γίνονταν λογίζονταν πάντοτε έναντι του εκάστοτε οφειλόμενου υπόλοιπου με αποτέλεσμα το τρέχον ανά πάσα στιγμή υπόλοιπο, όπως το αποκάλεσε ο μάρτυρας, να είναι το υπόλοιπο που προκύπτει από το σύνολο των εκάστοτε οφειλόμενων τιμολογίων αφαιρουμένου του συνόλου των πληρωμών που γίνονταν. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η θέση του μάρτυρα ότι παραμένουν αξόφλητα τα Τεκμήρια 2-6 είναι αδόκιμη υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων. Δεν μου διαφεύγει ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 υπάρχουν 10 τιμολόγια από τα 21 που εμφαίνονται στο εν λόγω τεκμήριο καθώς και 10 πληρωμές για τα αντίστοιχά τους ποσά. Αυτά είναι τα τιμολόγια με αριθμούς 1917, 2226, 3249, 4186, 5091, 5481, 5695, 6049, 6107 και
- Και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι τα τιμολόγια αυτά έχουν ξοφληθεί παραμένουν άλλα 11 τιμολόγια, τα ποσά των οποίων δεν έχουν πληρωθεί καθ' ολοκληρίαν με βάση τις πληρωμές που έγιναν. Αν εξαιρέσομε τις πληρωμές για τα τιμολόγια που πιο πάνω αναφέρονται η καθεμιά από τις υπόλοιπες πληρωμές που έγιναν ουδόλως αντιστοιχεί στα ακριβή ποσά των υπόλοιπων 11 τιμολογίων. Με αποτέλεσμα να μην μπορεί λογικά να λεχθεί ποια από αυτά έχουν ξοφληθεί και ποια παραμένουν ανεξόφλητα. Πώς, τότε, ο μάρτυρας διαλαλεί ότι ανεξόφλητα είναι μόνο τα Τεκμήρια 2-6; Την στιγμή, μάλιστα, που και το άθροισμά τους δεν αντιστοιχεί στο αξιώμενο ποσό και είναι μεγαλύτερο από αυτό; Και την στιγμή που δεν υπέδειξε έναντι ποιου τιμολογίου από τα Τεκμήρια 2-6 έχει λογισθεί το ποσό που σύμφωνα με την μαρτυρία του πληρώθηκε με αποτέλεσμα το πραγματικό οφειλόμενο να είναι μικρότερο από το άθροισμα τους. Αλλά και από μια προσεκτική εξέταση της Έκθεσης Απαίτησης προκύπτει ότι η απαίτηση είναι δυνάμει υπόλοιπου λογαριασμού και όχι δυνάμει τιμολογίων. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης εκτίθεται μέρος της κατάστασης λογαριασμού - Τεκμήριο 1 - που δεικνύει τις τελευταίες συναλλαγές και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Ακόμα με την παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ότι ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ της Ενάγουσας και του αποβιώσαντα συμφωνίας ότι ο αποβιώσας θα κατέβαλλε στην Ενάγουσα τόκο προς 9% ετησίως επί του οιουδήποτε εκάστοτε υπολοίπου και όχι από της ημερομηνίας έκδοσης των τιμολογίων ή από κάποια χρονική περίοδο μετά την έκδοσή τους. Στην υπόθεση A.L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 156 οι εφεσείοντες ήταν ταξιδιωτικοί και ναυτιλιακοί πράκτορες και οι εφεσίβλητοι ασχολούνταν με ταξιδιωτικές και τουριστικές επιχειρήσεις. Μεταξύ των διαδίκων υπήρξαν συναλλαγές μετά την διακοπή των οποίων είχε προκύψει η διαφορά, η οποία είχε αποτελέσει το αντικείμενο της πρωτόδικης διαδικασίας. Οι ενάγοντες / εφεσείοντες υποστήριξαν και με την αγωγή τους αξίωναν, ότι παρέμεινε υπόλοιπο, το οποίο οι εναγόμενοι / εφεσίβλητοι παρέλειψαν να τους καταβάλουν. Οι εφεσίβλητοι αρνήθηκαν την ύπαρξη οποιασδήποτε οφειλής και με την υπεράσπισή τους πρόβαλαν ότι οι μεταξύ τους λογαριασμοί είχαν διακανονισθεί. Η μόνη μαρτυρία, η οποία προσήχθη προς υποστήριξη της απαίτησης, προήλθε από λογιστή των εφεσειόντων, ο οποίος κατέθεσε, ότι σύμφωνα με την κατάσταση των δοσοληψιών μεταξύ των διαδίκων, όπως απεικονίζονταν στον λογαριασμό, τον οποίο οι εφεσείοντες τηρούσαν, διεφάνη, ότι οι εφεσίβλητοι όφειλαν το ποσό, το οποίο οι εφεσείοντες διεκδικούσαν με την απαίτησή τους. Ο ίδιος δεν είχε, όμως, προσωπική γνώση για τις συναλλαγές των διαδίκων, ούτε μπορούσε να επιμαρτυρήσει το υπαρκτό των γεγονότων, τα οποία αντανακλούνταν στους λογαριασμούς. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή λόγω της αποτυχίας των εφεσειόντων να αποδείξουν την υπόθεσή τους. Στον βαθμό που οι λογαριασμοί αντανακλούσαν γεγονότα η μαρτυρία του λογιστή για την ύπαρξή τους κρίθηκε απαράδεχτη ως εξ ακοής μαρτυρία. Με την έφεση προσβλήθηκε, μεταξύ άλλων, το εύρημα του Δικαστηρίου, ότι δεν είχε αποδειχθεί η υπόθεση των εφεσειόντων. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Η έφεση κρίνεται ανεδαφική. Οι λογαριασμοί εμπορευόμενου δεν αποτελούν αφ' εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν. Ο λογιστής και ο μόνος μάρτυρας των εφεσειόντων, προς υποστήριξη της απαίτησής τους, δεν ήταν γνώστης των γεγονότων, τα οποία εμφανίζουν οι λογαριασμοί. Δεν υπήρχε ίχνος μαρτυρίας το οποίο να αποδεικνύει την ύπαρξη της οφειλής των εφεσίβλητων προς τους εφεσείοντες. Στην απουσία παραδεκτής μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί γεγονότα που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν ως αποδεικτικά της υπόθεσης, δεν εγείρεται ζήτημα βάρους απόδειξης. Τέτοιο θέμα μπορεί να εγερθεί μόνο όπου αποδεικνύονται γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν την απαίτηση. Τότε και μόνο τίθεται θέμα απόσεισης του αποδεικτικού βάρους (Βλ. Κυριακή Σ. Αθανασίου και Νεόφυτος Αθανασίου, ως Διαχειριστές της περιουσίας του Σάββα Αθανασίου, αποβιώσαντος, τέως από τη Λεμεσό ν. Αντώνη Κουνούνη, ιατρού, από τη Λεμεσό Πολιτική Έφεση αρ. 9041 - 29.5.1997). Στην προκείμενη περίπτωση το κενό στη θεμελίωση της αγωγής των εναγόντων άφησε την απαίτησή τους μετέωρη με αναπόφευκτο επακόλουθο την απόρριψή της». (Βλ., επίσης, Marketrends Insurance Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ και άλλοι
(2006)1 ΑΑΔ 734)». Στην υπόθεση Παναγιώτης Μαστρής Λτδ v. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 ΑΑΔ 728 η απαίτηση των εφεσειόντων / εναγόντων ήταν για ποσό Λ.Κ.765,15 σεντ ως υπόλοιπο λογαριασμού πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Ήταν ισχυρισμός και εκδοχή των εναγόντων / εφεσειόντων, οι οποίοι ασχολούνταν με την εμπορία υλικών οικοδομής και ξυλείας, ότι ο λογαριασμός τους με τους εναγόμενους / εφεσίβλητους, που ήταν πελάτες τους, παρουσίαζε το πιο πάνω ποσό ως οφειλόμενο υπόλοιπο, το οποίο οι εφεσίβλητοι αρνούνταν να πληρώσουν. Η δε κατάσταση λογαριασμού που παρουσιάσθηκε από τους εφεσείοντες βασιζόταν σε τρεις χρεώσεις που είχαν γίνει με βάση τρία τιμολόγια, τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Το Εφετείο έκρινε, ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε με βάση τα πιο πάνω δεδομένα διαπιστώσει, ότι η αξίωση των εφεσειόντων βασιζόταν σε υπόλοιπο κατάστασης λογαριασμού και όχι στα εκδοθέντα τιμολόγια. Η παρουσίαση των τιμολογίων αποτελούσε, σύμφωνα με το Εφετείο, απλά, μαρτυρία, που, αν ήταν αποδεκτή, θα έτεινε να αποδείξει την απαίτηση. Αποφάσισε, όμως, ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι όλη η μαρτυρία που παρουσιάσθηκε προς θεμελίωση της αξίωσης των εφεσειόντων αποτελούσε εξ' ακοής μαρτυρία. Η κατάληξη αυτή κρίθηκε από το Εφετείο γενική, αόριστη και αναιτιολόγητη. Σύμφωνα με το Εφετείο ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι τα τρία τιμολόγια που εκδόθηκαν και παρουσιάσθηκαν κατά την διαδικασία συνιστούσαν εξ' ακοής μαρτυρία αφού παρουσιάσθηκαν από πρόσωπο που δεν τα είχε εκδώσει, όμως, η παράδοση και χρέωση των εμπορευμάτων θα μπορούσε να αποδειχθεί και με άλλη, άμεση προφορική μαρτυρία χωρίς αναφορά στα τιμολόγια. Τέτοια αποδεκτή μαρτυρία που έτεινε να υποστηρίξει την απαίτηση των εφεσειόντων κρίθηκε από το Εφετείο ότι υπήρχε και, επομένως, σύμφωνα με το Εφετείο το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα παρέλειψε να την αξιολογήσει. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίσθηκε και διατάχθηκε η επανεκδίκαση της υπόθεσης. Το ερώτημα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι αν η μαρτυρία που προσκομίσθηκε προς θεμελίωση της αξίωσης της Ενάγουσας είναι ικανή και να την αποδείξει. Σύμφωνα με την μαρτυρία του, όπως και ενωρίτερα είδαμε, ο μάρτυρας διευθύνει τις εργασίες και το προσωπικό της Ενάγουσας και διαβουλεύεται με τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και τους συνεργάτες της. Επίσης, είναι αυτός που εκδίδει τα τιμολόγια της Ενάγουσας και διαχειρίζεται τις εισπράξεις και τα λογιστικά της. Διαχειριζόταν, επίσης, και την κατάσταση λογαριασμού που τηρείτο από την Ενάγουσα σε σχέση με τις παραγγελίες του αποβιώσαντα και εξέδωσε όλα τα τιμολόγια που αφορούσαν στον τελευταίο. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν ο Ενάγων μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς να δίνει χρόνο στον εαυτό του να υπολογίζει τις απαντήσεις του. Ήταν ευθύς, θετικός και σαφής και δεν υπήρχαν κενά ή ασάφειες στην μαρτυρία του. Το γεγονός ότι θέση του ήταν ότι η απαίτηση στηρίζεται στα τιμολόγια - Τεκμήρια 2-6 - και όχι σε υπόλοιπο κατάστασης λογαριασμού και οι αντιφάσεις που επί του προκειμένου σημειώθηκαν από την μαρτυρία του δεν είναι ικανά να κλονίσουν την εν γένει αξιοπιστία του αλλά και την μαρτυρία του επί νευραλγικών σημείων της υπόθεσης όπως είναι τα όσα μόλις πιο πάνω αναφέρθηκαν και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Εξάλλου δεν είναι σημασίας για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του μάρτυρα αν η απαίτηση της Ενάγουσας στηρίζεται σε τιμολόγια ή σε υπόλοιπο δυνάμει κατάστασης λογαριασμού. Σημασίας είναι αν η μαρτυρία του μάρτυρα σύμφωνα με την οποία το αξιώμενο ποσό είναι το πραγματικά οφειλόμενο είναι αληθής ή όχι. Ο μάρτυρας εξέδωσε, λοιπόν, τα τιμολόγια που αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 1 - και ετοίμασε το εν λόγω τεκμήριο. Η μαρτυρία του αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Προκύπτει, επίσης, ευκρινώς από την μαρτυρία του ότι τα εμπορεύματα για τα οποία εκδόθηκαν τα πιο πάνω τιμολόγια παραδόθηκαν στον αποβιώσαντα και ο τελευταίος τα αποδέχθηκε με εξαίρεση κάποια εμπορεύματα, σύμφωνα με τον μάρτυρα, που επιστράφηκαν από τον αποβιώσαντα οπότε και εκδόθηκαν από την Ενάγουσα πιστωτικά τιμολόγια. Μια τέτοια περίπτωση είναι αυτή που υπέδειξε ο μάρτυρας με την μαρτυρία του αναφορικά με το ποσό των Λ.Κ.12,54 σεντ για το οποίο στις 31.8.01 εκδόθηκε το πιστωτικό τιμολόγιο με αριθμό 006107, ποσό με το οποίο πιστώθηκε ο λογαριασμός του αποβιώσαντα. Από το Τεκμήριο 1 προκύπτει ότι υπήρχαν ακόμη δύο περιπτώσεις επιστροφής εμπορευμάτων. Μια στις 25.5.01 και μια δεύτερη στις 22.6.
- Η ευπαίδευτη συνήγορος της Υπεράσπισης αν και υπέβαλε στον μάρτυρα ότι το Τεκμήριο 1 είναι παραποιημένο, εντούτοις, δεν διασαφήνισε πού έγκειται σύμφωνα με την θέση της η υπό αυτής επικαλούμενη παραποίηση. Η πιο πάνω υποβολή ήταν γενικόλογη και αόριστη και ως τέτοια δεν δύναται από μόνη της να κλονίσει την αλήθεια του περιεχομένου του Τεκμηρίου
- Έπειτα είναι και το άλλο. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι ο αποβιώσας είχε παραγγείλει τα προϊόντα για τα οποία εκδόθηκαν τα τιμολόγια που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1, ότι τα τιμολόγια αυτά είχαν εκδοθεί, ότι ο αποβιώσας τα αποδέχθηκε, ότι τα εμπορεύματα παραδόθηκαν στον αποβιώσαντα ή ότι τα ποσά των τιμολογίων που αναγράφονται στο Τεκμήριο 1 είναι αληθή. Δεν μου διαφεύγει ότι η Υπεράσπιση έθεσε στον μάρτυρα το ερώτημα αν τα τιμολόγια - Τεκμήρια 3-6 - υπογράφηκαν από τον αποβιώσαντα. Αναφορικά με το τιμολόγιο - Τεκμήριο 2 - η Υπεράσπιση δέχθηκε ότι αυτό φέρει την υπογραφή του αποβιώσαντα. Ο μάρτυρας δεν αναγνώρισε την υπογραφή του αποβιώσαντα στα Τεκμήρια 3-
- Θέση του ήταν ότι δεν γνωρίζει σε ποιον ανήκει η υπογραφή που φαίνεται σε αυτά. Η Υπεράσπιση, όμως, περιορίσθηκε μόνο να υποβάλει στον μάρτυρα ότι η υπογραφή που φαίνεται στα πιο πάνω τεκμήρια δεν ανήκει στον αποβιώσαντα. Δεν υπέβαλε στον μάρτυρα και, επομένως, δεν αποτελεί θέση της ότι τα πιο πάνω τιμολόγια δεν έγιναν αποδεκτά από τον αποβιώσαντα ή ότι τα εμπορεύματα για τα οποία αυτά εκδόθηκαν δεν παραδόθηκαν από την Ενάγουσα στον αποβιώσαντα. Μάλιστα, ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι, όπως από το Τεκμήριο 1 προκύπτει, ο αποβιώσας ήταν τακτικός στις πληρωμές του γι' αυτό και δεν μπορεί να όφειλε οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα και ότι ό,τι αγόραζε σχεδόν το πλήρωνε την ίδια ημέρα, θέση από την οποία προκύπτει ότι η Υπεράσπιση δέχεται ότι οι συναλλαγές που εμφαίνονται στο Τεκμήριο 1 έλαβαν χώρα, ότι τα ποσά που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 ως τα ποσά των τιμολογίων που στο εν λόγω τεκμήριο αναφέρονται ως εκδοθέντα είναι αληθή και ότι οι πληρωμές που στο εν λόγω τεκμήριο, επίσης, αναφέρονται όντως έγιναν. Θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι η Εναγόμενη ουδέν ποσό οφείλει στην Ενάγουσα και ότι όλες οι οφειλές του αποβιώσαντα έχουν ξοφληθεί. Με άλλα λόγια, ότι όλα τα τιμολόγια που φαίνονται στο Τεκμήριο 1 έχουν ξοφληθεί και κανενός δεν εκκρεμεί η πληρωμή. Ο μάρτυρας, όμως, ήταν το πρόσωπο που εξέδιδε τα τιμολόγια και τηρούσε την κατάσταση λογαριασμού. Σύμφωνα με αυτήν παραμένει οφειλόμενο το ποσό των Λ.Κ.562,20 σεντ. Αναφορικά με την θέση της Υπεράσπισης ότι το Τεκμήριο 1 είναι παραποιημένο έχω να αναφέρω, επίσης, τα ακόλουθα. Ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι για την καταχώρηση της πρώτης αγωγής με αριθμό 2017/03 παρέδωσε στους δικηγόρους του κατάσταση λογαριασμού με ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο όπως αυτό του Τεκμηρίου 1 αλλά με άλλη ημερομηνία έκδοσης. Εξήγησε ότι από το μηχανογραφημένο σύστημα που διαθέτει η Ενάγουσα κατάσταση λογαριασμού μπορεί να εκτυπωθεί ανά πάσα στιγμή. Θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι το Τεκμήριο 1 εκδόθηκε μετά παραποιημένο για να «καλύψει» η Ενάγουσα την παρούσα αγωγή. Στην επανεξέταση, όμως, ο μάρτυρας κατέθεσε την κατάσταση λογαριασμού που παρέδωσε στους δικηγόρους του για την ετοιμασία της αγωγής με αριθμό 2017/03 η οποία φέρει ημερομηνία έκδοσης 27.6.02 - Τεκμήριο
- Προκύπτει ότι καμία διαφορά δεν υπάρχει στο περιεχόμενο του τελευταίου τεκμηρίου με το Τεκμήριο
- Η θέση, επομένως, της Υπεράσπισης ότι στην ουσία το Τεκμήριο 1 είναι εκ των υστέρων κατασκεύασμα της Ενάγουσας με το Τεκμήριο 7 διαψεύδεται. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα από την Υπεράσπιση ότι σκόπιμα η αγωγή με αριθμό 2017/03 δεν είχε επιδοθεί στον αποβιώσαντα πριν τον θάνατο του. Η αγωγή ήταν εύκολο να επιδοθεί σε αυτόν αφού ο αποβιώσας διέμενε πάντα στην ίδια διεύθυνση. Δεν επιδόθηκε γιατί η Ενάγουσα γνώριζε ότι ο αποβιώσας δεν όφειλε σε αυτήν οποιοδήποτε ποσό. Δεν θεωρώ ότι η πιο πάνω θέση ευσταθεί. Μια αγωγή δεν καταχωρείται για να μην επιδοθεί. Ούτε και γνώριζε ο μάρτυρας, όπως εύστοχα επισήμανε, ότι θα ερχόταν το μοιραίο ή ότι ο αποβιώσας θα πέθαινε σύντομα μετά την καταχώρηση της για να επωφεληθεί όπως είναι η θέση της Υπεράσπισης από μια νέα αγωγή, όπως η παρούσα, εκμεταλλευόμενη την σιωπή του αποβιώσαντα. Επί του σημείου τούτου σχετική είναι η μαρτυρία της Εναγόμενης σύμφωνα με την οποία ο αποβιώσας δεν έπασχε από οποιαδήποτε ασθένεια και πέθανε τελείως ξαφνικά. Επίσης, αν η Ενάγουσα είχε την πρόθεση να μην επιδώσει την πρώτη αγωγή αναμένοντας τον αποβιώσαντα να αποβιώσει, τότε γιατί να την καταχωρήσει; Για να υποβληθεί σε έξοδα αχρείαστα; Πολύ ορθά επίσης ο μάρτυρας επισήμανε ότι η επίδοση της αγωγής ήταν έγνοια του δικηγόρου στον οποίο η Ενάγουσα είχε αναθέσει την καταχώρησή της και όχι του μάρτυρα. Ο μάρτυρας δεν είχε επικοινωνία με τον επιδότη, ούτε και μπορούσε να γνωρίζει γιατί ο επιδότης είχε καθυστερήσει να την επιδόσει. Υποβλήθηκε, επίσης, στον μάρτυρα από την Υπεράσπιση ότι θα μπορούσε να πληροφορηθεί για τον διορισμό της Εναγόμενης ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα πολύ πιο πριν την καταχώρηση της παρούσης αγωγής και όχι το έτος 2006 όπως αναφέρει στην γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο Α. Ο λόγος δε που ο ίδιος δεν προέβη στις ενέργειες εκείνες που του υποδείχθηκαν από την Υπεράσπιση ως οι ενδεικνυόμενες σύμφωνα με την Υπεράσπιση για να πληροφορηθεί το πιο πάνω γεγονός είναι ότι γνωρίζει ότι ουδέν ποσό οφείλεται προς την Ενάγουσα. Το ότι παρήλθε αρκετό χρονικό διάστημα μέχρι να πληροφορηθεί ο μάρτυρας για τον διορισμό της διαχειρίστριας ή το ότι ο ίδιος δεν προέβη στις ενέργειες εκείνες από τις οποίες θα μπορούσε να πληροφορηθεί το πιο πάνω γεγονός δεν αποτελεί στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η αξίωση δεν είναι αληθινή. Αξίζει, όμως,, να σημειωθεί ότι αφότου ο μάρτυρας πληροφορήθηκε, όπως αναφέρει στο Τεκμήριο Α, από τον δικηγόρο του τον διορισμό διαχειρίστριας ο δικηγόρος του ενημέρωσε τόσο το Τμήμα Διαχειρίσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού όσο και την ίδια την Εναγόμενη για την οφειλή του αποβιώσαντα προς την Ενάγουσα. Ενδεικτικά είναι τα Τεκμήρια 10-
- Ακολούθως, καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Υπό το φως των πιο πάνω ο μάρτυρας κρίνεται μάρτυρας της αλήθειας και εκτός από τα σημεία εκείνα της μαρτυρίας του που δεν αποδέχθηκα όλη η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Οι ισχυρισμοί δε του μάρτυρα που αναφέρονται στην μαρτυρία του που έκανα αποδεκτή αποτελούν ευρήματά μου. Αναφορικά με την Εναγόμενη έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Θέση της Εναγόμενης ήταν ότι ο αποβιώσας ουδέν ποσό όφειλε στην Ενάγουσα. Και αυτό όχι γιατί η μάρτυρας έχει προσωπική γνώση για το ζήτημα τούτο αλλά γιατί αυτό της έλεγε ο αποβιώσας σύζυγός της, όπως κατά την αντεξέταση ενδεικτικά ανέφερε. Επί του σημείου τούτου, ότι, δηλαδή, ο αποβιώσας έλεγε στην μάρτυρα ότι δεν χρωστούσε στην Ενάγουσα, δεν μπορώ να θεωρήσω ότι η μάρτυρας ήταν ανειλικρινής. Άλλωστε, το ότι ο αποβιώσας αμφισβητούσε την αξιώμενη οφειλή το μαρτύρησε και ο ίδιος ο ΜΕ 1, ο οποίος, μάλιστα, ανέφερε ότι ο αποβιώσας θεωρούσε ότι δεν όφειλε οτιδήποτε προς την Ενάγουσα και ότι το ζήτημα τούτο έπρεπε να τύχει ελέγχου από τον λογιστή του. Δέχομαι, επομένως, ότι επί του σημείου τούτου η μάρτυρας ήταν ειλικρινής. Αυτό, όμως, δεν προωθεί την υπεράσπιση. Η μαρτυρία της μάρτυρος επί του σημείου τούτου είναι εξ' ακοής και αφορά νευραλγικό ζήτημα στην υπόθεση. Συνεπώς, καμία βαρύτητα δεν μπορώ να προσδώσω σε αυτήν. Σε κάποια, όμως, σημεία η μάρτυρας ήταν ανειλικρινής και δεν δέχομαι την μαρτυρία της. Αναφέρομαι στους ισχυρισμούς της ότι ουδέποτε εργάσθηκε στο κατάστημα του αποβιώσαντα, δεν γνώριζε την Ενάγουσα και καμία απολύτως ανάμειξη δεν είχε στις παραγγελίες και τις πληρωμές που αφορούσαν στην τελευταία. Σύμφωνα, όμως, με τον ΜΕ 1, η μαρτυρία του οποίου έγινε αποδεκτή, παραγγελίες και πληρωμές έκανε εκτός από τον αποβιώσαντα κάποτε και η Εναγόμενη, στοιχείο από το οποίο, επίσης, συνάγεται ότι η Εναγόμενη δεν πήγαινε στο κατάστημα του αποβιώσαντα συζύγου της μόνο για κοινωνικούς σκοπούς, όπως από την μαρτυρία που έδωσε κατά την αντεξέταση προκύπτει. Η Εναγόμενη υποστήριξε, επίσης, ότι ουδέποτε η Ενάγουσα όχλησε είτε την ίδια, είτε τον αποβιώσαντα είτε τον υιό της για να καταβάλουν το οφειλόμενο σύμφωνα με τον ΜΕ 1 ποσό. Σύμφωνα, όμως, με τον ΜΕ 1, η μαρτυρία του οποίου έγινε αποδεκτή, ο αποβιώσας είχε επανηλειμμένα οχληθεί από την Ενάγουσα προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Αυτός δε αρνείτο να καταβάλει το χρέος του προς την Ενάγουσα επικαλούμενος ως δικαιολογία την ανάγκη για διενέργεια ελέγχου από τον λογιστή του. Η Ενάγουσα όχλησε, επίσης, και την ίδια την Εναγόμενη για την καταβολή του χρέους τόσο πριν τον θάνατο του αποβιώσαντα όσο και μετά και πριν την καταχώρηση της παρούσης αγωγής σε αντίθεση με την θέση της μάρτυρος σύμφωνα με την οποία η πρώτη φορά που πληροφορήθηκε για την αξίωση της Ενάγουσας ήταν 4 με 5 χρόνια μετά τον θάνατο του αποβιώσαντα μέσω του δικηγόρου της. Αξίζει να σημειωθεί ότι κανένας από τους πιο πάνω ισχυρισμούς του ΜΕ 1 δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέτασή του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία της μάρτυρος δεν κρίνεται αποδεκτή. Από την μαρτυρία της δέχομαι μόνο ότι ο αποβιώσας απεβίωσε στις 28.5.03, ότι είναι η διαχειρίστρια της περιουσίας του και ότι ο αποβιώσας δεν έπασχε από ποαδήποτε ασθένεια και ότι πέθανε εντελώς ξαφνικά. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση κρίνω ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση για το αξιώμενο με την αγωγή ποσό. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 κρίθηκε αληθές. Αυτό καταδεικνύει ότι για την περίοδο μεταξύ 12.1.01 και 13.10.01 εκδόθηκαν από την Ενάγουσα διάφορα τιμολόγια για διάφορα ποσά. Έναντι αυτών των τιμολογίων γίνονταν πληρωμές με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο το ποσό των Λ.Κ.562,20 σεντ. Σύμφωνα με την παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ της Ενάγουσας και του αποβιώσαντα συμφωνίας ότι ο αποβιώσας θα κατέβαλλε στην Ενάγουσα τόκο προς 9% ετησίως επί του οιουδήποτε εκάστοτε υπολοίπου. Καμία όμως μαρτυρία δεν προβλήθηκε προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Ο ΜΕ 1 στην μαρτυρία του δεν ανέφερε ρητά οτιδήποτε προς την πιο πάνω κατεύθυνση αλλά ούτε και από την μαρτυρία του συνάγεται ότι η ισχυριζόμενη υποχρέωση για καταβολή τόκου ήταν εξυπακουόμενος όρος της εν λόγω συμφωνίας. Επίσης, στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ότι η Ενάγουσα εν γνώσει του αποβιώσαντα διατηρούσε χρεωστικό λογαριασμό με τράπεζα και κατέβαλλε τόκους προς 8,5% ετησίως επί του εκάστοτε υπολοίπου. Ούτε και σε σχέση με αυτό το σημείο δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την πλευρά της Ενάγουσας. Κρίνω, λοιπόν, ότι η Ενάγουσα δικαιούται νόμιμο τόκο, όπως διαζευκτικά αξιώνει με την παράγραφο Γ του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης, επί του ποσού των Ευρώ 960,58 σεντ - το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.562,20 σεντ - ήτοι 5,5% ετησίως από 27.4.07, ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, μέχρι εξόφλησης. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των Ευρώ 960,58 πλέον τόκο προς 5,5% ετησίως επ' αυτού από 27.4.07 μέχρι εξόφλησης πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην σχετική κλίμακα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Υπόλοιπο Λογαριασμού Subject: Civil / Other Actions / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο