← Κύπρος

Roger Snelling ν. Calgo Services Limited κ.α., Aρ. Αγωγής: 765/10, 8/4/2013

Roger Snelling ν. Calgo Services Limited κ.α., Aρ. Αγωγής: 765/10, 8/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 765/10 Μεταξύ: Roger Snelling Ενάγοντα και Calgo Services Limited Εναγομένης Και δυνάμει του περί Αποφυγής Δόλιων Μεταβιβάσεων Νόμου, Κεφ. 62 Επί τοις αφορώσι την Αίτηση του Roger Snelling Μεταξύ: Roger Snelling Ενάγοντα/Αιτητή και

  1. Calgo Services Limited
  2. Michael Bell
  3. Titopan Development Limited
  4. Βασίλειου Μαντράλη Καθ' ων η Αίτηση ------------------ Αίτηση για ακύρωση του διατάγματος αντεξέτασης ημερ. 16.1.2013 Ημερομηνία: 8 Απριλίου 2013 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Α. Χαραλάμπους και για κκ. Αντρέα Γιωρκάτζη Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2: κ. Λ. Κολατσής για κκ. Λάμπρος Κολατσής & Συνεργάτες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά την έκδοση απόφασης υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης, λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, ο ενάγοντας καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα το οποίο απαγορεύει στους καθ΄ων η αίτηση 1-4 να αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν την οικία που βρίσκεται στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/27998 Φ./Σχ. 57/05, τεμ. 1057, μέχρι την εκδίκαση της κυρίως, διά κλήσεως, αίτησης για ακύρωση της οποιασδήποτε πράξης αναφορικά με την εν λόγω οικία ως γενομένης για τον σκοπό καταδολίευσης του ενάγοντα κατά παράβαση του περί Αποφυγής Δόλιων Μεταβιβάσεων Νόμου, Κεφ.
  5. Κατόπιν μονομερούς αίτησης εκ μέρους του ενάγοντα το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση της μονομερούς αίτησης, της κυρίως αίτησης και του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος στους καθ΄ων η αίτηση 1 και
  6. Για τους καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 ο δικηγόρος κ. Λ. Κολατσής εμφανίστηκε υπό διαμαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και δήλωσε ότι θα καταχωρούσε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης του Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση και/ή της επίδοσης των αιτήσεων και του προσωρινού διατάγματος. Η εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε και ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση σε αυτή. Αφού η εν λόγω αίτηση ορίστηκε για ακρόαση, η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 καταχώρησε μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα για την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση, που είναι ο ενάγοντας. Πριν την ημερομηνία της ακρόασης της αίτησης, η πλευρά του ενάγοντα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό και/ή τη διαφοροποίηση του διατάγματος αντεξέτασης του ενάγοντα. Οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν ένσταση στην παρούσα αίτηση και έτσι αυτή ορίστηκε πρώτη για ακρόαση. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.16 Θ.11, τη Δ.39 και τη Δ.48 Θθ.1-4 και 8

(1)(e) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 8 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στον περί Δικηγόρων Νόμο, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στους κανόνες του εμποδισμού, και στη διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η αίτηση είναι ότι η αίτηση, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα αντεξέτασης, είναι παράτυπη, αντικανονική και εκ προοιμίου ανυπόστατη καθότι καταχωρήθηκε από μη εξουσιοδοτημένους δικηγόρους, η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, η αίτηση δεν μπορεί να καταχωρηθεί μονομερώς, στην αίτηση δεν εξειδικεύονται οι παράγραφοι επί των οποίων ζητείται η αντεξέταση, οι καθ΄ων η αίτηση εμποδίζονται να ζητούν την αντεξέταση του ενάγοντα καθότι δήλωσαν ρητά και/ή σιωπηρά αναγνώρισαν ότι η ακρόαση της αίτησης θα διεξαγόταν με βάση τις ένορκες δηλώσεις και με γραπτές αγορεύσεις, και η στάση των καθ΄ων η αίτηση δημιουργεί αδικία στον ενάγοντα και παραβιάζει τη δίκαιη δίκη και την ισότητα των όπλων. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Φρόσως Χριστοδουλίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των κκ. Αντρέα Γιωρκάτζη Δ.Ε.Π.Ε., στην οποία βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους στους οποίους βασίζεται η αίτηση, όπως αυτοί αναφέρονται πιο πάνω. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τον παραμερισμό του διατάγματος αντεξέτασης το οποίο εκδόθηκε καθόλα νομότυπα και κανονικά, δεν ήταν αναγκαίο η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση εφόσον τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου, η οποιαδήποτε παρατυπία στην έκδοση του εν λόγω διατάγματος είναι θεραπεύσιμη και έτσι δεν οδηγεί στον παραμερισμό του διατάγματος, η αίτηση δεν αναφέρει την ορθή νομική βάση και επομένως αυτή είναι άκυρη, η αίτηση είναι καταχρηστική καθότι η πλευρά του ενάγοντα εγείρει τα ίδια θέματα στην ένσταση του στην αίτηση παραμερισμού και έτσι επιδιώκει τη δημιουργία κωλυσιεργίας και τον κατακερματισμό της διαδικασίας, η έκδοση του διατάγματος αντεξέτασης επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και δεν μπορεί να παραμεριστεί, δεν προκαλείται αδικία στον ενάγοντα, και οι δικηγόροι των καθ΄ων η αίτηση είναι δεόντως εξουσιοδοτημένοι από τους πελάτες τους όπως φαίνεται από τον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Φοίβης Ηρακλέους, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους καθ΄ων η αίτηση και στην οποία βασικά αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα η κα Ηρακλέους αναφέρει ότι ο καθ΄ου η αίτηση 2, που είναι ο μοναδικός διευθυντής της καθ΄ης η αίτηση 1, είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού και ως εκ τούτου δεν απαιτείται καταχώρηση εμφάνισης δικηγόρου ούτε και διοριστήριο δικηγόρου, και οι καθ΄ων η αίτηση υπέγραψαν έγγραφο εξουσιοδότησης προς τους δικηγόρους τους. Σχετικές είναι οι επιστολές προς τον Πρωτοκολλητή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού οι οποίες βρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου και επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της κας Ηρακλέους ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις στο πλαίσιο της ακρόασης της παρούσας αίτησης. Στις εμπεριστατωμένες και ικανές αγορεύσεις τους και οι δύο δικηγόροι αναλύουν όλα τα ζητήματα που εγείρονται και παραπέμπουν σε σχετική νομολογία προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Η Δ.48 Θ.8
(4)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει με τέτοιους όρους όπως κρίνεται δίκαιο διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, κατόπιν αίτησης διά κλήσεως από οποιοδήποτε πρόσωπο, πλην του αιτητή, το οποίο επηρεάζεται από τέτοιο διάταγμα. Είναι πρόδηλο ότι η παρούσα αίτηση βασίζεται στην εν λόγω δικονομική πρόνοια, η οποία όμως δεν περιέχεται στη νομική βάση αυτής. Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να ασχοληθεί με τις τυχόν συνέπειες αυτής της παράλειψης. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου - βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ.965. Επομένως, η επίκληση της Δ.48 Θ.8
(4)ήταν επιβεβλημένη για την έγκυρη στοιχειοθέτηση της επίδικης αίτησης. Αυτό το θέμα αποτελεί λόγο ένστασης και ο δικηγόρος των καθ΄ων η αίτηση εισηγήθηκε ότι αυτή η παράλειψη ισοδυναμεί με παρατυπία δυνάμει της νέας Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία, όμως, δεν μπορεί να θεραπευθεί με βάση τις περιστάσεις της υπό κρίση αίτησης. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ στην αίτηση η εν λόγω δικονομική πρόνοια δεν αναφέρεται, στην αγόρευση του ο δικηγόρος του ενάγοντα κάνει αναφορά σε αυτή ως μέρος της νομικής βάσης της αίτησης, κάτι που προφανώς υποδηλώνει τη λανθασμένη εντύπωση του ότι η αίτηση περιέχει και την εν λόγω πρόνοια. Η υπόθεση Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Aρ. 2)
(2009)1(Α) Α.Α.Δ 35 περιέχει χρήσιμη ανάλυση για τον σκοπό και τον τρόπο εφαρμογής της Δ.64 στο ακόλουθο απόσπασμα: «Ο σκοπός της νέας Δ.64 είναι η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρου και αντικανονικού μέτρου, εξισώνοντας έτσι κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί. Το θέμα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Θαλασσινός v. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1995)3 Α.Α.Δ. 255, Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd. v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1996)3 A.A.Δ.323 (απόφαση 11 από 13 Δικαστές), Λοΐζου v. Χαραλάμπους άλλως Καρούσος κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 167, Καλιά κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1996)3 Α.Α.Δ. 149, Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 και Μιχαήλ v. Ττουνιά
(2004)1 Α.Α.Δ. 113). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Καλιά κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά., σελ. 151-152 διαβάζουμε τα εξής: «Με την κατάργηση της Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την αντικατάστασή της με τη Δ.64 του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1995, που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 24.2.95, η διάκριση μεταξύ άκυρης και παράτυπης διαδικασίας καταργήθηκε και η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή την φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία. Πέραν αυτού, με τη νέα Δ.64, παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο διάσωσης της παράτυπης διαδικασίας στην κατάλληλη περίπτωση. Κατά συνέπεια θέση ότι μια έφεση είναι θνησιγενής όταν κανένας από τους λόγους της δεν είναι αιτιολογημένος και επομένως δεν είναι έγκυρη, καταργήθηκε με την τροποποίηση της Δ.64, αλλά η οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να θεραπεύεται. Η θεραπεία αυτή επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους Θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στη λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελός του. (Βλ., μεταξύ άλλων, Λοΐζου v. Χαραλάμπους άλλως Καρούσος και Άλλοι
(1996)1 Α.Α.Δ. 167, Κυπριακή Δημοκρατία v. Lion Insurance Agency Ltd
(1995)3 Α.Α.Δ. 338, Γιαννή v. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.ά.
(1995)3 Α.Α.Δ. 334 και Θαλασσινός v. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1995)3 Α.Α.Δ. 255).» Είναι λοιπόν φανερό ότι σε περιπτώσεις που πριν την τροποποίηση της Δ.64 το δικαστήριο, με βάση τη νομολογία που ίσχυε τότε, ήταν υπόχρεο να καταλήξει ότι κάποια παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς οδηγούσε σε ακυρότητα, με τη νέα Δ.64 έχει διακριτική εξουσία να θεωρήσει την μη συμμόρφωση ως απλή παρατυπία, που δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε ακυρότητα.» Στην υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 αποφασίστηκε ότι η παράλειψη αναφοράς στην ορθή νομική βάση στην αίτηση θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.
  1. Τα κριτήρια με βάση τα οποία το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο θα θεραπεύσει τέτοια παρατυπία φαίνονται στο ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Στην κρινόμενη περίπτωση πρόκειται απλώς για μη συμμόρφωση με τους θεσμούς - την Δ.48 θ.
  2. Δεν πρόκειται για ουσιώδη ή θεμελιώδη παράλειψη ούτε για παραβίαση βασικών νομικών αρχών. Ακολουθεί πως η σημειωθείσα παράλειψη ισοδυναμεί με παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη. Πώς όμως επιτυγχάνεται η θεραπεία και μάλιστα σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, όπου η άλλη πλευρά δεν έχει εγείρει θέμα ακυρότητας ή παρατυπίας; Και ποιοί είναι οι παράγοντες που ασκούν επιρροή στην άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου όταν εξετάζει τα ζητήματα παρατυπίας; Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
  3. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
  4. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  5. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  6. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  7. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη*.
  8. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον". Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Δικαστή Slade - στις σελ. 522-523 - είναι διαφωτιστικό: "Where, in the course of proceedings, the court finds that a failure of the nature referred to in Ord. 2, r. 1
(1)has occurred, which has not been waived by the other party either expressly or by implication, it is given by Ord. 2, r. 1
(2)a choice of courses to pursue at its own discretion, whether or not an application under Ord. 2, r. 2 is before it. In such a situation, in the exercise of its discretion under rule 1
(2), it may either adopt the more draconian course of setting aside wholly or in part the proceedings in which the failure occurred; ... alternatively, it may 'make such order ... dealing with the proceedings generally as it thinks fit'. The last mentioned words are, in my opinion, manifestly wide enough to empower it to make a dispensing order waiving the relevant irregularity: see, for example, Leal v. Dunlop Bio-Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 880F, per Stephenson L.J.". Σε ελληνική μετάφραση: "Όπου στη διάρκεια της διαδικασίας, το δικαστήριο διαπιστώνει ότι έχει επισυμβεί παράλειψη της φύσης που αναφέρεται στην Δ.2 θ.1
(1)από την οποία το άλλο μέρος δεν έχει παραιτηθεί με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, η Δ.2 θ. 1
(2)παρέχει στο Δικαστήριο επιλογή της πορείας που θα ακολουθήσει με δική του διακριτική ευχέρεια, είτε υπάρχει ενώπιον του ή όχι αίτηση δυνάμει της Δ.2 θ.2. Σε τέτοια περίπτωση στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει του θ. 1
(2), μπορεί είτε να υιοθετήσει την πλέον δρακόντια πορεία πλήρους παραμερισμού ή μερικώς της διαδικασίας στην οποία έχει επισυμβεί η παράλειψη... Διαζευκτικά μπορεί να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον*. Οι τελευταίες λέξεις είναι, κατά την άποψη μου, έκδηλα τόσο ευρείες που του δίνουν εξουσία να εκδώσει διάταγμα παραίτησης από το δικαίωμα που παρέχεται λόγω της παρατυπίας: βλ. π.χ., Leal ν. Dunlop Bio-Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 880F, απόφαση του Δικαστή Stephenson." (Βλ. και Panayiotis Georghiou (πιο πάνω) και Αθανασιάδης ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945). Υιοθετούμε την πιο πάνω θέση της Αγγλικής Νομολογίας γιατί αντανακλά την ορθή ερμηνεία της νέας Αγγλικής Δ.2 η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.
  1. Τυγχάνει, επομένως, εξεταστέο κατά πόσο ο εφεσίβλητος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα (waived) που εγείρεται λόγω της σχετικής παρατυπίας. Μέτρα που λαμβάνονται εν γνώσει της παρατυπίας είτε με σκοπό να προβληθεί υπεράσπιση επί της ουσίας (Boyle v. Sacker [1888] 39 Ch. D. 249 C.A., Fry v. Moore [1889] 23 Q.B.D. 395 C.A.) ισοδυναμούν με παραίτηση από το δικαίωμα. Η έκταση της παραίτησης από το δικαίωμα εξαρτάται και από τη φύση της παρατυπίας (Rendell ν. Grurdy [1895] 1 Q.B. 16 C.A. - Βλ. και Supreme Court Practice 1999, σελ. 12). Στην κρινόμενη περίπτωση το άλλο μέρος - ο εφεσίβλητος - καταχώρισε ένσταση, έλαβε μέρος στη διαδικασία και δεν έχει σε οποιοδήποτε στάδιο εγείρει θέμα παρατυπίας. Σημειώνουμε ότι η διαδικασία ακρόασης της αίτησης άρχισε στις 5.5.97 και συμπληρώθηκε στις 10.11.97 αφού είχαν μεσολαβήσει 9 εμφανίσεις των μερών σε διάφορες ημερομηνίες για σκοπούς ακρόασης της αίτησης. Η μη έγερση θέματος παρατυπίας ισοδυναμεί με εξυπακουόμενη παραίτηση από το δικαίωμα που εγείρεται από την σχετική παρατυπία. Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε, παρά την απουσία ένστασης ή αίτησης για παραμερισμό της παρατυπίας, εξουσία να εξετάσει τις επιπτώσεις της παρατυπίας και να λάβει τα μέτρα που προβλέπονται από τη Δ.64 θ.
  2. Αυτό που πρέπει να εξεταστεί στη συνέχεια είναι κατά πόσο το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε ορθά τη σχετική διακριτική του ευχέρεια με το να απορρίψει την αίτηση λόγω της παρατυπίας. Σύμφωνα με το Supreme Court Practice 1999, σελ. 10* από το σύνολο της νομολογίας προκύπτει πως η Δ.2 θ.1 πρέπει να εφαρμόζεται με φιλελεύθερο τρόπο, στο βαθμό που αυτό είναι εύλογο και ορθό για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε ένα διάδικο λόγω της αλόγιστης προσήλωσης στους διαδικαστικούς θεσμούς. Πρόκειται για περίπτωση άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας αναθεωρείται από το Εφετείο, (α) όπου διαπιστώνεται ότι η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το Νόμο όπως όταν διαπιστώνεται ότι υπεισήλθαν στην άσκηση της εξωγενείς παράγοντες, και (β) όπου η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας οδηγεί σε πασιφανή αδικία, όπως είναι η περίπτωση απόφασης στην οποία δε θα μπορούσε να προέλθει κανένα δικαστήριο. (Βλ. Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984,989 - απόφαση Πική, Δ. όπως ήταν τότε. Βλ. και Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 954, Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036, Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1992)1 Α.Α.Δ. 710). Στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι: Ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς (βλ. Metroinvest (πιο πάνω), Carmel Exporters (Sales) Ltd v. Sea-Land Services Inc. [1981] 1 W.L.R. 1068, 1079), η πρόκληση αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία (βλ. Leal ν. Dunlop Bio-Process Inter Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 881), και το μέγεθος της παρατυπίας. Στην κρινόμενη περίπτωση η άλλη πλευρά δεν έχει υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό. Αντίθετα έχει λάβει μέρος στη διαδικασία και έχει υποστηρίξει τις θέσεις της χωρίς να είχε εγείρει θέμα παρατυπίας. Από την άλλη το θέμα δεν έχει εγερθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας και έχει αφεθεί να εξεταστεί στο στάδιο της απόφασης με αποτέλεσμα η αίτηση να ακολουθήσει την πορεία που προδιαγράφεται πιο πάνω (βλ. σελ. 10) με συνέπεια την ταλαιπωρία των διαδίκων και την αύξηση των εξόδων. Περαιτέρω το μέγεθος της παρατυπίας δεν ήταν μεγάλο δεδομένου ότι έχει γίνει επίκληση της Δ.42Α η οποία ρυθμίζει την δικονομική πτυχή της διαδικασίας και κάμνει αναφορά στο ενδεχόμενο τιμωρίας της άλλης πλευράς. Κάτω από τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και ιδιαίτερα λόγω της απουσίας οποιουδήποτε δυσμενούς επηρεασμού της άλλης πλευράς και της πορείας που έχει ακολουθήσει η υπόθεση θεωρούμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έχει ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια με τρόπο που προκαλεί αδικία στους εφεσείοντες. Ακολουθεί πως η απόρριψη της αίτησης λόγω της πιο πάνω παράλειψης ήταν εσφαλμένη. Το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να θεραπεύσει την παρατυπία με το να εκδώσει διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία (βλ. Leal, πιο πάνω).» Στην υπό κρίση περίπτωση η πλευρά των καθ' ων η αίτηση ουδόλως έχει παραιτηθεί του δικαιώματος που της παρέχεται λόγω της παράλειψης, εφόσον αυτό το θέμα εγείρεται στην ένσταση και προωθείται στο πλαίσιο της ακρόασης της παρούσας αίτησης. Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές, δεν μου διαφεύγει ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία δυνάμει της Δ.64 να θεραπεύσει την παρατυπία με γνώμονα πάντοτε την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση αίτησης, αρχικά λαμβάνω υπόψη το γεγονός ότι η πλευρά των καθ' ων η αίτηση ήγειρε άμεσα αυτό το θέμα στην ένσταση ως λόγο ένστασης και το προώθησε κατά την ακρόαση της αίτησης, ενώ η πλευρά του ενάγοντα δεν ασχολήθηκε με αυτό για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω. Επίσης θεωρώ ότι η παράλειψη αυτή προκαλεί δυσμενή επηρεασμό στην πλευρά των καθ' ων η αίτηση οι οποίοι εντόπισαν την παράλειψη, και τυχόν θεραπεία αυτής αυτόματα δίνει το δικαίωμα στην πλευρά του ενάγοντα να προωθήσει την εν λόγω αίτηση του, καθ' ον χρόνο μάλιστα η παρατυπία είναι ουσιώδης καθότι η νομική βάση της αίτησης δεν περιέχει τη Δ.64 ούτε και οποιαδήποτε άλλη πρόνοια που θα μπορούσε να περισώσει την παράλειψη περίληψης της ορθής δικονομικής πρόνοιας. Με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για απαλλαγή της παρατυπίας και διάσωση της παρούσας διαδικασίας. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου καθορίζει και την κατάληξη της υπό κρίση αίτησης, χωρίς να είναι αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων θεμάτων που εγείρονται στο πλαίσιο αυτής. Ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 και εναντίον του ενάγοντα-αιτητή όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........................................ Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Πολιτική / Ενδιάμεση Απόφαση Αναφορά: Ακύρωση διατάγματος αντεξέτασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.