Χρύση Σάββα ν. Αναστασίας (Τασούλλας) Σολωμού Βοσκού, Αριθμός αγωγής: 6059/2005, 3/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε. Δ. Αριθμός αγωγής: 6059/2005 Μεταξύ: Χρύση Σάββα, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και Αναστασίας (Τασούλλας) Σολωμού Βοσκού, από τη Λεμεσό Εναγόμενης ......... Αίτηση ημερομηνίας 19.9.2012 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 3.4.2013 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα: κ. Χαραλάμπους Για εναγόμενη: κ. Π. Μιχαηλίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας, με την αγωγή του αξιώνει εναντίον της εναγόμενης το ποσό των £21.300,00, το οποίο, σύμφωνα με το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης αντιπροσωπεύει τη συμφωνημένη και/ή εύλογη και/ή συνήθη αμοιβή του με βάση το σχετικό νόμο και τους κανονισμούς για την εργασία και τις υπηρεσίες που πρόσφερε ως αρχιτέκτονας προς την εναγόμενη, βάσει συμφωνίας και/ή εντολής και/ή οδηγιών και/ή βάσει του νόμου. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.11.2005 και επιδόθηκε στην εναγόμενη, η οποία, στις 19.12.2005 καταχώρησε εμφάνιση και στις 30.12.2005, αίτηση, με την οποία, μεταξύ άλλων ζητούσε αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία. Το Δικαστήριο, μετά από ακροαματική διαδικασία αποδέχθηκε την αίτηση και στις 28.3.2006 εξέδωσε διάταγμα « ..αναστολής κάθε διαδικασίας (stay of proceedings) στην παρούσα αγωγή, δυνάμει του άρθρου 8 του Κεφ.4». H υπόθεση οδηγήθηκε σε διαιτησία και στις 5.12.2007 εκδόθηκε σχετική διαιτητική απόφαση, η οποία, ωστόσο, στις 13.10.2008, εξ συμφώνου παραμερίστηκε και/ή ακυρώθηκε από το Δικαστήριο. Μετά από νέα αίτηση της εναγόμενης, ημερομηνίας 11.3.2009, συναινούντος και του ενάγοντα, στις 5.5.2009, το Δικαστήριο εξέδωσε νέο διάταγμα αναστολής της διαδικασίας και παραπομπής της υπόθεσης σε διαιτησία, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4. Η νέα διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στις 13.10.2011 και το Δικαστήριο ενημέρωσε τους δικηγόρους των διαδίκων γι' αυτή στις 23.11.2011. Στις 9.12.2011, η εναγόμενη καταχώρησε αίτηση, με την οποία ζητούσε διάταγμα αναστολής έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου, μέχρι την αναθεώρηση της παραπάνω διαιτητικής απόφασης καθώς και διάταγμα που να διατάσσει την αναπομπή της εν λόγω απόφασης για αναθεώρηση και διόρθωση λαθών που έγιναν από το διαιτητή και περιέχονται στην απόφασή του, τα οποία αναφέρονται στην υποστηρικτική του σχετικού αιτήματος ένορκη δήλωση. Η αίτηση βασιζόταν στα άρθρα 19 και 26 του περί Διαιτησίας Νόμου, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.49 Θ.16
(3)και Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 4 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης, στις 13.3.2012 εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα, στην απουσία του ενάγοντα. Ο τελευταίος αντέδρασε και στις 28.3.2012 καταχώρησε αίτηση, με την οποία ζητούσε ακύρωση και/ή παραμερισμό της παραπάνω απόφασης ημερομηνίας 13.3.
- Υπήρξε ένσταση στην αίτηση από την εναγόμενη, ωστόσο, το Δικαστήριο, μετά από ακροαματική διαδικασία, με την αιτιολογημένη απόφασή του ημερομηνίας 19.6.2012 παραμέρισε το διάταγμα ημερομηνίας 13.3.2012 δίδοντας χρόνο στον ενάγοντα να καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση ημερομηνίας 9.12.
- Η σχετική ένσταση του ενάγοντα καταχωρήθηκε ακολούθησε ακρόαση της αίτησης, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 27.8.
- Ο συνάδελφος που εξέδωσε τη σχετική απόφαση, καταλήγοντας αναφέρει τα εξής στην τελευταία παράγραφο: «Επειδή η έκδοση της απόφασης έγινε κατορθωτή μετά από άδεια της Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ενόψει των θερινών διακοπών θα περιοριστώ μόνο στην έκδοση της απόφασης. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 17.9.2012.» Επισημαίνεται ότι στις 17.9.2012 η υπόθεση τέθηκε ενώπιόν μου για πρώτη φορά. Δύο μέρες μετά και συγκεκριμένα, στις 19.9.2012, η εναγόμενη καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά: «Διάταγμα του Δικαστηρίου αναστέλλουν την διαδικασία της αγωγής μέχρι εκδικάσεως της εφέσεως εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27/08/2012.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.35 Θ.18 και Δ.30 Θ.2 (ζ) καθώς στην πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Πόλυ Μιχαηλίδη από τη Λεμεσό, το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται αυτούσιο: «Εγώ ο Πόλυς Μιχαηλίδης εκ Πάφου ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Εργάζομαι στο Δικηγορικό Γραφείον της Δικηγορικής Εταιρείας Ν.Ε. ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε., είμαι ένας εκ των δικηγόρων που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, γνωρίζω τα γεγονότα εξ' ιδίας γνώσεως, για όσα δε γεγονότα δεν έχω προσωπικά γνώση κάνω αναφορά στην πηγή μου και είμαι εξουσιοδοτημένος από την αιτήτρια να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση.
- Την 09/12/2011 η αιτήτρια καταχώρισε αίτηση στο Δικαστήριο για αναπομπή της απόφασης του Διαιτητή για επανεξέταση από τον ίδιον για συγκεκριμένα σημεία που ο διαιτητής έκανε λάθος.
- Το Δικαστήριο στις 27/08/2012 απεφάσισε ότι το αίτημα δεν δικαιολογείται και απέρριψε την αίτηση.
- Η αιτήτρια στις 10/09/2012 εφεσίβαλε την εν λόγω ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για τους λόγους που εκτίθενται στην έφεση. Αντίγραφο της ειδοποίησης έφεσης επισυνάπτεται ως Τεκμήριον
- Η αιτήτρια ζητά από το Δικαστήριο την αναστολή της διαδικασίας της αγωγής μέχρι αποπερατώσεως της εφέσεως.
- Εξ' όσων γνωρίζω υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να επιτύχη η έφεση της αιτήτριας.
- Εάν το Δικαστήριο προχωρήσει και εκδώσει απόφαση ως η απόφαση του διαιτητή και η έφεση αργότερα επιτύχη, δηλαδή το Ανώτατο Δικαστήριο επιτρέψει την αναπομπή και επανεξέταση της απόφασης του διαιτητού, τότε η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν θα έχει νόημα διότι ήδη το Δικαστήριο επεκύρωσε την απόφαση του διαιτητού.» Ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «
- Η αίτηση είναι παράτυπη ή/και αντικανονική ή/και παράνομη/ή και καταχρηστική ή/και απαράδεκτη ή/και ενοχλητική ή/και κακόβουλη ή/και καταπιεστική ή/και εκδικητική.
- Η αίτηση στερείται οποιασδήποτε πραγματικής ή/και νομικής βάσης ή/και είναι ελλειπής.
- Ο ενόρκως δηλών δεν δικαιούται ή/και δεν νομιμοποιείται στην υπογραφή της Ένορκης Δήλωσης επί της αίτησης ή/και δεν γνωρίζει τα γεγονότα ή/και δεν είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί σε αυτή.
- Η αίτηση δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε γεγονός ή/και βάσιμη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η Αιτήτρια δεν δικαιούται ή/και κωλύεται ή/και εμποδίζεται να προωθεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Δεν ικανοποιούνται ή/και δεν πληρούνται εκ του νόμου ή/και εκ της νομολογίας προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη.
- Η αίτηση στερείται οποιασδήποτε ή/και επαρκούς αιτιολογίας.
- Η παρούσα αίτηση αποτελεί εμφανή ή/και αποσκοπεί στην κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ή/και στην καθυστέρηση της διεκπεραίωσης της δικαστικής διαδικασίας.
- Το Σεβαστό Δικαστήριο στερείται εξουσίας στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Δεν τίθενται επαρκείς ή/και αιτιολογημένοι λόγοι γιατί η έφεση της Αιτήτριας έχει καλές δυνατότητες επιτυχίας.» Η ένσταση βασίζεται στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4, στον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο 101/87, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.30, Δ.35 Θ.18, Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 5 και Δ.49, στη νομολογία, στις εξουσίες του Δικαστηρίου και στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Παρατηρώ τα εξής: Η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Ακολουθεί το σκεπτικό: Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 82 επισημαίνονται τα εξής: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036)». Και λίγο παρακάτω: «.μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών». Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του ενάγοντα, με τη γραπτή τους αγόρευση ισχυρίζονται ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δε θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, επειδή προέβη σ' αυτή ο δικηγόρος που χειρίζεται την αίτηση, γεγονός ανεπίτρεπτο, σύμφωνα με σχετική νομολογία στην οποία με παρέπεμψαν. Επισημαίνεται ότι επί του προκειμένου δεν υπάρχει αντίλογος εκ μέρους της εναγόμενης. Εξηγώ αμέσως γιατί θεωρώ βάσιμο τον παραπάνω ισχυρισμό του ενάγοντα. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί για σκοπούς υποστήριξης της υπό κρίση αίτησης προέβη σε ένορκη δήλωση ο Πόλυς Μιχαηλίδης, ο οποίος στην παράγραφο 1 αυτής αναφέρει τα εξής: «Εργάζομαι στο Δικηγορικό Γραφείον της Δικηγορικής Εταιρείας Ν.Ε. ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε., είμαι ένας εκ των δικηγόρων που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, γνωρίζω τα γεγονότα εξ' ιδίας γνώσεως, για όσα δε γεγονότα δεν έχω προσωπικά γνώση κάνω αναφορά στην πηγή μου και είμαι εξουσιοδοτημένος από την αιτήτρια να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση.» Ο ίδιος δικηγόρος, ο οποίος εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και κατά την ακρόαση της αίτησης στις 17.1.2013 υπόβαλε υπογεγραμμένη από τον ίδιο τη γραπτή αγόρευση της εναγόμενης και υιοθέτησε το περιεχόμενό της. Με αυτά ως δεδομένα, η θέση του ενάγοντα ότι πρόκειται για το δικηγόρο που χειρίστηκε την αίτηση ο Πόλυς Μιχαηλίδης, ο οποίος προέβηκε και στην υποστηριχτική της ένορκη δήλωση ευσταθεί. Ό, τι απομένει να διασαφηνιστεί είναι κατά πόσο εξ' αυτού και μόνο νομιμοποιούμαι να αγνοήσω τη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση. Η απάντηση είναι καταφατική. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καταρχήν δεν παρέχεται καμιά εξήγηση ή δικαιολογία από τον ενόρκως δηλούντα για την εναγόμενη, γιατί προέβη εκείνος σε ένορκη δήλωση, με δεδομένο, ότι, καθ' ομολογία του είναι ένας από τους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση (βλ. την παράγραφο 1 της δήλωσής του) και σε κάθε περίπτωση, ο δικηγόρος που χειρίστηκε την αίτηση για την εναγόμενη στο Δικαστήριο και όχι η ίδια η εναγόμενη. Προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, ότι η εναγόμενη είναι από τη Λεμεσό, ενώ αυτό που σίγουρα δεν προκύπτει από το φάκελο είναι κάποιος εμφανής λόγος ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες, οι οποίες δεν επέτρεπαν στην ίδια την εναγόμενη να είναι ενόρκως δηλούσα (βλ. την Rybolovlev, ανωτέρω). Και επειδή, δε μου διαφεύγει ότι σύμφωνα με την ίδια απόφαση, ο δικηγόρος κωλύεται λόγω ασυμβίβαστου να συνεχίσει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του, αφ' ης στιγμής έχει με τον έναν ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα, από τα οποία θα πρέπει να αποστασιοποιείται, στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι ο ενόρκως δηλών για την εναγόμενη, με την ένορκή του δήλωση αναφέρεται μόνο σε γεγονότα που δε σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Τα όσα αναφέρει στις παραγράφους 1 μέχρι 5 της δήλωσής του αποτελούν σίγουρα γεγονότα που προκύπτουν και από το φάκελο της υπόθεσης, τα οποία, εν πάση περιπτώσει δεν είναι επίδικα. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και με όσα αναφέρει στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις παραγράφους 6, 7 και 8 της ένορκής του δήλωσης, για τα οποία, οι θέσεις του ενάγοντα είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Τα δύο παραδείγματα που ακολουθούν αποκαλύπτουν το μέγεθος και την έκταση της εμπλοκής του ενόρκως δηλούντα για την εναγόμενη, με γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία αποτελούν επίδικα θέματα στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης: Ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών για την εναγόμενη στην παράγραφο 6 της ένορκής του δήλωσης, ότι, εξ' όσων γνωρίζει υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να επιτύχει η έφεση της αιτήτριας (εναγόμενης). Αγορεύοντας, ουσιαστικά, προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού παραθέτει υπό μορφή «...ενός μικρού σχολιασμού.» όπως αναφέρει, ολόκληρη επιχειρηματολογία, προκειμένου να με πείσει τόσο για τα λάθη που περιέχει η διαιτητική απόφαση όσο και για το αβάσιμο της περί αντιθέτου θέσης του ενάγοντα, όπως αυτή είναι διατυπωμένη στην ένορκη του δήλωση. Σ' αυτά τα πλαίσια, δεν παραθέτει νομική επιχειρηματολογία, αλλά, σωρεία γεγονότων που αφορούν στην ουσία της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων που οδηγήθηκε σε διαιτησία, τα οποία είναι σαφώς αμφισβητούμενα από τον ενάγοντα και σε κάθε περίπτωση, δεν προκύπτουν από το φάκελο της δικογραφίας. Με την παράγραφο 8 της ένορκής του δήλωσης, ο ενόρκως δηλών για την εναγόμενη ισχυρίζεται ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να χορηγηθεί αναστολή, διότι θα εξοικονομηθεί χρόνος και έξοδα και δε θα περιπλεχθεί η υπόθεση. Και τούτο, σε συνέχεια του ισχυρισμού του της προηγούμενης παραγράφου, ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο προχωρήσει στην έκδοση απόφασης, ως η απόφαση του διαιτητή και η ενάγουσα πετύχει στην έφεσή της, οπότε θα διαταχθεί η αναπομπή και επανεξέταση της διαιτητικής απόφασης, τότε, η απόφαση του εφετείου δε θα έχει νόημα, διότι η διαιτητική απόφαση θα έχει ήδη επικυρωθεί από το Δικαστήριο. Σε τέτοια περίπτωση, προστίθεται από τον Πόλυ Μιχαηλίδη στη γραπτή του αγόρευση, την οποία υπόβαλε στο Δικαστήριο, ως δικηγόρος της εναγόμενης πια και όχι ως μάρτυράς της, η ζημιά γι' αυτή θα είναι ανεπανόρθωτη «.διότι έστω κι αν επιτύχει εις την Έφεση της η αποκατάσταση των πραγμάτων εις την προτέραν κατάστασιν θα είναι πλέον πολύπλοκη αν όχι αδύνατη, ενώ αντιθέτως ο Ενάγοντας δεν έχει τίποτε να χάσει από την έκδοσιν του διατάγματος.» Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω που βασίζει τον παραπάνω ισχυρισμό του ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εναγόμενης, ωστόσο, δε θα έλεγα πως πρόκειται για νομικό ισχυρισμό αυτός, είτε ακόμη για ισχυρισμό που θεμελιώνεται από το υλικό που βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω και έχοντας υπόψη ότι η υπό κρίση αίτηση δεν είναι από αυτές που δεν απαιτείται να υποστηρίζονται με ένορκη δήλωση σύμφωνα με τη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η απόφασή μου να αγνοήσω και κατ' επέκταση να αποκλείσω την ένορκη δήλωση του Πόλυ Μιχαηλίδη, η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση καθιστά την αίτηση αίολη και έκθετη σε απόρριψη. Μολονότι η τύχη της αίτησης έχει κριθεί η κατάληξή μου συναφώς με αυτή θα ήταν η ίδια, ακόμη κι αν δε συνέτρεχε ο παραπάνω λόγος απόρριψής της. Εξηγώ αμέσως τι εννοώ: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί η εναγόμενη, με την υπό κρίση αίτηση ζητά διάταγμα το οποίο να αναστέλλει τη διαδικασία της αγωγής μέχρι την εκδίκαση της έφεσης που καταχώρησε, κατά της απόφασης του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 27.8.2012, με την οποία, η αίτησή της με την οποία ζητούσε διάταγμα για αναστολή εκδόσεως απόφασης από το Δικαστήριο μέχρι την αναθεώρηση της διαιτητικής απόφασης, ημερομηνίας 13.10.2011, που με την ίδια αίτηση ζήτησε την αναπομπή για αναθεώρηση και διόρθωση λαθών που έγιναν από το διαιτητή, τα οποία - όπως ήταν η θέση της - περιέχονται στη σχετική απόφαση, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Η Δ.35 Θ.18 που αποτελεί μέρος της νομικής βάσης της αίτησης προνοεί ότι: «Μια έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται ή του Εφετείου ή ενός Δικαστού των ανωτέρω Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία θα παύει να ισχύει εκτός κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται. ...................................» Το πρώτο που θα ήθελα να πω είναι ότι η θέση του ενάγοντα ότι η παραπάνω διαταγή δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση δε με βρίσκει σύμφωνο. Όπως πολύ ορθά επισημαίνεται από τους δικηγόρους του στο πλαίσιο της γραπτής τους αγόρευσης, η εν λόγω διαταγή αναφέρεται στα άμεσα διαβήματα που μπορούν να γίνουν υπό το φως της απόφασης που εφεσιβάλλεται και/ή στην προσπάθεια εφαρμογής της με θετικά αποτελέσματα. Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη, με την αίτησή της ναι μεν ζητά την αναστολή της διαδικασίας της αγωγής, πλην όμως, το αίτημά της θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση και με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που το υποστηρίζει, από το οποίο προκύπτει ξεκάθαρα, ότι αυτό που στην πραγματικότητα επιδιώκει η εναγόμενη είναι την αναστολή του αμέσως επόμενου διαδικαστικού διαβήματος στην αγωγή, δεδομένης της απόρριψης της εκκαλούμενης απόφασης που είναι - νοουμένου φυσικά ότι υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον ενάγοντα δυνάμει της Δ.49 Θ.16
(3)- η έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διαιτητική απόφαση. Ούτε θέμα δεδικασμένου υπάρχει όπως επίσης υποβάλλει ο ενάγοντας και τούτο γιατί, μολονότι το αίτημά της εναγόμενης που οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ουσιαστικά είναι το ίδιο με το υπό κρίση, εντούτοις, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός, ότι, αυτό, την πρώτη φορά, ήταν σε συνάρτηση με το αίτημά της για αναπομπή της διαιτητικής απόφασης για αναθεώρηση και διόρθωση λαθών που έγιναν από το διαιτητή, όπως ήταν η θέση της και τη δεύτερη - με το υπό κρίση - σε συνάρτηση με την καταχώρηση έφεσης εκ μέρους της, κατά της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε το πρώτο αίτημά της. Ούτε και νομίζω πως αμφισβητείται από τον ενάγοντα, ότι η απόφαση ημερομηνίας 27.8.2012 είναι εφέσιμη. Επί της ουσίας τώρα, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Παπακόκκινου ν. Glykys & Araouzos (Insurances) Ltd κ.ά.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.513: «Υπάρχει πληθώρα νομολογίας που έθεσε κριτήρια όταν αντιμετωπίζονται αιτήματα για αναστολή εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Σε μια τελευταία του απόφαση (Π.Ε. 9715 Βογαζιανός ν. Γενικού Εισαγγελέα, ημερ. 23/5/97) το Εφετείο, συνοψίζοντας το φάσμα της νομολογίας, αναφέρει: "Το ορθό κριτήριο για την παροχή δικαστικής αναστολής έγκειται στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Πρώτον, της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε. Και, δεύτερον, την ανάγκη η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρυσμα." Είναι σωστό πως δεν παρέχονται λεπτομέρειες του ισχυρισμού ότι η έφεση έχει καλές πιθανότητες να ευδοκιμήσει. Εντούτοις, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, ο παράγων αυτός έχει, κατά κανόνα, οριακή σημασία». Παρατηρώ τα εξής: Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.11.2005, ενώ η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στις 13.10.2011. Χωρίς να υπεισέρχομαι στο περιεχόμενό της, η ουσία της έγκειται στο γεγονός ότι με αυτή δικαιώθηκε ο ενάγοντας, προς όφελος του οποίου και σε βάρος της εναγόμενης επιδικάστηκαν διάφορα ποσά, συναφώς με την απαίτησή του εναντίον της εναγόμενης, σύμφωνα με την παρούσα αγωγή. Και ενώ ο ενάγοντας δικαιούταν να δρέψει άμεσα τους καρπούς της επιτυχίας τους, κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί μέχρι σήμερα, επειδή η εναγόμενη - ως είχε δικαίωμα φυσικά - αρχικά καταχώρησε την αίτηση ημερομηνίας 9.12.2011, με την οποία επιδίωξε την αναπομπή για σκοπούς αναθεώρησης και διόρθωσης κατ' ισχυρισμών της ίδιας λαθών που έγιναν από το διαιτητή και περιέχονται στη σχετική απόφαση που αυτός εξέδωσε και στη συνέχεια, έφεση κατά της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο η εν λόγω αίτηση. Από την άλλη, η εναγόμενη, ενώ ισχυρίζεται μέσω τους ενόρκως δηλούντα γι' αυτή, ότι εάν εκδοθεί απόφαση, ως η απόφαση του διαιτητή και αργότερα η έφεση της επιτύχει, τότε η απόφαση του εφετείου δε θα έχει νόημα, διότι η διαιτητική απόφαση θα έχει ήδη επικυρωθεί, δεν επεξηγεί και ομολογώ ούτε και αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο θα συμβεί κάτι τέτοιο. Συγκεκριμένα, γιατί θα είναι χωρίς νόημα η απόφαση του εφετείου που θα επιτρέψει την αναπομπή και επανεξέταση της διαιτητικής απόφασης. Την ίδια ώρα, όπως πολύ ορθά υποβάλλεται από τους ευπαίδευτους δικηγόρους του ενάγοντα, η εναγόμενη δεν ισχυρίζεται ότι είναι αφερέγγυος ο ενάγοντας ή οικονομικά αναξιόχρεος προσθέτω, για να υπάρχει κίνδυνος σε περίπτωση που ήθελε επιτύχει ή έφεσή της, να χάσει αυτή τη σημασία της και να μείνει χωρίς κανένα αντίκρισμα (βλ. τη Βογαζιανός, ανωτέρω). Κατ' ακολουθία των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, εφαρμόζοντας το ορθό κριτήριο που διέπει το θέμα φρονώ ότι δεν μπορώ να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της εναγόμενης και συγκεκριμένα, προς την κατεύθυνση της αναστολής. Χωρίς να χρειάζεται να ασχοληθώ με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - αναστολή διαδικασίας εκκρεμούσης έφεσης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο