← Κύπρος

Λοίζου Χαράκη κ.α. ν. Κώστα Λουκά κ.α., Aρ. Αγωγής: 2314/12, 26/4/2013

Λοίζου Χαράκη κ.α. ν. Κώστα Λουκά κ.α., Aρ. Αγωγής: 2314/12, 26/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A115 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 2314/12 Μεταξύ:

  1. Λοίζου Χαράκη
  2. Ειρήνης Καλότυχου
  3. Anil Yendluri
  4. Αναστασίας Θεοδώρου
  5. Hannah El Fakir
  6. Issam Al-Fakir
  7. Dennis Ballard
  8. Andri Ballard
  9. Ελευθέριου Χ''Σωτηρίου
  10. Θεόδωρου Λάμπρου
  11. Γεώργιου Σοφοκλέους
  12. Λαρίσας Σοφοκλέους
  13. Ξενή Κράσου
  14. Αντρέα Γαλωνίτη
  15. Chris Walker
  16. Αντρέα Κουτρουκίδη Εναγόντων και
  17. Κώστα Λουκά
  18. Αχιλλέα Ιωάννου (άλλως Λούη Ράστα)
  19. Δημάρχου Λεμεσού
  20. Δήμου Λεμεσού
  21. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  22. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
  23. Αρχηγού Αστυνομίας
  24. ΑΕΛ Ποδόσφαιρο Λτδ
  25. ΣΥΦΑΕΛ (Σύνδεσμος Φιλάθλων Αθλητικής Ένωσης Λεμεσού) Εναγομένων Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερ. 1.6.2012 Ημερομηνία: 26 Απριλίου 2013 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτήτες: κ. Λ. Λουκαίδης Για τους Εναγόμενους 1, 2 και 9 - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Α. Χαραλάμπους για κκ. CHRYSSES DEMETRIADES & CO. LLC Για τους Εναγόμενους 3 και 4 - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Αλ. Τσιρίδης για κκ. ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 6 και 7 - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Μ. Ευαγγέλου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για τους Εναγόμενους 8 - Καθ' ων η Αίτηση: κα Β. Παπά για κκ. ΑΝΤΡΕΑΣ Μ. ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι αυτοί δικαιούνται νομικά προστασία από τους εναγόμενους 3-7 έναντι επανειλημμένων παράνομων ομαδικών και οργανωμένων ενεργειών και εκδηλώσεων των φιλάθλων οπαδών ή αντιπάλων της ΑΕΛ στον δρόμο και τη γειτονιά των εναγόντων με πυρήνα το υποστατικό των εναγομένων 8 στην οδό Τζων Κέννεντυ 4Β και 4Γ, υπό τη διαχείριση των εναγομένων 1 και 2, οι οποίες προκαλούν σοβαρή οχληρία και οχλαγωγία σε βάρος των εναγόντων, θέτουν σε κίνδυνο τη σωματική τους ακεραιότητα και παραβιάζουν τα ατομικά τους δικαιώματα, και οι οποίες γίνονται με την ενθάρρυνση και ανοχή των εναγομένων 1 και 2 και χωρίς τη νομικά επιβεβλημένη επαρκή προστασία από την Αστυνομία και τον Δήμο Λεμεσού. Επίσης οι ενάγοντες ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι δικαιούνται στη λήψη μέτρων από τον Δήμο Λεμεσού για τον τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου υποστατικού λόγω παράνομης και αλλαγμένης χρήσης του κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας και των όρων άδειας. Επιπλέον οι ενάγοντες ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσει τους εναγόμενους να προβούν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την προστασία των εναγόντων από τις προαναφερόμενες παράνομες ενέργειες και για την παρεμπόδιση των ενεργειών αυτών με όλα τα νόμιμα μέσα καθώς επίσης γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για τις εν λόγω ζημιογόνες ενέργειες που μπορούσαν να αποτραπούν και δεν αποτράπηκαν από τους εναγόμενους. Με την καταχώρηση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος οι ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, η οποία δεν εγκρίθηκε και απορρίφθηκε. Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση διά κλήσεως αίτησης με την οποία οι ενάγοντες-αιτητές ζητούν τα ακόλουθα: «Α. Διάταγμα του δικαστηρίου που να διατάσσει τους εναγόμενους 3,4,6 και 7 να προβούν εντός 4 ημερών από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος σε όλες τις αναγκαίες και άμεσες νόμιμες ενέργειες και λήψη άμεσων μέτρων για την προστασία των εναγόντων από τις εξής επικείμενες παράνομες πράξεις σε βάρος των εναγόντων και την παρεμπόδιση επικείμενης επανάληψης τους: Ομαδικές ή/και οργανωμένες ενέργειες και εκδηλώσεις των «φιλάθλων» οπαδών ή αντιπάλων της ΑΕΛ που δραστηριοποιούνταν στον δρόμο οδός Τζων Κέννεντυ, Λεμεσός και στην γειτονιά των εναγόντων με πυρήνα το υποστατικό του εναγομένου 8 υπό την διαχείριση των εναγομένων 1 και 2 στην ίδια οδό (με αρ. 4Β και 4Γ) με την ευκαιρία διαφόρων αθλητικών εκδηλώσεων ή συμβάντων που συνιστούν σοβαρή οχληρία και οχλαγωγία σε βάρος των εναγόντων και παραβιάζουν τα ατομικά τους δικαιώματα σεβασμού της ιδιωτικής, οικογενειακής ζωής, κατοικίας, περιουσίας και ελεύθερης διακίνησης με κίνδυνο της σωματικής τους ακεραιότητας, με συγκεκριμένες βιαιοπραγίες και πράξεις βίας και επιθετικότητας ως εκτίθενται και στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση. Συγκεκριμένα: Ζητείται ένα διάταγμα που να διατάσσει (α) τους εναγόμενους 3 και 4 να προβούν με βάση τη νομοθεσία Περί Δήμων και Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας στον άμεσο τερματισμό της άδειας χρήσης του υποστατικού του εναγομένου 9 που χρησιμοποιούν οι εναγόμενοι 1 και 2 όπως επεξηγείται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση. (β) τους εναγόμενους 6 και 7 να παράσχουν αστυνομική προστασία στους ενάγοντες με την μορφή της αστυνομικής περιπόλου στην οδό Τζων Κέννεντυ Λεμεσός και της παρουσίας μελών της αστυνομίας στην ίδια οδό για να παρεμποδίσουν και εν ανάγκη να πατάξουν τις επικείμενες πιο πάνω παράνομες ενέργειες και εκδηλώσεις. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους εναγόμενους 1,2,8 και 9 και τους υπηρέτες και αντιπροσώπους τους από του να φιλοξενούν, ανέχονται ή ενθαρρύνουν τους εν λόγω φιλάθλους/ταραχοποιούς είτε στα υποστατικά τους ή αλλού.» Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, τα άρθρα 5, 17 και 22 του περί Αστυνομίας Νόμου, Κεφ. 285, τα άρθρα 46, 88, 91-93 και 124 του περί Δήμων Νόμου του 1985, τα άρθρα 20 και 21 των περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμων του 1972, το άρθρο 45 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, τη Δ.48 Θθ.1-4, 7 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και τις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση της ενάγουσας 2, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα. Η ενάγουσα 2 διαμένει στην οδό Τζων Κέννεντυ, Kanika Enaerios Komplex, Lido House 2, κατάστημα 331Β, οδό 28ης Οκτωβρίου, με τον γιο της ηλικίας 21 ετών, από τον Οκτώβριο του
  26. Στην εν λόγω οδό υπάρχει ένα υποστατικό στον αριθμό 4Β και 4Γ, στο οποίο στεγάζεται ο Σύνδεσμος Φιλάθλων Αθλητικής Ένωσης Λεμεσού (ΣΥΦΑΕΛ) τα τελευταία 8 χρόνια. Διαχειριστής του εν λόγω υποστατικού είναι ο εναγόμενος 1 και υπεύθυνος των δραστηριοτήτων του ΣΥΦΑΕΛ είναι ο εναγόμενος
  27. Το επίδικο υποστατικό προσέλκυε εξ αρχής διάφορους οπαδούς της ποδοσφαιρικής ομάδας ΑΕΛ οι οποίοι προέβαιναν σε διάφορες δραστηριότητες που ενοχλούσαν τους περιοίκους και πρόσφατα, τους τελευταίους 5 μήνες σταδιακά, οι εν λόγω δραστηριότητες αναπτύσσονταν σε ένταση, σοβαρότητα και επικινδυνότητα και κατέληξαν σε επανειλημμένες σοβαρές παράνομες ενέργειες, και συγκεκριμένα οχληρίες, βιαιοπραγίες, οχλαγωγίες, πράξεις βίας και επιθετικότητας, ζημιές σε περιουσίες και πρόσωπα με την ενθάρρυνση και ανοχή των εναγομένων 1 και 2 σε βάρος των ατομικών δικαιωμάτων των εναγόντων και του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, κατοικίας και περιουσίας τους και χωρίς επαρκή προστασία από την Αστυνομία και τον Δήμο Λεμεσού. Επίσης οι υπόλοιποι εναγόμενοι δεν προέβηκαν σε οποιαδήποτε ενέργεια να αποτρέψουν ή αποθαρρύνουν τις εν λόγω ενέργειες παρόλο που είχαν τη δυνατότητα και λόγω της σχέσης και επιρροής τους έναντι των οπαδών της ΑΕΛ. Όλοι οι ενάγοντες είναι περίοικοι στην περιοχή όπου συνέβαιναν οι εν λόγω παράνομες ενέργειες με πυρήνα το επίδικο υποστατικό σε απόσταση 5-250 μέτρων. Η κατάσταση είχε πολύ πρόσφατα φτάσει σε αποκορύφωση κινδύνου για τη σωματική ακεραιότητα, ασφάλεια και απόλαυση των ατομικών δικαιωμάτων των εναγόντων και των οικογενειών τους. Οι οπαδοί της ΑΕΛ που συγκεντρώνονταν στην εν λόγω περιοχή άρχισαν από τις αρχές του περασμένου Απριλίου σε αυξανόμενο βαθμό να προβαίνουν σε επικίνδυνες, παράνομες, βλαβερές και ζημιογόνες πράξεις, όπως η τελευταία εκδήλωση με την ευκαιρία του πρωταθλήματος κυπέλου με τον αγώνα ΑΕΛ-ΟΜΟΝΟΙΑ. Ειδικότερα, τέτοιες πράξεις περιλαμβάνουν ρίξιμο κροτίδων κατά τις νυκτερινές και μεταμεσονύκτιες ώρες, πρόκληση ζημιών σε κατοικίες των εναγόντων και άλλων περιοίκων, αφόδευση στις εισόδους πολυκατοικιών και άλλων κατοικιών στην περιοχή, χρήση ναρκωτικών και άλλων επικίνδυνων ουσιών σε υπόγειους χώρους και αυλές των κατοικιών της περιοχής, παρενοχλήσεις στη διακίνηση των περιοίκων και κλείσιμο των οδών με αυτοκίνητα και βαρέλια, μπογιατίσματα με αισχρές επιγραφές στους τοίχους της οδού και των κατοικιών των εναγόντων, βανδαλισμούς και καταστροφές αυτοκινήτων και άλλων αντικειμένων ιδιοκτησίας των εναγόντων και άλλων περιοίκων, απειλές και προπηλακισμούς, οχλαγωγία και τρομοκρατία, προσωπική απειλή της ενάγουσας 2 από τον εναγόμενο 1, ρίξιμο βόμβων μολότοφ, καπνογόνων και χρήση φωτοβολίδων, ρίξιμο και σπάσιμο γυαλιών, πυρπόληση των κάδων σκουπιδιών, ενοχλητικό κορνάρισμα αυτοκινήτων που περνούν έξω από το επίδικο υποστατικό, πώληση οινοπνευματωδών ποτών σε ανήλικους, καταστροφή των γραμματοκιβωτίων της πολυκατοικίας όπου βρίσκεται το επίδικο υποστατικό και ανεπιτυχή προσπάθεια καψίματος της αλουμινένιας πόρτας της εισόδου της. Για όλες τις πιο πάνω ενέργειες έγιναν επανειλημμένες καταγγελίες στο Αρχηγείο Αστυνομίας, τον Αρχηγό Αστυνομίας, τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού, το Δημαρχείο Λεμεσού και τον Δήμαρχο Λεμεσού, καθώς επίσης σε όλους τους εναγόμενους, όμως δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα αποτελεσματικής προστασίας πλην μίας μεμονωμένης παρέμβασης της Αστυνομίας στις 10.5.
  28. Οι προαναφερόμενες ενέργειες συνεχίστηκαν με αποτέλεσμα να δημιουργείται σοβαρός και υπαρκτός κίνδυνος συνέχισης τους σε βάρος των δικαιωμάτων των εναγόντων και της ασφάλειας της σωματικής ακεραιότητας και περιουσίας τους. Η ενάγουσα 2 αναφέρει περαιτέρω ότι η απελπιστική κατάσταση στην οποία οι ενάγοντες έχουν φτάσει λόγω της σοβαρότητας και επικινδυνότητας των προαναφερόμενων ενεργειών φαίνεται στα συνημμένα δημοσιεύματα, τα οποία επισυνάπτονται στην ένορκη της δήλωση ως Παράρτημα «Α», Τεκμήριο
  29. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι επείγουσα καθότι οι «φίλαθλοι» οπαδοί της ΑΕΛ ανακοίνωσαν σε ραδιοφωνικό σταθμό στις 8.5.2012 ότι θα συνεχίσουν τις εκδηλώσεις τους για ακόμα 44 μέρες και ο εναγόμενος 9, σε ανακοίνωση του ημερ. 24.5.2012, αναφέρει ότι καλεί όλα τα μέλη σε εκλογική γενική συνέλευση την 1.6.2012 στην «σπηλιά των πρωταθλητών λεόντων, εκεί στο κέντρο Λεμεσού στον εναέριο». Η κατάσταση συνεχίζεται και ο κίνδυνος της ζημιογόνας συμπεριφοράς αναμένεται να επαναληφθεί, και, ειδικότερα, στις 30.5.2012, μετά την απόρριψη της μονομερούς αίτησης, οι «φίλαθλοι» ταραχοποιοί έκαναν πορεία από τον Εναέριο στην περιοχή Ζακακίου φωνάζοντας, πίνοντας αλκοόλ, βρίζοντας, απειλώντας και προκαλώντας σοβαρή οχληρία στην περιοχή των εναγόντων. Η ενάγουσα 2 κάνει αναφορά σε συγκεκριμένες απειλές εκ μέρους των εναγομένων 1 και 9 κατά του ενάγοντα 6, την ίδια ημερομηνία, και ο οποίος τελικά αποφάσισε να αποσύρει το διοριστήριο δικηγόρου για την παρούσα αγωγή. Εν όψει της επικινδυνότητας της εν λόγω συμπεριφοράς των εναγομένων 1 και 9 και των οπαδών τους, η ενάγουσα 2 εκφράζει την πεποίθηση της ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, τότε οι ενάγοντες θα συνεχίσουν να είναι θύματα των πιο πάνω ενεργειών σε βάρος των δικαιωμάτων τους, σε βαθμό που καθιστούν τη ζωή των εναγόντων επικίνδυνη και αφόρητη, με δυσμενείς και ανεπανόρθωτες ζημιές και επιπτώσεις καθότι οι «φίλαθλοι» ταραχοποιοί είναι άγνωστοι στους ενάγοντες. Όλοι οι εναγόμενοι τους οποίους αφορά η υπό κρίση αίτηση καταχώρησαν ένσταση. Κατά την αγόρευση του στο πλαίσιο ακρόασης της αίτησης ο δικηγόρος των εναγόντων-αιτητών δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δεν επιμένει στην προώθηση της αίτησης εναντίον του εναγόμενου 3 και ζήτησε άδεια για απόσυρση της αίτησης εναντίον του, και έτσι αυτή απορρίφθηκε εναντίον του εναγόμενου
  30. Οι λόγοι ένστασης των εναγομένων 1, 2 και 9-καθ΄ων η αίτηση είναι ότι δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, σε περίπτωση έκδοσης τους εκδικάζεται τελεσίδικα η αγωγή και συνεπώς αυτή θα καταστεί άνευ αντικειμένου, υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης η οποία είναι κακόβουλη και εκδικητική, τα αιτούμενα διατάγματα είναι ασαφή, γενικά και αόριστα, οι ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων 2 και 9, με τα αιτούμενα διατάγματα οι ενάγοντες ουσιαστικά ζητούν τον τερματισμό της λειτουργίας της επιχείρησης του εναγόμενου 1, και τα τεκμήρια δεν είναι νομότυπα επισυνημμένα στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας 2 που συνοδεύει την αίτηση. Η εν λόγω ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Νεόφυτου Παναγή, προέδρου του ΣΥΦΑΕΛ εδώ και 15 χρόνια. Σε αυτή ο κ. Παναγή ουσιαστικά αναφέρει ότι ο καθ΄ου η αίτηση 1 είναι ο ενοικιαστής του επίδικου υποστατικού από το 2002 δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης, και εκεί διατηρεί και λειτουργεί καφενείο με όλες τις απαιτούμενες από το Νόμο άδειες, και επισυνάπτει τις άδειες λειτουργίας του που έχουν εκδοθεί από τους εναγόμενους 4 για τα έτη 2005 μέχρι και
  31. Οι καθ΄ων η αίτηση 2 και 9 δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση ή επιρροή ούτε και μπορούν να εξασκούν έλεγχο επί των φιλάθλων της ΑΕΛ, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα
  32. Οι καθ΄ων η αίτηση 9 δεν έχουν σχέση ή εμπλοκή με το επίδικο υποστατικό πέραν του ότι το όνομα τους χρησιμοποιείται από τον καθ΄ου η αίτηση 1 για εμπορικούς λόγους μόνο. Η έδρα τους δεν βρίσκεται στο επίδικο υποστατικό. Ο κ. Παναγή αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας 2 και αναφέρει ότι ο χώρος εκεί είναι σε πολύ μικρή απόσταση από τον γνωστό χώρο στάθμευσης της περιοχής «Εναέριου», όπου διοργανώνονται διάφορες εκδηλώσεις και οι οποίες ενδεχομένως προκαλούν οχληρία, και ο οποίος μάλιστα χρησιμοποιήθηκε από φιλάθλους της ΑΕΛ αλλά και του ΑΠΟΛΛΩΝΑ. Η αναφορά της ενάγουσας 2 για τις ισχυριζόμενες ενέργειες, βιαιοπραγίες και οχλαγωγίες είναι γενική και αόριστη, υπερβολική και εξωπραγματική, και δεν έγινε οποιαδήποτε καταγγελία στην αστυνομία για το ισχυριζόμενο περιστατικό του Μαΐου
  33. Ήταν η θέση του κ. Παναγή ότι η ενάγουσα 2 διακατέχεται από εχθρικές και εκδικητικές τάσεις και ότι σκοπός της είναι η διαγραφή της ομάδας ΑΕΛ και του ΣΥΦΑΕΛ και γενικά η διάλυση τους. Eπιπρόσθετος λόγος ένστασης των εναγομένων 4-καθ΄ων η αίτηση είναι ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Χριστίνας Χρίστου, εσωτερικής νομικής λειτουργού του Δήμου Λεμεσού, στην οποία η κα Χρίστου αναφέρει ότι το αιτούμενο διάταγμα για άμεσο τερματισμό της χρήσης του επίδικου υποστατικού εμπίπτει στη σφαίρα του δημόσιου δικαίου και επομένως το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία ούτε και εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και τα γεγονότα στα οποία η ενάγουσα 2 αναφέρεται έχουν παρέλθει προ πολλού και επομένως δεν καταδεικνύεται η ανάγκη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι εξαλείφθηκε το ενδεχόμενο επανάληψης τέτοιων πράξεων. Οι λόγοι ένστασης των εναγομένων 6 και 7-καθ΄ων η αίτηση είναι ότι η παρούσα αγωγή είναι εξ υπαρχής απορριπτέα καθότι με βάση το άρθρο 57 του Ν. 14/60 και το άρθρο 4

(2)του Κεφ. 148, τόσο ο Αρχηγός Αστυνομίας όσο και ο Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού δεν μπορούν να είναι διάδικοι, δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους, οι πράξεις και/ή παραλείψεις τους αφορούν αποκλειστικά εκτέλεση δημόσιου καθήκοντος για το οποίο δεν είναι δυνατή η έγερση αγωγής από άτομο που ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιά, το Κεφ. 285 έχει καταργηθεί και ο νέος Ν.73(Ι)/2003δεν στοιχειοθετεί αγώγιμο δικαίωμα στους ενάγοντες, υπάρχει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και αυτή κατέστη άνευ αντικειμένου αφού παρήλθε το ενδεχόμενο εκδήλωσης των ισχυριζόμενων πράξεων στις οποίες στηρίζεται η αίτηση, και δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Δέσποινας Κουρουσίδου, Κτηματολογικού Λειτουργού Β΄ και απεσπασμένης στο Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στο Επαρχιακό Γραφείο της Νομικής Υπηρεσίας στη Λεμεσό. Σε αυτή η κα Κουρουσίδου επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης και προσθέτει ότι τόσο ο Αρχηγός Αστυνομίας όσο και ο Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού μπορούν να εναχθούν μόνο υπό την προσωπική τους ιδιότητα και όχι λόγω της θέσης που κατέχουν. Η ένσταση των εναγομένων 8-καθ΄ων η αίτηση περιέχει επίσης ως λόγο ένστασης ότι οι εναγόμενοι 8 ουδεμία σχέση έχουν με το επίδικο υποστατικό. Στην ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Γιάπα, διευθυντή των εναγομένων 8, που συνοδεύει την ένσταση, αυτός αρνείται ότι οι εναγόμενοι 8 είναι οι ιδιοκτήτες του επίδικου υποστατικού και ότι έχουν οποιαδήποτε σχέση με αυτό και γενικά με την παρούσα υπόθεση, και αναφέρει ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους και ότι αυτοί δεν συνδέονται με τις αιτούμενες θεραπείες. Κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος των εναγόντων-αιτητών ανέφερε ότι η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στα γεγονότα τα οποία φαίνονται στο δικόγραφο των εναγόντων και την ένορκη δήλωση της ενάγουσας 2 που συνοδεύει την αίτηση, και τα οποία είναι πασίγνωστα στη Λεμεσό και απασχολούν συχνά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Ο κ. Λουκαίδης αναφέρθηκε στην ιδιότητα καθενός των εναγομένων για να καταδείξει την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος εναντίον τους και επεσήμανε ότι η προσθήκη του Γενικού Εισαγγελέα ήταν απαραίτητη για την προσθήκη των εναγομένων 6 και 7 στην αγωγή. Ο κ. Λουκαίδης εισηγήθηκε ότι το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων είναι το καθήκον τόσο ατόμων όσο και κρατικών φορέων να λαμβάνουν μέτρα για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των πολιτών και ακόμα να αποτρέπουν ενέργειες που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα τους. Ο κ. Λουκαίδης παρέπεμψε στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας 2 που συνοδεύει την αίτηση για να καταδείξει τη σοβαρότητα και επικινδυνότητα της όλης κατάστασης στους ενάγοντες και σχολίασε ότι οι ενόρκως δηλούντες στις ενστάσεις δεν αντικρούουν ούτε αμφισβητούν τα γεγονότα τα οποία η πλευρά των εναγόντων επικαλείται αλλά αντίθετα αναφέρουν μόνο επιχειρήματα. Ήταν η εισήγηση του κ. Λουκαίδη ότι οι ενάγοντες δεν ζητούν θεραπείες που εμπίπτουν στη σφαίρα του δημόσιου δικαίου, και ότι το μόνο που ζητούν από το Δικαστήριο είναι την προστασία τους με την αποτροπή της συνέχισης των εν λόγω ενεργειών των φιλάθλων της ΑΕΛ, τονίζοντας ότι οι ενάγοντες δέχθηκαν πιέσεις όσον αφορά την παρούσα αγωγή και εκφράζοντας την ανησυχία του για τις συνέπειες που τυχόν μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ενέχει σε αυτούς. Ο δικηγόρος των εναγομένων 1, 2 και 9-καθ΄ων η αίτηση, στη δική του αγόρευση, υιοθέτησε τους λόγους ένστασης των εν λόγω εναγομένων, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων τόσο της ενάγουσας 2 όσο και του κ. Παναγή και εισηγήθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ο κ. Χαραλάμπους πρόσθεσε ότι ελλείπει το στοιχείο της αναγκαιότητας έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον τα γεγονότα τα οποία η ενάγουσα 2 επικαλείται προς υποστήριξη της αίτησης έχουν εκλείψει εδώ και ένα χρόνο. Ο δικηγόρος των εναγομένων 4-καθ΄ων η αίτηση, κατά την αγόρευση του, έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα εναντίον των εναγομένων 4 που αφορά την άδεια χρήσης του επίδικου υποστατικού και ανέφερε ακόμα ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι γενικά και αόριστα και επομένως δεν μπορούν να εκδοθούν. Ο κ. Τσιρίδης εισηγήθηκε περαιτέρω ότι, με βάση την ένορκη δήλωση της ενάγουσας 2, δεν αποκαλύπτεται η αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι το ενδεχόμενο εκδήλωσης των ισχυριζόμενων πράξεων έχει παρέλθει και αυτά καθίστανται πλέον άνευ αντικειμένου. Στην αγόρευση του ο δικηγόρος των εναγομένων 6 και 7-καθ΄ων η αίτηση ανέλυσε τους λόγους ένστασης με παραπομπή στη σχετική νομοθεσία και νομολογία και εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων 6 και 7. Επίσης ο κ. Ευαγγέλου ανέφερε ότι τα αιτούμενα διατάγματα έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου και, εν πάση περιπτώσει, με την έκδοση τους παρέχεται ουσιαστική ικανοποίηση της θεραπείας που ζητείται με την αγωγή. Τέλος, ήταν η θέση του κ. Ευαγγέλου ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι ασαφή και αόριστα και ως εκ τούτου δεν μπορούν να εκδοθούν. Η δικηγόρος των εναγομένων 8-καθ΄ων η αίτηση, με τη σειρά της, στην αγόρευση της, ανέφερε ότι οι ενάγοντες δεν αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα ή καλή βάση αγωγής καθότι δεν έχει καταδειχθεί η οποιαδήποτε σχέση τους με τους φιλάθλους του ΣΥΦΑΕΛ και/ή με το επίδικο υποστατικό. Η κα Παπά πρόσθεσε ότι το αιτούμενο διάταγμα αναφορικά με τους εναγόμενους 8 είναι γενικό, αόριστο και κακόπιστο, και δεν μπορεί να εφαρμοστεί αφού δεν υπάρχει οτιδήποτε που οι εναγόμενοι 8 μπορούν να κάνουν για να σταματήσουν τις ισχυριζόμενες ενέργειες τις οποίες οι ενάγοντες επικαλούνται. Το επίδικο υποστατικό δεν είναι υπό τον έλεγχο τους και ούτε ασκούν επιρροή στους φιλάθλους της ΑΕΛ οι οποίοι είναι χιλιάδες. Τέλος, η κα Παπά επανέλαβε τη θέση ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι πανομοιότυπα με τις αξιώσεις στο παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης και τυχόν έκδοση τους ουσιαστικά καθιστά την αγωγή άνευ αντικειμένου. Πριν το Δικαστήριο προχωρήσει με την εξέταση της ουσίας της παρούσας αίτησης, οφείλει να ασχοληθεί πρώτα με τον λόγο ένστασης των εναγομένων 1, 2 και 9-καθ΄ων η αίτηση ότι οι ενάγοντες-αιτητές παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφορικά με τη διαδικασία επισύναψης των τεκμηρίων στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας 2 που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, και ειδικότερα ότι τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν δεν φέρουν σχετική σφραγίδα και πιστοποίηση σύμφωνα με την εν λόγω δικονομική πρόνοια. Με βάση το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου, διαπιστώνω ότι η δέσμη των εγγράφων/δημοσιευμάτων στα οποία γίνεται αναφορά στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας 2 και επισυνάπτονται σε αυτή ως Παράρτημα «Α», Τεκμήριο 1, περιέχεται σε ένα φάκελο ο οποίος φέρει στην εξωτερική του πλευρά ένα χαρτόσημο με σφραγίδα ακύρωσης του και μία υπογραφή η οποία δεν προσδιορίζεται σε ποιον ανήκει. Είναι πρόδηλο ότι ο τρόπος επισύναψης των εν λόγω εγγράφων ως τεκμηρίων στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας 2 δεν συνάδει με τον τρόπο που ρητά και επιτακτικά προνοείται στη Δ.39 Θ.21 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, θεωρώ ότι αυτή η παράλειψη συμμόρφωσης από την πλευρά των εναγόντων-αιτητών με τις πρόνοιες της σχετικής δικονομικής διάταξης αποτελεί απλή παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη. Η υπόθεση Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Aρ. 2)
(2009)1(Α) Α.Α.Δ 35 περιέχει χρήσιμη ανάλυση για τον σκοπό και τον τρόπο εφαρμογής της Δ.64. Στην υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 καθορίστηκαν τα κριτήρια με βάση τα οποία το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο θα θεραπεύσει τέτοια παρατυπία. Στο πλαίσιο εξέτασης των επιπτώσεων αυτής της παρατυπίας, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη διάφορους παράγοντες, όπως ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς (βλ. Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 W.L.R. 513 και Carmel Exporters (Sales) Ltd. v. Sea-Land Services Inc.
(1981)1 W.L.R. 1068, 1079), η πρόκληση αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία (βλ. Leal v. Dunlop Bio-Process Inter Ltd.
(1984)1 W.L.R. 874), και το μέγεθος της παρατυπίας. Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι 4, 6, 7 και 8 καταχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση χωρίς να εγείρουν το θέμα παρατυπίας και αυτό ισοδυναμεί με εξυπακουόμενη παραίτηση τους από το δικαίωμα που εγείρεται από τη σχετική παρατυπία. Μόνο οι εναγόμενοι 1, 2 και 9 ήγειραν το εν λόγω θέμα. Αναφορικά με αυτούς, λαμβάνω υπόψη ότι τα εν λόγω έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας 2 που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ως Τεκμήριο 1 βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, δόθηκαν στην πλευρά των εναγομένων 1, 2 και 9, και έτσι αυτοί είχαν γνώση των εν λόγω εγγράφων και καταχώρησαν ένσταση με την οποία είχαν την ευκαιρία να προβάλουν τις θέσεις και ισχυρισμούς τους επί τούτων στο πλαίσιο της διαδικασίας της παρούσας αίτησης. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση η πλευρά των εναγομένων 1, 2 και 9 δεν έχει υποστεί οποιοδήποτε επηρεασμό αλλά αντίθετα έχει λάβει μέρος στη διαδικασία και υποστήριξε τις θέσεις της επί της αίτησης. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, και ιδιαίτερα λόγω της απουσίας οποιουδήποτε δυσμενούς επηρεασμού της πλευράς των εναγομένων 1, 2 και 9, θεωρώ πρέπον και δίκαιο όπως θεραπεύσω την παρατυπία με το να εκδώσω διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία. Όπως φαίνεται από τη φύση των αιτούμενων διαταγμάτων, όπως αυτά αναφέρονται πιο πάνω, τα διατάγματα που ζητούνται στην παράγραφο Α της αίτησης είναι προστακτικά. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Σχίζας v. Αδάμου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 395, στην οποία συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την έκδοση προστακτικών διαταγμάτων ως ακολούθως: «Σύμφωνα με τη νομολογία και τα σχετικά συγγράμματα, η έκδοση ενός διατάγματος είναι πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία όμως πρέπει να ασκείται δικαστικά με βάση ορισμένα κριτήρια και όχι αυθαίρετα. Ειδικά για διατάγματα διατακτικής μορφής (mandatory injuctions) στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση σελ. 328 παράγραφο 7-06 παρατίθενται κριτήρια τα οποία βοηθούν το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Τα κριτήρια αυτά, περιληπτικά έχουν ως ακολούθως: Διάταγμα διατακτικής μορφής εκδίδεται μόνο όπου (α) ο ενάγων δείχνει ότι υπάρχει πολύ δυνατή πιθανότητα να του προκληθεί σοβαρή ζημιά αν δεν επέμβει το δικαστήριο και (β) όπου η ζημιά που προκαλείται από την άρνηση έκδοσης του διατάγματος είναι τέτοια που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με αποζημιώσεις. (γ) Το δικαστήριο θα αρνηθεί τη θεραπεία αν η συμμόρφωση με το διάταγμα από τον εναγόμενο θα είναι παράνομη. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη και το κόστος που θα υποστεί ο ενάγων για σκοπούς συμμόρφωσης. (Morris v. Redland Bricks Ltd. [1970] A.C. 652). (δ) Εάν το δικαστήριο θα κλίνει υπέρ της έκδοσης του διατάγματος, τότε θα πρέπει να εξεταστεί και το κατά πόσο ο εναγόμενος γνωρίζει ακριβώς τι πρέπει να κάνει.» Στην αγγλική υπόθεση Co-operative Insurance v. Argyll Stores Ltd.
(1998)A.C.1, τονίστηκε η αναγκαιότητα της σαφήνειας του προστακτικού διατάγματος στο ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα: «If the terms of the court's order, reflecting the terms of the obligation, cannot be precisely drawn, the possibility of wasteful litigation over compliance is increased. So is the oppression caused by the defendant having to do things under threat of proceedings for contempt. The less precise the order, the fewer the signposts to the forensic minefield which he has to traverse..... Precision is of course a question of degree and the courts have shown themselves willing to cope with a certain degree of imprecision in cases of orders requiring the achievement of a result in which the plaintiff's merits appeared strong; .it is, taken alone, merely a discretionary matter to be taken into account: see Spry, Equitable Remedies, 4th ed.
(1990), p 112. It is, however, a very important one.» Το άρθρο 32 του Ν. 14/60 παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60 είναι: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R. 557, το θέμα δεν τελειώνει εδώ, και το Δικαστήριο πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ'Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου και άλλων ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα και Άλλοι ν. Χρυσάνθου και Άλλων
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι όταν αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του εναγόμενου, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Διαφωτιστικό επί τούτου είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση M. Ch. Mitsingas Trading Ltd. and Another ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791: «Το ίδιο ισχύει και για το εύρημα του Δικαστηρίου ότι στην απουσία του προσωρινού διατάγματος θα ήταν, σε περίπτωση τελικής επιτυχίας, αδύνατη η πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους. Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφαση του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα.» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, θα προβώ στην εξέταση της ουσίας της αίτησης και θα ασχοληθώ με όλα τα θέματα που έχουν εγερθεί στο πλαίσιο αυτής, χωρίς απαραίτητα να τηρηθεί η σειρά των εναγομένων ή ακόμα των λόγων ένστασης. Ένας από τους λόγους ένστασης των εναγομένων 4, 6 και 7-καθ΄ων η αίτηση είναι ότι τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η υπό κρίση αίτηση έχουν εκλείψει και επομένως δεν υπάρχει πλέον ανάγκη για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η θέση των εν λόγω εναγομένων είναι ότι η ενάγουσα 2 αναφέρεται στα γεγονότα που έχουν συμβεί μέχρι και τον Μάιο 2012 και επικαλείται γεγονότα τα οποία θα λάμβαναν χώρα εντός 44 ημερών από τις 8.5.2012 καθώς επίσης την 1.6.2012, και ότι αυτή η χρονική περίοδος έχει παρέλθει. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας 2 που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, και χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση αυτής ή σε οποιαδήποτε συμπεράσματα επί των γεγονότων, για τον σκοπό πάντοτε της παρούσας διαδικασίας, οι ενέργειες των φιλάθλων οπαδών της ΑΕΛ στην περιοχή όπου βρίσκεται το επίδικο υποστατικό και οι οποίες ενοχλούσαν τους περιοίκους ξεκίνησαν πριν από 8 χρόνια με την έναρξη λειτουργίας του υποστατικού, όμως η κατάσταση εξελίχθηκε σταδιακά τους τελευταίους 5 μήνες με αποκορύφωμα τα γεγονότα του Μαΐου 2012 σε όλες εκείνες τις ενέργειες που συνιστούν οχληρίες, βιαιοπραγίες, οχλαγωγίες, πράξεις βίας, και ζημιές σε περιουσίες και πρόσωπα σε βάρος των ατομικών δικαιωμάτων των εναγόντων. Οι εν λόγω ενέργειες επαναλήφθηκαν και μετά τη μοναδική παρέμβαση της Αστυνομίας στις 10.5.2012, και διαφαίνεται ότι αυτές θα συνεχιστούν, και η ενάγουσα 2 παραπέμπει στη δήλωση των φιλάθλων οπαδών της ΑΕΛ ημερ. 8.5.2012 ότι οι εκδηλώσεις τους θα συνεχιστούν για ακόμα 44 μέρες και στην κλήση του εναγόμενου 9 στη γενική συνέλευση την 1.6.2012 στο επίδικο υποστατικό. Η ενάγουσα 2 προσθέτει ότι ο κίνδυνος της ζημιογόνας συμπεριφοράς σε βάρος των εναγόντων αναμένεται να επαναληφθεί και μάλιστα στις 30.5.2012, μετά την απόρριψη της μονομερούς αίτησης, οι φίλαθλοι «ταραχοποιοί» συνέχισαν την υβριστική και ενοχλητική συμπεριφορά τους προκαλώντας σοβαρή οχληρία στην περιοχή των εναγόντων. Με βάση τους εν λόγω ισχυρισμούς της ενάγουσας 2, διαφαίνεται ότι η επίδικη συμπεριφορά που δημιουργεί το πρόβλημα στους ενάγοντες και αποτελεί το επίδικο θέμα της παρούσας αγωγής υπήρχε εδώ και χρόνια, έφθασε στην κορύφωση του τον Μάιο 2012 και αναμένεται να επαναληφθεί. Θεωρώ ότι αυτά τα δεδομένα είναι τέτοια που να ικανοποιούν το Δικαστήριο ότι η ισχυριζόμενη ζημιογόνα και επικίνδυνη συμπεριφορά σε βάρος των εναγόντων δεν σταματά μετά την πάροδο των 44 ημερών ή την 1.6.2012, αλλά αυτή συνεχίζεται και αναμένεται να επαναληφθεί. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι η αναφορά στις δύο ημερομηνίες κατά τις οποίες αναμενόταν η συνέχιση των επεισοδίων έγινε για να καταδειχθεί το επείγον και η άμεση ανάγκη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και όχι για να φανεί ότι μετά την πάροδο του εν λόγω χρονικού διαστήματος οι επίδικες ενέργειες θα σταματούσαν. Επομένως, με αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο δεν υιοθετεί την άποψη ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση έχουν παρέλθει και ότι η αίτηση έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. Θεωρώ ότι η αίτηση αφορά και αποσκοπεί στις ενδεχόμενες και αναμενόμενες ενέργειες σε βάρος των εναγόντων οι οποίες δεν έχουν καθορισμένη ημερομηνία λήξης. Στις ενστάσεις των εναγομένων 1, 2 και 9, και 6 και 7, προβάλλεται ως λόγος ένστασης η υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και της υπό κρίση αίτησης. Με βάση και πάλι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας 2 που συνοδεύει την αίτηση, και χωρίς αξιολόγηση αυτής ή κατάληξη συμπερασμάτων, τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση άρχισαν εδώ και κάποια χρόνια με την έναρξη λειτουργίας του επίδικου υποστατικού, όμως αυτά κορυφώθηκαν πολύ πρόσφατα με κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα, ασφάλεια και απόλαυση των ατομικών δικαιωμάτων των εναγόντων, και συγκεκριμένα από τον Απρίλιο 2012 μέχρι και τα επεισόδια της 17ης Μαΐου
  1. Οι επανειλημμένες καταγγελίες που έγιναν στην Αστυνομία και τον Δήμο Λεμεσού καθώς επίσης σε όλους τους εναγόμενους δεν ήταν ικανές να αποτρέψουν ή σταματήσουν τις εν λόγω ενέργειες, με αποτέλεσμα την καταχώρηση της αγωγής και τη μονομερή αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στις 25.5.
  2. Παρόλο που οι εν λόγω ενέργειες άρχισαν εδώ και αρκετά χρόνια και αυτές συνεχίζονται, εν τούτοις φαίνεται ότι η κρίσιμη χρονική στιγμή για τους ενάγοντες είναι η κορύφωση τους με τις συνέπειες που περιγράφονται πιο πάνω προς τους ενάγοντες που άρχισε τον Απρίλιο 2012 μέχρι και τα σοβαρά επεισόδια της 17ης Μαΐου 2012, και για τα οποία έγιναν επανειλημμένες καταγγελίες σε όλα τα αρμόδια πρόσωπα και σώματα, οι οποίες δεν κατάφεραν να οδηγήσουν σε λύση ή τέλος στις εν λόγω ενέργειες. Επομένως, λίγες μέρες αργότερα οι ενάγοντες έλαβαν δικαστικά μέτρα με την καταχώρηση της αγωγής και της μονομερούς αίτησης και όταν η μονομερής αίτηση απορρίφθηκε στις 29.5.2012, δύο μέρες μετά καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση. Αυτά τα δεδομένα δεν καταδεικνύουν καθυστέρηση ή ολιγωρία από την πλευρά των εναγόντων στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και της αίτησης για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, καθότι διαφαίνεται ότι οι ενάγοντες ανέχονταν την κατάσταση για μεγάλο χρονικό διάστημα και όταν αυτή έγινε πλέον ιδιαίτερα σοβαρή και επικίνδυνη, τότε προέβηκαν σε καταγγελίες οι οποίες απέβηκαν άκαρπες και ακολούθησε η λήψη δικαστικών μέτρων. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται πιο πάνω έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους 1, 2, 8 και 9 να φιλοξενούν, ανέχονται ή ενθαρρύνουν τους «φιλάθλους»/ταραχοποιούς στα υποστατικά τους ή αλλού. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας 2 που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, ο εναγόμενος 1 είναι ο διαχειριστής του επίδικου υποστατικού τα τελευταία 8 χρόνια και ο εναγόμενος 2 ο υπεύθυνος των δραστηριοτήτων του ΣΥΦΑΕΛ. Οι επίδικες ενέργειες των φιλάθλων οπαδών της ΑΕΛ (σχετικά είναι τα δημοσιεύματα, Τεκμήριο 1) γίνονται με την ενθάρρυνση και ανοχή των εναγομένων 1 και 2, ο εναγόμενος 1 προέβη επίσης σε προσωπική απειλή και βρισιές εναντίον της ενάγουσας 2 και μέλη των εναγομένων 9 μαζί με τον εναγόμενο 1 απείλησαν τον ενάγοντα 6 με αποτέλεσμα ο τελευταίος να αποσύρει το διοριστήριο δικηγόρου για την παρούσα αγωγή. Οι εν λόγω ισχυρισμοί της ενάγουσας 2 αντικρούονται από τον κ. Παναγή μέσω της ένορκης του δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων 1, 2 και
  3. Ειδικότερα, ο εναγόμενος 1 ενοικιάζει το επίδικο υποστατικό από το 2002 δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης, όπου διατηρεί την επιχείρηση του ως καφενείο, και χρησιμοποιεί το όνομα ΣΥΦΑΕΛ για εμπορικούς λόγους. Το επίδικο υποστατικό έχει όλες τις απαιτούμενες από το Νόμο άδειες, και οι άδειες λειτουργίας επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
  4. Ο εναγόμενος 2 δεν είναι υπεύθυνος των δραστηριοτήτων του ΣΥΦΑΕΛ και αυτός και οι εναγόμενοι 9 δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με το επίδικο υποστατικό. Οι εναγόμενοι 9 είναι εγγεγραμμένοι ως Σύνδεσμος, Τεκμήριο 2, και τα μέλη του ανέρχονται σε χιλιάδες. Οι εναγόμενοι 1, 2 και 9 δεν έχουν οποιαδήποτε ανάμειξη στις επίδικες ενέργειες ή στις ισχυριζόμενες απειλές ούτε και είναι σε θέση να ασκούν επιρροή ή να ελέγχουν τους φιλάθλους της ΑΕΛ, και ακόμα ο εναγόμενος 2 και οι εναγόμενοι 9 δεν έχουν υποστατικό. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, και για τον σκοπό εξέτασης της υπό κρίση αίτησης, προκύπτει ότι ο εναγόμενος 1 ενοικιάζει και λειτουργεί το επίδικο υποστατικό από το 2002 νομότυπα με όλες τις απαιτούμενες από το Νόμο άδειες. Η χρήση του ονόματος ΣΥΦΑΕΛ γίνεται για εμπορικούς λόγους, και αυτό συνεπάγεται τη χρήση του επίδικου υποστατικού και συγκέντρωση σε αυτό από τους φιλάθλους της ΑΕΛ ως το οίκημα των φιλάθλων της ομάδας. Αυτό επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της ανακοίνωσης του ΣΥΦΑΕΛ ημερ. 24.5.2012, μέρος του Τεκμηρίου 1 στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας
  5. Αυτό το γεγονός από μόνο του δεν είναι αρκετό για να καταδείξει ότι ο εναγόμενος 1 ενθαρρύνει και ανέχεται τις επίδικες ενέργειες, κυρίως λόγω της ιδιότητας του σε σχέση με το επίδικο υποστατικό και ακόμα λόγω του ότι τα επεισόδια λαμβάνουν χώρα εκτός του επίδικου υποστατικού και μάλιστα επεκτείνονται σε ακτίνα μέχρι και 250 μέτρων, περιοχή για την οποία ο εναγόμενος 1 δεν έχει οποιαδήποτε ευθύνη ούτε και σχέση αναφορικά με τις ενέργειες των φιλάθλων της ΑΕΛ. Αναφορικά με τον εναγόμενο 2, δεν έχει διαφανεί η οποιαδήποτε σχέση του με το επίδικο υποστατικό ή τις δραστηριότητες του ΣΥΦΑΕΛ, ούτε και η οποιαδήποτε προσωπική ανάμειξη του στα επίδικα επεισόδια. Η αναφορά του κ. Παναγή ότι ο εναγόμενος 2 είναι απλά φίλαθλος των εναγομένων 8 δεν είναι ικανή από μόνη της να του αποδώσει ευθύνη ή σχέση αναφορικά με τις επίδικες ενέργειες. Σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και περιοριζόμενη στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, προκύπτει περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι 9 είναι νομότυπα εγγεγραμμένος Σύνδεσμος με έδρα του τη Λεμεσό, ο Πρόεδρος, ο Γραμματέας και ο Ταμίας του Συνδέσμου τον εκπροσωπεί, εκλεγμένη δεκαπενταμελής Επιτροπή διοικεί και διαχειρίζεται την περιουσία του, και τα μέλη και οι φίλαθλοι του, που ανέρχονται σε χιλιάδες, επισκέπτονται και συχνάζουν στο επίδικο υποστατικό. Επιπλέον οι εναγόμενοι 9 αναγνωρίζουν το επίδικο υποστατικό ως το οίκημα τους και καλούν τα μέλη τους σε συγκέντρωση στον εν λόγω χώρο. Και πάλι, αυτή η ιδιότητα των εναγομένων 9 από μόνη της δεν είναι αρκετή για να τους αποδώσει την ευθύνη και τον έλεγχο των ενεργειών των μελών τους σε οποιαδήποτε περιοχή στην πόλη της Λεμεσού και κυρίως εκτός του επίδικου υποστατικού, ούτε και έχει διαφανεί ότι οι επίδικες ενέργειες έγιναν κατόπιν παρότρυνσης ή ενθάρρυνσης από τους εναγόμενους
  6. Στην ανακοίνωση των εναγομένων 9 ημερ. 24.5.2012, η οποία αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 1 που συνοδεύει την ένορκη δήλωση της ενάγουσας 2, εκφράζονται οι ευχαριστίες του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΥΦΑΕΛ στον κόσμο της ΑΕΛ για τη βοήθεια και στήριξη του, η περηφάνια του για την κατάκτηση του πρωταθλήματος και καλούνται όλα τα μέλη του στην εκλογική συνέλευση την 1.6.2012 στο επίδικο υποστατικό. Αυτή η ανακοίνωση δεν καταδεικνύει την οποιαδήποτε πρόσκληση ή ενθάρρυνση προς τους οπαδούς της ΑΕΛ να προβούν σε ενέργειες όπως οι επίδικες. Αναφορικά με τους εναγόμενους 8, αρχικά υιοθετώ την αντίφαση που επισημαίνει ο κ. Γιάπας στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων 8, και η οποία παρατηρείται στο αιτητικό της υπό κρίση αίτησης, καθότι στην πρώτη παράγραφο του αιτητικού Α το επίδικο υποστατικό παρουσιάζεται ως το υποστατικό των εναγομένων 8, ενώ στη δεύτερη παράγραφο του αιτητικού Α αναφέρεται ως το υποστατικό των εναγομένων
  7. Στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας 2 το θέμα δεν διευκρινίζεται περαιτέρω, παρά μόνο γίνεται αναφορά ότι στο επίδικο υποστατικό στεγάζεται ο ΣΥΦΑΕΛ και αυτό προσελκύει τους οπαδούς της ΑΕΛ. Ο κ. Γιάπας, διευθυντής των εναγομένων 8, στην εν λόγω ένορκη του δήλωση, αναφέρει ότι οι εναγόμενοι 8 ουδεμία σχέση έχουν με το επίδικο υποστατικό και τη διαχείριση αυτού. Το Δικαστήριο υιοθετεί τη θέση του κ. Γιάπα ότι η ενάγουσα 2 δεν επεξηγεί με οποιονδήποτε τρόπο τη σύνδεση των εναγομένων 8 με το επίδικο υποστατικό και ακόμα με τις επίδικες ενέργειες των φιλάθλων της ΑΕΛ στην εν λόγω περιοχή. Το γεγονός και πάλι ότι οι εναγόμενοι 8 είναι η ομάδα την οποία υποστηρίζουν οι φίλαθλοι οι οποίοι για τον σκοπό αυτό και στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Συνδέσμου των φιλάθλων της ομάδας συγκεντρώνονται στο επίδικο υποστατικό, δεν είναι ικανό από μόνο του να αποδώσει στους εναγόμενους ευθύνη για τις ενέργειες και γενικά τη συμπεριφορά των φιλάθλων της ομάδας στο επίδικο υποστατικό και στην περιοχή γύρω από αυτό, και ακόμα να προσδώσει σε αυτούς τη δυνατότητα ελέγχου της συμπεριφοράς τους στην εν λόγω περιοχή. Ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι οι εναγόμενοι 8 ενθαρρύνουν ή παροτρύνουν τους οπαδούς τους να προβούν στις επίδικες ενέργειες. Ο δικηγόρος των εναγόντων επεσήμανε ότι το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων έναντι των εναγομένων 1, 2, 8 και 9, όπως και των υπόλοιπων εναγομένων, είναι η υποχρέωση τους να προβούν σε ενέργειες για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των εναγόντων και/ή να αποτρέψουν ενέργειες οι οποίες παραβιάζουν τα ανθρώπινα τους δικαιώματα. Αυτή η θέση διαφαίνεται μέσω των θεραπειών που οι ενάγοντες ζητούν από τους εναγόμενους 1, 2, 8 και 9 στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, και οι οποίες αναφέρονται πιο πάνω. Με βάση τη φύση των θεραπειών που ζητούνται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και την ιδιότητα των εναγομένων 1, 2, 8 και 9, δεν ικανοποιούμαι ότι η πλευρά των εναγόντων έχει καταδείξει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εν λόγω εναγομένων και επομένως σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση έναντι αυτών. Επιπλέον, με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο εξέτασης της υπό κρίση αίτησης, και σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, δεν ικανοποιούμαι ότι οι ενάγοντες αποκαλύπτουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης τους έναντι των εν λόγω εναγομένων. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου γίνεται για τον σκοπό έκδοσης απόφασης στην υπό κρίση αίτηση και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε ευρήματα ή συμπεράσματα αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καθότι αυτό αποτελεί έργο του στο πλαίσιο ακρόασης της ουσίας της αγωγής. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή δεν συντρέχουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60, καθιστά αχρείαστη την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ.1980, στην οποία λέχθηκε ότι από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα, περιττεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων και είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για το πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Επομένως, θεωρώ ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να πετύχει εναντίον των εναγομένων 1, 2, 8 και
  1. Η υπό κρίση αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία έναντι των εν λόγω εναγομένων και για ένα επιπρόσθετο λόγο, που είναι η ασάφεια του αιτούμενου διατάγματος, έστω και αν αυτό είναι απαγορευτικό. Ο τρόπος διατύπωσης του λεκτικού του αιτούμενου διατάγματος είναι εντελώς γενικός και αόριστος. Αρχικά αναφέρω ότι με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία διαφαίνεται ότι μόνο ο εναγόμενος 1 είναι ο ενοικιαστής του επίδικου υποστατικού το οποίο αποτελεί τον χώρο συγκέντρωσης και το οίκημα των φιλάθλων της ΑΕΛ. Με το αιτούμενο διάταγμα ζητείται η απαγόρευση όχι μόνο στον εναγόμενο 1 και στους εναγόμενους 9 που έχουν σχέση με το επίδικο υποστατικό, αλλά και στους εναγόμενους 2 και 8, να φιλοξενούν και ανέχονται τους «φιλάθλους»/ταραχοποιούς της ΑΕΛ στο επίδικο υποστατικό ή αλλού. Η λέξη «αλλού» είναι παντελώς γενική και αόριστη και δεν διευκρινίζει με οποιονδήποτε τρόπο την περιοχή στην οποία αφορά. Η ευρεία έννοια αυτής της λέξης καθιστά τον προσδιορισμό της περιοχής άγνωστο στους εναγόμενους, έτσι ώστε να είναι αδύνατο αυτοί να γνωρίζουν τα τοπικά όρια στα οποία αφορά η εφαρμογή του αιτούμενου διατάγματος. Επίσης, με το αιτούμενο διάταγμα ζητείται η απαγόρευση στους εν λόγω εναγόμενους να ενθαρρύνουν τους «φιλάθλους»/ταραχοποιούς της ΑΕΛ στο επίδικο υποστατικό ή αλλού. Αυτή η φράση είναι και πάλι εντελώς γενική και αόριστη καθότι δεν καθορίζει τι ζητείται να πράξουν οι εναγόμενοι, και ειδικότερα δεν διευκρινίζεται σε τι αφορά η ενθάρρυνση των φιλάθλων. Τέλος, παραμένει παντελώς αόριστο και άγνωστο ποιοι είναι οι «φίλαθλοι»/ταραχοποιοί στους οποίους αφορά το αιτούμενο διάταγμα. Είναι αξιοσημείωτο ότι η ίδια η πλευρά των εναγόντων, μέσω της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας 2, αναγνωρίζει ότι αυτοί είναι άγνωστοι, επομένως είναι αδύνατο να αναμένεται από τους εναγόμενους να γνωρίζουν ποιοι είναι αυτοί για να μπορούν να προβούν στις αιτούμενες ενέργειες έναντι τους σύμφωνα με το αιτούμενο διάταγμα. Θεωρώ ότι με αυτά τα δεδομένα, το αιτούμενο διάταγμα δεν καθορίζει με την απαραίτητη σαφήνεια τα στοιχεία εκείνα που είναι αναγκαία για να μπορούν οι εναγόμενοι 1, 2, 8 και 9 να γνωρίζουν τι ακριβώς επιζητείται από αυτούς στην περίπτωση που το αιτούμενο διάταγμα ήθελε εκδοθεί και θα αναμένεται η συμμόρφωση με αυτό από τους εν λόγω εναγόμενους. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της παρούσας αίτησης αναφορικά με τους εναγόμενους 1, 2, 8 και
  2. Αναφορικά με τους εναγόμενους 4, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται συγκεκριμένα διάταγμα που να τους διατάσσει να προβούν στον άμεσο τερματισμό της άδειας χρήσης του επίδικου υποστατικού με βάση τον περί Δήμων Νόμο και τον περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο. Στην ένσταση τους οι εναγόμενοι 4 προβάλλουν ως λόγο ένστασης ότι το αιτούμενο διάταγμα είναι γενικό και αόριστο. Αυτός ο λόγος υιοθετείται και αναλύεται στην ένορκη δήλωση της κας Χρίστου που συνοδεύει την ένσταση τους. Παρόλο που στην παράγραφο Α του αιτητικού της υπό κρίση αίτησης ζητείται ένα γενικό διάταγμα αναφορικά με τους εναγόμενους 4 και τους εναγόμενους 6 και 7, εν τούτοις αμέσως μετά το αίτημα περιορίζεται και συγκεκριμενοποιείται με αναφορά στο τι διάταγμα ζητείται από τους εν λόγω εναγόμενους αντίστοιχα. Με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι ενάγοντες περιορίζουν το αίτημα τους στο συγκεκριμένο διάταγμα, όπως αυτό παρατίθεται πιο πάνω. Η βασική θέση των εναγομένων 4, η οποία αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της κας Χρίστου, είναι ότι το θέμα έκδοσης και ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του επίδικου υποστατικού εμπίπτει στη σφαίρα του δημόσιου δικαίου, και ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και εξουσίας να εκδώσει το αιτούμενο με την υπό κρίση αίτηση διάταγμα. Για τον σκοπό εξέτασης της υπό κρίση αίτησης, λαμβάνω υπόψη την ιδιότητα και τις αρμοδιότητες των εναγομένων 4, καθώς επίσης ότι η έκδοση ή ο τερματισμός της άδειας λειτουργίας του επίδικου υποστατικού από τον Δήμο Λεμεσού αποτελεί διοικητική πράξη η οποία εμπίπτει στη σφαίρα του δημόσιου δικαίου και έτσι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Η αναφορά του δικηγόρου των εναγόντων κατά την αγόρευση του ότι οι ενάγοντες ζητούν την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του επίδικου υποστατικού δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία ούτε διαφοροποιεί την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου. Χρήσιμη καθοδήγηση για το θέμα προσφέρουν οι υποθέσεις Takis P. Markides Ltd. v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1424 και Λανίτη Λτδ & άλλοι v. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ.
  1. Με βάση το αιτητικό του γενικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος και την ιδιότητα των εναγομένων 4, και πάλι δεν ικανοποιούμαι ότι η πλευρά των εναγόντων έχει καταδείξει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εν λόγω εναγομένων και επομένως σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση έναντι αυτών. Επιπλέον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω και για τον σκοπό έκδοσης απόφασης στην υπό κρίση αίτηση, δεν ικανοποιούμαι ότι οι ενάγοντες αποκαλύπτουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης τους έναντι των εν λόγω εναγομένων. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου οδηγεί στην απόρριψη της υπό κρίση αίτησης και εναντίον των εναγομένων
  2. Τέλος, οι ενάγοντες με την υπό κρίση αίτηση ζητούν συγκεκριμένα διάταγμα που να διατάσσει τους εναγόμενους 6 και 7 να παράσχουν αστυνομική προστασία στους ενάγοντες με τη μορφή της αστυνομικής περιπόλου στην οδό Τζων Κέννεντυ και της παρουσίας μελών της αστυνομίας στην ίδια οδό για να παρεμποδίσουν και πατάξουν τις επικείμενες επίδικες παράνομες ενέργειες και εκδηλώσεις. Ο λόγος ένστασης των εναγομένων 6 και 7 ότι ο περί Αστυνομίας Νόμος, Κεφ. 285, ο οποίος περιέχεται στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης, έχει καταργηθεί από τον περί Αστυνομίας Νόμο του 2004, Ν.73(Ι)/2004, είναι ορθός και υιοθετείται από το Δικαστήριο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να εξεταστεί σε αυτή τη νομική βάση. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, και ειδικότερα στο άρθρο 45 που προβλέπει το αστικό αδίκημα της δημόσιας οχληρίας ως ακολούθως: «
  3. Δημόσια oχληρία συvίσταται σε παράvoμη πράξη, ή σε παράλειψη εκτέλεσης voμικής υπoχρέωσης αv η πράξη αυτή ή η παράλειψη θέτει σε κίvδυvo τη ζωή, ασφάλεια, υγεία, ιδιoκτησία ή άvεση τoυ κoιvoύ ή παρακωλύει τo κoιvό στηv άσκηση κoιvoύ δικαιώματoς: Νoείται ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται για δημόσια oχληρία, παρά μόvo- (α) από τo Γεvικό Εισαγγελέα της Δημoκρατίας για έκδoση απαγoρευτικoύ διατάγματoς ή (β) από τo πρόσωπo πoυ υπέστη εξαιτίας αυτής ειδική ζημιά.» Στην υπό κρίση περίπτωση οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν ζημιά λόγω των επίδικων ενεργειών των φιλάθλων οπαδών της ΑΕΛ οι οποίες παραβιάζουν τα ατομικά τους δικαιώματα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, κατοικίας, περιουσίας και ελεύθερης διακίνησης, και θέτουν σε κίνδυνο τη σωματική τους ακεραιότητα, και ότι οι εναγόμενοι 6 και 7 παρέλειψαν να προβούν στις δέουσες ενέργειες για την προστασία των εναγόντων και την παρεμπόδιση και πάταξη των εν λόγω επίδικων ενεργειών. Όπως προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος όσο και από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας 2, οι εναγόμενοι 6 και 7 ενάγονται υπό την ιδιότητα τους ως κρατικά όργανα και όχι υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 4
(2)του Κεφ. 148 και του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, οι εναγόμενοι 6 και 7 δεν μπορούν να είναι εναγόμενοι υπό την εν λόγω ιδιότητα τους στο πλαίσιο εκτέλεσης των καθηκόντων τους αλλά η αγωγή εγείρεται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος είναι ο εναγόμενος 5. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Πίτσιλλος v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ.
  1. Η εισήγηση του δικηγόρου των εναγόντων ότι η προσθήκη του εναγόμενου 5 αποτελεί προϋπόθεση για την προσθήκη των εναγομένων 6 και 7 και κατά συνέπεια την απαίτηση για θεραπεία και/ή προσωρινό διάταγμα από τους εναγόμενους 6 και 7 δεν βρίσκει έρεισμα από τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες. Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, προκύπτει ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να καταδείξουν την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των εναγομένων 6 και 7, και επομένως σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση έναντι αυτών, και ακόμα ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης τους έναντι των εν λόγω εναγομένων. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να πετύχει αναφορικά με τους εναγόμενους 6 και
  2. Επιπλέον, η αίτηση δεν θα μπορούσε να πετύχει αναφορικά με τους εναγόμενους 6 και 7 λόγω ασάφειας του αιτούμενου διατάγματος. Με το εν λόγω διάταγμα ζητείται η παροχή αστυνομικής προστασίας στους ενάγοντες με τη μορφή της αστυνομικής περιπόλου στην επίδικη οδό και την παρουσία μελών της αστυνομίας για να παρεμποδίσουν και πατάξουν τις επίδικες ενέργειες. Το εν λόγω λεκτικό είναι παντελώς γενικό και αόριστο, καθότι δεν καθορίζεται η συχνότητα και το είδος της αστυνομικής περιπολίας και ακόμα ο αριθμός των μελών της αστυνομίας που πρέπει να είναι παρόντα στην εν λόγω οδό. Εκείνο που προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη αβεβαιότητα είναι ο σκοπός των εν λόγω ενεργειών που καθορίζεται στο αιτούμενο διάταγμα ως η παρεμπόδιση και πάταξη των επίδικων ενεργειών. Είναι λογικά και πρακτικά αδύνατο να ζητείται όχι μόνο η λήψη μέτρων αλλά και η εκ των προτέρων δέσμευση ικανοποίησης του σκοπού αυτών, και είναι πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο για τους εναγόμενους 6 και 7 να γνωρίζουν πότε πράγματι επιτυγχάνεται ο σκοπός σε βαθμό που εμπίπτει εντός του διατάγματος και θεωρείται ως συμμόρφωση με αυτό. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου αναφορικά με την υπό κρίση αίτηση καθιστά αχρείαστη την εξέταση του λόγου ένστασης των εναγομένων 1, 2 και 9 ότι σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων εκδικάζεται τελεσίδικα η ουσία της υπόθεσης και συνεπώς η αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου, θέμα το οποίο απασχόλησε και τους δικηγόρους των εναγομένων 6 και 7, και 8, κατά τη δική τους αγόρευση. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να πετύχει εναντίον όλων των εναγομένων που αφορά. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1, 2 και 9-καθ' ων η αίτηση, υπέρ των εναγομένων 4-καθ' ων η αίτηση, υπέρ των εναγομένων 6 και 7-καθ' ων η αίτηση και υπέρ των εναγομένων 8-καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων-αιτητών, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Πολιτική / Ενδιάμεση Απόφαση Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.