Θρασύβουλος Αντωνίου ν. Αγγελική Τρύφωνος, Αρ. Αγωγής 1811/12, 5/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A92 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: K. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1811/12 Μεταξύ: Θρασύβουλος Αντωνίου Ενάγοντα και Αγγελική Τρύφωνος Εναγομένης ------------------------------- Aίτηση ημερoμηνίας 7.5.2012 Ημερομηνία: 5 Απριλίου 2013 Για Ενάγοντα/Αιτητή: κα Κ. Γεωργίου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Ζ. Νικολάου) Για Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση: κ. Σ. Πούγιουρος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται συνοπτική απόφαση εναντίον της εναγομένης ως η απαίτηση στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα που συνοδεύει την αίτηση αναφέρονται τα ακόλουθα: Οι διάδικοι υπήρξαν σύζυγοι και στις 29.2.2012 εξεδόθη από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού διάταγμα λύσης του γάμου τους (Τεκμήριο 3). Από το 2005 περίπου και εντεύθεν ο ενάγοντας κατοικεί μαζί με την εναγομένη και τα δύο τους παιδιά ηλικίας 15 και 18 ετών σε ακίνητο του οποίου ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης και εντός του οποίου έχει ανεγερθεί οικία (Τεκμήριο 1 ο τίτλος του ακινήτου) η αξία του οποίου ήταν περί τις €505.000 (Τεκμήριο 2 η έκθεση των εκτιμητών Αντώνης Λοϊζου και Συνεργάτες ημερομηνίας 31.1.2011). Μετά την έκδοση του διατάγματος λύσης του γάμου τους ο ενάγοντας ζήτησε από την εναγόμενη να εγκαταλείψει το ακίνητο τόσο προφορικά όσο και γραπτώς με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 9.3.2012 η οποία της επεδόθη στις 12.3.2012 (Τεκμήριο 4 η επιστολή και Τεκμήριο 5 η σημείωση του επιδότη). Η εναγόμενη αρνείται να εγκαταλείψει το ακίνητο, παραμένει σ΄ αυτό παράνομα χωρίς τη θέληση και τη συγκατάθεση του ενάγοντα. Το αγοραίο μηνιαίο ενοίκιο του ακινήτου είναι €2000 (Τεκμήριο 6 βεβαίωση ημερομηνίας 12.4.2012 της εταιρείας P.P Estates). Περαιτέρω στις παραγράφους 9 και 10 αναφέρονται οι αξιώσεις του ενάγοντα ως ακολούθως: «
- Η Εναγόμενη πρέπει να διαταχθεί να μου καταβάλει αποζημιώσεις εκ €2.000 μηνιαίως από την 01/03/2012 μέχρι να παύσει να επεμβαίνει στο ακίνητο, από το οποίο και θα πρέπει να διαταχθεί όπως παύσει αμέσως να επεμβαίνει.
- Αξιώνω περαιτέρω την καταβολή παραδειγματικών αποζημιώσεων και βασίζομαι προς τούτο στα εξής γεγονότα: α. Παρά τη λήψη της επιστολής ημερομηνίας 09/03/2012 που αναφέρεται ποιο πάνω στην παράγραφο 6 η Εναγόμενη αρνείται αμελεί και παραλείπει να μου παραδώσει το ακίνητο συνεχίζοντας να επεμβαίνει σε αυτό παράνομα. β. Η εναγόμενη, ενώ είχε εκδοθεί το διάταγμα διαζυγίου μας, με κατήγγειλε στην Αστυνομία, αναφέροντας ψευδώς ότι ήμασταν εν διαστάσει σύζυγοι και ότι της άσκησα ψυχολογική και άλλη βία. γ. Η Εναγόμενη μου δημιουργεί ένσταση, και με εμποδίζει να απολαύσω ειρηνικά την περιουσία μου. δ. Η Εναγόμενη με διαβάλλει και με δυσφημεί στον φιλικό και οικογενειακό περίγυρο, αναφέροντας ότι είμαστε ακόμη σε διάσταση, ότι της ασκώ ψυχολογική βία και ότι επιχειρώ να την εκδιώξω από τον συζυγικό οίκο, ο οποίος της ανήκει. Παρόμοιους ισχυρισμούς διατύπωσε γραπτώς σε περιοδικό, αποστέλλοντας επιστολή η οποία και δημοσιεύθηκε περί την 31/03/2012, στην οποία υπέγραψε με το μικρό όνομα και μου επιβεβαίωσε ότι ήταν αυτή η συντάκτης. Επισυνάπτω αντίγραφο του περιοδικού «TV Μάνια» ημερομηνίας 31/03/2012, σελ. 28 και 29 το οποίο σημειώνεται ως Τεκμήριο 7.» Προβάλλεται επίσης η θέση του ενάγοντα ότι η εναγόμενη δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση. Η εναγόμενη καταχώρισε ένσταση η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: · Η εναγόμενη έχει καλή και καλόπιστη υπεράσπιση. · Υπάρχει δικάσιμη διαφορά στην πιο πάνω αγωγή. · Η εναγόμενη δικαιούται όπως της δοθεί το δικαίωμα να υπερασπισθεί. · Η ρηθείσα αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 7.5.12 βασίζεται σε αόριστα ή ανεπαρκή ή άσχετα στοιχεία και θα πρέπει να απορριφθεί. · Ο ενάγοντας στερείται αγώγιμου δικαιώματος. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση η εναγόμενη αναφέρει ότι δεν αποκαλύπτονται ικανοποιητικοί λόγοι στην αίτηση για τους οποίους να δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Όπως προκύπτει από τον τίτλο ιδιοκτησίας που επισυνάπτεται ως Τεκμ. 1 στην αίτηση, ο ενάγοντας είναι ιδιοκτήτης μόνο του ½ εξ αδιαιρέτου μεριδίου του όλου ακινήτου στο οποίο βρίσκεται η επίδικη κατοικία. Συνακόλουθα ο ενάγοντας δεν έχει από μόνος του αγώγιμο δικαίωμα να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή και συνεπώς η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν καταχωρήθηκε από τα ορθά πρόσωπα. Περαιτέρω η εκτίμηση για την αξία του επίδικου ακινήτου είναι παλιά και φέρει ημερομηνίας 31.1.2011 και το ακίνητο λόγω οικονομικής κρίσης έχει μικρότερη αξία. Ο δε ενάγοντας εξακολουθεί να κατέχει την εν λόγω κατοικία και επομένως η διαμονή της ίδιας στην κατοικία δεν του αποστερεί οποιουδήποτε δικαιώματος για κατοχή. Ο γάμος των διαδίκων έγινε στις 7.6.1992 και μέχρι το 2006 κατοικούσαν σε κατοικία του ενάγοντα ή των γονέων του ή ενοικίαζαν κατοικία. Το 1993 οι διάδικοι αποφάσισαν όπως κτίσουν το δικό τους σπίτι σε γη η οποία ανήκε και ανήκει κατά ½ μερίδιο στον ενάγοντα. Κατά την ανοικοδόμηση της οικίας τους πρόθεση της εναγομένης ήταν οτιδήποτε θα κτίζετο να εγγράφετο στο όνομα και των δυο ως συνιδιοκτήτες. Η εν λόγω κατοικία ανοικοδομήθηκε κυρίως με τη βοήθεια του πατέρα της εναγομένης και των αδελφών της οι οποίοι είναι οικοδόμοι κατά την περίοδο από το 1993-
- Ο λόγος δε που απαιτήθηκαν τόσα χρόνια για να κτιστεί ήταν ότι τα πιο πάνω άτομα εργάζονταν κατά τα Σαββατοκύριακα αμισθή εξασφαλίζοντας με δικά τους έξοδα ένα μεγάλο μέρος των υλικών εκτός ενός μικρού ποσού £5.800 που τους δόθηκε προς το τέλος. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η αξία της συνεισφοράς της ανέρχεται σε ποσό πέραν του 60% της αξίας της εν λόγω κατοικίας. Περαιτέρω αναφέρει ότι για την ανοικοδόμηση της κατοικίας εκτός από τη συνεισφορά των συγγενών της που ανήλθε σε περίπου £54.000 χρησιμοποιήθηκαν τα χρήματα που είσπραξαν από το γάμο τους, περίπου £10.000, καθώς επίσης και περίπου £23.000 μέρος δανείου που σύναψαν στην ΣΠΕ Αγρού για συμπλήρωση της κατοικίας και πληρώθηκαν από τα ενοίκια που προήλθαν από την ενοικίαση της. Κατά το διάστημα από το 1998 μέχρι το 2006 που ενοικίαζαν άλλη κατοικία η ίδια πλήρωνε τα ενοίκια από δικά της χρήματα (£280 με £300 μηνιαίως). Πέραν των πιο πάνω από τις 23.7.1998 μέχρι τον Αύγουστο του 2012 η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι κατέβαλε για συντήρηση της οικογένειας της, του ενάγοντα, έξοδα των ανηλίκων, δίδακτρα, ιδιαίτερα, βενζίνη, φαγώσιμα, ενοίκια, έξοδα για ενάγοντα μέχρι και έξοδα του ενάγοντα σε ταξίδια στο εξωτερικό, ασφάλεια του ενάγοντα, ασφάλεια κατοικίας και άλλα το συνολικό ποσό των €244.011,
- Όταν άρχιζαν να κτίζουν το σπίτι, αναφέρει, ο ενάγοντας συμφώνησε μαζί της και τον πατέρα της ότι σε κάποιο μελλοντικό στάδιο, πιθανόν όταν θα γινόταν διαχωρισμός ακινήτου, εγγραφή οικοδομής και έκδοση ξεχωριστού τίτλου θα μεταβίβαζε το ½ μερίδιο στην ίδια. Ο ενάγοντας πάντοτε έλεγε ότι δικαιούτο το 60% της κατοικίας όμως θεωρούσε ότι έπρεπε να συνεχίσει να είναι ο ίδιος εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου επί του οποίου ανεγέρθηκε η κατοικία ώστε να το διαχειρίζεται προς αμοιβαίο όφελος. Ως αποτέλεσμα προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι έχει δημιουργηθεί καταπίστευμα προς όφελος της εναγομένης και πως ο ενάγοντας είναι συνιδιοκτήτης του ακινήτου ως καταπιστευματοδόχος και με βάση το εν λόγω καταπίστευμα ο ενάγοντας δεν δικαιούται να κινήσει την αγωγή και να αξιώνει την έξωση της από την κατοικία. Με βάση το δίκαιο της επιείκειας, αναφέρεται, έχει καλή υπεράσπιση και η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί γιατί παραβιάζει το εξυπακουόμενο ή εξ επαγωγής καταπίστευμα που δημιουργήθηκε και που αφορά την εν λόγω κατοικία. Σε συνάρτηση με τις αξιούμενες αποζημιώσεις αναφέρει ότι αυτές είναι εξωπραγματικές και ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση για τους ακόλουθους λόγους: «(α) Η εκτίμηση ενοικιαστικής αξίας που επισυνάπτεται στην ρηθείσα ένορκη δήλωση ως «τεκμήριο 6» είναι γενική και αόριστη, δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένο ποσό αλλά αναφέρεται σε «€1.500-€2.000» χωρίς οι εκτιμητές που την υποβάλλουν να αναλύουν με οποιοδήποτε τρόπο ως κατάληξαν στο εν λόγω ποσό. (β) Έχω εκτίμηση αναλυτική ημερομηνίας 24.10.2011 (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως «τεκμήριο 1») στην οποία το ενοίκιο υπολογίσθηκε πριν 1 χρόνο σε €900 μηνιαίως. Έντιμα και ειλικρινά πιστεύω ότι μετά από 1 χρόνο σε συνθήκες βαθειάς κρίσης που έχει επηρεασθεί και η ενοικιαστική αξία των ακινήτων, η ενοικιαστική αξία της επίδικης κατοικίας είναι αρκετά λιγότερη από €900 μηνιαίως. (γ) Η παρουσία μου στην εν λόγω κατοικία δεν αποστερεί ή μειώνει την ενοικιαστική αξία αφού εν πάσει περιπτώσει διαμένει και ο ενάγοντας στην εν λόγω κατοικία και επομένως δεν τίθεται θέμα ενοικίασης της ή να εξαναγκασθεί να βρει άλλη κατοικία για να ενοικιάσει ώστε να δικαιούται σε αποζημιώσεις.» Η Δ.18 Θ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: "Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering upon of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend." Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η Δ.14 Θ.
- Στο Annual Practice του 1958 σελ. 243 αναφέρονται τα εξής: "The purpose of O. 14 is to enable a plaintiff to obtain summary judgment without trial, if he can prove his claim clearly; and if the defendant is unable to set up a bona fide defence, or raise an issue against the claim which ought to be tried (Roberts v. Plant, [1985] 1 Q.B. 577; Dane v. Mortgage Ins. Corpn., [1894] 1 Q.B. 54, C.A.; Nassau Steam Press v. Tyler, 70 L.T. 376; Edwards v. Davis, 4 T.L. R. 385, C.A.)." Στην υπόθεση Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 γίνεται ανάλυση του θέματος και αναφέρεται τα εξής στη σελ. 824: « Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant
(1895)1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1996)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Τrans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAD 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Tράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ (Β) 782, RCK SPORTS v. PERSONA ADVERTISING LTD. [1996] 1 A.A.Δ. 1074, SUBOTIC v. Στυλιανίδη [1998] 1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα [1999] 1 Α.Α.Δ. 817. και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. EUROINVESTMENT & FINANCE LTD.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και SIGMA RADIO T.V. LTD. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Πολ. Εφ. 11803, 11804, 11805 ημερ. 18/3/05. Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2 Κ.6 (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.» Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προυποθέσεις που πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγομένου να αποκαλύψει γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη θέματος προς εκδίκαση. Δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να προβάλει απλούς ισχυρισμούς αλλά θα πρέπει να παρουσιάσει τέτοια στοιχεία και λεπτομέρειες από τα οποία να διαφαίνεται η ύπαρξη υπεράσπισης (βλ. Hermes Insurance v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Στην υπόθεση J & M Loizides Agencies Ltd. κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Π/Ε 322/2008 ημερ. 14.7.2011 αναφέρεται στη σελ. 7 (απόφαση πλειοψηφίας): «Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτή. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα σύνηδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματα του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος).» Στην παρούσα περίπτωση ικανοποιούνται οι προυποθέσεις που τίθενται από τη Δ.18 Θ.1(α) ήτοι, το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικώς οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2 Θ.6, η εναγόμενη έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του ενάγοντα στην οποία επαληθεύεται το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται καθώς και τα στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η αξίωση για παραδειγματικές αποζημιώσεις και επίσης δηλώνει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Συνακόλουθα το βάρος μετατίθεται στους ώμους της εναγομένης να καταδείξη ότι έχει υπεράσπιση στην αγωγή ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που της δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (Λαζάρου ν. Μακεδόνας
(1999)1 Α.Α.Δ. 817). Έχω αναφερθεί πιο πάνω στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της εναγομένης και στα γεγονότα που η ίδια επικαλείται. Αποτελεί εισήγηση του κ. Πούγιουρου στη γραπτή του αγόρευση ότι τα γεγονότα που επικαλείται η εναγόμενη συνιστούν καλόπιστη υπεράσπιση ότι ο ενάγοντας ως καταπιστευματοδόχος δεν δικαιούται να εγείρει την παρούσα αγωγή και να παραβιάζει τις αρχές με βάση τις οποίες αφέθηκε να είναι ιδιοκτήτης. Σύμφωνα με τον εκπαίδευτο συνήγορο όταν διάφορα πρόσωπα αποκτήσουν κοινή ακίνητη ιδιοκτησία η οποία τελικά εγγράφεται μόνο στο όνομα του ενός τεκμαίρεται ότι υπάρχει εξ επαγωγής εμπίστευμα προς όφελος όλων (βλ. Halsbury's Laws of England, τέταρτη έκδοση, επανέκδοση 2000, τόμος 48 παρα. 613 σελ. 424). Επίσης όταν σύζυγος προβαίνει σε σημαντική συνεισφορά στην βελτίωση ακίνητης περιουσίας τότε εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορεικά, ο σύζυγος αυτός θεωρείται ότι απέκτησε δικαίωμα σε μερίδιο ή σε μεγάλο μερίδιο τέτοιο που θα μπορούσε τότε να εσυμφωνείτο μεταξύ των μερών ή, σε περίπτωση έλλειψης συμφωνίας, όπως το Δικαστήριο θέλει κρίνει ορθό. (βλ. Halsbury's (πιο πάνω) παρα. 616). Περαιτέρω εισηγήθηκε ο συνήγορος ότι όποια περιουσία αποκτάται στο όνομα μόνο ενός συζύγου με τη συμμετοχή όμως και των δύο στην εξόφληση του, το άλλο μέρος αποκτά δικαίωμα στην περιουσία δυνάμει εξ επαγωγής εμπιστεύματος ανάλογα με τη συνεισφορά του. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο στο ίδιο σύγγραμμα στη παρά. 617 σελ. 428 - 429. Αποτελεί επίσης θέση της εναγομένης ότι έχει υπεράσπιση ως προς την θεραπεία των αποζημιώσεων. Πέραν τούτου εγείρεται και θέμα ως προς τη δυνατότητα έκδοσης συνοπτικής απόφασης χωρίς τη τροποποίηση των δικογράφων από τη στιγμή που στην αγωγή ο ενάγοντας παρουσιάζεται ως ιδιοκτήτης του ακινήτου που αναφέρεται σ΄ αυτήν ενώ από τον τίτλο ιδιοκτησίας που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ως Τεκ. 1 προκύπτει ότι είναι ιδιοκτήτης μόνο κατά το ½. Πέραν τούτου προβάλλεται εισήγηση ότι εφόσον ο ενάγοντας διαμένει κανονικά στο εν λόγω ακίνητο δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε αποζημίωση. Η κα Γεωργίου από την άλλη εισηγείται ότι κανένας από τους ισχυρισμούς της εναγομένης αποτελεί υπεράσπιση. Ως προς το θέμα της συνεισφοράς που εγείρει η εναγομένη και της ύπαρξης καταπιστεύματος, η κα Γεωργίου ανέπτυξε τη θέση της με αναφορά σε νομολογία ότι οι ισχυρισμοί της εναγομένης μπορούν να στοιχειοθετήσουν απαίτηση της για συμμετοχή στην περιουσία του ενάγοντα δυνάμει του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991 Ν. 232/91ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου μόνο. Σε συνάρτηση με τις αξιούμενες αποζημιώσεις η ευπαίδευτη συνήγορος εισηγήθηκε ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η απαίτηση του ενάγοντα για αποζημιώσεις είναι εξωπραγματικές δεν συνιστά υπεράσπιση στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Εξέτασα τα γεγονότα που εγείρονται από την εναγομένη στην ένορκη της δήλωση, υπό το φως των εμπεριστατωμένων εισηγήσεων που έγιναν από τους δύο συνηγόρους. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αξιολογεί την ουσία των ισχυρισμών της εναγομένης αλλά περιορίζεται μόνο σε κατάληξη κατά πόσον αυτοί αποτελούν υπεράσπιση. Έχω παραθέσει πιο πάνω τα γεγονότα που επικαλείται η εναγομένη. Είναι ορθή η θέση της κας Γεωργίου ότι η εναγόμενη δεν αμφισβητεί την κατοχή του ακινήτου από τον ενάγοντα, δεν αρνείται ότι η ίδια διαμένει εκεί και ότι έλαβε επιστολή για να εγκαταλείψει το ακίνητο. Προβάλλονται όμως ισχυρισμοί περί συνεισφοράς της ίδιας και μέσω της οικογένειας της στην ανοικοδόμηση του ακινήτου που χρησιμοποιείτο ως οικογενειακή στέγη, προβάλλοντας ως υπεράσπιση ότι απέκτησε η ίδια δικαιώματα στην περιουσία δυνάμει εξ επαγωγής εμπιστεύματος. Η κα Γεωργίου θεωρεί ότι οι ισχυρισμοί της εναγομένης αφορούν ουσιαστικά απαίτηση της που πηγάζει από περιουσιακές σχέσεις μεταξύ συζύγων και εγείρει θέμα συνεισφοράς της στην αύξηση περιουσίας του ενάγοντα και καταπιστεύματος που κατέχει αυτός προς όφελος της κάτι που δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει υπεράσπιση της εναγομένης στην παρούσα αγωγή που αφορά το αστικό αδίκημα της επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία. Οι ισχυρισμοί αυτοί μπορούν να στοιχειοθετήσουν απαίτηση της για συμμετοχή στην περιουσία του ενάγοντα ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου μόνο, ανέφερε η συνήγορος. Διερωτήθηκε μάλιστα γιατί δεν διεκδικήθηκε μέχρι σήμερα τέτοια απαίτηση. Η ένορκη δήλωση της εναγομένης θεωρώ ότι αποκαλύπτει γεγονότα τα οποία δεικνύουν συνεισφορά από την ίδια για την ανοικοδόμηση της οικίας. Με βάση δε τις αρχές που επεξηγήθηκαν από τον κ. Πούγιουρο όπως αναφέρονται πιο πάνω, χωρίς βέβαια να προβαίνω σε εις βάθος ανάλυση του θέματος και να καταλήγω σε συμπεράσματα είναι δυνατό η εναγόμενη, με βάση τα γεγονότα που τέθηκαν, να προβάλει ως υπεράσπιση ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα στην περιουσία δυνάμει εξ επαγωγής εμπιστεύματος. Το κατά πόσο το θέμα μπορεί να αποφασιστεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ή κατά πόσο μόνο το Οικογενειακό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφασίσει τέτοια θέματα, όπως ισχυρίστηκε η κα Γεωργίου δεν μπορεί να εξεταστεί σε λεπτομέρεια με κατάληξη σε ευρήματα σε αυτό το στάδιο, ούτε θα μπορούσε να αποκλειστεί η καταχώριση υπεράσπισης λόγω του ότι η εναγόμενη δεν έχει μέχρι σήμερα προβεί σε αξίωση ενώπιον Δικαστηρίου για την ύπαρξη ισχυριζόμενης συνεισφοράς στην περιουσία. Σε ότι αφορά τις αξιούμενες αποζημιώσεις τουλάχιστον ως προς το ύψος της ενοικιαστικής αξίας δίδεται από την εναγόμενη κάποια άλλη εκτίμηση με την οποία αμφισβητείται η αξιούμενη αποζημίωση. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι η εναγόμενη έχει αποσείσει το βάρος που είχε να καταδείξει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να της δίδουν το δικαίωμα να προβάλει υπεράσπιση. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται εναντίον του ενάγοντα/αιτητή και καθίστανται πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Δίδεται άδεια στην εναγόμενη να καταχωρίσει υπεράσπιση εντός 15 ημερών από σήμερα. (Υπ.) ........... Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: αίτηση για συνοπτική απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο