← Κύπρος

Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. Ανδρέας Κυππαρής Λτδ, Αρ. Αγωγής? 4846/10, 17/4/2013

Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. Ανδρέας Κυππαρής Λτδ, Αρ. Αγωγής? 4846/10, 17/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A106 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 4846/10 Μεταξύ: Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Εναγόντων και Ανδρέας Κυππαρής Λτδ Eναγομένων Ημερομηνία:17/4/2013 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους/Αιτητές׃ κ. Χρ. Πουργουρίδης (για την απαγγελία της απόφασης κ. Σ. Φασουλιώτης) Για Ενάγοντες/Καθ' ων η αίτηση: κα Ε. Ιωάννου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αφορμή για έκδοση της παρούσας απόφασης αποτέλεσε η αίτηση των εναγομένων ημερομηνίας 28/11/2012 με την οποία επιδιώκουν να τροποποιήσουν την Έκθεση Υπεράσπιση τους. Με την αιτούμενη τροποποίηση οι εναγόμενοι επιδιώκουν να εισαγάγουν στο δικόγραφο τους ισχυρισμό περί κωλύματος των εναγόντων να διεκδικούν το αξιούμενο ποσό λόγω συμπεριφοράς των υπαλλήλων τους και/ή των αντιπροσώπων τους μέσω της οποίας άφησαν τους εναγόμενους να πιστεύουν ότι αν πλήρωναν το ποσό των Λ.Κ.20.000= θα θεωρούσαν όλες τις φορολογικές εκκρεμότητες των εναγομένων ως πλήρως διευθετηθείσες. Την αίτηση, η οποία βασίζεται στη Δ.25 Θ.1 και Δ.48, Θ.Θ.1, 2, και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας υποστηρίζει ένορκος δήλωση του Ανδρέα Κύππαρη, ενός εκ των διευθυντών των εναγομένων. Σύμφωνα με τα όσα ο ενόρκως δηλών προβάλλει, όταν ο νέος τους δικηγόρος ανέλαβε την υπόθεση περί τις 19/11/12 τους συμβούλευσε ότι επιβάλλεται να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης έτσι ώστε να συμπεριληφθεί στην Έκθεση Υπεράσπισης ισχυρισμός για ύπαρξη κωλύματος καθότι πράγματι υπάλληλοι των εναγόντων παρέστησαν τόσο στον ίδιο όσο και στους ελεχτές-λογιστές των εναγομένων ότι σε περίπτωση που κατέβαλλαν το ποσό των Λ.Κ.20.000= κάθε φορολογική εκκρεμότητα για την περίοδο που διεκδικείται το αξιούμενο ποσό θα θεωρείτο ως πλήρως εξοφληθείσα. Το αίτημα αυτό των εναγομένων συνάντησε την ένσταση των εναγόντων, οι οποίοι και καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση ένστασης, προβάλλοντας ότι, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, η αίτηση γίνεται κακόπιστα και καθυστερημένα, οι λόγοι που προβάλλονται προς υποστήριξη της αίτησης δεν είναι επαρκείς, τυχόν έκδοση διατάγματος τροποποίησης θα προκαλέσει αδικία στα καλώς νοούμενα συμφέροντα των εναγόντων, με την τροποποίηση επιδιώκεται επαναπροσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων και νέα βάση υπεράσπισης και τέλος ότι με αυτήν επιδιώκεται να εισαχθεί μαρτυρία. Η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις και οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω με περισσότερη λεπτομέρεια. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης έχουν εκτεθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd and another

(1989)1 Α.Α.Δ. 33, οι αρχές αυτές συνοψίσθηκαν ως ακολούθως: «α. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. β. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. γ. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. δ. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.». Ο κυρίαρχος λόγος όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο M/V Vladimir Vasilief (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ., σ.71 που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο για να επιτρέψει τροποποίηση είναι η παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Όπως και ο Λόρδος Denning έχει αναφέρει στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R.754, η οποία και υιοθετήθηκε και στην Κύπρο, σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως την Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934, «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. σ. 704 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής». Όπως τέθηκε και στην απόφαση Νικολάου v. Μιλτιάδου κ.α.
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1005 «ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης». Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Αντρέας Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, στη σελίδα 562 της απόφασης λέχθηκε πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των Εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Όπως αναφέρθηκε στην Βασιλειάδης ν. Πετρολίνα
(1994)
(1)Α.Α.Δ. σ.14: «Άκαμπτοι κανόνες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσαν να διαγραφούν αλλά παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης». Στην Saba & Co v. T.P.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. σ. 426 λέχθηκε ότι: «Η καθυστέρηση δε, δεν είναι αφ΄ εαυτής αποφασιστικής σημασίας. Καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή». Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Ltd κ.α. ν. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. σ.72 λέχθηκε ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας συνυπολογίζει όλους τους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε διαδραματίζοντες ρόλο καθώς και όλα τα σχετικά γεγονότα στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. σ. 934, επετράπηκε η τροποποίηση, παρά το ότι η διαδικασία βρισκόταν σε πολύ προχωρημένο στάδιο και η αίτηση είχε καταχωρηθεί μετά την έναρξη της ακρόασης και αφού είχαν ακουσθεί επτά μάρτυρες, σε υπόθεση μάλιστα όπου είχε διεξαχθεί και επιτόπια έρευνα από το Κτηματολόγιο. Αναφέρθηκαν στην υπόθεση αυτή μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». Στην Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 AAΔ 24, υποβλήθηκε αίτημα για τροποποίηση στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ήδη ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς. Η αίτηση βασιζόταν στο Καν. 90 των Κυπριακών Θεσμών Ναυτοδικείου, όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσης υποθέσεις, ασκείται με βάση τις ίδιες αρχές, όπως και στις αστικές υποθέσεις. Αναφέρθηκε στην απόφαση αυτή ότι: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και εξισορροπούνται μετά από συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελέσφορο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στη εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Αξίζει στο σημείο αυτό να γίνει αναφορά στην Clive Preece κ.α. v. Νάσως Θεοφίλου Ρωσσίδου,, Πολτ. Εφ. 271/2008, ημερομ. 16/12/2011, όπου έγινε συμπερίληψη όλης της πιο πάνω νομολογίας και όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Στο στάδιο αυτό και πριν προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης, θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ περιληπτικά στο ιστορικό της υπόθεσης, όπως αυτό προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας. Η αγωγή στα πλαίσια της οποίας η παρούσα αίτηση έχει υποβληθεί, καταχωρήθηκε στις 8/10/2010. Αφού καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης, οι εναγόμενοι στις 21/3/2011 καταχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης και στις 12/1/12 καταχωρήθηκε Απάντηση στην Υπεράσπιση. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίσθηκε σε διάφορες ημερομηνίες τόσο για οδηγίες όσο και για ακρόαση. Στις 19/11/12 καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου και ακολούθησε στις 28/11/12 η καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση λαμβάνοντας υπόψη τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Όπως διαφαίνεται από τα πιο πάνω από την καταχώρηση της αγωγής και μέχρι σήμερα έχουν παρέλθει τρία και πλέον χρόνια χωρίς μέχρι σήμερα η ακρόαση της υπόθεσης να έχει ακόμα ξεκινήσει. Παρά το ότι ο λόγος που υποβάλλεται σήμερα η αίτηση τροποποίησης εκτίθεται με λιτό και συνοπτικό τρόπο είναι προφανές ότι οι εναγόμενοι επιζητούν την έκδοση διατάγματος τροποποίησης επικαλούμενοι την συμβουλή που τους έδωσε ο νέος τους δικηγόρος, ο οποίος όπως εμφαίνεται από το φάκελο καταχώρησε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου στις 19/11/12 ενώ λίγες μέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 28/11/12 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Όπως αποφασίσθηκε στην υπόθεση Δόμνας Χριστοδούλου πιο πάνω, είναι δυνατό να επιτραπεί τροποποίηση ακόμα και όταν αυτή είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης κάτω βέβαια από κάποιες προϋποθέσεις οι οποίες εάν συντρέχουν ή όχι στην παρούσα περίπτωση θα κριθεί στη συνέχεια. Όσον αφορά το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης και όπως και στην υπόθεση Astor, πιο πάνω αποφασίσθηκε, ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνυπολογίζει όλους τους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντες ρόλο, καθώς και όλα τα σχετικά γεγονότα στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Έτσι και στην παρούσα υπόθεση, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για παλιά υπόθεση, είναι σημαντικό ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα ξεκινήσει. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα που διαφαίνονται από τον φάκελο του Δικαστηρίου η υπό κρίση αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε λίγες μέρες μόνο μετά που ο νέος δικηγόρος των εναγομένων ανέλαβε την υπόθεση και έδωσε ανάλογη συμβουλή στους πελάτες του. Με βάση τα όσα προβάλλονται από τους εναγόμενους κρίνεται πρόδηλο ότι η ανάγκη για τροποποίηση διαφάνηκε όταν ο νέος τους δικηγόρος ανέλαβε την υπόθεση, κάτι που έγινε περί τις 19/11/12 όταν δηλαδή καταχωρήθηκε η ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου. Καταδεικνύεται περαιτέρω ότι δεν παρήλθε άπρακτος οποιοσδήποτε χρόνος από τότε μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης αφού αυτή και όπως προαναφέρεται καταχωρήθηκε λίγες μέρες μετά. Κρίνεται λοιπόν ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης που σχετίζονται με το ότι οι λόγοι που προβάλλονται δεν είναι επαρκείς και αυτοί που σχετίζονται με την καθυστέρηση δεν μπορούν να ευσταθήσουν. Οι ενάγοντες προβάλλουν επίσης ως λόγο ένστασης ότι τα γεγονότα των οποίων επιδιώκεται η εισαγωγή, αποτελούν νέα γεγονότα τα οποία μεταβάλλουν τη βάση της υπεράσπισης. Όμως αυτό δεν συμβαίνει αφού με αυτά που επιδιώκεται να εισαχθούν δεν μεταβάλλονται οι υφιστάμενες θέσεις των εναγομένων οι οποίοι με την καταχωρηθείσα Υπεράσπιση τους προβάλλουν ισχυρισμούς για πλήρη και τελεία εξόφληση κάθε οφειλής τους προς τους ενάγοντες με την καταβολή ποσού ύψους Λ.Κ.20.000=. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι ακόμα και στην περίπτωση που κρινόταν ότι με την τροποποίηση εισάγεται νέα βάση υπεράσπισης, αυτή δεν οδηγεί αφευατού σε μη αποδοχή τέτοιου αιτήματος (βλ. Saba v. T.M.P. Agents
(1994)1 AAΔ 426). Με τις επιδιωκόμενες να εισαχθούν τροποποιήσεις δεν επιδιώκεται η εισαγωγή νέων γεγονότων που μεταβάλλουν την υφιστάμενη γραμμή που οι εναγόμενοι έχουν ήδη δικογραφήσει αλλά με αυτήν η υφιστάμενη βάση διευκρινίζεται και καθίσταται πλέον ξεκάθαρη, χωρίς τίποτε που να μην υπάρχει να προστίθεται. Δεν μπορεί επίσης να παραγνωρισθεί ότι όπως και ο ευπάιδευτος συνήγορος των εναγομένων υπέδειξε, ισχυρισμοί για νομικό κώλυμα (estoppel) πρέπει να διατυπώνονται ρητά στα δικόγραφα, διαφορετικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να τους εξετάσει έστω και αν υπάρχει σχετική μαρτυρία (βλ. Πουρίκκος v. Σάββα κ.α.
(1991)1Α ΑΑΔ 507). Για τους λόγους αυτούς ούτε και ο τελευταίος λόγος ένστασης ότι δηλαδή με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται να εισαχθεί μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτός. Δεν εντοπίζω επίσης οποιαδήποτε κακοπιστία των εναγομένων, ούτε και θεωρώ ότι η επιστολή ημερομ. 12/5/2006 δεικνύει τέτοια κακοπιστία, αλλά αντίθετα δείχνει ότι από τότε υπήρχε αμφισβήτηση του αξιούμενου από τους ενάγοντες ποσού. Όπως είναι νομολογημένο, για να πετύχει τέτοιος λόγος ένστασης, θα πρέπει η κακοπιστία να είναι εμφανής, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, αφού οι εναγόμενοι παρά το ότι από τότε αμφισβητούν το ποσό που αξιώνεται, καταχώρησαν την αίτηση τροποποίησης όταν ανέλαβε νέος δικηγόρος να ενεργεί εκ μέρους τους και τους συμβούλευσε προς αυτή την κατεύθυνση. Ο προβαλλόμενος λόγος ένστασης ότι, στην περίπτωση έγκρισης της αίτησης θα υπάρξουν επιπτώσεις στα δικαιώματα των εναγόντων, δεν μπορεί παρά να αποτύχει. Και αυτό γιατί παρά το ότι εκτίθεται ως λόγος ένστασης καμία συνέπεια που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων δεν έχει υποδειχθεί με μαρτυρία στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και έτσι ο λόγος αυτός παρέμεινε μετέωρος και αστήρικτος. Τέτοια μαρτυρία έγινε προσπάθεια να εισαχθεί μέσω της αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγομένων, κάτι που όμως δεν είναι επιτρεπτό αφού η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί τον ενδεδειγμένο τρόπο για εισαγωγή μαρτυρίας. Θα πρέπει επίσης στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι με την αγόρευση των εναγόντων επιδιώκεται να συσχετισθεί η καθυστέρηση με κατάχρηση της διαδικασίας. Όμως ούτε στην ειδοποίηση ένστασης ούτε και στην ένορκο δήλωση που την στηρίζει προβάλλεται τέτοιος λόγος ένστασης γι' αυτό και τα όσα αναφέρονται στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Με βάση όλα τα πιο πάνω, συνεκτιμώντας όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε υπόθεση δικάζεται και αποφασίζεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως αυτά εγείρονται στα δικόγραφα, της δυνατότητας που παρέχεται σε κάθε διάδικο να προβάλει ελεύθερα τους ισχυρισμούς του (βλ. Geto, πιο πάνω), σε συνδυασμό με το ότι καμία αδικία ή δυσμενής επηρεασμός θα επέλθει στα δικαιώματα των εναγόντων, κρίνεται ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, το αίτημα για τροποποίηση να εγκριθεί. Σε σχέση τώρα με το θέμα των εξόδων, χρήσιμα είναι τα όσα αποφασίσθηκαν στην υπόθεση Χαρίλαου Χατζηγέρου v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου,
(2003)3 ΑΑΔ 31, με την οποία ανατράπηκε ο κανόνας που ίσχυε μέχρι τότε ότι, τα έξοδα σε αίτηση τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση, γιατί αυτός δεν λάμβανε αρκούντως υπόψη τον κανόνα στον οποίο στηρίζεται η αρχή για επωμισμό της δαπάνης στο διάδικο που προκάλεσε αχρείαστα τα έξοδα. Αποφασίσθηκε στην υπόθεση αυτή ότι, η ορθή τομή σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι η επιδίκαση εξόδων στον καθ' ου η αίτηση, του ½ των εξόδων. Αποφασίστηκε σε αυτήν ότι «εφόσον η ακρόαση που προέκυψε από την ένσταση του καθ' ου η αίτηση, απέβη σε όφελος του αιτητή, το 1/2 των εξόδων επιδικάστηκαν υπέρ του καθ' ου η αίτηση» (βλ. Ευσταθίου v. Λαική
(2003)1 ΑΑΔ 1007). Γι' αυτό και υπέρ των εναγόντων, θα επιδικασθεί μόνο το ½ των εξόδων της αίτησης. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση ως η παραγρ. (A) της αίτησης. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος και τυχόν Απάντηση σε αυτήν εντός περαιτέρω 10 ημερών. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses), όπως και το ½ των εξόδων της παρούσας αίτησης όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση και σε βάρος των εναγομένων/αιτητών και να είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής civil/interim subject: tropopiisi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.