FRANTISEK STEPANEK κ.α. ν. AVILA MANAGEMENT SERVICES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1043/2011, 30/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A120 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Α. Ν. Κονή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1043/2011 Μεταξύ:
- FRANTISEK STEPANEK
- JAROSLAV ROKOS
- SOKOLOVSKA UHELNA, PRAVNI NASTUPCE A.S. Εναγόντων/Αιτητών και
- AVILA MANAGEMENT SERVICES LTD
- FLEMMING EDSBERG
- VUMOND INVESTMENTS LTD Εναγομένων/Καθ' ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 29.1.13 Ημερομηνία: 30 Aπριλίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-αιτητές: κ. Κ. Θεοδωρίδης Για Εναγόμενους 1 και 2- καθ' ων η αίτηση: κ. Ν. Θρασυβούλου Για κα Ελένη Χρυσάνθου-καθ΄ης η αίτηση: κ. Κούρτελος με κα Χρίστου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 4.10.12 οι ενάγοντες-αιτητές καταχώρησαν αίτηση με αίτημα την έκδοση εντάλματος δέσμευσης εναντίον των καθ' ων η αίτηση
- Avila Management Services Limited (εναγομένων 1),
- Νεόφυτου Γρηγοριάδη, Διευθυντή της εταιρείας Avila Management Services Limited,
- Ελένης Χρυσάνθου,
- Flemming Edsberg (εναγόμενο 2). Μετά την καταχώρηση ένστασης εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση η πλευρά των αιτητών στις 29/1/13 ημερομηνία κατά την οποία η πιο πάνω αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση απέσυρε την αίτηση εναντίον του καθ' ου η αίτηση 2 (Νεόφυτου Γρηγοριάδη) και ζήτησε αναβολή λόγω του ότι την ίδια ημερομηνία η πλευρά των αιτητών καταχώρησε την παρούσα αίτηση διά της οποίας εξαιτείται: «Διάταγμα και/ή Άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να επιτρέπεται στους Ενάγοντες/Αιτητές να καταχωρίσουν Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, στην Ένορκη Δήλωση του κύριου Petr Malek ημερομηνίας 04/10/2012, η οποία υποστηρίζει την Αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών ημερομηνίας 04/10/2012, για έκδοση Διατάγματος Δέσμευσης («Writ of Attachment») εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3, (α) σε σχέση και προς απάντηση των ισχυρισμών της κυρίας Μαρίας Νικολαΐδου, οι οποίοι τίθενται στην Ένορκη Δήλωσή της ημερομηνίας 09/01/2013, η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Ειδοποίησης Ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση 1, Avila Management Services Limited ημερομηνίας 09/01/13, (β) σε σχέση και προς απάντηση των ισχυρισμών του κύριου Flemming Edsberg, οι οποίοι τίθενται στην Ένορκη Δήλωση του ημερομηνίας 09/01/2013, η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Ειδοποίησης Ένστασης του ως Καθ' ων η αίτηση 2 ημερομηνίας 09/01/2013 και (γ) σε σχέση και προς απάντηση των ισχυρισμών της κυρίας Ελένης Χρυσάνθου, οι οποίοι τίθενται στην Ένορκη Δήλωσή της ημερομηνίας 09/01/2013, η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Ειδοποίησης Ένστασης ως Καθ' ης η Αίτηση 3 ημερομηνίας 09/01/2013.» Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα στη Δ.39, τη Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 4
(1)και
(2), 6, 8 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/1960, άρθρα 29, 30, 31, 32, 33 και 42, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 άρθρα 9 και 49, στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία, στις αρχές της επιείκειας καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Petr Malek δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές στη Δημοκρατία της Τσεχίας. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην ένορκη του δήλωση διάφορους ισχυρισμούς στους οποίους θα γίνεται αναφορά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Η πλευρά των καθ' ων η αίτηση - εναγομένων 1 και 2 καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας διάφορους λόγους για τους οποίους η αίτηση δεν θα πρέπει να γίνει αποδεχτή ότι δηλαδή απουσιάζει η ορθή νομική βάση που να στηρίζει το αίτημα για την παραχώρηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ότι οι αιτητές δεν έχουν δείξει ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε το Δικαστήριο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ότι με την αίτηση τους οι αιτητές αποσκοπούν στο να «διορθωθεί» μια ελλιπής ή ανεπαρκής αίτηση με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται η αποδοχή της, η ένορκη δήλωση της οποίας ζητείται η καταχώρηση δεν περιέχει μαρτυρία αλλά νομικούς ισχυρισμούς ή και ισχυρισμούς που δεν δύναται να προβληθούν με ένορκη δήλωση, ότι με την παρούσα αίτηση οι αιτητές επιζητούν να εισαγάγουν μαρτυρία η οποία θα έπρεπε να είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου διά της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση παρακοής αφού αφορά ζητήματα τα οποία κατά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης οι αιτητές γνώριζαν ή μπορούσαν να προβλέψουν ότι θα εγείροντο από τους καθ' ων η αίτηση ενώ δεν δίδεται καμιά ή και καμιά ουσιαστική δικαιολογία για την παράλειψη αυτή, ότι η αίτηση είναι αντικανονική ή και παράτυπη ή και δεν συνάδει με τις πρόνοιες του Νόμου και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ενώ το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την αίτηση είναι γενικό ή και ελλιπές ή και ανεπαρκές ή και δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι το αίτημα προσκρούει στις πρόνοιες του άρθρου 12
(5)του Συντάγματος. Και τέλος ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία επί του θέματος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 12 και 162 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα στη Δ.35, Δ.39, Δ.40, Δ.42Α, Θ. 1, 2, 3, 6, 7, 10 και 12, Δ.48, Δ.59, Δ.33, Δ.34, και στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Νόμος 14/60 και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 2, 29, 30, 31, 32, 33, 42 στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Μαρίας Νικολαΐδου, εργοδοτουμένης των εναγομένων 1, η οποία είναι εξουσιοδοτημένη τόσο από τους εναγόμενους 1 όσο και από τον εναγόμενο 2 να προβεί στην ένορκη δήλωση αυτή. Η ενόρκως δηλούσα προβάλλει στην ένορκη δήλωση της διάφορους ισχυρισμούς στους οποίους θα γίνει αναφορά εφόσον κριθεί αναγκαίο. Η πλευρά της καθ' ης η αίτηση Ελένης Χρυσάνθου επίσης καταχώρησε ένσταση στην οποία προβάλλει παρόμοιους λόγους με αυτούς που προβάλλει η πλευρά των εναγομένων 1 και 2 για μη αποδοχή της αίτησης. Επιπρόσθετα αναφέρει ότι η αίτηση αποσκοπεί στην επανόρθωση πρωθύστερων παραλείψεων έτσι ώστε μεταβληθεί ή και αλλοιωθεί ή και θεραπευθεί εκ των υστέρων η εικόνα ή και το υπόβαθρο των γεγονότων που εξετέθη πρωταρχικά στο Δικαστήριο προκειμένου να παράσχει θεραπεία, ότι οι αιτητές επιζητούν να θέσουν ή και να εισαγάγουν στη διαδικασία νέα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου πέραν αυτών που έθεσαν με το αρχικό πραγματικό υπόβαθρο της κυρίως αίτησης γι' αυτό και δεν αποκαλύπτουν ή και δεν εξειδικεύουν το περιεχόμενο των απαντήσεων ή και των εξηγήσεων που επιθυμούν να προσφέρουν με την αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ότι η αίτηση αντιβαίνει κατά περιεχόμενο συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση, ότι οι αιτητές προωθούν την αίτηση καταχρηστικά και κακόπιστα καθώς επιχειρούν να εισάγουν στο παρόν στάδιο ανεπίτρεπτη ή και μη αποδεχτή μαρτυρία ή και να παραπλανήσουν το Δικαστήριο ή και μείζον μέρος των όσων επιδιώκουν να εισάγουν συμπληρωματικά αποτελεί επιχειρηματολογία ή και σχολιασμό μαρτυρίας., ότι οι αιτητές εξάντλησαν τη δυνατότητα τους όπως προσκομίσουν μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης τους μέσω της ένορκης δήλωσης η οποία υποστηρίζει την κυρίως αίτηση (αίτηση παρακοής) με αποτέλεσμα η υπόθεση για την κατηγορία να έχει πλέον περατωθεί, ότι η αίτηση καταχωρήθηκε ετεροχρονισμένα ή και μετά την παρέλευση εύλογου χρόνου, ότι δεν είναι εύλογο ή και δίκαιο ή και δικαιολογημένο εκ των πραγμάτων όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, λόγω της φύσης της διαδικασίας της αίτησης παρακοής οι αιτητές όφειλαν ή και θα έπρεπε να επιδείκνυαν την προσήκουσα επιμέλεια να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου εξαρχής όλα τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση τους και όχι αντικανονικά να επιχειρούν να θεραπεύσουν εκ των υστέρων τα όποια κενά της υπόθεσης της κατηγορίας, ότι οι αιτητές αποσκοπούν αντικανονικά στην εισαγωγή εκ νέου μαρτυρίας προκειμένου να αποσείσουν το αυξημένο βάρος απόδειξης που έχουν λόγω της φύσης της διαδικασίας, ότι το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την αίτηση είναι ανεπαρκές και δεν δικαιολογεί την έκδοση της αιτούμενης άδειας ή και τα όσα επιχειρείται να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό ή και δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη ή και να επηρεάσουν τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της παρούσας αίτησης, ότι δεν θεωρείται επιτρεπτή η προσαγωγή συμπληρωματικής μαρτυρίας η οποία να απαντά ή και να απορρίπτει την εκδοχή της άλλης πλευράς ως ανυπόστατης από τη στιγμή που στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών ή και δεν προβαίνει σε ευρήματα ως προς το αληθές των ενώπιον του ισχυρισμών και τέλος ότι η αίτηση είναι κακόπιστη ή και καταχρηστική ούτως ώστε το ισοζύγιο της ευχέρειας να κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ελένης Χρυσάνθου στο περιεχόμενο της οποίας θα γίνει αναφορά εφόσον κριθεί αναγκαίο. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35, Δ.39, Δ.40 Θ.9, 42(α) Θ. 1-13, Θ.Θ. 1, 2, 3, 6, 7, 9, 10, 12, Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4
(1)και
(2), 6, 8(i), 9, 19, 11, 12 και 13, Δ.59, Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, άρθρα 2, 29, 30, 31, 32, 33 και 42, στο άρθρο 74 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 στα άρθρα 12, 30 και 162 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., στις αρχές του κοινού δικαίου (common law) και του δικαίου της επιείκειας (equity), στη Νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες, στη γενική Πρακτική και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης οι συνήγοροι όλων των πλευρών προχώρησαν σε αγορεύσεις χωρίς να προηγηθεί η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων στην αίτηση και τις ενστάσεις. Το πρώτο ζήτημα που θα εξεταστεί είναι κατά πόσο η παρούσα αίτηση αποτελεί ενδιάμεση αίτηση ούτως ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα η Δ.48 Θ.4
(2). Στην υπόθεση Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 366 σε αίτημα για έκδοση διατάγματος φυλάκισης εναντίον του εναγόμενου-εφεσίβλητου λόγω περιφρόνησης του Δικαστηρίου και/ή παράλειψης του να συμμορφωθεί με το διάταγμα ημερομηνίας 10.4.1996 και/ή του διατάγματος ημερομηνίας 4.6.1996, οι εφεσείοντες-αιτητές είχαν καταχωρίσει ενδιάμεση αίτηση. Η αίτηση προσεγγίστηκε ως ενδιάμεση (από το πρωτόδικο δικαστήριο) γιατί συναρτάτο άμεσα με τα ενδιάμεσα θέματα που είχαν εγερθεί στην αγωγή όμως το Ανώτατο Δικαστήριο άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο το κατά πόσο η αίτηση για τιμωρία λόγω ανυπακοής δικαστικού διατάγματος, η οποία καταχωρείται μετά το πέρας της αγωγής είναι ενδιάμεση ή πρωτογενής. Στην παρούσα υπόθεση αίτηση συναρτάται με τα επίδικα θέματα της αγωγής αλλά δεν έχει καταχωρηθεί μετά το πέρας της αγωγής αφού η αγωγή δεν έχει ακόμη εκδικαστεί, στοιχείο το οποίο συνηγορεί υπέρ της θεώρησης της παρούσας αίτησης ως ενδιάμεσης. Στην Κώστα ν. Κώστα
(2003)1 (Α) ΑΑΔ 269 στις σελίδες 272-273 αναφέρεται σαφώς η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε αίτηση παρακοής διατάγματος: «Αλλά πέραν τούτου, η ένορκη δήλωση της Εφεσίβλητης όχι μόνο εκάλυπτε και τις εν λόγω συγκεκριμένες ημερομηνίες αλλά και, θετικά αντιστρατευόμενη τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντα, καθιστούσε έτι πιο βεβαρημένη την υποχρέωση του να στοιχειοθετήσει την υπόθεση του. Τούτο ο Εφεσείων απέτυχε εντελώς να κάνει εφ' όσον ούτε αντεξέτασε την Εφεσίβλητη για να υποσκάψει ενδεχομένως τους δικούς της ισχυρισμούς ούτε επεδίωξε να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να τους αντικρούσει και να θέσει τη δική του εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου.» Καταλήγω επομένως ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί ενδιάμεση αίτηση. Το αίτημα παραχώρησης αδείας εκ μέρους του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προβλέπεται από τη Δ.48 Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως αυτή έχει τροποποιηθεί από την 23.12.99, με αποτέλεσμα στις αιτήσεις που καταχωρούνται δυνάμει της Δ.48 να μην απαιτείται η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας για απόδειξη γεγονότων που αμφισβητούνται (Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Συγκεκριμένα η Δ.48 Θ.4
(2)προβλέπει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39». Επομένως αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο θα ασκήσει την εξουσία που του παρέχει η Δ.48 Θ.4
(2)νοουμένου ότι προβάλλεται καλός λόγος γι' αυτό. Στην υπόθεση Ματθαίου κ.α
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510 λέχθηκε ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να ικανοποιηθεί και αποφανθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ή της ένστασης, ανάλογα με την περίπτωση. Χρήσιμα είναι και τα όσα λέχθηκαν από τον τότε Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και νυν Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κ. Παμπαλλή στα πλαίσια παρόμοιας αίτησης στην αγωγή 6710/97 απόφαση ημερ. 16.1.04 σε σχέση με την παράγραφο 2 του Θ.4 της Δ.48: «Είναι πιστεύω κατάλληλο στάδιο να εξετασθεί η φιλοσοφία πίσω από αυτή την τροποποίηση που έγινε το 1999. Κατά την άποψη μου είναι η αποφυγή επέκτασης, της ενδεχόμενα προσαχθείσας σ' αίτηση, προφορικής μαρτυρίας. Ορθά επίσης πιστεύω ότι απαιτείται άδεια του Δικαστηρίου έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η ολοκλήρωση παράθεσης του πραγματικού πλαισίου εκδίκασης μιας αίτησης και ν' αποφεύγεται η ατέρμονη ή ανεξήγητη καταχώριση ενόρκων δηλώσεων. Απαιτείται συνεπώς η παράθεση «καλού λόγου» για την έγκριση τέτοιου αιτήματος. Η έννοια της φράσης «καλός λόγος», πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διάδικου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλο, το κατά την άποψη του αναγκαίο υλικό, ή επιθυμητό υπόβαθρο πριν την ακρόαση της αίτησης. Η ασφαλιστική δικλείδα της παροχής ευχέρειας αντεξέτασης δεν τέθηκε κατά την άποψη μου τυχαία. Θα ήταν πιστεύω άδικο να τεθεί υψηλό εμπόδιο σε έναν αιτητή που επιθυμεί την καταχώριση ένορκης δήλωσης. Αυτό σ' αντιδιαστολή με την παρεχόμενη δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων, ακόμα και όταν καταδειχθεί αμέλεια, στην έγκαιρη παρουσίαση των γεγονότων. Το τι πρέπει να καταδείξει κατά την άποψη μου ο αιτητής, για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, ότι το αίτημα του εδράζεται σε καλό λόγο είναι η γνωστοποίηση της αναγκαιότητας απάντησης σε κάποιους ισχυρισμούς, ή ακόμη η παράθεση γεγονότων που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ή ενισχύσουν ένα νομικό επιχείρημα.» Έχω ακούσει και μελετήσει με προσοχή τα όσα έχουν αναφέρει οι ευπαίδευτοι δικηγόροι όλων των πλευρών κατά τις αγορεύσεις τους ως επίσης τα όσα περιέχονται στην αίτηση, στις ενστάσεις και τις ένορκες δηλώσεις που τη συνοδεύουν. Κρίνω ότι οι λόγοι τους οποίους προβάλλει η πλευρά των αιτητών για να τους επιτραπεί καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δηλαδή η αναγκαιότητα απάντησης σε γεγονότα και ισχυρισμούς που περιέχονται στις ενστάσεις των καθ' ων η αίτηση τα οποία η πλευρά των αιτητών θεωρεί ψευδή και παραπλανητικά, ότι οι αιτητές επιβάλλεται (κατά τη γνώμη τους) να προσκομίσουν μαρτυρία εν σχέσει με αμφισβητούμενα γεγονότα και ισχυρισμούς ώστε να αποσείσουν το σχετικό βάρος απόδειξης λόγω του ότι η κυρίως αίτηση που είναι αίτηση παρακοής αποτελεί οιονεί ποινική διαδικασία, ότι τα γεγονότα και ισχυρισμοί που θα περιληφθούν στην αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα βοηθήσουν το Δικαστήριο να έχει ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα όλου του φάσματος της διαφοράς και των γεγονότων της αίτησης ημερ. 4.10.02, αποτελούν καλούς λόγους για τους οποίους θα έπρεπε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκηθεί υπέρ των αιτητών. Καταλήγω επομένως ότι όλα τα πιο πάνω εξεταζόμενα σωρευτικά μπορούν να αποτελέσουν καλό λόγο για να δοθεί άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και ως εκ τούτου κρίνω το αίτημα δικαιολογημένο. Συνεπεία των πιο πάνω δίδεται άδεια στους ενάγοντες-αιτητές να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωρηθεί και αντίγραφο να δοθεί στους δικηγόρους των καθ' ων η αίτηση εντός πέντε ημερών από σήμερα. Τα έξοδα επιφυλάσσονται. (Υπ.) .............. Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΧ/ΓΚ Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Δ.48 Κ.4
(2)- ΄Αδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο