Α. Ν. ΧΑΤΖΗΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Σώτου Σωτηρίου, Aρ. Αγωγής: 176/12, 5/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 176/12 Μεταξύ: Α. Ν. ΧΑΤΖΗΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσας και Σώτου Σωτηρίου Εναγόμενου Αίτηση για διαγραφή ημερ. 10.12.2012 Ημερομηνία: 5 Απριλίου 2013 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κα Χριστοδουλίδου για κκ. Αντρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Χατζηευαγγέλου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή αφορά ισχυριζόμενη επέμβαση του εναγόμενου στο οικόπεδο της ενάγουσας αρ. 78 και για την οποία η ενάγουσα ζητά διάφορες θεραπείες, συμπεριλαμβανομένων διατάγματος για άμεσο τερματισμό της επέμβασης, ειδικές και γενικές αποζημιώσεις καθώς επίσης τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ο εναγόμενος καταχώρησε υπεράσπιση και ακολούθως την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά τη διαγραφή μέρους της έκθεσης απαίτησης. Η παρούσα αίτηση βασίζεται στη Δ.19 Θθ.4 και 26, τη Δ.27 Θθ.1-3 και τη Δ.48 Θ.9(
- j)και (ο), και στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στην αίτηση, η διαγραφή των συγκεκριμένων παραγράφων και/ή φράσεων της έκθεσης απαίτησης που εξειδικεύονται σε αυτή ζητείται καθότι αυτές είναι άχρηστες, σκανδαλώδεις, επιπόλαιες, ενοχλητικές και άσχετες, προκαλούν αμηχανία και δυσμενείς εντυπώσεις, αποτελούν μαρτυρία και/ή προσωπικές απόψεις και/ή σχόλια, και τείνουν να καθυστερήσουν τη δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας. Οι λόγοι ένστασης είναι ότι η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, όλες οι παράγραφοι και φράσεις στην έκθεση απαίτησης είναι σχετικές και απαραίτητες για τα επίδικα θέματα, η αίτηση είναι γενική και αόριστη και δεν εξειδικεύει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η διαγραφή της κάθε παραγράφου ή φράσης ξεχωριστά, και οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η διαγραφή είναι αντίθετοι μεταξύ τους. Επίσης η αίτηση διαγραφής είναι εκτός των δικογραφημένων θέσεων του εναγόμενου που περιέχονται στην υπεράσπιση του καθότι σε αυτή δεν ζητά τη διαγραφή του ίδιου μέρους της έκθεσης απαίτησης, η αίτηση έχει σκόπιμα υποβληθεί μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης και δημιουργεί αχρείαστα έξοδα και καθυστέρηση, η αίτηση δεν μπορεί να υποβληθεί μετά το κλείσιμο των δικογράφων, με την αίτηση δεν ζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου, η Δ.27 Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν εφαρμόζεται, και δεν είναι δίκαιο να εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα διαγραφής. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Μάρθας Χατζηευαγγέλου, μετόχου της ενάγουσας, στην οποία αναφέρεται στις ενέργειες της ενάγουσας προς το Κτηματολόγιο αναφορικά με τον ιδιοκτήτη του οικοπέδου αρ. 70 που εφάπτεται του επίδικου οικοπέδου και την καταχώρηση προσφυγής για την παράλειψη του Κτηματολογίου να δώσει απάντηση, και τα προβλήματα υγείας του κ. Νεόφυτου Χατζηευαγγέλου, υπεύθυνου για τη διαχείριση των διαμερισμάτων στο οικόπεδο αρ. 79 της ενάγουσας που επίσης εφάπτεται του επίδικου οικοπέδου. Κατά την αγόρευση της η δικηγόρος του αιτητή αρχικά έκανε εκτενή ανάλυση των νομικών αρχών που διέπουν το θέμα της διαγραφής μέρους του δικογράφου. Η κα Χριστοδουλίδου επεσήμανε ότι η κα Χατζηευαγγέλου δεν αναφέρει ότι έχει οποιαδήποτε εξουσιοδότηση από την ενάγουσα εταιρεία να προβεί στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και επομένως αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο στο πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης. Η κα Χριστοδουλίδου εισηγήθηκε επίσης ότι οι λόγοι ένστασης δεν είναι εξειδικευμένοι, είναι επαναλαμβανόμενοι και προκαλούν δυσκολία στην εξέταση τους. Ακολούθως η κα Χριστοδουλίδου αναφέρθηκε στους ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης των οποίων ζητείται η διαγραφή και εξέφρασε τη θέση ότι αυτοί είναι άσχετοι με τα επίδικα θέματα, και κάποιοι τείνουν να δημιουργήσουν κακή εντύπωση για τον εναγόμενο προς το Δικαστήριο. Τέλος, η κα Χριστοδουλίδου ανέφερε ότι δεν είναι αναγκαίο η παρούσα αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, καθότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται φαίνονται από το περιεχόμενο της ίδιας της αίτησης, και ότι αυτή μπορεί να υποβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Η κα Χριστοδουλίδου αναγνώρισε ότι υπάρχει μία καθυστέρηση στην καταχώρηση αυτής αλλά το στάδιο καταχώρησης της δεν είναι απαγορευτικό, η ενάγουσα επέδειξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης και εν πάση περιπτώσει οι υπόλοιποι παράγοντες συνηγορούν υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Στη δική του αγόρευση ο δικηγόρος της καθ΄ης η αίτηση αναφέρθηκε επίσης στη σχετική νομολογία επί του υπό κρίση θέματος και εισηγήθηκε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η εφαρμογή των λόγων διαγραφής γίνεται με κάποιο περιθώριο ελαστικότητας στα μέρη του δικογράφου που δεν αποτελούν σοβαρή και ξεκάθαρη παραβίαση των κανόνων σύνταξης των δικογράφων. Ο κ. Χατζηευαγγέλου εισηγήθηκε ότι το μέρος της έκθεσης απαίτησης του οποίου ζητείται η διαγραφή είναι σχετικό με την παρούσα αγωγή και απαραίτητο με τις αιτίες αγωγής, η κάθε παράγραφος και φράση σε αυτή είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους και αποκαλύπτουν γεγονότα που είναι σχετικά και ουσιαστικά για την υπόθεση της ενάγουσας. Ο κ. Χατζηευαγγέλου ανέλυσε όλους τους λόγους ένστασης και κατέληξε ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα. Σύμφωνα με τη Δ.19 Θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή οποιουδήποτε θέματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο, το οποίο μπορεί να είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο μπορεί να τείνει να προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό, ενόχληση ή καθυστέρηση στη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Χρήσιμη καθοδήγηση για την εφαρμογή της πιο πάνω Διάταξης περιέχεται στο The Annual Practice 1958 με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια Δ.19 Θ.27, και στην υπόθεση Knowles v. Roberts 38 Ch.D. 270, στην οποία αναφέρεται ότι ο κανόνας είναι ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπαγορεύει στους διαδίκους πώς θα συντάσσουν τα δικόγραφα τους, νοουμένου ότι οι διάδικοι δεν θα πρέπει να παραβιάζουν τους κανόνες δικογραφίας. Αν κάποιος διάδικος εισαγάγει με το δικόγραφο του θέμα που είναι αχρείαστο και που τείνει να επηρεάσει δυσμενώς και να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής τότε το δικόγραφο αυτό είναι πέραν των δικαιωμάτων του διαδίκου. Στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd. κ.ά. v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787 γίνεται αναφορά στην υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ. κ.ά. v. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 Α.Α.Δ. 649, στην οποία λέχθηκε ότι «τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες σε σχέση με την απαίτηση, υπεράσπιση, ανταπαίτηση ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που περιλαμβάνουν, ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή εικόνα για τη φύση και έκταση της υπόθεσης, την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση, να μπορεί να ετοιμάζει τη δική της υπόθεση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεων ή τετελεσμένων γεγονότων». Στην εν λόγω υπόθεση το Δικαστήριο ανέφερε ότι σύμφωνα με το The Annual Practice 1960 η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια της Δ.19 Θ.26 έχει ερμηνευτεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ. ν. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685, στην οποία λέχθηκε ότι τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και η σύνταξη τους διέπεται από τους δικονομικούς κανόνες που περιέχονται στη Δ.19 Θ.4, δυνάμει της οποίας μόνο τα ουσιώδη γεγονότα που είναι αναγκαία πρέπει να δικογραφούνται σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή και χωρίς πλατειασμούς. Γίνεται επίσης παραπομπή στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd.
(1936)1 K.B. 697, στην οποία η λέξη "material" ("ουσιώδες") ερμηνεύτηκε ότι σημαίνει «necessary for the purpose of formulating a complete cause of action». Στην υπόθεση Christie v. Christie L.R.8 Ch. 503 αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια ενός ισχυρισμού που περιλαμβάνεται στα δικόγραφα και ο οποίος είναι σχετικός με την αιτούμενη θεραπεία. Στην υπόθεση Willington v. Loring 6 Q.B.D. 196 αναφέρθηκε ότι κάποιο θέμα δεν θεωρείται σκανδαλώδες αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Αναφορικά με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ενοχλητικό ("embarrassing") σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Mayor of London v. Horner
(1914)111 L.T.: «I take "embarrassing" to mean that the allegations are so irrelevant that to allow them to stand would involve useless expense and would also prejudice the trial of the action by involving the parties in a dispute that is wholly apart from the issues.» Το γεγονός και μόνο ότι το δικόγραφο του αντιδίκου περιέχει κάποια αχρείαστα θέματα δεν είναι ικανοποιητικός λόγος για να διαταχθεί διαγραφή. Μια δήλωση δεν διαγράφεται μόνο για τον λόγο ότι είναι αχρείαστη, εκτός αν τείνει να βλάψει την άλλη πλευρά. Αν όμως επουσιώδη θέματα διατυπώνονται με τέτοιο τρόπο ώστε ο άλλος διάδικος θα πρέπει να απαντήσει σε αυτά, και με αυτό τον τρόπο καθίστανται επίδικα άσχετα θέματα τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα την πρόκληση εξόδων, ταλαιπωρίας και καθυστέρησης, τότε αυτά θα διαγραφούν επειδή επηρεάζουν τη δίκαιη δίκη της υπόθεσης. Η μακρηγορία από μόνη της δεν αποτελεί λόγο για διαγραφή. Στις περιπτώσεις όμως όπου πέραν της μακράς παράθεσης ουσιωδών γεγονότων περιέχονται μακρές δηλώσεις άσχετων γεγονότων και εγγράφων τα οποία είναι σχετικά μόνο ως μαρτυρία, τότε προκαλείται δυσμενής επηρεασμός στην άλλη πλευρά αναφορικά με την υπόθεση που έχει να αντιμετωπίσει. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Davy v. Garrett
(1878)7 Ch.D. 473. Πριν ασχοληθώ με την ουσία της αίτησης, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τον λόγο ένστασης ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα και ότι αυτή δεν μπορεί να υποβληθεί μετά το κλείσιμο των δικογράφων. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Williams and Glyns Bank v. Ship "Maria"
(1984)1 C.L.R. 821 η αίτηση για διαγραφή μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, πρέπει όμως πάντοτε να γίνεται έγκαιρα. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου, μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης ακολούθησε η καταχώρηση αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης. Αφού καταχωρήθηκε η υπεράσπιση του εναγόμενου, κατόπιν αίτησης ορισμού, η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 12.12.
- Εν τω μεταξύ, στις 10.12.2012, καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, έτσι ώστε την ημερομηνία ορισμού της αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου, υπήρχε ήδη η εν λόγω αίτηση στον φάκελο και η οποία ήταν ορισμένη σε μεταγενέστερη ημερομηνία, στις 22.1.
- Επομένως, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση ένστασης στην υπό κρίση αίτηση και όρισε αυτή για ακρόαση, ενώ η αγωγή παραμένει για οδηγίες. Με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα δεν ικανοποιούμαι ότι ο εναγόμενος επέδειξε τέτοια καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, καθότι αυτή καταχωρήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και ακόμα πριν την ημερομηνία ορισμού της αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες. Παρόλο που θα ήταν ορθότερο η εν λόγω αίτηση να καταχωρείτο ενόσω εκκρεμούσε η αίτηση της ενάγουσας για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης και πριν την καταχώρηση της υπεράσπισης του εναγόμενου, εν τούτοις η υποβολή της παρούσας αίτησης έγινε σε αρχικό ακόμα στάδιο στη διαδικασία. Βέβαια αξίζει να σημειωθεί ότι στην υπεράσπιση εγείρεται προδικαστική ένσταση αναφορικά με τον τρόπο σύνταξης της έκθεσης απαίτησης και ότι αυτή δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη καθότι είναι επιπόλαια και/ή σκανδαλώδης και/ή ενοχλητική και/ή εισαγάγει ανεπίτρεπτη μαρτυρία, καθώς επίσης περιλαμβάνεται ο ισχυρισμός ότι μέρος της έκθεσης απαίτησης περιέχει άσχετους ισχυρισμούς οι οποίοι πρέπει να διαγραφούν, και επιπόλαιους και/ή σκανδαλώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι σύμφωνα με τη Δ.19 Θ.26 το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή, θεωρώ ότι η παρούσα αίτηση μπορεί να καταχωρηθεί σε αυτό το στάδιο και περαιτέρω, με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, αδυνατώ να καταλήξω ότι η εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε σε αυτό το στάδιο σκόπιμα ή ότι είναι κακόπιστη και ως τέτοια καταχρηστική της διαδικασίας. Με την παρούσα αίτηση ζητείται η διαγραφή μέρους της έκθεσης απαίτησης δυνάμει της Δ.19 Θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το γεγονός ότι στο αιτητικό της αίτησης δεν ζητείται ρητά "διάταγμα του Δικαστηρίου" για τη διαγραφή αυτού δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία. Από τη στιγμή που η νομική βάση της αίτησης δίνει τέτοια εξουσία στο Δικαστήριο και με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η θεραπεία που προνοείται σε αυτή, τότε συνάγεται ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο άσκησης αυτής της εξουσίας του, μπορεί να εκδώσει σχετικό διάταγμα εφόσον ήθελε εγκρίνει την παρούσα αίτηση ή μέρος αυτής. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 Θ.9(j) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αίτηση η οποία βασίζεται στη Δ.19 Θ.26 για διαγραφή δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Η παρούσα αίτηση εμπίπτει εντός αυτής της δικονομικής πρόνοιας, και έτσι δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση εφόσον τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί τον λόγο ένστασης ότι η αίτηση δεν εξειδικεύει τον λόγο για τον οποίο ζητείται η διαγραφή της κάθε παραγράφου και/ή φράσης της έκθεσης απαίτησης ξεχωριστά και επομένως είναι αδύνατο για την ενάγουσα να γνωρίζει ποιος λόγος αφορά την κάθε παράγραφο και/ή φράση. Στην εν λόγω αίτηση ζητείται η διαγραφή των συγκεκριμένων παραγράφων και/ή φράσεων για τους λόγους που αναφέρονται ρητά και γενικά σε αυτή, και παρόλο που αυτοί δεν εξειδικεύονται για κάθε παράγραφο και/ή φράση, εν τούτοις είναι ξεκάθαρο ποιοι λόγοι αφορούν και σχετίζονται με καθεμία των παραγράφων και/ή φράσεων των οποίων ζητείται η διαγραφή έτσι ώστε να παρέχεται η ευχέρεια τόσο στην πλευρά της ενάγουσας όσο και στο Δικαστήριο να αντιληφθούν και γνωρίζουν ποιοι από τους λόγους αφορούν την κάθε παράγραφο και/ή φράση των οποίων ζητείται η διαγραφή. Ακόμα ο λόγος ένστασης ότι η αίτηση διαγραφής είναι εκτός των δικογραφημένων θέσεων του εναγόμενου καθότι στην υπεράσπιση του εγείρει διαφορετικούς ισχυρισμούς αναφορικά με το θέμα διαγραφής και πάλι δεν με βρίσκει σύμφωνη. Σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει επί της αίτησης, η οποία καταχωρήθηκε μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης και αφού προφανώς η πλευρά του εναγόμενου θεώρησε ότι αυτή ήταν το κατάλληλο μέτρο αντιμετώπισης του συγκεκριμένου θέματος. Στην εν λόγω αίτηση διασαφηνίζεται η θέση του εναγόμενου και διευκρινίζεται το μέρος της έκθεσης απαίτησης που κατά την εισήγηση του πρέπει να διαγραφεί, έτσι ώστε το θέμα διαγραφής θα αποφασιστεί σε αυτό το στάδιο και ειδικότερα πριν την ακρόαση της υπόθεσης. Με αυτόν τον τρόπο, αν η αίτηση πετύχει η δίκη θα διεξαχθεί στην ορθή της βάση χωρίς αχρείαστη μαρτυρία, καθυστέρηση και έξοδα. Σε αντίθετη περίπτωση απόρριψης της αίτησης, τότε η απόφαση του Δικαστηρίου θα είναι δεσμευτική για το μέρος της έκθεσης απαίτησης του οποίου ζητείται η διαγραφή και το οποίο θα παραμείνει νομότυπα και κανονικά στην έκθεση απαίτησης. Θεωρώ ακόμα ότι η οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου επί της αίτησης θα έχει τη σημασία της εκ των πραγμάτων αναφορικά με τους ισχυρισμούς του εναγόμενου για το θέμα της διαγραφής που περιέχονται στην υπεράσπιση του. Στο πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης μέχρι στιγμής, το Δικαστήριο ασχολήθηκε με τους λόγους ένστασης οι οποίοι δεν χρήζουν υποστήριξης από οποιαδήποτε μαρτυρία καθότι αυτοί μπορούν να εξεταστούν με βάση τα γεγονότα που υπάρχουν στον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Κύπρου Λτδ v. Χρίστου Χαρίδη, Πολ. Έφεση αρ. 50/2010, ημερ. 11.5.2011, «σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 κ. 4
(1)δεν είναι απαραίτητο όπως μια Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, παρά μόνο σε ένορκη δήλωση παρατίθενται οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία η Ένσταση βασίζεται και τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας». Στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την ένσταση η κα Χατζηευαγγέλου δεν αναφέρει ότι προβαίνει σε αυτή κατόπιν εξουσιοδότησης της από την ενάγουσα, και επομένως η εν λόγω ένορκη δήλωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, αυτή δεν περιέχει οτιδήποτε σχετικό με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης παρά μόνο τη γενική της θέση ότι τα όσα ζητείται να διαγραφούν είναι σχετικά και απαραίτητα για τα επίδικα θέματα της αγωγής, κάτι που αποτελεί και λόγο ένστασης. Είναι αξιοσημείωτο ότι μόνο στην αγόρευση του ο δικηγόρος της ενάγουσας αναλύει τους λόγους για τους οποίους η κάθε παράγραφος και φράση της οποίας ζητείται η διαγραφή είναι σχετική με τα επίδικα θέματα της αγωγής, αφορά ουσιαστικά γεγονότα και επομένως είναι απαραίτητη να υπάρχει στην έκθεση απαίτησης. Η εν λόγω αγόρευση όμως δεν αποτελεί μαρτυρία στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης και επομένως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και τύχει αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Στρεφόμενη τώρα στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, θα ασχοληθώ με την κάθε παράγραφο και φράση της έκθεσης απαίτησης, της οποίας ζητείται η διαγραφή, όπως αυτές εξειδικεύονται στην αίτηση. Στο σημείο αυτό επαναλαμβάνω ότι σε αυτό το πλαίσιο το Δικαστήριο θα περιοριστεί στα γεγονότα που προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου. Η παράγραφος 6 της έκθεσης απαίτησης περιέχει αναφορά για τον τρόπο αγοράς των δύο οικοπέδων αρ. 78 και 79 από την ενάγουσα, κάτι το οποίο είναι παντελώς άσχετο με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Οι παράγραφοι 8 και 9 της έκθεσης απαίτησης κάνουν εκτενή αναφορά στην κατάσταση της υγείας του κ. Νεόφυτου Χατζηευαγγέλου, και καταλήγουν στον ισχυρισμό περί μείωσης της επίβλεψης των διαμερισμάτων από τον ίδιο. Θεωρώ ότι οι εν λόγω παράγραφοι περιέχουν άσχετους και αχρείαστους ισχυρισμούς. Η παράγραφος 13 και η φράση στην παράγραφο 14 της έκθεσης απαίτησης των οποίων ζητείται η διαγραφή αναφέρονται σε ενέργειες του εκπρόσωπου της ενάγουσας αναφορικά με συνομιλία του με αλλοδαπό πρόσωπο που εργαζόταν εντός του οικοπέδου αρ. 78 και ο οποίος κατονόμασε τον εναγόμενο ως το πρόσωπο που τον έβαλε να εργάζεται εκεί, στις προσπάθειες του εκπρόσωπου της ενάγουσας για την αναζήτηση του εναγόμενου και ακόμα στο πώς ο εναγόμενος του συστήθηκε. Οι εν λόγω παράγραφοι περιέχουν μερικώς άσχετους ισχυρισμούς καθώς επίσης μαρτυρία η οποία δεν πρέπει να περιλαμβάνεται στα δικόγραφα. Το μέρος της παραγράφου 16 της έκθεσης απαίτησης της οποίας ζητείται η διαγραφή αναφέρεται σε εικασία ότι πίσω από την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του οικοπέδου αρ. 70, σύμφωνα με τα στοιχεία του Κτηματολογίου, βρίσκεται ο εναγόμενος και ότι το Κτηματολόγιο αμελώς δεν κατέχει ακριβή στοιχεία για τη διεύθυνση διαμονής της με αποτέλεσμα ο εκπρόσωπος της ενάγουσας να μην μπορεί να την εντοπίσει. Επιχειρήματα και εικασίες καθώς επίσης απόδοση ευθύνης στο Κτηματολόγιο δεν έχουν θέση στο δικόγραφο και θεωρούνται παντελώς άσχετα με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Η παράγραφος 22 της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται σε συνάντηση του εκπρόσωπου της ενάγουσας και του εναγόμενου και σε αναφορά στα λόγια του εναγόμενου. Θεωρώ ότι αυτή η παράγραφος περιέχει μαρτυρία η οποία δεν πρέπει να περιλαμβάνεται στα δικόγραφα. Χρήσιμη παραπομπή γίνεται στο σύγγραμμα Bullen & Leake, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 44, όπου αναφέρεται ότι μόνο η ουσία μίας συνομιλίας πρέπει να περιέχεται στα δικόγραφα εκτός αν τα ακριβή λόγια είναι τόσο σημαντικά που πρέπει να αναφερθούν πλήρως. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν θεωρώ ότι το περιεχόμενο των όσων ανέφερε ο εναγόμενος είναι τόσο σημαντικά που πρέπει να παρατεθούν αυτολεξεί. Η παράγραφος 26 της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται σε αντίληψη και/ή πιθανή αντίληψη και /ή πληροφόρηση και/ή πιθανή πληροφόρηση του εναγόμενου για την κακή υγεία του κ. Νεόφυτου Χατζηευαγγέλου και ότι «αναμένοντας τον πιθανό θάνατο του λόγω των προβλημάτων υγείας και ηλικίας του και προσδοκώντας ότι σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να ισχυρίζεται ό,τι θέλει» ο εναγόμενος και/ή οι υπάλληλοι του εκμεταλλεύτηκαν τις περιορισμένες επισκέψεις του κ. Χατζηευαγγέλου στα διαμερίσματα και εισήλθαν παράνομα στο επίδικο οικόπεδο και διέπραξαν τις ισχυριζόμενες παράνομες ενέργειες. Στην εν λόγω παράγραφο και πάλι περιέχονται εικασίες και επιχειρήματα που δεν μπορούν να περιλαμβάνονται στα δικόγραφα. Η παράγραφος 27 της έκθεσης απαίτησης αναφέρει ότι όταν ο εκπρόσωπος της ενάγουσας «έλαβε περισσότερες πληροφορίες για τον εναγόμενο, τις δραστηριότητες του, τις επιχειρήσεις και τις τακτικές του σε σχέση με αγωγές και δικαστηριακές υποθέσεις» κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όλες οι παράνομες ενέργειες του εναγόμενου και/ή των υπαλλήλων του ήταν σχεδιασμένες από την αρχή και ότι δεν είχε πρόθεση να τις τερματίσει. Αυτή η παράγραφος περιέχει άσχετους ισχυρισμούς αναφορικά με τον εναγόμενο αλλά κυρίως θέσεις οι οποίες τείνουν να επηρεάσουν αρνητικά και δυσμενώς τον εναγόμενο, σε σχέση με τη συμπεριφορά και διαγωγή του, και δεν μπορούν να περιλαμβάνονται στα δικόγραφα και αποτελούν μη αποδεκτή μαρτυρία. Σχετικά επί τούτου παραπέμπω στο σύγγραμμα Bullen & Leake, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 147, όπου αναφέρεται ότι «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matters and so raises issues which may involve expense, trouble and delay and thus ill prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations». Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, η παρούσα αίτηση επιτυγχάνει. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα διαγραφής των παραγράφων 6, 8, 9, 13, 22, 26 και 27 και των φράσεων στις παραγράφους 14 «Το άτομο . Αγίου Αθανασίου.» και 16 «Όμως ... για αυτή.» της έκθεσης απαίτησης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενου-αιτητή και εναντίον της ενάγουσας-καθ'ης η αίτηση όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας αγωγής. (Υπ.) ......................................... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Πολιτική / Ενδιάμεση Απόφαση Αναφορά: Διαγραφή μέρους έκθεσης απαίτησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο