PROSCENO TRADING LTD ν. ΟPEN JOINT STOCK COMPANY "SUMY MACHINE-BUILDING SCIENCE PRODUCTION ASSOCIATION κ.α., Αρ. Αγωγής 6273/2010, 26/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A116 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: K. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6273/2010 Μεταξύ: PROSCENO TRADING LTD., από Λεμεσό Ενάγουσας και ΟPEN JOINT STOCK COMPANY "SUMY MACHINE- BUILDING SCIENCE & PRODUCTION ASSOCIATION, named after M.v. FRUNZE" of Ukraine, 40004, Kovpakovskiy District 58, Govkoho Street, ως και άλλοι Εναγόμενοι των οποίων τα ονόματα εκτίθενται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Α» που επισυνάπτεται στην παρούσα Εναγομένων ------------------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 13.9.2012 εκ μέρους εναγομένης 34 για διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης και απόρριψη της αγωγής Ημερομηνία: 26 Aπριλίου, 2013 Για εναγόμενη 34-αιτήτρια: κα Μ. Κωνσταντίνου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Κοννάρη) Για ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση: κ. Σ. Πίττας (για ν' ακούσει απόφαση κ. Φλουρέντζος) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται η διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης και απόρριψη της αγωγής εναντίον της εναγομένης 34-αιτήτριας για το λόγο ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε εύλογη αιτία αγωγής ή οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση εναντίον της. Όπως αναφέρεται στην αίτηση, τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται φαίνονται από τον φάκελο της υπόθεσης και ειδικότερα την Έκθεση Απαίτησης και είναι τα ακόλουθα: «
- Η μόνη αναφορά στο σώμα της Εκθέσεως Απαιτήσεως στην Εναγομένη 34 βρίσκεται στην Παράγραφο 18, η οποία περιέχει τον ισχυρισμό ότι η Εναγόμενη 34 είναι Κυπριακή Τράπεζα η οποία ενεργεί ως επίτροπος (custodian) των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης
- Ουδεμία διευκρίνηση ή επεξήγηση γίνεται για τον όρο «επίτροπος», που απλώς ερμηνεύτηκε στα αγγλικά ότι σημαίνει custodian. Ο όρος, όμως, custodian, δεν υποδηλώνει επίτροπο.
- Στο μέρος της Έκθεσης Απαιτήσεως όπου περιέχονται οι αξιώσεις της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων, αναφέρεται στην Παράγραφο Θ ότι η Ενάγουσα αξιοί Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Εναγόμενους 34 υπό την ιδιότητα αυτών ως επιτρόπων (CUSTODIAN) των Εναγομένων 11, όπως, εντός 7 ημερών από την ημέρα επίδοσης του διατάγματος σ' αυτούς, επιδώσουν στους Κύπριους Δικηγόρους των Εναγόντων ένορκη δήλωση με την οποία να αποκαλύπτουν οποιοδήποτε έγγραφο έχουν στην κατοχή τους που να σχετίζεται με την απόκτηση από την Εναγομένη 11 του 100% των μετοχών της Εναγομένης 18, την έμμεση απόκτηση από την Εναγομένη 11 του 100% των μετοχών της Εναγομένης 17 και την έμμεση απόκτηση από την Εναγομένη 11 του 78.35% των μετοχών της Εναγομένης
- Η Ενάγουσα περαιτέρω αξιοί από τους Εναγομένους 34 την αποκάλυψη οποιωνδήποτε εγγράφων που να αποδεικνύουν την λήψη οποιωνδήποτε αδειών και/ή εγκρίσεων από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και/ή των αρμοδίων αρχών της Δημοκρατίας για την απόκτηση από την Εναγομένη 11 των ανωτέρω μετοχών των Εναγομένων 17-19 καθώς και την αποκάλυψη οποιωνδήποτε εκτιμήσεων (VALUATIONS) για την ανωτέρω ισχυριζόμενη απόκτηση μετοχών.
- Είναι γνωστό ότι σύμφωνα με τη Νομολογία οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που εμπεριέχονται στο Μέρος, που περιλαμβάνει τις αξιώσεις των Εναγόντων στην Έκθεση Απαιτήσεως, δεν θεωρούνται ως δεόντως ή καθόλου δικογραφημένοι και έτσι δεν είναι επιτρεπτή η προσκόμιση μαρτυρίας προς απόδειξη τους.
- Εν πάση περιπτώσει στην Έκθεση Απαιτήσεως δεν θεμελιώνεται το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο για έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal εναντίον της Εναγομένης
- Ο ισχυρισμός και μόνον ότι η Εναγόμενη 34 είναι «Επίτροπος (Custodian)» της Εναγομένης 11, ακόμα και αν επεξηγούνταν οι όροι αυτοί, δεν επαρκεί προς νομική θεμελίωση της εκδόσεως τέτοιων διαταγμάτων.
- Οι Ενάγοντες κατέθεσαν λεπτομερέστατη από 66 σελίδες Έκθεση Απαιτήσεως, χωρίς να αισθανθούν την ανάγκη να επιτύχουν διατάγματα Norwich Pharmacal προ της συντάξεως της Εκθέσεως Απαιτήσεως. Σύμφωνα με την νομολογία (πχ Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd 2005 3 All E.R. 511) δεν είναι εν πάση περιπτώσει πλέον νομικώς δυνατή η έκδοση τέτοιων διαταγμάτων.
- Η επιδίωξη εκδόσεως διαταγμάτων Norwich Pharmacal στην υπό κρίση περίπτωση παραβιάζει τον κανόνα ότι δεν μπορούν να εκδίδονται τέτοια διατάγματα όταν τα επιδιωκόμενα μπορεί να επιτευχθούν με κλήση μάρτυρα (mere witness rule).
- Είναι προφανές από τις πιο πάνω αναφορές και από το γεγονός ότι η Έκθεση Απαιτήσεως δεν περιέχει καμία άλλη αναφορά στην Εναγομένη 34, ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν περιέχει το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων το οποίο να αποκαλύπτει οποιοδήποτε εύλογο αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας εναντίον της Εναγομένης 34 και οι επιδιωκόμενες αξιώσεις της Ενάγουσας εναντίον της Εναγομένης 34 δεν συνδέονται και δεν βρίσκουν κανένα νομικό έρεισμα στα γεγονότα που επικαλείται η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησης της.» Οι ενάγοντες καταχώρισαν ένσταση η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: «Α. Η αίτηση είναι αβάσιμη και/ή παράτυπη, και δεν δικαιολογείται από και/ή δεν βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης που παρατίθενται στην Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων ή διαφορετικά. Β. Δεν υπάρχει κανένας λόγος για την έκδοση του αιτουμένου με την αίτηση διατάγματος, το οποίο θα θέσει τους ενάγοντες σε δυσμενή θέση αφού σε τέτοια περίπτωση θα αποστερηθούν του δικαιώματος του να τύχουν Δίκαιης Δίκης, και/ή οι ενάγοντες θα υποστούν δυσμενείς συνέπειες στην πορεία και/ή εξέλιξη και/ή παρουσίαση και/ή απόδειξη της υπόθεσης αυτών. Γ. Οι εναγόμενοι αρ. 34/αιτητές δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με καλή τη πίστη αλλά τεχνηέντως χωρίς πρώτα να ετοιμάσουν και να καταχωρίσουν υπεράσπιση, και σε κάθε περίπτωση να λάβουν συγκεκριμένη θέση ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή με ένορκη δήλωση, ζητούν τη διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων. Δ. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και/ή καταχωρίστηκε μετά από μεγάλη καθυστέρηση, η οποία ποσώς δεν δικαιολογείται ή μπορεί να δικαιολογηθεί από τους εναγόμενους αρ.34/αιτητές, και/ή η αίτηση έχει ως μοναδικό στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής των εναγόντων. Ε. Η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν τηρείται καμία προϋπόθεση που θέτουν οι σχετικοί νόμοι, κανονισμοί και σχετική νομολογία για την έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων που είναι δραστικής και συνοπτικής φύσεως." Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση περιλαμβάνονται στο φάκελο της δικογραφίας της αγωγής στην ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Σοφοκλέους ημερομηνίας 21.12.2010, η οποία περιλαμβάνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου καθώς και σε συνημμένη ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Παπούζογλου, Δικηγόρου στο Δικηγορικό Γραφείο ενός εκ των δικηγόρων των εναγόντων. Η ένορκη δήλωση της κας Παπούζογλου συνοψίζεται ως ακολούθως: Οι αιτητές προβαίνουν στην παρούσα αίτηση με μεγάλη καθυστέρηση η οποία δεν δικαιολογείται. Στις 29.12.2010 καταχωρίστηκε η αγωγή και στις 27.12.2010 το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στους εναγομένους. Στις 7.4.2011 οι ενάγοντες καταχώρισαν Έκθεση Απαίτησης. Στις 15.6.2011 οι εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης, στις 6.7.2011 οι Ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση για απόφαση εναντίον μεταξύ άλλων των αιτητών, η οποία παραμένει για οδηγίες και στις 13.9.2012 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση Σοφοκλέους και την Έκθεση Απαίτησης η εναγόμενη 11 είναι διεθνής εταιρεία μεταβλητού κεφαλαίου και αναγνωρίζεται δυνάμει του περί Διεθνών Συλλογικών Επενδυτικών Σχεδίων Νόμου ως ένα Διεθνές συλλογικό Επενδυτικό Σχήμα (International Collective Investment Scheme) με ιδρυτή και δικαιούχο τον εναγόμενο
- Η εναγόμενη 12 είναι διαχειρίστρια και εκ του νόμου υπεύθυνη για τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης
- Η εναγομένη 34 είναι Κυπριακή Τράπεζα η οποία έχει τύχει της έγκρισης της αρμόδιας αρχής για να ενεργεί ως εμπιστευματοδόχος της εναγόμενης
- Σημειώνεται ότι ο όρος «επίτροπος» που χρησιμοποιείται στην Έκθεση Απαίτησης χρησιμοποιήθηκε χωρίς οποιαδήποτε σκοπιμότητα αντί του συνώνυμου όρου «εμπιστευματοδόχος» που αναφέρεται στο σχετικό Νόμο. Στην Έκθεση Απαίτησης ο όρος αυτός συνοδεύεται από την Αγγλική απόδοση αυτού ήτοι "custodian". Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται και από την αρμόδια Εποπτική Αρχή, δηλαδή την Κεντρική Τράπεζα. Επισυνάπτεται αντίγραφο του Registry of International Collective Investment Schemes της Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο είναι διαθέσιμο στο ευρύ κοινό μέσω στης ιστοσελίδας της, όπου στη σελίδα 22 αναφέρεται η εναγόμενη 34 ως ο "custodian" της εναγομένης
- Η βάση της αγωγής των εναγόντων έχει ως αντικείμενο την αποζημίωση των εναγόντων για τις ζημιές και απώλειες που υπέστησαν υπό την ιδιότητα τους ως μετόχων της εναγομένης 1 συνεπεία, μεταξύ άλλων: (α) καταχρηστικής άσκησης δικαιωμάτων των εναγομένων 1 - 16 και 33 κατά παράβαση του άρθρου 13 του Αστικού Κώδικα της Ουκρανίας αναφορικά με διάφορες πλαστές και ή ψεύτικες συναλλαγές (sham agreements) που περιγράφονται με λεπτομέρεια στην Έκθεση Απαίτησης και οι οποίες υλοποιήθηκαν από τους εναγόμενους 1 - 16 και
- (β) Δόλιες και απατηλές πράξεις και συνωμοσία των εναγομένων 1 - 16 και 33 που έλαβαν χώρα εν όλω ή εν μέρει στην Κύπρο με συμμετοχή ημεδαπών εναγομένων αναφορικά με παράνομες αποξενώσεις περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης 1 που είχαν ως αποτέλεσμα να προκαλέσουν ζημιές και απώλειες στους ενάγοντες και στο να οικειοποιηθούν οι εναγόμενοι 1 - 16 και 33 τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία. Συνακόλουθα οι αιτητές ζητούν, μεταξύ άλλων, δηλώσεις από το Δικαστήριο ότι τρεις συναλλαγές που αναφέρονται στις παραγράφους 52Α, Β, Γ είναι πλαστές και/ή απατηλές. Όπως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην παράγραφο 52 οι συναλλαγές αυτές έγιναν κατά την περίοδο μεταξύ Απριλίου 2009 και Οκτωβρίου 2010 από τους εναγόμενους Grigorishin σε συνεννόηση και σε δόλιο σχηματισμό (in a fraudulent design and in concert), μεταξύ άλλων, με τους εναγόμενους Lukyanenko, τους ονομαστικούς εναγόμενους Grigorishin και τους ονομαστικούς εναγόμενους Lukyanenko καθώς και άλλα πρόσωπα που δεν γνωρίζουν σε αυτό το στάδιο οι ενάγοντες. Με στόχο την αποκάλυψη οποιασδήποτε συμμετοχής άλλων προσώπων στις αναφερόμενες παράνομες πράξεις και αδικοπραξίες οι ενάγοντες ζητούν διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich (παράγραφοι (στ) - (θ) της Έκθεσης Απαίτησης τα οποία στρέφονται εναντίον εναγομένων που κατοικούν στην Κύπρο (παράγραφος 72- 76 της Έκθεσης Απαίτησης ) στους οποίους περιλαμβάνεται και η εναγόμενη
- Μεταξύ των παραληπτών των περιουσιακών στοιχείων είναι και η εναγόμενη 11 και συνεπώς η εναγόμενη 34 λόγω της ιδιότητας της είναι αναμεμειγμένη άμεσα με τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα αγώγιμα δικαιώματα των εναγόντων εναντίον των εναγομένων συμπεριλαμβανομένης της εναγόμενης 11, που είναι από τους παραλήπτες περιουσιακών στοιχείων με βάση δόλιες συναλλαγές. Υπό την ιδιότητα των εμπιστευματοδόχων της εναγομένης 11 βάσει των προνοιών του σχετικού νόμου οι αιτητές έχουν στην κατοχή τους και διαχειρίζονται τα περιουσιακά τους στοιχεία στα οποία περιλαμβάνονται και αυτά που μεταβιβάστηκαν παράνομα σ' αυτούς. Οι συνήγοροι των δυο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες εξέτασα και θα αναφερθώ εκεί όπου χρειάζεται στην πορεία της απόφασης. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27, θ.3, Δ.48, θ.1-4, 6, 9, 10, 11 και 12 και Δ.64, στην ισχύουσα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις αποφάσεις των Αγγλικών Δικαστηρίων, στην γενική πρακτική και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Δ.27 θ.3 επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση προνοεί τα ακόλουθα: "
- The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just." Aναφέρεται στην υπόθεση In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 AAΔ 246 στη σελίδα 255: «Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.» Περαιτέρω στη σελίδα 258 της ίδιας απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας αλλά θέμα δικαίου. Επομένως το Εφετείο είναι σε θέση ουσιαστικά, όπως και το πρωτόδικο δικαστήριο, να καταλήξει σε συμπεράσματα σε σχέση με τη δικαιϊκή υπόσταση δικογράφου.» Η απόφαση στην In re Pelmako Development Ltd (πιο πάνω) υιοθετήθηκε στην Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1119, 1121-1122, απόφαση Κωνσταντινίδη, Δ.. Λέχθηκαν τα εξής: «Η δικανική κρίση στο στάδιο αυτό μπορεί να είναι μόνο το αποτέλεσμα νομικής ανάλυσης. Το έργο της διαπίστωσης της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας εύλογης αιτίας αγωγής δεν έχει να κάμει με την άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Επομένως, το Ανώτατο Δικαστήριο, με όμοιο το υπόβαθρο των συλλογισμών που η περίπτωση δικαιολογεί, μπορεί, το ίδιο όπως και το Πρωτόδικο Δικαστήριο, να καταλήξει σε όσα προκύπτουν ως ορθά συμπεράσματα. Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο, στην περίπτωση αυτή, το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. (Βλ. In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246). Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. Βλ. Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as executor of the will of the deceased Spyros Michaelides
(1965)1 CLR 176, Michael Papamichael v. Clitos Chaholiades
(1970)1 CLR 305.» Bλέπε επίσης G.C.C Computers Ltd v. Άννας Αλετρά κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 104. Στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα ν. Αργύρη Γεωργίου,
(2003)1 (B) ΑΑΔ 704 στις σελίδες 710-711 σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: "Το βασικό ερώτημα που εγείρεται είναι όπως το έχει θέσει ο Δικαστής Lord Pearson στην υπόθεση Drummond-Jackson v. British Medical Association το ακόλουθο: "Does this statement of claim disclose an alleged cause of action which has some chance of success?" Σε ελεύθερη μετάφραση, "Η έκθεση απαίτησης αποκαλύπτει μια κατ' ισχυρισμό βάση αγωγής που έχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας." Η διαγραφή μιας απαίτησης ή μιας υπεράσπισης δεν συνιστάται εκτός αν η εισήγηση δεν μπορεί να υποστηριχθεί. Όπως έχει τονισθεί από το Δικαστή Salmon L.J. στην υπόθεση Nagle v. Feilden [1966] 1 All E.R. 697, "It is well settled that a statement of claim should not be struck out and the plaintiff driven from the judgment seat unless the case is unarguable." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Έχει καλά καθιερωθεί ότι μια έκθεση απαίτησης δεν πρέπει να διαγράφεται και ο ενάγων να εκτοπίζεται από τη θέση της δικαστικής απόφασης εκτός αν η υπόθεση δεν έχει βάση συζήτησης." Σχετικό επίσης είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Mavromoustaki v. Yeroudes (πιο πάνω) στις σελ. 133-134 όπου γίνεται αναφορικά και στην Αγγλική νομολογία επί του αντίστοιχου Ο.25 r.4: «Speaking of this jurisdiction to dismiss actions in limine, Lord Herschell in Lawrance v. Norreys (Lord)
(1890)15 App. Cas. 210, said (at page 219): "It is a jurisdiction which ought to be very sparingly exercised, and only in very exceptional cases". In Dyson v. Attorney-General
(1911)1 K.B. 410 at page 418, Fletcher Moulton, L.J. said: "To my mind it is evident that our judicial system would never permit a plaintiff to be 'driven from the judgment seat' in this way without any court having considered his right to be heard, excepting in cases where the cause of action was obviously and almost incontestably bad". That is, undoubtedly, the test to be applied and the language used there is strong language. If there is a point capable or worthy of being argued it was clearly impossible to strike out an action in limine (per Tucker, L.J. in Law v. Dearley
(1950)1 All E.R. 124, at page 127). According to the notes to the English R.S.C. Order 25, rule 4, in the Annual Practice, it has been held in many cases that it is only in plain and obvious cases that recourse should be had to the summary process under this Rule, and that this procedure can only be adopted when it can be clearly seen that a claim is, on the face of it, obviously unsustainable, or that the case is clear beyond doubt. So long as the statement of claim discloses some cause of action, or raises some question fit to be decided by a court, the mere fact that the case is weak, and not likely to succeed, is no ground for striking it out. With these principles in mind we now come to consider counsel's submissions. Can it be said that there is no point capable or worthy of being argued in this case? Or that the cause of action is obviously and almost incontestably bad? Or that the claim is obviously unsustainable?" Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας θα προχωρήσω να εξετάσω τις θέσεις των δυο πλευρών, έχοντας πάντοτε υπόψη το περιεχόμενο του γενικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης τα οποία έχω εξετάσει. Η βάση της αγωγής συνοψίζεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και παρατίθεται πιο πάνω. Στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα σχετική με τους εναγόμενους 34 είναι η παράγραφος (Θ) η οποία αναφέρει τα εξής: «Θ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Εναγόμενους Αρ. 22 (υπό την ιδιότητα αυτών ως Διαχειριστών (ADMINISTRATORS) των Εναγομένων Αρ. 11), και του Εναγόμενους Αρ. 34 υπό την ιδιότητα αυτών ως επιτρόπων (CUSTODIAN) των Εναγομένων Αρ. 11) ως και τους αντιπροσώπους και/ή αξιωματούχους αυτών, όπως εντός επτά
(7)ημερών από την ημέρα επίδοσης του διατάγματος σ' αυτούς:
(1)Να ετοιμάσουν, καταθέσουν και/ή επιδώσουν στου Κύπριους Δικηγόρους των Εναγόντων ένορκη δήλωση που θα υπογράψει δεόντως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος αυτών, με την οποία: (α) Να αποκαλύψουν οποιανδήποτε συμφωνία, επιστολή, γραπτή επικοινωνία, ηλεκτρονική μηνύματα, τηλεομοιότυπα, οικονομικές καταστάσεις, τραπεζικά έγγραφα, αιτήσεις, και/ή οποιονδήποτε άλλο έγγραφο έχουν στην κατοχή και/ή στον έλεγχο και/ή εξουσία τους που να σχετίζεται και/ή να αφορά την απόκτηση του 100% των μετοχών της Εναγόμενης Αρ. 18 από την Εναγόμενη Αρ. 11 και/ή την έμμεση απόκτηση από την Εναγόμενη Αρ. 11 του 100% των μετοχών της Εναγόμενης Αρ. 19, ως και την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού για την ανωτέρω απόκτηση μετοχών, συμπεριλαμβανομένων και των εγγράφων που αποδεικνύουν την λήψη οποιωνδήποτε αδειών και/ή εγκρίσεων από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και/ή των αρμοδίων αρχών της Δημοκρατίας για την άμεση και/ή έμμεση απόκτηση από την Εναγόμενη Αρ. 1 των ανωτέρω μετόχων των Εναγομένων Αρ. 17-19. (β) Να αποκαλύπτουν οποιεσδήποτε εκτιμήσεις (VALUATIONS) και/ή υπολογισμούς έγιναν και/ή ετοιμάσθηκαν (εάν έγιναν) για να υλοποιηθή η ανωτέρω απόκτηση από την Εναγόμενη Αρ. 11 των ανωτέρω μετοχών των Εναγόμενων Αρ. 17-19.
(2)Να παρουσιάσουν και/ή παραδώσουν στους Κύπριους Δικηγόρους των Εναγόντων, όλα τα έγγραφα τα οποία ευρίσκονται στην κατοχή και/ή εξουσία και/ή έλεγχο αυτών και τα οποία σχετίζονται άμεσα και/ή έμμεσα με τα θέματα που αναφέρονται στην παράγραφο Θ1(α) και (β) ανωτέρω.» Στην έκθεση απαίτησης, η οποία καταλαμβάνει 66 σελίδες, γίνεται αναφορά στους εναγόμενους 34 στην παράγραφο 18 ως ακολούθως: «. Οι εναγόμενοι 34 είναι Κυπριακή Τράπεζα η οποία ενεργεί ως επίτροπος (custodian) των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης 11». Περαιτέρω στη σελίδα 54 κάτω από τον τίτλο «Θεραπεία τύπου Norwich Pharmacal» στις παραγράφους 72 μέχρι 76 αναφέρονται τα ακόλουθα: «72. Οι ενάγοντες έχουν επανειλημμένα προσπαθήσει να λάβουν πληροφορίες και έγγραφα σχετικά με τα θέματα της εναγομένης 1 και των θυγατρικών της, αλλά μέχρι τώρα, δεν ήταν σε θέση να το πράξουν, λόγω της αρνητικής συμπεριφοράς των εναγομένων και των αντιπροσώπων τους. 73. Οι ενάγοντες έχουν λάβει διάφορα διαβήματα εναντίον της Εναγομένης 1, με σκοπό, μεταξύ άλλων, να λάβουν πληροφορίες και έγγραφα σχετικά με τις ΠΛΑΣΤΕΣ (SHAM) Συμφωνίες που αναφέρονται αναλυτικά ανωτέρω. Αυτά τα διαβήματα μέχρι σήμερα δεν έφεραν κανένα θετικό αποτέλεσμα λόγω της συμπεριφοράς των Εναγομένων και/ή του απόλυτου ελέγχου που έχουν και/ή ασκούν οι Εναγόμενοι Αρ. 15 και 33 στην Εναγόμενη Αρ. 1 ως και στις θυγατρικές αυτής. 74. Τα αιτούμενα διατάγματα Norwich Pharmacal, που αναφέρονται στην αίτηση των εναγόντων είναι αναγκαία για τους Ενάγοντες, προκειμένου να είναι σε θέση: (
- i)Nα εντοπίσουν (TO TRACE) άλλα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 1 που μεταβιβάστηκαν σε εταιρείες των Εναγομένων 15 ή 33, (
- ii)Να εντοπίσουν (TO IDENTIFY) άλλους παραβάτες, (iii) Να ισχυριστούν (plead) την υπόθεση τους, και (
- iv)Να αποδείξουν (TO PROVE) την υπόθεση τους. 75. Οι Εναγόμενες 2, 9 και 11, ως επίσης και όλοι οι εναγόμενοι δι' αποκάλυψη (discovery defendants), έχουν υπό τον έλεγχο, κατοχή και εξουσία τους, τα απαιτούμενα έγγραφα υπό την ιδιότητά τους ως αποδέκτες των περιουσιακών στοιχείων, είτε ως διευθυντές των εταιρειών στα ονόματα των οποίων μεταβιβάστηκαν τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 1 είτε υπό την ιδιότητά τους, ως διαχειριστές και επιτρόποι της Εναγομένης 11 η οποία είναι Κυπριακό Διεθνές Συλλογικό Επενδυτικό Σχήμα, που δημιουργήθηκε από τον Εναγόμενο 15, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως όχημα ελέγχου και κυριότητας, μεταξύ άλλων, των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν ή λήφθηκαν από την Εναγόμενη 1, δυνάμει μεταξύ άλλων των ΠΛΑΣΤΩΝ (SHAM) συμφωνιών και παράνομα. 76. Οι εναγόμενοι δι' Αποκάλυψη (Discovery Defendants), αθώα ή μη, έχουν αναμιχθεί στις απατηλές ενέργειες ή παρανομίες των Εναγομένων 1 -16 και 33, και είναι υποχρεωμένοι να βοηθήσουν της Ενάγοντες με βάση τις αρχές της επιείκειας.» Στο δε αιτητικό Θ όπου αποτυπώνονται οι θεραπείες που αξιώνονται εναντίον των εναγομένων 34 περιλαμβάνεται πανομοιότυπο αιτητικό με αυτό του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου. Από τα πιο πάνω είναι εμφανές ότι οι ενάγοντες συμπεριέλαβαν στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα την θεραπεία που επιζητούν εναντίον της εναγόμενης 34. Από δε την έκθεση απαίτησης προκύπτει ο τρόπος με τον οποίον εμπλέκεται η εν λόγω τράπεζα στην όλη υπόθεση. Το γεγονός ότι στην έκθεση απαίτησης γίνεται αναφορά σε επίτροπο (custodian) ενώ η ορθή περιγραφή στα ελληνικά θα έπρεπε να ήταν εμπιστευματοδόχος, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, δε θεωρώ ότι επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την παρούσα υπόθεση. Αυτό που είναι σαφές από την έκθεση απαίτησης και τις παραγράφους 72 - 76 είναι ότι η εναγόμενη 34 υπό την ιδιότητα του εμπιστευματοδόχου (custodian) της εναγομένης 11 βρίσκεται, σύμφωνα με τους ενάγοντες αναμεμειγμένη στις παράνομες συναλλαγές που έγιναν σε βάρος των εναγόντων, έστω και χωρίς τη θέληση της. Η βάση της αγωγής εναντίον της εναγομένης 34 τράπεζας είναι η αποκάλυψη εγγράφων και πληροφοριών που σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης έχει στην κατοχή ή τον έλεγχο της ως επίτροπος (custodian) της εναγομένης 11 και που έχει αναμειχθεί αθώα ή μη στις παράνομες συναλλαγές, μεταξύ άλλων, της εναγομένης 11. Η δε αναγκαιότητα έκδοσης διαταγμάτων αποκάλυψης παρατίθεται στην παράγραφο 74 της έκθεσης απαίτησης πιο πάνω. Στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs and Excise [1973] 2 All ER 943 αναφέρονται υπό τον Lord Reid τα ακόλουθα: "Discovery as a remedy in equity has a very long history. The chief occasion for its being ordered was to assist a party in an existing litigation. But this was extended at an early date to assist a person who contemplated litigation against the person from whom discovery was sought, if for various reasons it was just and necessary that he should have discovery at that stage. Such discovery might disclose the identity of others who might be joined as defendants with the person from whom discovery was sought. Indeed in some cases it would seem that the main object in seeking discovery was to find the identity of possible other defendants. It is not clear to me whether in all these cases the plaintiff had to undertake in some way to proceed against the person from whom he sought discovery if he found on discovery being ordered that it would suit him better to drop his complaint against that person and concentrate on his cause of action against those whose identity was disclosed by the discovery. But I would think that he was entitled to do this if he chose." Περαιτέρω στην υπόθεση Alberta Treasury Branches v. Leahy, 2000 ABQB 575 (CanLII) που με παρέπεμψε ο κ. Πίττας παραθέτω απόσπασμα από την παρ. 70 της υπόθεσης:- «
(70)The jurisdiction of the court to grant such relief is based on the ancient equitable bill of discovery which was the subject of renewed interest in a series of cases starting with Norwich. A concise summary of the remedy is contained in Stone J.A. ´s judgement in Glaxo Wellcome PLC v. M.N.R., 1998 CanLII 9071 (F.C.A.),
(1988)4 F.C. 439 (C.A.) at 458 (footnote references omitted). The equitable bill of discovery is in essence a form of pre-action discovery. It is of ancient origin. It developed alongside the procedures for discovery which are ordinarily available in the course of litigation and which, it is worth noting, also originated in the courts of equity. This remedy permits a court, acting through its equitable jurisdiction, to order discovery of a person against whom the applicant for the bill of discovery has no cause of action and who is not a party to contemplated litigation. While it appears that an independent action for discovery cannot be brought against a person who is in the position of a ´mere witness´ or bystander to the cause of action, the case law suggests that a bill of discovery may be issued against an individual who is in some way connected to or involved in the misconduct.» Αυτή λοιπόν η βάση αγωγής είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν εξουσία να εκδίδουν διατάγματα της φύσης που επιζητούνται με την παρούσα αγωγή. Το γεγονός ότι σε ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 21.12.2010 οι ενάγοντες αξίωσαν τέτοιας φύσης διατάγματα ως ενδιάμεση θεραπεία και αργότερα απέσυραν την εν λόγω αίτηση δεν αποκλείει την δυνατότητα των εναγόντων να απαιτούν τέτοια θεραπεία στο διηνεκές. Αποτελεί επίσης θέση των αιτητών ότι η επιδίωξη εκδόσεως διαταγμάτων Norwich Ρharmacal στην παρούσα υπόθεση παραβιάζει τον κανόνα ότι δεν μπορούν να εκδίδονται τέτοια διατάγματα όταν τα επιδιωκόμενα μπορεί να επιτευχθούν με κλήση μάρτυρα (mere witness rule). Επίσης συνεχίζει η εισήγηση, όπου προνοείται διαζευκτική διαδικασία στο Νόμο και πάλι οι θεραπείες της Norwich Pharmacal δεν είναι διαθέσιμη για τους ενάγοντες. Θα πρέπει να υπάρχει αναγκαιότητα για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος και η απλή περιέργεια δεν είναι αρκετή για την έκδοση του. Στην παρούσα περίπτωση, ανέφερε η κα Κωνσταντίνου η έκθεση απαίτησης έχει ήδη καταχωριστεί και η ενδιάμεση θεραπεία έχει αποσυρθεί. Συνεπώς δεν υπάρχει, υποστήριξε η ευπαίδευτη συνήγορος αναγκαιότητα έκδοσης των εν λόγω διαταγμάτων εναντίον των εναγομένων 34 που αποτελούν αθώο μέρος. Πρόβαλε επίσης η ευπαίδευτη συνήγορος την ύπαρξη άλλου δικονομικού μέτρου, ήτοι την έκδοση Anton Piller order για επίτευξη του ίδιου σκοπού. Σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα κλήσης μάρυρος προς επίτευξη του ίδιου στόχου με την έκδοση διατάγματος Norwich Pharmacal, ο κ. Πίττας παρέπεμψε στην απόφαση στην υπόθεση Avila Management Ltd κ.ά. v. Frantiskek Stepanek Ltd Πολ. Έφ. 54/12 ημερ. 12.6.2012 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Κατά παρόμοιο τρόπο, η Δ.32 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών που επικαλούνται οι εφεσείοντες ως δίδοντας δικονομική διέξοδο στην παρουσίαση μάρτυρα και την προσκόμιση μαρτυρίας, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. Ορθά οι εφεσίβλητοι παραπέμπουν στα όσα σχετικά με την εμβέλεια της Δ.32, αποφασίστηκαν στην Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Αλωνεύτη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1863, από την Πλήρη Ολομέλεια, ότι σκοπός της κλήτευσης μάρτυρα κάτω από τη Δ.32 είναι η παρουσίαση αποδεκτής μαρτυρίας και όχι η εκμαίευση της στα πλαίσια του αντιπαραθετικού συστήματος, όπου δεν παρέχεται η δυνατότητα κλήσης μάρτυρα εκ μέρους του ενός των διαδίκων για να καταθέσει εναντίον του άλλου. Άλλωστε, μεταξύ διαδίκων ισχύει διαφορετικός κανόνας περί αποκάλυψης εγγράφων με βάση τις ορθόδοξες διαδικασίες κάτω από τη Δ.28. Όπως λέχθηκε και στη Re Barlows Clowes Gilt Managers Ltd
(1991)4 All E.R. 385, ένα τρίτο πρόσωπο δεν υπέχει υποχρέωση να βοηθήσει τους διαδίκους και δεν υπόκειται σε διαδικασία αποκάλυψης. Αυτόν ακριβώς, όμως, το σκοπό επιτελεί το διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal, που δεν μπορεί να επιτευχθεί με το μηχανισμό της Δ.32.» Με βάση τα όσα διαλαμβάνονται πιο πάνω θεωρώ ότι η κλήση μάρτυρα δεν μπορεί να αποτελεί εναλλακτική θεραπεία στη παρούσα περίπτωση. Ούτε βέβαια η έκδοση διατάγματος Anton Piller θα ήταν εφικτό να γίνει στην παρούσα περίπτωση χωρίς η εναγομένη 34 να είναι διάδικος. Ως προς την αναγκαιότητα έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal στην παρούσα υπόθεση σχετική είναι η παράγραφος 74 της έκθεσης απαίτησης. Τα υπόλοιπα σημεία που επικαλείται η κα Κωνσταντίνου αφορούν την ουσία της εξέτασης της αγωγής. Το γεγονός δε ότι έχει καταχωριστεί Έκθεση Απαίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καθιστά άνευ αντικειμένου την αγωγή εναντίον της εναγομένης 34. Όπως ρητά αναφέρεται στην παράγραφο 52 της έκθεσης απαίτησης στις ισχυριζόμενες παράνομες συναλλαγές εμπλέκονται εκτός από τους εναγόμενους και άλλοι ενάγοντες που δεν γνωρίζουν σε αυτό το στάδιο. Υπό το φως των όλων των πιο πάνω κρίνω ότι με βάση το περιεχόμενο της καταχωρηθείσας έκθεσης απαίτησης όπως έχει αναλυθεί πιο πάνω αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής εναντίον των αιτητών και συνεπώς η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής επιδικάζονται εναντίον των εναγομένων 34 / αιτητών. (Υπ.) .............. Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ Πιστον Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - etisi gia diagrafi ekthesis apetisis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο