J ARISTODEMOU IDEAL HOMES LTD ν. ΓΙΑΓΚΟΥ ΓΛΥΚΥ, Αρ. Αγωγής: 156/2007, 17/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 156/2007 Μεταξύ: J. ARISTODEMOU IDEAL HOMES LTD, από την Πάφο Εναγόντων και ΓΙΑΓΚΟΥ ΓΛΥΚΥ, από τη Λεμεσό Εναγομένου Ημερομηνία: 17.04.13 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Α. Γεωργιάδης (η κα Σκουρζού για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενο: κος Λουκαΐδης (ο κος Γ. Ανδρονίκου για ν' ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την καταχώρηση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος οι Ενάγοντες αξιώνουν τις πιο κάτω θεραπείες: (α) Δήλωση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η απόφαση ημερομηνίας 18.02.05 του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση Αρ. 11661 (στο εξής η 'έφεση') και/ή η απόφαση ημερομηνίας 13.03.03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην αγωγή υπ' αριθμό 814/99 (στο εξής η 'πρωτόδικη απόφαση') είναι άκυρες και/ή πρέπει να ακυρωθούν για το λόγο ότι λήφθηκαν και/ή οποιαδήποτε από αυτές λήφθηκε με δόλο του Εναγομένου και/ή δυνάμει του Κανονισμού 15 της Διάταξης 33 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και/ή των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και/ή διαφορετικά, (β) Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για δόλο και/ή παράνομη ιδιοποίηση και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή δυνάμει του δικαίου αποκατάστασης και/ή διαφορετικά. Ακολούθως, με την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης οι Ενάγοντες διεκδικούν τις εξής θεραπείες:
(1)Λ.Κ.£7.250,00 ως ειδικές και/ή γενικές αποζημιώσεις για παράβαση εμπιστεύματος και/ή δυνάμει σχέσης που προσομοιάζει με συμβατική και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή του δικαίου αποκατάστασης,
(2)Άνευ βλάβης του σημείου (γ), διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τον Εναγόμενο να δώσει στους Ενάγοντες λογαριασμό τι απέγινε το προϊόν των εκποιήσεων των οχημάτων με αριθμούς εγγραφής SJ 595 μοντέλο Subaru Saloon, RN 654 μοντέλο Subaru Saloon και VG 193 μοντέλο Mitsubishi Saloon (στο εξής τα 'οχήματα'). Οι δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμοί των διαδίκων: Μέσα από την Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 21.11.92 ο Εναγόμενος πώλησε και οι Ενάγοντες αγόρασαν τα οχήματα έναντι του τιμήματος των Λ.Κ.£7.250,
- Είναι η θέση των Εναγόντων ότι ενώ τα οχήματα ήταν εγγεγραμμένα στο όνομα του Εναγομένου αυτά εκποιήθηκαν δυνάμει δικαστικών αποφάσεων σε αγωγές που είχαν εγερθεί εναντίον του Εναγομένου και στη συνέχεια μεταβιβάστηκαν σε τρίτα πρόσωπα με το προϊόν των εκποιήσεων να έχει διατεθεί έναντι χρεών του Εναγομένου εις γνώση του τελευταίου, χωρίς την καταβολή από μέρους του Εναγομένου οποιουδήποτε ανταλλάγματος και χωρίς χαριστική πρόθεση των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος, κατά παράβαση του εμπιστεύματος, παρέλειψε να τους πληρώσει την αξία των οχημάτων, ήτοι το ποσό των Λ.Κ.£7.250,00 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό, με αποτέλεσμα αυτοί να ζημιώσουν και ταυτόχρονα ο Εναγόμενος να πλουτίσει αδικαιολόγητα με την εν λόγω αξία και/ή με το συνολικό προϊόν των εκποιήσεων των οχημάτων. Ο Εναγόμενος μέσα από την Υπεράσπιση του εγείρει προδικαστική ένσταση και προβάλει τη θέση ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει επειδή καλύπτεται από κώλυμα (estoppel). Παραθέτοντας όλα τα γεγονότα και όλες τις λεπτομέρειες που κατά την άποψη του καθιστούν βάσιμη την πιο πάνω θέση του, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες κωλύονται από του να προωθήσουν την παρούσα υπόθεση επειδή τα επίδικα θέματα που περιλαμβάνονται σ' αυτή έχουν κριθεί προγενέστερα στην αγωγή υπ' αριθμό 814/99 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, του οποίου η τελική απόφαση επικυρώθηκε κατ' έφεση. Ωστόσο ανεξαρτήτως της πιο πάνω θέσης του, ο Εναγόμενος αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης τους και εμμένουν ότι τα γεγονότα που διέπουν τη σχέση των διαδίκων είναι αυτά που προκύπτουν μέσα από την μεταξύ τους προηγούμενη αγωγή. Προσαχθείσα μαρτυρία: Προς απόδειξη της απαίτησης των Εναγόντων κατέθεσαν τρεις μάρτυρες ενώ για την προώθηση της υπεράσπισης του ο Εναγόμενος δεν παρουσίασε μαρτυρία. Επίσης, κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν 15 τεκμήρια. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά που τηρούνται και απλά πιο κάτω παρουσιάζεται μια συνοπτική παράθεση της με περισσότερες λεπτομέρειες να δίδονται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Μ.Ε.1 ήταν η κυρία Λένια Θεοδοσίου, υπεύθυνη του πολιτικού τμήματος στο πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία στην κυρίως εξέταση της, μεταξύ άλλων, αφού προσκόμισε τους δικαστηριακούς φακέλους των αγωγών υπ' αριθμό 814/99, 132/93, 4781/93 και 1350/94, άντλησε από αυτούς και κατάθεσε την έκθεση απαίτησης στην αγωγή υπ' αριθμό 814/99 ως Τεκμήριο 2Α, τα κλητήρια εντάλματα των αγωγών 132/93, 4781/93 και 1350/94 μεταξύ διαφόρων τραπεζών και Εναγομένου ως Τεκμήρια 5, 7 και 10, τις δικαστικές αποφάσεις στις αγωγές υπ' αριθμό 132/93, 4781/93 και 1350/94 ως Τεκμήρια 6, 8 και 11, την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου ημερομηνίας 13.03.03 στην αγωγή υπ' αριθμό 814/99 μεταξύ των διαδίκων ως Τεκμήριο 4, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.02.05 στην Πολιτική Έφεση Αρ. 11661 (έφεση κατά της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου στην αγωγή υπ' αριθμό 814/99) ως Τεκμήριο 1, έγγραφο πωλήσεως ημερομηνίας 21.11.92 των οχημάτων μεταξύ των διαδίκων ως Τεκμήριο 3, δικαστικό διάταγμα πληρωμής μηνιαίων δόσεων από μέρους του Εναγομένου σχετικά με την αγωγή υπ' αριθμό 4781/93 ως Τεκμήριο 9 και δικαστικό διάταγμα πληρωμής μηνιαίων δόσεων από μέρους του Εναγομένου σχετικά με την αγωγή υπ' αριθμό 1350/94 ως Τεκμήριο
- Η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι από το δικαστηριακό φάκελο της αγωγής υπ' αριθμό 132/93 δεν παρατηρεί το όχημα μοντέλου Mitsubishi Saloon με αριθμούς εγγραφής VG 193 να έχει εκποιηθεί χωρίς όμως να αποκλείει το ενδεχόμενο αυτό μέσω άλλης σχετικής αίτησης. Το ίδιο, όπως η ίδια είπε, ισχύει και για τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής RN 654 και SJ 595 μοντέλων Subaru Saloon αναφορικά με τις αγωγές υπ' αριθμό 4781/93 και 1350/
- Αντεξεταζόμενη η Μ.Ε.1, αφού κατάθεσε τα δικόγραφα της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης καθώς και Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση της αγωγής υπ' αριθμό 814/99 ως Τεκμήρια 2Β και 2Γ αντίστοιχα της οποίας όπως διευκρίνισε η εκδίκαση διεξήχθηκε με την παρουσίαση μαρτύρων, δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι δεν φαίνεται τα προαναφερόμενα οχήματα να εκποιήθηκαν με εντάλματα παράδοσης. Περαιτέρω, η εν λόγω μάρτυρας δήλωσε ότι στις 29.09.06 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης του ονόματος της επωνυμίας της εταιρείας 'J. Aristodemou Ideal Houses Ltd' σε "J. Aristodemou Ideal Homes Ltd". Μ.Ε.2 ήταν ο κύριος Μάριος Χρηστίδης, υπεύθυνος του κλάδου εποπτών στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών Λεμεσού, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι το όχημα με αριθμούς εγγραφής RN 654 πωλήθηκε στις 06.07.94 σε πλειστηριασμό του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ για το ποσό των Λ.Κ.£2.111,00, το οποίο ποσό παραλήφθηκε από τον εν λόγω οργανισμό, ενώ στις 03.08.94 έγινε μεταβίβαση της ιδιοκτησίας του οχήματος από το όνομα του Εναγομένου στο όνομα του αγοραστή. Όσον αφορά το όχημα με αριθμούς εγγραφής SJ 595, αυτό, σύμφωνα με τον μάρτυρα, πωλήθηκε σε δημοπρασία της Lombard Natwest Ltd για το ποσό των Λ.Κ.£2.300,00 με το προϊόν της πώλησης να πηγαίνει στην εν λόγω τράπεζα, ενώ στις 22.08.94 έγινε μεταβίβαση της ιδιοκτησίας του οχήματος από το όνομα του Εναγομένου στο όνομα του αγοραστή. Σε σχέση με το όχημα με αριθμούς εγγραφής VG 193, ο μάρτυρας ανάφερε ότι πωλήθηκε σε δημοπρασία της Lombard Natwest Ltd στις 14.10.93 με το προϊόν της πώλησης, το ύψος του οποίου δεν γνωρίζει, να πηγαίνει στην εν λόγω τράπεζα, ενώ στις 04.11.93 έγινε μεταβίβαση της ιδιοκτησίας του οχήματος από το όνομα του Εναγομένου στο όνομα του αγοραστή. Αντεξεταζόμενος ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι γνωρίζει για τις πωλήσεις και το προϊόν αυτών από στοιχεία που βρίσκονταν στους φακέλους που ήταν στην κατοχή του. Διευκρίνισε όμως ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά τη διεξαγωγή των πλειστηριασμών. Τελευταίος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν ο διευθυντής και κύριος μέτοχος Ιωάννης Αριστοδήμου (Μ.Ε.3), ο οποίος στην κυρίως εξέταση του, μέρος της οποίας έγινε με γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13, ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι μετά που επιθεώρησε τα οχήματα τα αγόρασε υπ' όρους δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 21.11.92 (Τεκμήριο 3) έναντι του ποσού των Λ.Κ.£7.250,
- Όταν μεταγενέστερα και κατόπιν, όπως είπε, δικής του επίμονης απαιτήσεως του δόθηκε αντίγραφο των τίτλων ιδιοκτησίας των οχημάτων, παρατήρησε ότι ο Εναγόμενος δεν ήταν ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης τους αλλά συνιδιοκτήτης με την Lombard Natwest Ltd των οχημάτων με αριθμούς εγγραφής VG 193 και SJ 595 και με τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ για το όχημα με αριθμούς εγγραφής RN
- Ο μάρτυρας είπε ότι ακολούθως προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Εναγόμενο για το θέμα αυτό χωρίς όμως αποτέλεσμα και έτσι ενημέρωσε τον αστυνομικό διευθυντή. Σύμφωνα με τον ΜΕ3 τα κλειδιά και τα οχήματα έμειναν στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας και οι Ενάγοντες ουδέποτε τα απέκτησαν ή τα καρπώθηκαν. Καταλήγοντας, ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε πιστοποιητικό σύστασης των Εναγόντων ως Τεκμήριο 14, απόδειξη είσπραξης υπ' αριθμό 2898858 ημερομηνίας 28.02.07 του ποσού των Λ.Κ.£16,00 από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών αναφορικά με έρευνα τριών οχημάτων ως Τεκμήριο 15Α και επιστολή ημερομηνίας 28.02.07 του Τμήματος Οδικών Μεταφορών με την οποία παρέχονται στοιχεία για τα ονόματα των νέων ιδιοκτητών των πιο πάνω οχημάτων καθώς και τις ημερομηνίες μεταβίβασης της ιδιοκτησίας τους ως Τεκμήριο 15Β. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.3, ανάμεσα σ' άλλα, παραδέχτηκε ότι από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας οι Ενάγοντες δεν πλήρωσαν οποιοδήποτε ποσό δικαιολογώντας τη συμπεριφορά αυτή στο ότι ο Εναγόμενος επιθυμούσε πληρωμή διπλάσιου ποσού από αυτό που συμφωνήθηκε το 1993 ενώ τα τρία οχήματα πωλήθηκαν σε πλειστηριασμό το 1994 με τον Εναγόμενο να εξαφανίζεται και τους Ενάγοντες να παραδίδουν τα κλειδιά στον αστυνομικό σταθμό. Ο μάρτυρας περαιτέρω ανάφερε ότι ενώ η συμφωνία αγοράς των τριών οχημάτων έγινε στις 21.11.92 περί τα τέλη Δεκεμβρίου 1992 εξασφάλισε τα πιστοποιητικά εγγραφής τους. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ήταν τότε που για πρώτη φορά αντιλήφθηκε ότι ο Ενάγοντας τον ξεγέλασε και συνιδιοκτήτης των προαναφερόμενων οχημάτων ήταν τράπεζα και αμέσως προέβηκε σε ενέργειες. Τελικές Αγορεύσεις: Ακολούθως, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν σε νομική επιχειρηματολογία μέσω γραπτών αγορεύσεων που ετοίμασαν και υπέβαλαν στο Δικαστήριο, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν με παραπομπή σε νομολογία. Εξηγώντας γιατί στην παρούσα υπόθεση δεν υφίσταται θέμα 'δεδικασμένου' σε αντίθεση με το τι ο Εναγόμενος επικαλείται, είναι η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγόντων ότι η προσαχθείσα μαρτυρία έχει αποδείξει ότι έγινε κατακράτηση από τον Εναγόμενο του προϊόντος των εκποιήσεων των οχημάτων για όφελος δικό του, κατά τρόπο δόλιο και ότι ενσυνείδητα προέβηκε σε απαράδεκτη εκμετάλλευση και κατάχρηση τους. Σύμφωνα με τον κύριο Γεωργιάδη, η παράλειψη του Εναγομένου να καταβάλει στους Ενάγοντες το προϊόν των εκποιήσεων συνιστά παράβαση του εξυπακουόμενου εμπιστεύματος με αποτέλεσμα οι πελάτες του να δικαιούνται σε απόφαση για το ποσό των €7.536,64 που είναι το συνολικό προϊόν εκποίησης των οχημάτων με αριθμούς εγγραφής SJ 595 και RN 654 ενώ σε σχέση με το όχημα με αριθμούς εγγραφής VG 193 ο εν λόγω συνήγορος εισηγείται τόσο την επιδίκαση του ποσού των €4.214,55 όσο και την έκδοση διατάγματος που να διατάζει τον Εναγόμενο να αποδώσει λογαριασμό για το προϊόν της εκποίησης του. Σύμφωνα ακόμη με τον κύριο Γεωργιάδη, οι πελάτες του δικαιούνται στην χορήγηση των πιο πάνω θεραπειών στη βάση επίσης του δικαίου της αποκατάστασης, το οποίο αναλύει μέσα από τη γραπτή αγόρευση του. Καταλήγοντας, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων ευσεβάστως ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος, με την μη καταχώρηση αίτησης για προδικαστική εξέταση του ζητήματος του δεδικασμένου, με την άρνηση του μέσα από το δικόγραφο της υπεράσπισης όλων των ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης περιλαμβανομένου του ισχυρισμού ότι οι Ενάγοντες είναι εταιρεία καθώς και τη μη τοποθέτηση του επί της ειδοποίησης για παραδοχή γεγονότων που οι Ενάγοντες καταχώρησαν, προκάλεσε διόγκωση των εξόδων και καθυστέρηση στη διαδικασία. Συνεπεία αυτής της κατ' ισχυρισμό δικονομικής συμπεριφοράς του Εναγομένου, ο κύριος Γεωργιάδης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι τα έξοδα της αγωγής, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ των πελατών του και εναντίον του Εναγομένου. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου θεωρεί ότι δεν υφίσταται θέμα αδικαιολόγητου πλουτισμού επειδή ενώ ο πελάτης του παρέδωσε την κατοχή των οχημάτων δεν εισέπραξε το τίμημα πώλησης. Επίσης, είναι η θέση του κυρίου Λουκαΐδη ότι δεν υπάρχουν γεγονότα που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν θέμα εμπιστεύματος και κατ' επέκταση παράβαση του. Σύμφωνα περαιτέρω με τον εν λόγω συνήγορο, οι Ενάγοντες επικαλούνται αγώγιμο δικαίωμα στηριζόμενο σε δική τους υποχρέωση που οδήγησε σε δική τους υπαιτιότητα και παράλειψη. Αναφορικά με τον ισχυρισμό για διόγκωση των εξόδων και πρόκλησης καθυστέρησης της διαδικασίας συνεπεία δικονομικής συμπεριφοράς του Εναγομένου, ο κύριος Λουκαΐδης επισήμανε ότι τα γεγονότα δεν ήταν γνωστά και συμφωνημένα για να είναι δυνατή η καταχώρηση αίτησης για προδικαστική εκδίκαση του ζητήματος του δεδικασμένου. Στη βάση αυτών αλλά και λόγω της θέσης του για ύπαρξη δεδικασμένου επί του οποίου εστίασε κυρίως την νομική επιχειρηματολογία του, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση με έξοδα εναντίον των Εναγόντων. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Με βάση το περιεχόμενο των δικογράφων αλλά και τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου μέσα από την ακροαματική διαδικασία, προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα τα ακόλουθα γεγονότα:
- Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που έχει δεόντως συσταθεί σύμφωνα με την κυπριακή νομοθεσία έχοντας ως πρώην επωνυμία την 'J. Aristodemou Ideal Houses Ltd'.
- Ο Εναγόμενος διαμένει στην επαρχία Λεμεσού.
- Δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 21.11.92 ο Εναγόμενος πώλησε και οι Ενάγοντες αγόρασαν τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής VG 193 μάρκας Mitsubishi Saloon, SJ 595 μάρκας Subaru Saloon και RN 654 μάρκας επίσης Subaru Saloon έναντι του ποσού των Λ.Κ.£7.400,00 (ισότιμο σε €12.643,65). Σε περίπτωση όμως που το όχημα με αριθμούς εγγραφής VG 193 δεν επιδιορθωνόταν ικανοποιητικά θα αποκοπτόταν από το πιο πάνω τίμημα πώλησης το ποσό των Λ.Κ.£150,00 (ισότιμο σε €256,29).
- Στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 132/1992 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού η τράπεζα Lombard Natwest Ltd εξασφάλισε στις 17.09.93 δικαστική απόφαση με την οποία το όχημα μάρκας Mitsubishi Saloon με αριθμούς εγγραφής VG 193 θα πωλείτο δια δημόσιου πλειστηριασμού και το προϊόν της πώλησης θα λογιζόταν έναντι ή προς εξασφάλιση του εξ' αποφάσεως χρέους και εξόδων και εάν υπήρχε περίσσευμα να επιστρεφόταν στον ιδιοκτήτη του οχήματος.
- Στις 14.10.93 το όχημα μάρκας Subaru Saloon με αριθμούς εγγραφής VG 193 πωλήθηκε σε δημοπρασία. Στις 04.11.93 η ιδιοκτησία του εν λόγω οχήματος μεταβιβάστηκε από τον Εναγόμενο και την Lombard Natwest Ltd σε άλλο πρόσωπο.
- Στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 4781/1993 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ο πιστωτικός Οργανισμός Χρηματοδοτήσεις Τραπέζης Κύπρου Λτδ εξασφάλισε στις 02.06.94 δικαστική απόφαση με την οποία το όχημα μάρκας Subaru Saloon με αριθμούς εγγραφής RN 654 θα πωλείτο δια δημόσιου πλειστηριασμού και το προϊόν της πώλησης θα λογιζόταν έναντι ή προς εξασφάλιση του εξ' αποφάσεως χρέους και εξόδων και εάν υπήρχε περίσσευμα να επιστρεφόταν στον ιδιοκτήτη του οχήματος.
- Στις 06.07.94 το όχημα μάρκας Subaru Saloon με αριθμούς εγγραφής RN 654 πωλήθηκε σε πλειστηριασμό για το ποσό των Λ.Κ.£2.111,
- Στις 03.08.94 η ιδιοκτησία του εν λόγω οχήματος μεταβιβάστηκε από τον Εναγόμενο και του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεις Τραπέζης Κύπρου Λτδ σε άλλο πρόσωπο.
- Στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 1350/1994 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού η τράπεζα Lombard Natwest Ltd εξασφάλισε στις 02.06.94 δικαστική απόφαση με την οποία το όχημα μάρκας Subaru Saloon με αριθμούς εγγραφής SJ 595 θα πωλείτο δια δημόσιου πλειστηριασμού και το προϊόν της πώλησης θα λογιζόταν έναντι ή προς εξασφάλιση του εξ' αποφάσεως χρέους και εξόδων και εάν υπήρχε περίσσευμα να επιστρεφόταν στον ιδιοκτήτη του οχήματος.
- Στις 29.06.94 το όχημα μάρκας Subaru Saloon με αριθμούς εγγραφής SJ 595 πωλήθηκε σε πλειστηριασμό για το ποσό των Λ.Κ.£2.300,
- Στις 22.08.94 η ιδιοκτησία του εν λόγω οχήματος μεταβιβάστηκε από τον Εναγόμενο και την Lombard Natwest Ltd σε άλλο πρόσωπο.
- Ο Εναγόμενος καταχώρησε την αγωγή υπ' αριθμό 814/1999 με την οποία, υπό την ιδιότητα του ενάγοντα, αξίωνε εναντίον των Εναγόντων (εκεί εναγομένων) την επιδίκαση του ποσού των Λ.Κ.£7.250,00 ως οφειλόμενου δυνάμει πώλησης των τριών προαναφερόμενων οχημάτων και αφού από το συμφωνημένο τίμημα πώλησης των Λ.Κ.£7.400,00 αφαιρέθηκε το ποσό Λ.Κ.£150,00 λόγω μη επιδιόρθωσης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής VG
- Οι Ενάγοντες καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση με την οποία όχι μόνο απέρριπταν τις αξιώσεις του Εναγομένου αλλά ανταπαιτητικά διεκδικούσαν θεραπείες. Εις αντίκρουση των ισχυρισμών των Εναγόντων, ο Εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση και Απάντηση στην Υπεράσπιση.
- Μετά από ακροαματική διαδικασία το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε στις 13.03.03 απόφαση με την οποία επιδίκασε υπέρ του Εναγομένου και εναντίον των Εναγόντων το ποσό των Λ.Κ.£7.150,00 πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα όπως υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή, ενώ παράλληλα απέρριψε την ανταπαίτηση των Εναγόντων χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.
- Οι Ενάγοντες άσκησαν έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης (Πολιτική Έφεση Αρ. 11661), η οποία όμως επικυρώθηκε κατόπιν απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.02.
- Θέμα ακύρωσης απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου στην αγωγή υπ' αριθμό 814/1999 ημερομηνίας 13.03.03 και Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση Αρ. 11661 ημερομηνίας 18.02.05 Είναι κοινό έδαφος των μερών ότι η τελική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 13.03.03 στην αγωγή υπ' αριθμό 814/1999 εφεσιβλήθηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού εξέτασε και απέρριψε όλους τους λόγους έφεσης με απόφαση του ημερομηνίας 18.02.05 στην Πολιτική Έφεση Αρ. 11661 προχώρησε στην επικύρωση της. Μέσα από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής οι Ενάγοντες αξιώνουν την ακύρωση των πιο πάνω αποφάσεων επειδή σύμφωνα μ' αυτούς λήφθηκαν συνεπεία δόλου από τον Εναγόμενο δυνάμει του Κανονισμού 15 της Διάταξης 33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ωστόσο στην έκθεση απαίτησης τους, η καταχώρηση της οποίας ακολούθησε σε μεταγενέστερο στάδιο, οι Ενάγοντες επέλεξαν να μην επιμένουν στην προώθηση της εν λόγω αξίωσης τους. Παράλληλα, στη σελίδα 5 της ομολογουμένως αναλυτικής και δομημένης γραπτής νομικής επιχειρηματολογίας του κυρίου Γεωργιάδη, όπου συνοψίζονται οι θεραπείες που οι Ενάγοντες επιδιώκουν, παρατηρώ ότι ο εν λόγω συνήγορος επιμελώς παραλείπει να σημειώσει ότι οι πελάτες του επιθυμούν την συγκεκριμένη αξίωση. Το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά αυτή ως εγκατάλειψη από μέρους των Εναγόντων της συγκεκριμένης αξίωσης τους. Εν πάσει περιπτώσει και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, το παρόν δικαστήριο στερείται εξουσίας, ως κατώτερο δικαστήριο που είναι, να εξετάσει θέμα ακύρωσης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι το Ανώτατο Δικαστήριο στη βάση δικής του απόφασης επικύρωσε την τελική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου καθιστά νομικά αδύνατη την εξέταση τέτοιου ενδεχομένου και για την πρωτόδικη απόφαση. Το ζήτημα του 'δεδικασμένου': Προτού εξετάσω την ουσία των επίδικων θεμάτων της υπόθεσης αυτής μέσα από την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, θα ασχοληθώ με το ζήτημα του 'δεδικασμένου' το οποίο ο Εναγόμενος επικαλείται μέσα από τις παραγράφους 1 και 2 της υπεράσπισης του υπό τη μορφή προδικαστικής ένστασης αφού τυχόν ύπαρξη του θα προδιαγράψει την τύχη ολόκληρης της παρούσας αγωγής. Συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να προωθήσουν την παρούσα υπόθεση λόγω δεδικασμένου επιδίκων θεμάτων που υπάρχει με την προγενέστερη αγωγή υπ' αριθμό 814/1999, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση Αρ. 11661 ημερομηνίας 18.02.
- Στα πλαίσια ενασχόλησης μου με το ζήτημα του 'δεδικασμένου' είμαι υποχρεωμένος να επαναλάβω τη νομική βάση που κατέγραψα στην ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.10.
- Η δημιουργία κωλύματος (estoppel) πηγάζει από την αρχή του δεδικασμένου (res judicata) που αποκλείει την εκ δευτέρου δικαστική εξέταση ζητήματος αποφασισμένου με τελεσίδικο τρόπο σε προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου (Genzyme Corporation v. Kayat Trading Ltd
(2010)1A A.A.Δ. 639). Το δεδικασμένο στην Κύπρο έχει συνταγματική ισχύ δυνάμει του άρθρου 146.5 του Συντάγματος. Η επίκληση δεδικασμένου θέτει θέμα τουλάχιστο μερικώς πραγματικό αφού αναφέρεται σε μια κατάσταση, η ύπαρξη της οποίας δεν μπορεί να είναι γνωστή εκτός αν αποδειχτεί. Η έκταση όμως την οποία καλύπτει το δεδικασμένο αποτελεί μέρος της νομολογίας (Γεωργίου v. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 349). Η επιτυχής επίκληση της αρχής του δεδικασμένου εδράζεται στη σωρευτική εκπλήρωση των εξής προϋποθέσεων (Το Δίκαιο της Απόδειξης, του Τάκη Ηλιάδη, σελίδα 94, Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους
(2008)1Β Α.Α.Δ. 1298, Borna Alikhani, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Hossein Alikhani και άλλου, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 22/2009 και 27/2009, ημερομηνίας 10.04.12, Κανάρης v. Λοΐζου κ.α.
(2006)1Α Α.Α.Δ. 599 και Τσιακλίδης v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2005)1Α Α.Α.Δ. 768):
- Το Δικαστήριο πρέπει να έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει το θέμα.
- Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη.
- Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων.
- Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων.
- Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. Σε τέτοια περίπτωση εφαρμόζεται ο κανόνας Henderson v. Henderson [1843-1860]. Η αρχή του δεδικασμένου καλύπτει όχι μόνο θέματα που συμπεριλήφθηκαν και αποφασίστηκαν στην προηγούμενη αγωγή αλλά επίσης και ζητήματα τα οποία οι διάδικοι ενεργούντες επιμελώς θα μπορούσαν να προβάλουν στην προηγούμενη μεταξύ τους δικαστική διαδικασία ως μέρος της διαφοράς και σημεία που κατάλληλα ανήκαν στα επίδικα θέματα, αλλά δεν τα έγειραν (Theori a.o. v. Djoni a.o.
(1984)1 C.L.R. 296, Παπαμιχαήλ v. Παμπόρης Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ
(2009)1Α Α.Α.Δ. 563, Θεοδώρου v. Μάντη
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1036 και Τσιακλίδης v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2005)1Α Α.Α.Δ. 768). Η μόρφωση και έκφραση γνώμης από το Δικαστήριο με τρόπο καθοριστικό επί νομικού ή πραγματικού αιτήματος και η ενασχόληση του με την ουσία του επιδίκου θέματος, αποτελεί τη βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata (Κ.S.R. Commercio S.A. κ.α.v. Bluecoral Navigation Ltd.
(1995)1 A.A.Δ. 309). Επίσης, η αρχή αυτή επεκτείνεται και σε διαπιστώσεις επί των επιδίκων θεμάτων στα οποία το Δικαστήριο βάσισε την τελική του απόφαση περιλαμβανομένου και σε αναπόφευκτα συμπεράσματα (Δάμτσα v. Δάμτσα (Αρ.2)
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1389, Γεωργίου v. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 349 και Πιερής v. Δημοκρατίας
(1983)3 Α.Α.Δ. 1054). Περαιτέρω, στην υπόθεση Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670 τονίστηκε ότι δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει τόσο για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής όσο και για κώλυμα σχετικά με επίδικο θέμα. Η επίκληση του κωλύματος κατά τη δίκη δεν είναι επιτρεπτή αν δεν εγείρεται ρητά στις έγγραφες προτάσεις (Λάμπρου και άλλης v. Κεφάλα κ.α.
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1516). Ωστόσο όταν από τα γεγονότα που παρατίθενται στα δικόγραφα προκύπτει αυτόματα και αναπόφευκτα η επίκληση κωλύματος η ρητή αναφορά του στις γραπτές προτάσεις δεν είναι απαραίτητη (Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v. Δημήτρη
(1999)1Α Α.Α.Δ. 551). Στρέφομαι ευθύς στην παρούσα υπόθεση για να εξετάσω πρώτα τη θέση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος μέσα από την υπεράσπιση του δεν δικογραφεί ρητά την ύπαρξη δεδικασμένου αναφορικά με τις εκποιήσεις των οχημάτων και της πίστωσης του προϊόντος των εκποιήσεων στο λογαριασμό του Εναγομένου. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση αυτή. Στην παράγραφο 1 της υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι επικαλούνται την ύπαρξη κωλύματος δεδικασμένου γι' αυτήν την υπόθεση. Αυτό σημαίνει ότι μέσα από την εν λόγω παράγραφο οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι όλες οι θέσεις που οι Ενάγοντες προτάσσουν στην έκθεση απαίτησης, εκ των οποίων αυτές που θέτουν θέμα εκποίησης των οχημάτων ενώ αυτά βρίσκονταν εγγεγραμμένα στο όνομα του Εναγομένου και της πίστωσης του προϊόντος των εκποιήσεων προς όφελος του Εναγομένου, καλύπτονται από δεδικασμένο σε τέτοιο βαθμό και σε τέτοια έκταση που ολόκληρη η έκθεση απαίτησης, επί της οποίας εδράζεται η εκδοχή των Εναγόντων, κωλύεται από του να προωθηθεί. Στη δε παράγραφο 2 της υπεράσπισης του και αφού πρώτα εκτίθενται αυτολεξεί το περιεχόμενο των έγγραφων προτάσεων της προγενέστερης αγωγής (αγωγή υπ' αριθμό 814/1999), ο Εναγόμενος επικαλείται ότι το θέμα, εννοώντας τα ζητήματα που οι Ενάγοντες θέτουν στην παρούσα υπόθεση, έχουν κριθεί ή θα μπορούσαν να είχαν αποφασιστεί στην προγενέστερη αγωγή με αποτέλεσμα η παρούσα αγωγή να μην μπορεί να προχωρήσει λόγω δεδικασμένου. Στη βάση αυτών, κρίνω ότι ο Εναγόμενος μέσα από την υπεράσπιση του δικογραφεί δεόντως την αρχή του δεδικασμένου. Στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις του 'δεδικασμένου' και παράλληλα εάν ισχύουν οι προαναφερόμενες νομικές αρχές που το περιβάλλουν. Με γνώμονα ότι μία από τις εδώ βασικές αξιώσεις αφορά την επιδίκαση ποσού ύψους €12.387,36 (σημειώνεται ότι στο στάδιο της τελικής αγόρευσης περιορίστηκε σε €11.751,19) αλλά και με τον Εναγόμενο να εμφανίζεται από τα δικόγραφα να διαμένει στην επαρχία Λεμεσού καταλήγω χωρίς δισταγμό ότι το παρόν Δικαστήριο έχει, δυνάμει των άρθρων 21 και 22 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων, αρμοδιότητα και δικαιοδοσία να εκδικάσει τα επίδικα θέματα. Εξάλλου μέσα από την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ουδείς αμφισβήτησε κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, από το φάκελο της υπόθεσης παρατηρώ ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες στις 11.01.07 υπό τη μορφή γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Τα δικόγραφα της υπόθεσης αυτής περιλάμβαναν έκθεση απαίτησης και υπεράσπιση. Όσον αφορά την αγωγή υπ' αριθμό 814/1999 την οποία ο Εναγόμενος επικαλείται για να ισχυριστεί κώλυμα δεδικασμένου, παρατηρώ από τα δικόγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια στο Δικαστήριο ότι αυτή καταχωρήθηκε στις 02.02.99 υπό τη μορφή ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Οι έγγραφες προτάσεις της αποτελούνται από ενσωματωμένη έκθεση απαίτησης, υπεράσπιση και ανταπαίτηση και απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Μετά από εκδίκαση εκδόθηκε απόφαση στις 13.03.03. Επομένως πρόκειται για τελική απόφαση Δικαστηρίου κατόπιν ακρόασης που διεξήχθηκε σε προγενέστερη ημερομηνία από την παρούσα αγωγή. Η δε ορθότητα της ελέγχτηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση Αρ. 11661 που με βάση την απόφαση του ημερομηνίας 18.02.05 κρίθηκε νομικά ορθή, τυγχάνοντας έτσι επικύρωση. Με αυτά τα δεδομένα σαφώς πρόκειται για απόφαση η οποία είναι τελεσίδικη. Ούτε αυτό αμφισβητήθηκε από οποιοδήποτε μέρος κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Οι διάδικοι της αγωγής υπ' αριθμό 814/1999 και κατ' επέκταση της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 11661 είναι ουσιαστικά οι ίδιοι με αυτούς που εμφανίζονται στην παρούσα αγωγή. Απλά μία διαφορά που εντοπίζεται μεταξύ της επωνυμίας του Εναγομένου στην αγωγή υπ' αριθμό 814/1999 και Εφεσείοντα στην Πολιτική Έφεση Αρ. 11661 και της επωνυμίας των Εναγόντων στην παρούσα υπόθεση οφείλεται σε αλλαγή της επωνυμίας της εταιρείας από αυτής που εμφανιζόταν στην αγωγή υπ' αριθμό 814/1999 και στην Πολιτική Έφεση Αρ. 11661 σε αυτής που παρουσιάζεται στην παρούσα υπόθεση δυνάμει σχετικής τροποποίησης της. Επομένως, οι διάδικοι στην προγενέστερη αγωγή και έφεση ταυτίζονται με τους διαδίκους στην παρούσα υπόθεση. Παρεμπιπτόντως, ουδείς αμφισβήτησε το σημείο αυτό. Το ότι ο ρόλος των διαδίκων στην παρούσα υπόθεση έχει αντιστραφεί σε σχέση με την προγενέστερη αγωγή δεν έχει σημασία (Μιχαήλ v. Σκουτέλλας
(2008)1Β Α.Α.Δ. 1125). Αυτό που είναι ουσιαστικό είναι το γεγονός ότι στην παρούσα υπόθεση το καθεστώς εκπροσώπησης των διαδίκων στο Δικαστήριο παραμένει το ίδιο με αυτό στην προηγούμενη αγωγή. Επιπλέον, στην παρούσα υπόθεση όπως και στην προηγούμενη αγωγή, οι Ενάγοντες εξακολουθούν μέσα από τα δικόγραφα να εμφανίζονται ως ο αγοραστής των τριών οχημάτων και ο νυν Εναγόμενος να είναι ο πωλητής των ιδίων οχημάτων. Η δε μεταξύ τους σχέση στην παρούσα υπόθεση, όπως και στην προηγούμενη αγωγή, προέρχεται από το ίδιο έγγραφο πωλήσεως ημερομηνίας 21.11.92 των οχημάτων μεταξύ των διαδίκων (Τεκμήριο 3). Συνεπώς, κρίνω ότι υπάρχει ταύτιση της ιδιότητας των διαδίκων. Διευκρινιστικά αναφέρω ότι ούτε αυτό αμφισβητήθηκε από οποιοδήποτε διάδικο μέσα από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Σε σχέση με τα επίδικα θέματα, αυτά στην παρούσα αγωγή προκύπτουν, με βάση το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και τα δικόγραφα, να είναι τα εξής: (α) Κατά πόσο δυνάμει σύμβασης ή σχέσης που προσομοιάζει με συμβατική ο Εναγόμενος πώλησε στους Ενάγοντες τα οχήματα. (β) Κατά πόσο τα οχήματα ενώ ήταν εγγεγραμμένα στο όνομα του Εναγομένου εκποιήθηκαν δυνάμει δικαστικών αποφάσεων σε αγωγές που εγέρθηκαν εναντίον του και στη συνέχεια μεταβιβάστηκαν σε τρίτα πρόσωπα. (γ) Κατά πόσο το προϊόν εκποίησης των εν λόγω οχημάτων διατέθηκε έναντι χρεών του Εναγομένων εν γνώσει του, χωρίς την καταβολή από μέρους του οποιουδήποτε ανταλλάγματος προς τους Ενάγοντες και άνευ χαριστικής πρόθεσης των τελευταίων προς τον Εναγόμενο. (δ) Κατά πόσο η πιο πάνω συμπεριφορά του Εναγομένου ήταν δόλια και οδήγησε σε παράβαση εμπιστεύματος και/ή σχέσης που προσομοιάζει με συμβατική και/ή παράνομης ιδιοποίησης. (ε) Κατά πόσο, ως αποτέλεσμα της προαναφερόμενης συμπεριφοράς του Εναγομένου, οι Ενάγοντες υπέστηκαν ζημιές και/ή ο Εναγόμενος πλούτισε αδικαιολόγητα εις βάρος των Εναγόντων. (στ) Κατά πόσο οι Ενάγοντες δικαιούνται γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις ύψους Λ.Κ.£7.250,00 δυνάμει παράβασης εμπιστεύματος και/ή σχέσης που προσομοιάζει με συμβατική και/ή παράνομης ιδιοποίησης και/ή δυνάμει του δικαίου αποκατάστασης καθώς επίσης εάν δικαιούνται στην έκδοση διατάγματος που να διατάζει τον Εναγόμενο να τους δώσει λογαριασμό για το τι απέγινε το προϊόν των εκποιήσεων των οχημάτων. (ζ) Κατά πόσο οι Ενάγοντες δικαιούνται σε Δήλωση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η απόφαση ημερομηνίας 18.02.05 του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση Αρ. 11661 και/ή η απόφαση ημερομηνίας 13.03.03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην αγωγή υπ' αριθμό 814/99 είναι άκυρες και/ή πρέπει να ακυρωθούν για το λόγο ότι λήφθηκαν και/ή οποιαδήποτε από αυτές λήφθηκε με δόλο του Εναγομένου στη βάση του Κανονισμού 15 της Διάταξης 33 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και/ή των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Στην αγωγή υπ' αριθμό 814/1999 αναδύονται, με βάση τις έγγραφες προτάσεις, τα πιο κάτω επίδικα ζητήματα (για σκοπούς αποφυγής σύγχυσης η αναφορά σε 'Ενάγοντες' και 'Εναγόμενο' απευθύνονται στα πρόσωπα της παρούσας αγωγής): (α) Κατά πόσο οι Ενάγοντες όφειλαν στον Εναγόμενο ποσό ύψους Λ.Κ.£7.250,00 και ο Εναγόμενος δικαιούταν στην επιδίκαση του εν λόγω ποσού στα πλαίσια καταβολής του τιμήματος πώλησης κατά παράβαση των όρων της σύμβασης μεταξύ των Εναγόντων και Εναγομένου για την πώληση των οχημάτων (Τεκμήριο 3 στην παρούσα αγωγή). (β) Κατά πόσο ο Εναγόμενος προέβηκε σε οποιεσδήποτε δόλιες και ψευδείς παραστάσεις προς τους Ενάγοντες. (γ) Κατά πόσο οι Ενάγοντες βασίστηκαν επί της αλήθειας των παραστάσεων και εάν και εφόσον πείστηκαν από αυτές προχώρησαν στην υπογραφή της σύμβασης. (δ) Κατά πόσο υπήρξε παράβαση σύμβασης από μέρους του Ενάγοντα. (ε) Κατά πόσο η σύμβαση πώλησης των οχημάτων τερματίστηκε ή ακυρώθηκε ή ήταν ακυρώσιμη. (στ) Κατά πόσο οι Ενάγοντες παρέλαβαν από τον Εναγόμενο την κατοχή των οχημάτων. (ζ) Κατά πόσο οι Ενάγοντες δικαιούνταν σε δήλωση Δικαστηρίου ότι η εν λόγω σύμβαση είχε τερματιστεί. (η) Κατά πόσο οι Ενάγοντες δικαιούνταν γενικές αποζημιώσεις συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή παράβασης σύμβασης. Μελετώντας και συγκρίνοντας τα επίδικα ζητήματα στην αγωγή υπ' αριθμό 814/1999 με αυτά της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τα δικόγραφα των δύο αγωγών, την μαρτυρία που προσκομίστηκε στην παρούσα αγωγή αλλά και την τελική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου στην αγωγή υπ' αριθμό 814/1999 καθώς και την απόφαση του Εφετείου στην Πολιτική Έφεση Αρ. 11661, διαπιστώνω ότι το επίδικο θέμα της παρούσας αγωγής υπό το σημείο (α) εξετάστηκε και αποφασίστηκε στην προγενέστερη αγωγή υπ' αριθμό 814/
- Επίσης, παρατηρώ ότι και το επίδικο θέμα της παρούσας αγωγής υπό το σημείο (β) στο βαθμό και την έκταση που αφορά τα ονόματα των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών των οχημάτων καθώς και της μεταβίβασης τους σε τρίτα πρόσωπα έχουν εξεταστεί και κριθεί στην προγενέστερη αγωγή υπ' αριθμό 814/1999, ανεξαρτήτως εάν το πρωτόδικο δικαστήριο μετά από αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας επισήμανε αδυναμία στο να καταλήξει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα περί μεταβίβασης των εν λόγω οχημάτων εις το όνομα των Εναγόντων. Το γεγονός ότι η μη κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου σε εύρημα μεταβίβασης των οχημάτων στους Ενάγοντες αποτέλεσε λόγο έφεσης αποδεικνύει την ενασχόληση του δικαστηρίου με το θέμα αυτό και ταυτόχρονα την εξέταση του από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο και θεώρησε ότι δεν δημιουργούσε οποιοδήποτε κενό στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όσον αφορά το μέρος του επιδίκου θέματος της παρούσας αγωγής υπό το σημείο (β) που σχετίζεται με την εκποίηση των οχημάτων δυνάμει δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν σε αγωγές που εγέρθηκαν εναντίον του Εναγομένου καθώς επίσης τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής υπό τα σημεία (γ) μέχρι (στ) αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων, το Δικαστήριο θεωρεί πως πρόκειται για ζητήματα τα οποία, αν οι Ενάγοντες ενεργούσαν με επιμέλεια, θα μπορούσαν να προβάλουν στην προηγούμενη δικαστική διαδικασία ως μέρος των διαφορών τους με τον Εναγόμενο. Η θέση των Εναγόντων ότι τα θέματα της εκποίησης των οχημάτων και η πίστωση του Εναγομένου με το προϊόν των εκποιήσεων δεν θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί και εξεταστεί στην προηγούμενη αγωγή διότι δεν συνδέονταν με τα επίδικα θέματα εκείνης της αγωγής δεν ευσταθεί. Τα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου στην αγωγή υπ' αριθμό 814/1999 περί αναφοράς στον διευθυντή των Εναγόντων (Μ.Ε.3 στην παρούσα αγωγή) από τον Εναγόμενο ότι τα οχήματα ήταν δεσμευμένα λόγω χρέους σε τραπεζικούς οργανισμούς οι οποίοι χρηματοδότησαν την αγορά τους και ήταν συνιδιοκτήτες στα εν λόγω οχήματα πριν από την υπογραφή της συμφωνίας καθώς περί της υπογραφής από τον Εναγόμενο των εντύπων μεταβίβασης των οχημάτων και η παράδοση τους στον διευθυντή των Εναγόντων (Μ.Ε.3 στην παρούσα αγωγή) κατά την υπογραφή της συμφωνίας (Τεκμήριο 3 στην παρούσα αγωγή) αλλά και το επίσης εύρημα του δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος παρέδωσε τους τίτλους ιδιοκτησίας των οχημάτων στον διευθυντή των Εναγόντων ταυτόχρονα με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας σε συνδυασμό με τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου ότι από το περιεχόμενο των τίτλων αυτών οι Ενάγοντες δια του διευθυντή τους θα μπορούσαν σίγουρα να αντλήσουν γνώση για τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες των οχημάτων και αφού, όπως σημειώθηκε στην προγενέστερη αγωγή, οι Ενάγοντες μέσω των τίτλων ιδιοκτησίας ανακάλυψαν ότι ο Εναγόμενος δεν ήταν ο απόλυτος ιδιοκτήτης των οχημάτων, καθιστά σαφές ότι με λογική προσοχή οι Ενάγοντες, οι οποίοι ήδη είχαν τα απαραίτητα έγγραφα στην κατοχή τους, θα μπορούσαν, στη βάση των ισχυρισμών τους για δόλιες και ψευδείς παραστάσεις του Εναγομένου, να αποταθούν στους αρμόδιους οργανισμούς για διερεύνηση του ενδεχομένου εκποίησης, πίστωσης τυχόν προϊόντος εκποίησης και μεταβίβασης των οχημάτων σε τρίτα πρόσωπα, έχοντας πλέον κάθε λόγο και κίνητρο για κάτι τέτοιο. Η πράξη των Εναγόντων να προβούν σε έρευνα στο Δικαστήριο και να διασφαλίσουν την κατάθεση των Τεκμηρίων 5-8, 9 και 10 καθώς επίσης η ενέργεια τους να απευθυνθούν στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών και να προβούν σε έρευνα για την τύχη των εν λόγω οχημάτων εξασφαλίζοντας και καταθέτοντας τα Τεκμήρια 15Α και 15Β στην παρούσα αγωγή μαζί με μαρτυρίες της υπευθύνου του πολιτικού τμήματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (Μ.Ε.1 στην παρούσα αγωγή) και του υπευθύνου του κλάδου εποπτών στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών Λεμεσού (Μ.Ε.2 στην παρούσα αγωγή) είναι μερικές από τις ενέργειες στις οποίες οι Ενάγοντες μπορούσαν να προβούν πριν από την καταχώρηση της προγενέστερης αγωγής, έχοντας όπως είπα κάθε λόγο και κίνητρο για κάτι τέτοιο τη στιγμή που απέδιδαν στον Εναγόμενο δόλιες και ψευδείς παραστάσεις επί των οποίων, ως ήταν ισχυρισμός τους, οι Ενάγοντες βασίστηκαν και αφού ουσιαστικά παραπλανήθηκαν και ξεγελάστηκαν υπέγραψαν τη σύμβασης πώλησης των οχημάτων. Ιδιαίτερα αν κάποιος αναλογιστεί ότι πριν από την καταχώρηση της προγενέστερης αγωγής, η οποία ας σημειωθεί ότι καταχωρήθηκε στις 02.02.99, οι Ενάγοντες ανακάλυψαν ότι ο Εναγόμενος δεν ήταν ο απόλυτος ιδιοκτήτης των οχημάτων αλλά και το ότι εξασφάλισαν μαρτυρία σύμφωνα με την οποία στις 14.10.93 το όχημα μάρκας Subaru Saloon με αριθμούς εγγραφής VG 193 πωλήθηκε σε δημοπρασία ενώ στις 04.11.93 η ιδιοκτησία του εν λόγω οχήματος μεταβιβάστηκε από τον Εναγόμενο και την Lombard Natwest Ltd σε άλλο πρόσωπο, στις 06.07.94 το όχημα μάρκας Subaru Saloon με αριθμούς εγγραφής RN 654 πωλήθηκε σε πλειστηριασμό για το ποσό των Λ.Κ.£2.111,00 ενώ στις 03.08.94 η ιδιοκτησία του εν λόγω οχήματος μεταβιβάστηκε από τον Εναγόμενο και του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεις Τραπέζης Κύπρου Λτδ σε άλλο πρόσωπο και στις 29.06.94 το όχημα μάρκας Subaru Saloon με αριθμούς εγγραφής SJ 595 πωλήθηκε σε πλειστηριασμό για το ποσό των Λ.Κ.£2.300,00 ενώ στις 22.08.94 η ιδιοκτησία του εν λόγω οχήματος μεταβιβάστηκε από τον Εναγόμενο και την Lombard Natwest Ltd σε άλλο πρόσωπο, πράγμα που ενισχύει τη θέση του Δικαστηρίου ότι αυτά που έγιναν στην παρούσα αγωγή θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να είχαν γίνει στην προγενέστερη αγωγή υπ' αριθμό 814/
- Ήταν κάτι εφικτό αλλά και δυνατό. Τυχόν αποδοχή της πιο πάνω θέσης των Εναγόντων θα ερχόταν σε αντίθεση με το σκεπτικό της υπόθεσης Κ.S.R. Commercio S.A. κ.α.v. Bluecoral Navigation Ltd.
(1995)1 A.A.Δ. 309 και ταυτόχρονα θα δημιουργούσε τον κίνδυνο που εξηγείται μέσα από την εν λόγω υπόθεση. Στην υπόθεση αυτή, ανάμεσα σ' άλλα, λέχθηκαν τα εξής: "Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα." Επίσης χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 15, παράγραφος 359, σελίδα 186 όπου σημειώνονται τα εξής: "The doctrine [res judicata] applies to all matters which existed at the time of the giving of the judgment, and which the party had an opportunity of bringing before the court." Όσον αφορά τη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγόντων ότι τα ζητήματα της εκποίησης των οχημάτων και της πίστωσης του Εναγομένου με το προϊόν των εκποιήσεων δεν θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί και εξεταστεί στην προηγούμενη αγωγή επειδή αυτό θα ήταν ασυμβίβαστο με τον ισχυρισμό τους ότι η συμφωνία είχε ακυρωθεί καμία σημασία έχει και ως εκ τούτου δεν γίνεται δεχτή. Από τη στιγμή που στην προγενέστερη αγωγή οι Ενάγοντες ανακάλυψαν ότι ο Εναγόμενος δεν ήταν ο αποκλειστικός και μοναδικός ιδιοκτήτης των οχημάτων αλλά μαζί με συγκεκριμένα πιστωτικά ιδρύματα, τα ονόματα των οποίων ήταν γνωστά στους Ενάγοντες, σε αντίθεση με το τι δολίως και ψευδώς, όπως ισχυρίστηκαν, ότι τους παρέστησε ο Εναγόμενος, ήταν εύλογη και δικαιολογημένη η διεξαγωγή έρευνας εκ μέρους τους τόσο στα πιστωτικά ιδρύματα όσο και στο τμήμα οδικών μεταφορών στα πλαίσια στήριξης της υπόθεσης τους στην αγωγή υπ' αριθμό 814/1999 αφού θα αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της. Τυχόν τότε επίδειξη τέτοιας εύλογης επιμέλειας από τους Ενάγοντες θα καθιστούσε το πρωτόδικο δικαστήριο κοινωνό της κατ' ισχυρισμό συμπεριφοράς του Εναγομένου. Τα γεγονότα αυτά είχαν ήδη διαδραματιστεί και οι Ενάγοντες μπορούσαν να είχαν πληροφορηθεί γι' αυτά. Μπορούσαν κάλλιστα να γίνουν γνώστες αυτών των γεγονότων και καθιστώντας τα επίδικα θα ήταν θέματα που θα μπορούσαν να αποφασιστούν στην πρωτόδικη δικαστική διαδικασία μαζί με όλες τις βάσεις και αιτίες αγωγών που οι Ενάγοντες επικαλούνται στην παρούσα υπόθεση, ως διαζευκτικές αυτών που δικογραφούνται στην προγενέστερη αγωγή. Η εκ των υστέρων, μέσω της παρούσας μεταγενέστερης αγωγής, προσπάθεια των Εναγόντων να ζητήσουν απόδοση λογαριασμών, αξίωση που εν πάσει περιπτώσει δεν ζητείται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής αλλά και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις (Λ.Κ.£7.250,00) στη βάση παράβασης σχέσης που προσομοιάζει με συμβατική, αδικαιολόγητο πλουτισμό, παράνομη ιδιοποίηση και δικαίου αποκατάστασης, αποτελεί συγκαλυμμένο εγχείρημα για επανάνοιγμα της υπόθεσης των Εναγόντων κάτω από το πλέγμα γεγονότων και θεμάτων που θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί στην προγενέστερη αγωγή, πλην όμως λόγω παράλειψης των Εναγόντων αυτό δεν έγινε. Συνεπώς, η εκποίηση των οχημάτων καθώς και η μεταβίβαση της κυριότητας τους σε τρίτα πρόσωπα αφορούν θέματα που ενώ δεν αποφασίστηκαν θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας για να κριθούν. Τυχόν συγκατάθεση του Δικαστηρίου αυτού για εκδίκαση τους στην παρούσα αγωγή θα οδηγούσε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Συνοψίζοντας θα επισήμαινα ότι τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα αγωγή είναι άκρως σχετικά με τα γεγονότα που αφορούσαν την προγενέστερη αγωγή ενώ σχετίζονται και απορρέουν από το ίδιο πλέγμα γεγονότων και εύλογα θα μπορούσαν να εξακριβωθούν από την πλευρά των Εναγόντων, να τεθούν στο πλαίσιο εκδίκασης της προγενέστερης αγωγής και να αποφασίζονταν από το Δικαστήριο στην αγωγή υπ' αριθμό 814/
- Είναι ακόμη η θέση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής δεν συγκρούεται σε οποιοδήποτε βαθμό με τα ευρήματα του δικαστηρίου στην αγωγή υπ' αριθμό 814/1999 ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση Αρ.
- Θεωρώ ότι δεν είναι θέμα σύγκρουσης μαρτυρίας με ευρήματα. Έχω ήδη εξηγήσει ότι ορισμένα ζητήματα που οι Ενάγοντες θέτουν στην έκθεση απαίτησης τους έχουν ήδη αποφασιστεί στην προγενέστερη αγωγή υπ' αριθμό 814/1999, η ορθότητα της οποίας επιβεβαιώθηκε με την Πολιτική Έφεση Αρ. 11661, ενώ τα υπόλοιπα θέματα που επικαλούνται θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια από μέρους των Εναγόντων για τους λόγους που αναλύθηκαν πιο πάνω να είχαν τεθεί, εξεταστεί και κριθεί στην προγενέστερη αγωγή. Κατά συνέπεια, η θέση αυτή των Εναγόντων δεν ισχύει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Επιπλέον, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων ισχυρίζεται ότι η άκαμπτη εφαρμογή του κανόνα του δεδικασμένου θα προκαλούσε στην παρούσα περίπτωση σοβαρή αδικία επειδή ενώ οι πελάτες του παρέδωσαν εγγυητική επιστολή στον Εναγόμενο για το τίμημα της συμφωνίας δεν θα λάβουν τα οχήματα αφού έχουν πωληθεί και το προϊόν της πώλησης τους πιστώθηκε στον Εναγόμενο. Είναι η θέση του κυρίου Γεωργιάδη ότι ο Εναγόμενος θα εισπράξει το λαβείν του από τη συμφωνία αλλά δεν θα δώσει αντιπαροχή. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο, η παράκαμψη του δεδικασμένου δεν θα απέληγε σε κατάχρηση διαδικασίας αφού η παρούσα αγωγή δεν έχει τους ίδιους σκοπούς με την προηγούμενη αγωγή. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τις θέσεις αυτές. Το αντάλλαγμα της σύμβασης πώλησης των οχημάτων ήταν η πληρωμή χρηματικού ποσού. Η παράδοση εγγυητικής επιστολής δεν σημαίνει καταβολή του ανταλλάγματος. Η δε ισχύς της εγγυητικής επιστολής δύναται να ανακληθεί από τον εκδότη της. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ο Εναγόμενος εξασφάλισε υπέρ του και εναντίον των Εναγόντων απόφαση στην προγενέστερη αγωγή για το ποσό των Λ.Κ.£7.150,
- Τα επιχειρήματα που προτάσσουν εδώ οι Ενάγοντες θα μπορούν να προβληθούν και να ληφθούν υπόψη εάν και εφόσον ο Εναγόμενος προσφύγει στη λήψη δικονομικών μέτρων με σκοπό την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης στην προηγούμενη αγωγή υπ' αριθμό 814/1999, η οποία επικυρώθηκε με την Πολιτική Έφεση Αρ.
- Υπό το φως όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την επιτυχή επίκληση του κανόνα του δεδικασμένου στην παρούσα υπόθεση. Συνεπώς, η αγωγή αυτή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ένεκα της επιτυχίας της προδικαστικής ένστασης του Εναγομένου, δεν παρέχεται περιθώριο εξέτασης της ουσίας των επιδίκων θεμάτων. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω το λόγο γιατί να υπάρξει παρέκκλιση από το γενικό κανόνα. Η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος με τη δικονομική συμπεριφορά του προκάλεσε διόγκωση των εξόδων και καθυστέρηση της διαδικασίας επειδή δεν καταχώρησε αίτηση για προδικαστική εξέταση του ζητήματος του δεδικασμένου δεν βρίσκει έρεισμα επειδή πριν από την ακρόαση της υπόθεσης το πραγματικό υπόβαθρο που θα επέτρεπε το θέμα αυτό να εξεταστεί προδικαστικά ως αμιγώς νομικό δεν ήταν αδιαμφισβήτητο, ούτε παραδεχτό αλλά ούτε και συμφωνημένο. Σε σχέση με τη θέση του κυρίου Γεωργιάδη ότι προκλήθηκαν αδικαιολόγητα έξοδα από την άρνηση του Εναγομένου σε όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων περιλαμβανομένου του ισχυρισμού της νομικής οντότητας της εταιρείας, παρατηρώ ότι ήταν αποκλειστική επιλογή των Εναγόντων να επιμένουν στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης με μαρτυρία σε θέματα που καλύπτονταν από τον κανόνα του δεδικασμένου. Η ίδια εξήγηση αφήνει εκτεθειμένη και την τελευταία θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγόντων και αφορά την μη τοποθέτηση του Εναγομένου στην ειδοποίηση για παραδοχή γεγονότων που οι Ενάγοντες καταχώρησαν. Εν πάσει περιπτώσει, ο Εναγόμενος είχε κάθε δικαίωμα να αμφισβητήσει τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στα δικόγραφα τους, οι οποίοι φέρουν το βάρος απόδειξης τους προσκομίζοντας την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Η δε στάση του Εναγομένου δεν ήταν καταχρηστική της διαδικασίας και ούτε ήταν τέτοια που προκάλεσε καθυστέρηση σε τέτοιο βαθμό που να δικαιολογεί διαφοροποίηση από το γενικό κανόνα των εξόδων. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, τα έξοδα που έχουν προκύψει, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου και εναντίον των Εναγόντων. (Υπ.) .............................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Final Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Κώλυμα λόγω δεδικασμένου/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο