← Κύπρος

Hellenic Bank Public Company Limited ν. Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4190/11, 17/4/2013

Hellenic Bank Public Company Limited ν. Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4190/11, 17/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A108 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 4190/11 Μεταξύ: Hellenic Bank Public Company Limited Εναγόντων και

  1. Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd, από την Λεμεσό
  2. Aiman M. Soboh, από την Λεμεσό Εναγόμενων Ημερομηνία: 17.4.13 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: κ. Ι. Θεοδοσίου για κκ Βελάρη και Μαρκίδη (για να ακούσει την απόφαση η κα Μ. Κωνσταντίνου) Για τον Εναγόμενο 2 / Καθ' ου η αίτηση: κ. Α. Αντωνίου (για να ακούσει την απόφαση η κα Ρ. Μιχαηλίδου) -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 3.2.12 η Ενάγουσα / Αιτήτρια εξαιτείται εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 συνοπτική απόφαση ως η Έκθεση Απαίτησης πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Σημειώνεται ότι της εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης προηγήθηκε η εκδίκαση αίτησης η οποία υποβλήθηκε εκ μέρους της Εναγόμενης 1 εταιρείας, από τώρα και στο εξής «η εταιρεία», μεταγενέστερα της υπό κρίση αίτησης και συγκεκριμένα στις 2.5.12 στην οποία η πλευρά της Αιτήτριας ενέστη. Στις 28.6.12 ημερομηνία κατά την οποία τόσο η εν λόγω αίτηση όσο και η υπό κρίση ήταν ορισμένες, η μεν πρώτη για οδηγίες η δε δεύτερη για ακρόαση, ο κύριος Αντωνίου ζήτησε αναβολή της ακρόασης της υπό κρίση αίτησης με σκοπό πρώτα να ακουσθεί η αίτηση ημερομηνίας 2.5.12, εισήγηση η οποία δεν έβρισκε σύμφωνο τον κύριο Θεοδοσίου. Το Δικαστήριο αφού κάλεσε τους ευπαίδευτους συνηγόρους να αγορεύσουν επί του συγκεκριμένου θέματος με αιτιολογημένη απόφασή του ημερομηνίας 2.7.12 αποφάσισε όπως πρώτα ακούσει και αποφασίσει επί της αίτησης ημερομηνίας 2.5.
  3. Η αίτηση ακούσθηκε και στις 20.11.12 το Δικαστήριο με αιτιολογημένη απόφασή του την ενέκρινε. Συνακόλουθα εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε η αναστολή της παρούσας αγωγής όσον αφορά την εταιρεία μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της αίτησης διάλυσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 36/12 που εκκρεμούσε εναντίον της εταιρείας. Αναφορικά με τον Εναγόμενο 2 η υπό κρίση αίτηση οδηγήθηκε κανονικά σε ακρόαση και επιφυλάχθηκε η παρούσα απόφαση. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.18, θθ.1(α), 2, 4-6, 8 και 9 και Δ.48, θθ1-4 και 9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της Νατάσας Χ΄΄Γαβριήλ η οποία είναι υπάλληλος της Αιτήτριας και δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτήν να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Εναγόμενου 2 / Καθ' ου η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία εκτίθενται οκτώ λόγοι ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην αίτηση. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Hayan Ghzayyel ο οποίος είναι υπάλληλος της εταιρείας και δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Καθ' ου η αίτηση όπως προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Ο πιο πάνω ενόρκως δηλών είναι εκτελεστικός λειτουργός (operations officer) της εταιρείας. Ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι και ο διοικητικός και λειτουργικός χειρισμός των επίδικων συμφωνιών ενοικιαγοράς, υπό αυτή δε την ιδιότητά του έχει άμεση και προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσης υπόθεσης. Η ένορκος δήλωση του πιο πάνω αναφερόμενου Hayan Ghzayyel είναι συνταγμένη στην Αγγλική γλώσσα. Το άρθρο 5 του Περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου, Ν 67/88, όπως τροποποιήθηκε, δημιούργησε εξαίρεση στις πρόνοιες του άρθρου 3 του Συντάγματος το οποίο καθιέρωσε τα Ελληνικά και τα Τούρκικα ως τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας για σκοπούς διεξαγωγής ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον Δικαστηρίων. Με το πιο πάνω άρθρο 5 του Νόμου 67/88, όπως τροποποιήθηκε, επιτρέπεται η αποδοχή ως αποδεικτικού μέσου οποιουδήποτε εγγράφου το οποίο είναι συνταγμένο σε ξένη γλώσσα. Δια του εδαφίου

(2)δίδεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει μετάφραση αν αυτό υπαγορεύουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Σημειώνεται ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντίδραση από μέρους του ευπαίδευτου συνηγόρου της Αιτήτριας ως προς το ότι η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την ένσταση είναι συνταγμένη στα Αγγλικά, ούτε οποιαδήποτε αντίδραση ως ρπος το ότι για τον λόγο αυτό αυτή δεν είναι αντιληπτή. Συναφώς και δεν υπήρξε οποιοδήποτε αίτημα προς το Δικαστήριο όπως ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια να διατάξει μετάφρασή της στα Ελληνικά. Τέλος, με το εδάφιο
(4)διευκρινίζεται ότι «έγγραφο περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση». Θεωρώ ότι η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν έχει την υφή δικογράφου αλλά αποτελεί αποδεικτικό μέσο και, επομένως, εμπίπτει στην έννοια του όρου «έγγραφο» όπως αυτός απαντάται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 5 (Βλ. Αντώνης Τόκας ν. BNP Paribas (Cyprus) Limited
(2010)1Γ ΑΑΔ 1962). Επομένως, το ότι αυτή είναι συνταγμένη στα Αγγλικά δεν είναι επιλήψιμο. Επίσης, στην Αίτηση 30/07 του Faz Aviation Ltd και Άλλων
(2007)1Β ΑΑΔ 707 λέχθηκε ότι η ένορκος δήλωση που συνόδευε αίτηση για προσωρινό διάταγμα και ήταν συνταγμένη στην Αγγλική ήταν νομικά επιτρεπτή. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Η Δ.48, θ.4
(1)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει πως όταν ένα πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται αίτηση προτίθεται να ενστεί οφείλει τουλάχιστον δύο ημέρες πριν την ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση ορίζεται για πρώτη εμφάνιση να καταχωρήσει ειδοποίηση αυτής της πρόθεσής του και να αφήνει αντίγραφο της στην διεύθυνση επίδοσης του αιτητή. Η υπό κρίση αίτηση ορίσθηκε από το Πρωτοκολλητείο για πρώτη εμφάνιση στις 12.3.
  1. Ο Καθ' ου η αίτηση δεν είχε καταχωρήσει την ένστασή του εντός του χρόνου που προβλέπει ο πιο πάνω θεσμός. Στις 12.3.12 ο δικηγόρος που εμφανιζόταν για τον Καθ' ου η αίτηση ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να αποσυρθεί από δικηγόρος και των δύο Εναγόμενων. Ο Καθ' ου η αίτηση που ήταν παρών και υπό την ιδιότητα του διευθυντή εκπροσωπούσε και την εταιρεία δεν έφερε ένσταση στο αίτημα. Το Δικαστήριο έδωσε άδεια στον δικηγόρο των Εναγόμενων να αποσυρθεί από δικηγόρος τους και όρισε την υπό κρίση αίτηση για οδηγίες στις 27.3.12 με σκοπό όπως μέχρι τότε οι Εναγόμενοι διορίσουν νέο δικηγόρο ως ήταν η παράκληση του Καθ' ου η αίτηση. Ο νέος και νυν δικηγόρος των Εναγόμενων καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 26.3.12 και στις 27.3.12 ζήτησε προφορικά την άδεια του Δικαστηρίου για παράταση του χρόνου καταχώρησης ένστασης από μέρους των Εναγόμενων. Το Δικαστήριο όρισε την υπό κρίση αίτηση στις 8.5.12 για οδηγίες ως ήταν η παράκληση των συνηγόρων των διαδίκων και υπό το φως των εξουσιών που του δίνονται από την Δ.57, θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας έδωσε οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί μέχρι τις 27.4.
  2. Οι Εναγόμενοι δεν καταχώρησαν την ένστασή τους εντός της πιο πάνω προθεσμίας και στις 8.5.12 ο ευπαίδευτος συνήγορός τους ζήτησε περαιτέρω χρόνο για καταχώρηση ένστασης, αίτημα στο οποίο ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας δεν ενέστη. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα. Έδωσε στους Εναγόμενους χρόνο μέχρι τις 29.5.12 για να καταχωρήσουν την ένστασή τους και όρισε την αίτηση για ακρόαση στις 28.6.
  3. Η Ένσταση καταχωρήθηκε εκ μέρους και των δύο Εναγόμενων στις 27.6.12 κατά παράβαση των οδηγιών του Δικαστηρίου και εκπρόθεσμα. Οι συνέπειες από την εκπρόθεσμη καταχώρηση της ένστασης θα πρέπει να εξετασθούν. Στην υπόθεση Μαίρη Α. Αθανασιάδη ν. Ηρώς Αλεξάνδρου
(1991)1 ΑΑΔ 945 η εφεσίβλητη / ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για να δοθούν οδηγίες για διεξαγωγή επιτόπιας έρευνας. Η αίτηση καταχωρήθηκε την ενδέκατη ημέρα μετά την ημερομηνία κατά την οποία οι γραπτές προτάσεις θεωρούνταν ότι είχαν κλείσει και, κατά συνέπεια, ήταν εκπρόθεσμη κατά μία ημέρα, διότι σύμφωνα με την Δ.30, θ.1(β) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας έπρεπε να υποβληθεί μέσα δε δέκα μέρες από το κλείσιμο των γραπτών προτάσεων. Η εφεσείουσα / εναγόμενη στην ένστασή της που καταχώρησε στην πιο πάνω αίτηση ήγειρε, μεταξύ άλλων, το θέμα του εκπρόθεσμου της αίτησης και επέμενε στο θέμα αυτό μέχρι τέλους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η εκπρόθεσμη κατάθεση της αίτησης ήταν απλή παρατυπία και όχι θεμελιώδες ελάττωμα που επέφερε ακυρότητα, προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της αίτησης και εξέδωσε διάταγμα για επιτόπια έρευνα. Το Εφετείο αποφάσισε ότι το γεγονός ότι η εκπρόθεσμη κατάθεση της αίτησης ήταν μια απλή παρατυπία και όχι θεμελιώδες ελάττωμα που οδηγούσε σε ακυρότητα της όλης διαδικασίας δεν εσήμαινε αυτόματα και την ανοχή της παρατυπίας. Εφόσο η εφεσίβλητη επέμενε στην ένστασή της και δεν συνέτρεχαν οποιοιδήποτε λόγοι που να καταδεικνύουν ότι εθεωρείτο ότι είχε παραιτηθεί ή εκωλύετο να προβάλει την ένστασή της η αίτηση έπρεπε να είχε απορριφθεί σαν εκπρόθεσμη, και δεν υπήρχε οποιοδήποτε περιθώριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Η κατάταξη μιας παράβασης των κανονισμών στην κατηγορία των παρατυπιών που μπορούν να θεραπευθούν δεν σημαίνει αυτόματα και ανοχή της. Οι κανονισμοί είναι θεσπισμένοι για να τηρούνται. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες επανηλειμμένα τονίστηκε η ανάγκη τήρησής τους. (Βλ. μεταξύ άλλων The Attorney- General Cooperative Carob Marketing Society Ltd v. Lufti Kiamil and Another
(1973)1 CLR
  1. *Βλ. και Sheldon v. Brown etc Ltd [1953] 2 All ER
  2. H παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πρίν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της. * Η Δ.64 δεν είναι εναλλακτικός τρόπος για την εξασφάλιση τέτοιου αποτελέσματος. Θα λέγαμε ότι η Δ.64 προσφέρει διορθωτική δυνατότητα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εκ των υστέρων διαπίστωση μιας παρατυπίας δεν θα ήταν ενδεδειγμένο, μέσα στα πλαίσια του συνόλου των περιστατικών, να αφεθεί να οδηγήσει σε ακύρωση της διαδικασίας. Έτσι, νοουμένου ότι δεν παρεμποδίζεται ένας διάδικος από του να επικαλεστεί μια παρατυπία είτε επειδή καθυστέρησε να το κάμει είτε επειδή έκαμε άλλα διαδικαστικά διαβήματα μετά τη γνώση της παρατυπίας, (Βλ. Δ.64 κ. 2), το Δικαστήριο, ασκώντας της διακριτική του εξουσία, μπορεί, αντί να ακυρώσει τη διαδικασία, να διατάξει τροποποίηση ή να επιλέξει άλλο κατάλληλο χειρισμό. Στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να γίνεται λόγος για καθυστέρηση από την πλευρά της εφεσείουσας να εγείρει το θέμα ή για νέα βήματα στη διαδικασία. Αμέσως μετά την επίδοση της εκπρόθεσμης αίτησης η εφεσείουσα είχε εγείρει το θέμα. Θα αναμέναμε ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες η εφεσίβλητη θα απέσυρε την αίτηση προκειμένου να προηγηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία για την εξασφάλιση παράτασης της προθεσμίας. Η εφεσίβλητη όμως απλώς προώθησε την αίτησή της υποστηρίζοντας ουσιαστικά πως η παρατυπία θα έπρεπε να αγνοηθεί μια και δεν καθιστούσε άκυρη την αίτηση. Η Δ.64 αφήνει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου το κατά πόσο θα ακυρώσει μια παράτυπη διαδικασία *Βλ. και Eleftheriades and another v. Mavrellis and another
(1985)1 CLR 440, αναφορικά με ανάλογη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. ή το κατά πόσο θα επιτρέπει κάποια τροποποίηση ή θα επιλέξει άλλο χειρισμό. Η άσκηση διακριτικής εξουσίας προϋποθέτει στάθμιση δεδομένων. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει ο,τιδήποτε πέρα από το ότι η αιτήτρια επέμενε στην προώθηση μιας εκπρόθεσμης αίτησης. Δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διάσωση της αίτησης αυτής. Η αίτηση θα έπρεπε να είχε απορριφθεί ως εκπρόθεσμη. Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα μπορούσε στα πλαίσια αίτησης για παράταση της προθεσμίας, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, να θεωρήσει ως σχετικούς παράγοντες τόσο το γεγονός ότι είχε παρέλθει ελάχιστος χρόνος από την εκπνοή της προθεσμίας όσο και τις πρόνοιες της Δ.30 κ.7. Θα προσθέταμε όμως πως με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Δ.30 κ.7 αποδυναμώνει τη Δ.30 κ.2 ως προς την οριζόμενη προθεσμία ή ότι εισάγει μηχανισμούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται από τους κανονισμούς». Στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Αιτήτριας δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά στο εκπρόθεσμο της καταχώρησης της ένστασης του Καθ' ου η αίτηση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας δεν ήγειρε το θέμα αυτό κατά την αγόρευσή του ούτε και ανέφερε ότι για τον πιο πάνω λόγο έχει ένσταση στο να ληφθεί υπόψη η ένσταση. Συναφώς και δεν κάλεσε το Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα τούτο ούτε και να μην λάβει υπόψη το περιεχόμενο της ένστασης. Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση παραιτήθηκε από το δικαίωμά της να εγείρει το θέμα του εκπρόθεσμου της καταχώρησης της ένστασης με αποτέλεσμα να μπορεί να θεωρηθεί ότι ουδεμία ένσταση έχει στην εκπρόθεσμη καταχώρηση της. Στην υπόθεση Μαίρη Α. Αθανασιάδη ν. Ηρώς Αλεξάνδρου
(1991)1 ΑΑΔ 945, που πιο πάνω μνημονεύεται, είδαμε ότι σημαντικός παράγοντας για την απόφαση του Εφετείου αποτέλεσε το γεγονός ότι η πλευρά της εφεσίβλητης είχε ένσταση στην εκπρόθεσμη καταχώρηση της αίτησης και επέμεινε στο παράτυπο της μέχρι τέλους. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν συντρέχει κάτι τέτοιο. Στην αγόρευσή του κατά την οποία και είχε την δυνατότητα να εγείρει το ζήτημα του εκπρόθεσμου της καταχώρησης της ένστασης ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας ουδέν παράπονο ή ένσταση εξέφρασε επί του ζητήματος τούτου. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων θεωρώ ότι η μη συμμόρφωση του Καθ' ου η αίτηση στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.5.12 θεραπεύθηκε με την εκ των υστέρων συμπεριφορά της Αιτήτριας όπως αυτή πιο πάνω περιγράφηκε. Σημαντική επί του προκειμένου είναι και η απόφαση του Λόρδου Denning στην Αγγλική υπόθεση McFoy v. United Africa Co. Ltd
(1961)All E R 1169 στην οποία έγινε αναφορά στην Μαίρη Α. Αθανασιάδη. Στην υπόθεση εκείνη ο ενάγων είχε καταχωρήσει την έκθεση απαίτησής του αντικανονικά, ήτοι κατά την διάρκεια των διακοπών, χωρίς να εξασφαλίσει προηγουμένως την αναγκαία άδεια. Ο εναγόμενος παράλειψε να καταχωρίσει υπεράσπιση και εκδόθηκε απόφαση εναντίον του. Στα πλαίσια αίτησης του εναγομένου για παραμερισμό της απόφασης υποστηρίχτηκε ότι το βάθρο στο οποίο είχε στηριχθεί η έκδοση της απόφασης ήταν ανύπαρκτο. Ο Λόρδος Denning, αφού εξήγησε τις επιπτώσεις ανάλογα με το κατά πόσο μια διαδικασία είναι απλώς παράτυπη ή άκυρη από την αρχή, υιοθέτησε ως μέθοδο διάκρισης μεταξύ των δύο το κατά πόσο θα ήταν δίκαιο διάδικος που παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να εγείρει θέμα σε σχέση με υπάρχον ελάττωμα ή που έκαμε νέα βήματα στη διαδικασία αφότου το ελάττωμα περιήλθε σε γνώση του μπορεί να παραπονείται γι' αυτό εκ των υστέρων. Με βάση το πιο πάνω κριτήριο θεωρήθηκε ότι η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης ήταν απλώς αντικανονική και πως η παρατυπία θεραπεύθηκε εξαιτίας των μετέπειτα χειρισμών του εναγομένου. Το Εφετείο θεώρησε ανάλογη και την περίπτωση στην υπόθεση Nigerian Produce v. Sonora Shipping
(1979)1 CLR 409 στην οποία λέχθηκε ότι παρά τις πρόνοιες των κανονισμών σύμφωνα τους οποίους κανένα κλητήριο ένταλμα δεν παραμένει σε ισχύ μετά την πάροδο 12 μηνών από την έκδοσή του η επίδοσή του μετά την περίοδο αυτή χωρίς προηγουμένως να εξασφαλιστεί παράτασή της ισχύος του αποτελεί απλή παρατυπία που μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει θεραπευθεί με την καταχώριση εμφάνισης χωρίς όρους. Η Δ.18, θ.1(α) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Όταν ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Διάταξη 2, Θεσμός 6, ο ενάγων δύναται με ένορκη δήλωση που θα κάνει ο ίδιος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα, που να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι εξ' όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που αξιώνεται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για την ανάκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση συγκεκριμένου κινητού, αναλόγως της περίπτωσης, και για έξοδα. Και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία ήθελε θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί». Στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στη προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790-794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθού η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιό μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθού η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 A.A.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ., σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ., σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: `H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs n. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)». Στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βασική αρχή που προκύπτει από τις αυθεντίες είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να δίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρει θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα (Βλέπε: CY.E.M.S. Co. Ltd. v. The Central Co-Operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 A.A.Δ. 897, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd. v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Στην Trans Middle East (πιο πάνω) συμπερασματικά αναφέρονται τα εξής:- "Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Συνοπτική απόφαση θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και ως εξαίρεση στον βασικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Δεν πρέπει να εμποδίζεται ο εναγόμενος να υπερασπισθεί εκτός σε περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ότι δεν έχει συζητήσιμη υπεράσπιση. Επίσης, δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και τον Νόμο (Βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 243). Για τους πιο πάνω λόγους η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Δ.18, θ.1(α) με την ένορκο δήλωσή του πρέπει να εξετάζεται αυστηρά και με απόλυτη σχολαστικότητα. Ο ενάγων πρέπει, μεταξύ άλλων, να υποστηρίξει την αίτησή του για συνοπτική απόφαση με ένορκο δήλωση είτε του ιδίου, είτε κάποιου άλλου τρίτου, ο οποίος μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα, και με αυτή να επαληθεύει την αιτία της αγωγής και το αξιώμενο ποσό και να αναφέρει την πεποίθησή του ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130 και Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333). Ο λόγος που η προσέγγιση των Δικαστηρίων ως προς την επάρκεια της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση είναι τόσο αυστηρή υποδείχθηκε από τον Άγγλο Δικαστή Buckley L. J. στην Αγγλική υπόθεση Symon and Co v. Palmer's Stores
(1912)1 KB 259 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 266: «Trial as a rule must precede judgment. Order 14 provides an extraordinary procedure in certain cases; it is a procedure in which instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided as set forth in the order». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατά κανόνα η δίκη προηγείται της απόφασης. Η Διάταξη 14 προνοεί για μια εξαιρετική διαδικασία που εφαρμόζεται σε ορισμένες περιπτώσεις. Είναι μια διαδικασία στην οποία αντί δίκης πρώτα και μετά απόφασης, υπάρχει αμέσως απόφαση και ουδέποτε δίκη. Μια τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που προνοούνται στην Διάταξη». Σύμφωνα με τον πιο πάνω Άγγλο Δικαστή αν η ένορκος δήλωση δεν συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις της (Αγγλικής) Διάταξης 14 το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδώσει απόφαση. Υποχρεούται να αφήσει την υπόθεση να οδηγηθεί σε δίκη κατά τον σύνηθη τρόπο. Το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι θέμα, λοιπόν, που άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκή του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισής του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί (Βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (Βλ. Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Η σχετική Αγγλική Νομολογία καθιέρωσε ως βασική αρχή ότι όπου υπάρχει ειλικρινής διαφωνία αναφορικά με την ερμηνεία ενός εγγράφου στο οποίο βασίζεται η αξίωση ή διαφωνία ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών είτε ακόμα αβεβαιότητα ως προς το οφειλόμενο ποσό πρέπει να δίδεται στον εναγόμενο άδεια για υπεράσπιση (Βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 264). Στις περιπτώσεις ξεκάθαρων απαιτήσεων στις οποίες ο εναγόμενος αποκαλύπτει καλόπιστη ανταπαίτηση η οποία δεν σχετίζεται άμεσα με τα γεγονότα της αγωγής θα πρέπει να δίδεται απόφαση για το ποσό της απαίτησης με ταυτόχρονη άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση ανταπαίτησης. Σε αυτή την περίπτωση επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της ανταπαίτησης. Στην υπό εξέταση περίπτωση το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Αν και με την ένσταση δεν προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι το πρόσωπο που ορκίσθηκε την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα το ζήτημα τούτο θα πρέπει να αποφασισθεί από το Δικαστήριο εν' όψει της σημασίας του ως προς την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση επί της ουσίας σύμφωνα με τον σχετικό θεσμό και την Νομολογία που πιο κάτω παρατίθεται. Στην υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι νομολογημένο ότι για την ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιηθούν οι πιο κάτω προϋποθέσεις από τον αιτητή:
(1)Καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου δυνάμει του θ. 1 της Δ.2.
(2)Καταχώριση εμφάνισης από τον εναγόμενο.
(3)Η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι καθώς πιστεύει - ο ωμόσας - δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την δικαιοδοσία του δικαστηρίου και η μη ικανοποίησή τους στερεί από το δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (Βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135). Ο λόγος της αυστηρής προσέγγισης όσον αφορά την επάρκεια ή πληρότητα της ένορκης δήλωσης επεξηγείται ως πιο κάτω στην Symon & Co. ν. Palmer's Stores
(1903)Limited [1912] 1 K.B. 259, 266-267: "Trial, as a rule, must precede judgment. Order XIV. provides an extraordinary procedure in certain cases. It is a procedure in which, instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided, as set forth in the Order. . . . . . . . . . .................. . . . An application is often made under Order XIV., not with any expectation of success, but in order to induce the defendant to make an affidavit, and so get information on oath as to the nature of his defence. That is not legitimate. If there is no such affidavit as is required by Order XIV., r. 1, there is, I think, no jurisdiction under that Order to give judgment. The judge is bound to leave the action to proceed to trial in the usual way. He can only give judgment without a trial if the conditions mentioned in the rule are satisfied. The question of the sufficiency of the affidavit is, in my opinion, one which goes to jurisdiction." Σε ελληνική μετάφραση: "Κατά κανόνα η δίκη πρέπει να προηγείται της απόφασης. Η Δ.14 προσφέρει μια ειδική διαδικασία σε ορισμένες υποθέσεις. Είναι διαδικασία κατά την οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση, υπάρχει αμέσως απόφαση και ποτέ δίκη. Τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά για τις εξειδικευμένες υποθέσεις για τις οποίες προβλέπεται όπως καθορίζεται στον Κανονισμό. . .................... . . . . . . . . . . . Συχνά γίνεται αίτηση δυνάμει της Δ.14, όχι με προσδοκία επιτυχίας, αλλά για να πεισθεί ο εναγόμενος να κάμει ένορκη δήλωση και με τον τρόπο αυτό να ληφθούν πληροφορίες με όρκο σε σχέση με την φύση της υπεράσπισης. Αυτό δεν είναι νόμιμο. Εάν δεν υπάρχει η ένορκη δήλωση που απαιτείται από τον θ.1 της Δ.14, δεν υπάρχει, νομίζω, δικαιοδοσία δυνάμει της Διαταγής εκείνης για έκδοση απόφασης. Ο Δικαστής υποχρεούται να αφήσει την αγωγή να προχωρήσει σε δίκη με τον συνηθισμένο τρόπο. Μπορεί να εκδώσει απόφαση χωρίς δίκη εάν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός. Το ζήτημα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι ζήτημα που ανάγεται στη δικαιοδοσία." Η Δ.18 πρέπει να εφαρμόζεται στις ξεκάθαρες και αδιαμβισβήτητες υποθέσεις. Σκοπός της, καθώς έχει νομολογηθεί, είναι να καταστήσει ικανό τον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, εάν μπορεί να αποδείξει την αξίωσή του ξεκάθαρα και εάν ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να εγείρει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει οποιοδήποτε επίδικο θέμα εναντίον της αξίωσης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί (Βλ. Roberts ν. Plant [1895] 1 Q.B. 597). Ο πιο πάνω θ. 1 της Δ.18 φαίνεται ότι το θεωρεί σαν δεδομένο ότι ο ενάγων είναι ικανός να κάμει την ένορκη δήλωση, απλώς επειδή είναι ο ενάγων. Στην κρινόμενη περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία. Δεν μπορεί να ορκισθεί. Κάποιος πρέπει να ορκισθεί στη θέση της. Σύμφωνα, όμως, με ρητή επιταγή του πιο πάνω θεσμού πρέπει να είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Ο θ.2 της Δ.39, η οποία διέπει τα του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων προβλέπει ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται στα γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας είναι σε θέση να αποδείξει με βάση τη δική του γνώση. Ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στα όσα ο μάρτυρας πληροφορείται και πιστεύει, επιτρέπονται μόνο στις περιπτώσεις ενδιάμεσων αιτήσεων (Βλ. Stavrinides (πιο πάνω), σελ. 137). Στην Lagos ν. Grunwaldt [1910] 1 Κ.Β. 41, η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο ο οποίος ήταν συνέταιρος στο δικηγορικό οίκο που αντιπροσώπευε τον ενάγοντα. Το Εφετείο αποδοκίμασε με αυστηρή γλώσσα τις ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στην πεποίθηση και πληροφορίες του ωμόσαντος. Στη σελ. 48 της απόφασης επισημαίνονται τα πιο κάτω: "It is obvious on reading this affidavit that the deponent knows nothing whatever personally, and can only swear to the best of his information and belief. The procedure under Order XIV is special ... when I bear in mind the summary proceedings which are founded upon this order, it seems to me that it is most important that the admission of such affidavits by solicitors should not be allowed." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι πρόδηλο από την ανάγνωση της ένορκης δήλωσης ότι ο ωμόσας δεν γνωρίζει τίποτε προσωπικώς, και μπορεί να ορκισθεί από όσα καλύτερα πληροφορείται και πιστεύει. Η διαδικασία δυνάμει της Δ.14 είναι πολύ εξειδικευμένη ... έχοντας υπόψη τη συνοπτική διαδικασία που βασίζεται πάνω στη Δ.14 μου φαίνεται ότι είναι υψίστης σημασίας ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται η κατάθεση τέτοιων ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους." Στην Symon & Co. (πιο πάνω) οι ένορκες δηλώσεις έγιναν από τον Διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας με βάση πεποίθηση που σχημάτισε και πληροφορίες που πήρε από πρόσωπα των οποίων δεν δόθηκαν τα ονόματα. Τονίσθηκε (βλ. σελ. 264) ότι αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με τα όσα προβλέπονται από την Δ.14 θ.1 σε σχέση με την ένορκη δήλωση δεν υπάρχει δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πρέπει απαραιτήτως να ικανοποιείται ο όρος που θέτει η Δ.14 θ.1. Το πρόσωπο που ορκίζεται πρέπει να είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω στη σελ. 266: "It is sufficient to say that the facts essential for the purpose of verifying the cause of action are not here stated on affidavit by a person who can swear positively to them, but by a person who can only vouch information and belief with respect to them; moreover his belief appears to be founded upon information which does not commend itself to me as being satisfactory." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι αρκετό να ειπωθεί ότι τα γεγονότα που είναι απαραίτητα για την επαλήθευση της αιτίας της αγωγής δεν έχουν τεθεί με ένορκη δήλωση από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για αυτά, αλλά από πρόσωπο το οποίο επικαλείται πληροφορίες και πεποίθηση σε σχέση με αυτά. Περιπλέον η πεποίθηση του φαίνεται να βασίζεται πάνω σε πληροφορίες οι οποίες δεν μου δίνουν την εντύπωση ότι είναι ικανοποιητικές." Η παράθεση της νομολογίας δεν θα ήταν πλήρης αν δεν γινόταν αναφορά στην Pathe Freres Cinema Limited v. United Electric Theatres Limited [1914] 3 K.B. 1253, στην οποία η ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα βρίσκοντο εντός της προσωπικής γνώσης του, κρίθηκε ικανοποιητική. Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι υπάρχει δυνατότητα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον ενάγοντα. Αυτή μπορεί να καταχωρηθεί μετά από άδεια του δικαστηρίου. Το ζήτημα το πραγματεύεται ως πιο κάτω η υπόθεση Les Fils Dreyfus et Cie Anonyme v. Clarke [1958] 1 All E.R. 459, 463: "There always has been and is jurisdiction in the court to allow an affidavit filed in support of an application for summary judgment to be supplemented and in deciding jurisdiction one looks at the matter at the end of the day on the affidavits which have been filed." Σε ελληνική μετάφραση: "Πάντοτε το δικαστήριο είχε και έχει εξουσία να επιτρέψει όπως συμπληρώνεται η ένορκη δήλωση, που καταχωρείται προς υποστήριξη αίτησης για συνοπτική απόφαση και όταν αποφασίζει για τη δικαιοδοσία ένας κοιτάζει πως έχει το ζήτημα στο τέλος με βάση τις ένορκες δηλώσεις που έχουν κατατεθεί." Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης». Στην υπόθεση Κωνσταντίνος Σπηταλιώτης κ.α. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 1113 το Εφετείο συμφώνησε με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το πρόσωπο που ορκίσθηκε την ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση για συνοπτική απόφαση ήταν πρόσωπο που μπορούσε να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα. Στην απόφαση του Εφετείου προσμέτρησαν ότι ο ενόρκως δηλών (α) ήταν γνώστης της επίδικης συμφωνίας αφού ήταν παρών κατά την υπογραφή της, (β) είχε επισυνάψει την πιο πάνω συμφωνία στην ένορκό του δήλωση, (γ) γνώριζε από τα διάφορα έγγραφα της εφεσίβλητης/ ενάγουσας τις κινήσεις του λογαριασμού και (δ) είχε τερματίσει ο ίδιος την επίδικη συμφωνία. Κρίθηκε ότι όλα τα πιο πάνω τον καθιστούσαν πρόσωπο που μπορούσε να ορκισθεί θετικά για το περιεχόμενο της ένορκής του δήλωσης. Στην υπόθεση Ευάγγελος Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1051 το πρόσωπο που υπέγραψε την ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση για συνοπτική απόφαση ήταν υπάλληλος των εναγόντων / αιτητών, είχε προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούσαν στην αγωγή και ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση. Κατείχε, επίσης και φύλαττε όλα τα σχετικά έγγραφα, παρακολουθούσε την κίνηση του λογαριασμού και είχε σχέση με την ετοιμασία της κατάστασης του λογαριασμού την οποία και είχε προσυπογράψει. Το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα στην σελίδα 1055: «Ο ομνύοντας διαλαλεί την προσωπική του γνώση στα γεγονότα που αφορούν την αγωγή και την εμπλοκή του ιδίου στην εξέλιξη των γεγονότων διά της παρακολουθήσεως της κινήσεως του λογαριασμού και της συμμετοχής του εις την ετοιμασία σχετικής κατάστασης λογαριασμού την οποία και προσυπογράφει. Προκύπτει από τα λεχθέντα του, που κατ' αντιπαράθεση με τα γεγονότα στην Δημητρίου (πιο πάνω) δεν αμφισβητήθησαν, πως ήταν πρόσωπο ικανό εντός του ορισμού της Δ.18, θ.1 για να ορκιστεί θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής όπως και έπραξε παραθέτοντας, εκ του περισσού ίσως, και τα σχετικά έγγραφα. Στην υπόθεση Pathe Freres Cinema Ltd. v. United Electric Theatres Ltd. [1914] 3 K.B. 1253, που μνημονεύεται στην Δημητρίου (πιο πάνω), ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα βρίσκοντο εντός της προσωπικής γνώσης του, κρίθηκε ικανοποιητική». Τέλος, στην υπόθεση Γεώργιος Αγαθαγγέλου Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 274 το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 279-280: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην εμπεριστατωμένη απόφαση του αναφέρει τα εξής:- "Από νωρίς η νομολογία του Κυπριακού Εφετείου, εφαρμόζοντας αντίστοιχη αγγλική νομολογία, αναγνώρισε και προσδιόρισε την παράμετρο επάρκειας της ένορκης δήλωσης, με σαφή παροχή δυνατότητας προσφοράς ένορκης δήλωσης και από άλλο πρόσωπο παρά τον ίδιο τον ενάγοντα. Στην υπόθεση Stavrinides v. Cheskoslovenska
(1972)1 C.L.R. 130 στη σελίδα 136-137 αναφέρεται:- "There is no doubt that, as our relevant rule stands, an affidavit may be made by another person, apart from the plaintiff, but the rule does not stop there; it must be a person that 'can swear positively to the facts, verifying the cause of action and the amount claimed'. The deponent must be clearly in a position to swear positively to the facts and the affidavit must show this. It cannot be an affidavit where the deponent can only depose upon information and belief." H σημερινή πολυπλοκότητα των συναλλαγών σε συνδυασμό με την πολυάριθμη εκπροσώπιση εμπορικών οργανισμών, όπως τραπεζών, κατέστησε επιτακτική την ανάγκη προσδιορισμού της έκτασης γνώσης και του πεδίου εκδήλωσης των αναγκαίων γεγονότων που στοιχειοθετούν τη βάση έγερσης του αγωγίμου δικαιώματος των εναγόντων, όπως και του εκάστοτε πλαισίου απαίτησης. Σχετική επί του θέματος είναι η υπόθεση Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 782 την οποία επικαλέστηκαν αμφότεροι οι συνήγοροι, ο καθένας δίδοντας τη δική του ερμηνεία. .......................................................................................................................... Συμφωνούμε με την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου. Ο ενόρκως δηλών για την εφεσίβλητη διαλαλεί την προσωπική του γνώση στα γεγονότα που αφορούν την αγωγή και την εμπλοκή του ιδίου στην εξέλιξη των γεγονότων με την παρακολούθηση της κινήσεως του λογαριασμού και της συμμετοχής του στην ετοιμασία της σχετικής κατάστασης λογαριασμού, την οποία και προσυπογράφει. Προκύπτει ότι ήταν πρόσωπο ικανό εντός της εννοίας της Δ.18 θ.1 για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής, όπως και έπραξε, παραθέτοντας και τα σχετικά έγγραφα. Προσθέτουμε ακόμα ότι δεν έχει αντεξετασθεί ο ομνύων από τον δικηγόρο του εφεσείοντα. Στην υπόθεση Pathe Freres Cinema Ltd. v. United Electric Theatres Ltd. [1914] 3 K.B. 1253, ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα ήσαν εντός της προσωπικής του γνώσης, κρίθηκε ικανοποιητική (Βλέπε: Ευαγγέλου Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1051)». Από την ένορκο δήλωση της Νατάσας Χ'' Γαβριήλ η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση επισημαίνονται τα ακόλουθα σημεία: η ενόρκως δηλούσα έχει άμεση γνώση των γεγονότων της παρούσης υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση σε κάθε ουσιώδη για την αγωγή χρόνο η ενόρκως δηλούσα ήταν στην υπηρεσία της Αιτήτριας. Υπηρετούσε στο κατάστημα στο οποίο η εταιρεία είχε τον λογαριασμό της και ήταν το πρόσωπο στο οποίο ανατέθηκε και ήταν η υπεύθυνη για την εποπτεία και παρακολούθηση του συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων λογαριασμών στα πλαίσια της παρακολούθησης των επίδικων λογαριασμών και, επομένως, στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων της η ενόρκως δηλούσα είχε υπό την κατοχή και την φύλαξή της όλα τα σχετικά με τους λογαριασμούς αυτούς έγγραφα μεταξύ των καθηκόντων της ενόρκως δηλούσας είναι και η ετοιμασία καταστάσεων λογαριασμού οι καταστάσεις λογαριασμού που η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει στην ένορκό της δήλωση ετοιμάσθηκε από την ίδια στα πλαίσια εκτέλεσης των πιο πάνω καθηκόντων της στην ένορκό της δήλωση η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει, ακόμα, τις επίδικες συμφωνίες ενοικιαγοράς, την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 22.3.11 καθώς και τις επιστολές με ημερομηνία 5.5.11 ως έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή της και υπό την φύλαξή της και, τέλος, η ενόρκως δηλούσα συμφωνεί και υιοθετεί πλήρως το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Εν' όψει των πιο πάνω κρίνω ότι η ενόρκως δηλούσα είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής. Αυτή διαλαλεί την άμεση της γνώση για τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα αγωγή και την εμπλοκή της στην εξέλιξη των γεγονότων με την παρακολούθηση της κίνησης των επίδικων λογαριασμών και την συμμετοχή της στην ετοιμασία των σχετικών καταστάσεων λογαριασμού, τις οποίες και επισυνάπτει ως τεκμήρια στην ένορκό της δήλωση. Είναι το πρόσωπο που έχει την εποπτεία της λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών και υπό την ιδιότητά της αυτή έχει στην κατοχή και υπό την φύλαξή της τα έγγραφα που αφορούν στην υπόθεση και τα οποία, επίσης, επισυνάπτει στην ένορκό της δήλωση. Θεωρώ ότι με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, τα οποία, σημειωτέον, δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση, η ενόρκως δηλούσα είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής, όπως και έπραξε, παραθέτοντας και τα σχετικά έγγραφα. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι η ομνύουσα δεν έχει αντεξετασθεί από τον δικηγόρο του Καθ' ου η αίτηση. Όπως ενωρίτερα είδαμε στην υπόθεση Pathe Freres Cinema Ltd. v. United Electric Theatres Ltd. [1914] 3 K.B. 1253, ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα ήσαν εντός της προσωπικής του γνώσης, κρίθηκε ικανοποιητική (Βλ., επίσης, Ευαγγέλου Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ.
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1051). Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο καταρτισμός και η συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών ενοικιαγοράς καθώς και ο τερματισμός τους με επιστολή της Αιτήτριας ημερομηνίας 22.3.11 είναι σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση παραδεκτά από τον Καθ' ου η αίτηση. Τέλος, η ενόρκως δηλούσα δηλώνει την πεποίθηση ότι ο Καθ' ου η αίτηση καμία υπεράσπιση δεν έχει στην αγωγή, σύμφωνα δε με την ίδια η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από μέρους του έγινε με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως η Αιτήτρια ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18, θ1(α) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και οι οποίες αφορούν στην Αιτήτρια με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση επί της ουσίας και το βάρος της απόδειξης να εναποτίθεται στον Καθ' ου η αίτηση να καταδείξει ότι έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Σύμφωνα με την υπόθεση Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 ο Καθ' ου η αίτηση έχει το βάρος να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή οφείλει να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή να πείσει το Δικαστήριο ότι η υπεράσπιση που αποκαλύπτει δύναται να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. Στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: ο Καθ' ου η αίτηση παραδέχεται τον καταρτισμό των επίδικων συμφωνιών ενοικιαγοράς. Παραδέχεται, επίσης, ότι από ένα σημείο και έπειτα η εταιρεία, αφού μέχρι τότε εκπλήρωνε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, έπαψε να καταβάλλει προς την Αιτήτρια τις συμφωνηθείσες δόσεις λόγω του ότι είχε περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση με αποτέλεσμα στις 22.3.11 η Αιτήτρια να προβεί στον τερματισμό των επίδικων συμφωνιών ενοικιαγοράς. Θέση του Καθ' ου η αίτηση είναι ότι για την πιο πάνω άσχημη οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η εταιρεία ευθύνονται διάφοροι, μεταξύ άλλων, και η Αιτήτρια, η οποία περί τον Ιούλιο του 2011 προσέγγισε την εταιρεία με σκοπό την διαπραγμάτευση του τρόπου διακανονισμού των υπό της εταιρείας προς την Αιτήτρια οφειλομένων δυνάμει των επίδικων συμφωνιών ενοικιαγοράς ποσών. Στην πιο πάνω πρόσκληση της Αιτήτριας η εταιρεία επιβεβαίωσε την προθυμία της να διαπραγματευθεί προς την πιο πάνω κατεύθυνση με την Αιτήτρια. Έτσι, τον Ιούλιο του 2011 έλαβαν χώρα διαπραγματεύσεις μεταξύ του Καθ' ου η αίτηση υπό την ιδιότητά του ως διευθυντή της εταιρείας και διάφορων εκπροσώπων της Αιτήτριας με αποτέλεσμα στις 27.7.11 τόσο η εταιρεία όσο και ο Καθ' ου η αίτηση ως εγγυητής της, από την μια, και η Αιτήτρια, από την άλλη, να καταλήξουν σε συμφωνία μείωσης των υπό της εταιρείας προς την Αιτήτρια οφειλόμενων δυνάμει των επίδικων συμφωνιών ενοικιαγοράς ποσών και σε συμφωνία των ορών αποπληρωμής τους. Υπό το φως των πιο πάνω είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα για τον Καθ' ου η αίτηση ότι δημιουργήθηκε μια νέα συμφωνία το αποτέλεσμα της οποίας ήταν να αντικαταστήσει τις προηγούμενες συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων συμφωνιών ενοικιαγοράς. Η νέα συμφωνία περιλάμβανε την μείωση των υπό της εταιρείας αρχικά οφειλόμενων δυνάμει των επίδικων συμφωνιών ενοικιαγοράς ποσών κατά 10%. Όσον αφορά τον χρόνο αποπληρωμής συμφωνήθηκε ότι τα νέα συμφωνηθέντα μειωμένα ποσά θα αποπληρώνονταν εξ ολοκλήρου από την εταιρεία τον Οκτώβριο του 2011 και το θέμα αυτό θα ρυθμιζόταν περαιτέρω τον Σεπτέμβριο του 2011 αφότου οι υπάλληλοι και των δύο πλευρών θα επέστρεφαν από τις διακοπές του Αυγούστου του 2011. Παρόμοιος διακανονισμός συμφωνήθηκε και για όλες τις συμφωνίες ενοικιαγοράς που υπεγράφησαν μεταξύ της Αιτήτριας και των εταιρειών που ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιρειών στον οποίο ανήκει και η εταιρεία ο οποίος βρέθηκε σε παρόμοια δεινή οικονομική κατάσταση όπως και η εταιρεία. Προς επιβεβαίωση του πιο πάνω ισχυρισμού επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τηλεομοιοτυπικό έντυπο που συντάχθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας και απεστάλη προς τον ενόρκως δηλούντα της ένστασης και το οποίο αφορούσε σε δύο άλλες συμφωνίες ενοικιαγοράς με αριθμούς 219-41-476964-01 και 219-41-205651-01 για τις οποίες η Αιτήτρια συναίνεσε σε μείωση των δυνάμει των πιο πάνω συμφωνιών οφειλόμενων ποσών κατά 10%. Θέση του ενόρκως δηλούντος είναι ότι υπό το φως των πιο πάνω η παρούσα αγωγή αποτελεί υπαναχώρηση από μέρους της Αιτήτριας των όρων που συμφωνήθηκαν στην βάση της νέας συμφωνίας που συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων. Στην Αγγλική υπόθεση Les Fils Dreyfus et Cie Anonyme v. Clarke [1958] 1 All E R 459 είδαμε πως ο ενάγων δικαιούται σε αίτηση για συνοπτική απόφαση να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκο δήλωση και ότι το Δικαστήριο προτού καταλήξει σε απόφαση λαμβάνει υπόψη το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκ μέρους του αιτητή στο σύνολό τους. Η Αιτήτρια δεν ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκο δήλωση με σκοπό να αντικρούσει τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Αιτήτριας και, έτσι, παρέμειναν αναντίλεκτοι. Σημειώνεται ότι τα όσα αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Αιτήτριας επί του προκειμένου και τα οποία σκοπό είχαν να κλονίσουν την αξιοπιστία των ισχυρισμών που προβλήθηκαν εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση είναι σαφώς νομολογημένο ότι δεν ισοδυναμούν και δεν υπέχουν μορφή μαρτυρίας και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Κρίνω δε πως με τους πιο πάνω ισχυρισμούς ο Καθ' ου η αίτηση κατέδειξε ότι έχει υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Εγείρει θέμα σε απάντηση της απαίτησης της Αιτήτριας που πρέπει να εκδικασθεί και αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί και ακουσθεί από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με την υπόθεση Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 για να δοθεί άδεια για υπεράσπιση αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση. Υπό το φως των πιο πάνω οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 3 και 4 ευσταθούν. Η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριτπική κατάληξη. Η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης καθίσταται αχρείαστη. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου 2 / Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας / Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Συνοπτική απόφαση Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.