ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ PHYTIDES COURT ν. Νεόφυτος Κάνιας, Αρ. Αγωγής: 3387/12, 30/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A122 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3387/12 Μεταξύ: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ PHYTIDES COURT, από την Λεμεσό Εναγόντων και Νεόφυτος Κάνιας, από την Λεμεσό Εναγόμενου Ημερομηνία: 30.4.13 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο / Αιτητή: κ. Στ. Στυλιανού (για να ακούσει την απόφαση η κα Α. Μαυροβουνιώτη) Για την Ενάγουσα εταιρεία / Καθ' ης η αίτηση: κ. Η. Αγαθοκλέους για κ. Γ. Λάντα Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ο Εναγόμενος / Αιτητής εξαιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο η Ενάγουσα εταιρεία / Καθ' ης η αίτηση να διατάζεται να δώσει περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησής της. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.19, θ.6, Δ.28, Δ.30, Δ.48, θθ1-3, 8(
- z)και 9(
- i)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Στηρίζεται δε στα γεγονότα όπως αυτά φαίνονται από τον φάκελο της υπόθεσης και στην ένορκο δήλωση του Αιτητή η οποία την συνοδεύει. Σύμφωνα με την εν λόγω ένορκο δήλωση οι αιτούμενες λεπτομέρειες είχαν ζητηθεί από τον δικηγόρο της Καθ' ης η αίτηση με επιστολή του δικηγόρου του Αιτητή ημερομηνίας 9.8.12. Ο δικηγόρος, όμως, της Καθ' ης η αίτηση δεν έδειξε οποιαδήποτε ανταπόκριση. Αντίγραφο της πιο πάνω επιστολής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο «ΝΚ 1». Επιπλέον, οι αιτούμενες λεπτομέρειες είναι αναγκαίες για την ετοιμασία της Υπεράσπισης, για σκοπούς προετοιμασίας για την ακρόαση και για σκοπούς ορθής, πλήρους και ταχείας απονομής της δικαιοσύνης καθώς και για σκοπούς αποφυγής σπατάλης χρόνου και εξόδων. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Οι λόγοι της ένστασης παρατίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης σύμφωνα με την Δ.48, θ.4
(1)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Άντριας Λόρδου, η οποία είναι μέλος της Καθ' ης η αίτηση, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από την Καθ' ης η αίτηση για να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Στο στάδιο αυτό κρίνω σκόπιμο να κάνω αναφορά στο σύντομο ιστορικό της υπόθεσης. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 26.9.12 και ορίσθηκε για επίδοση από το Πρωτοκολλητείο στις 5.11.
- Της υπό κρίση αίτησης είχε προηγηθεί έξι μέρες προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 20.9.12 η καταχώρηση εκ μέρους της Ενάγουσας αίτησης για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης από την πλευρά του Εναγόμενου στην βάση της Διάταξης 26 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η τελευταία αυτή αίτηση είχε ορισθεί για επίδοση από το Πρωτοκολλητείο στις 30.10.
- Η πλευρά της Ενάγουσας καταχώρησε την ένστασή της στην υπό κρίση αίτηση αρκετά έγκαιρα και συγκεκριμένα από τις 20.10.
- Στις 30.10.12 η αίτηση ημερομηνίας 20.9.12 ορίσθηκε από το Δικαστήριο για οδηγίες στις 5.11.12, ήτοι την ίδια ημέρα που ήταν ορισμένη για επίδοση και η υπό κρίση αίτηση, κατόπιν παράκλησης του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας και με την σύμφωνη γνώμη της ευπαίδευτης συνηγόρου του Εναγομένου. Ο χρόνος ζητήθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας ώστε αυτή να εξετάσει πώς θα προχωρούσε με την αίτηση ημερομηνίας 20.9.12 εν' όψει της στο ενδιάμεσο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης. Πάντως, η πλευρά του Εναγόμενου στις 30.10.12 δεν ζήτησε από το Δικαστήριο παράταση του χρόνου για καταχώρηση της Υπεράσπισής της. Στις 5.11.12, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένες και οι δύο αιτήσεις, η πλευρά του Εναγόμενου καταχώρησε την Υπεράσπισή της και η πλευρά της Ενάγουσας απέσυρε την αίτηση της ημερομηνίας 20.9.
- Την ίδια ημέρα το Δικαστήριο επιλήφθηκε της υπό κρίση αίτησης ορίζοντάς την για ακρόαση. Ο θεσμός 6 της Διάταξης 19 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ως ακολούθως: «A further and better statement of the nature of the claim or defence, or further and better particulars of any matter stated in any pleading, notice, or written proceeding requiring particulars, may in all cases be ordered, upon such terms, as to costs and otherwise, as may be just». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Περαιτέρω και καλύτερη έκθεση της φύσης της απαίτησης ή της υπεράσπισης ή περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες οιουδήποτε ζητήματος που αναφέρεται σε οιονδήποτε δικόγραφο, ειδοποίηση ή γραπτή διαδικασία που απαιτεί λεπτομέρειες δύναται να διαταχθεί σε όλες τις περιπτώσεις με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως ως ήθελε είναι δίκαιο». Ο πιο πάνω κανονισμός είναι πανομοιότυπος με την Δ.19, θ.7 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών και ως εκ τούτου η Αγγλική Νομολογία είναι καθοδηγητική επί του θέματος. Είναι πάγια καθιερωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης από τους διαδίκους. Από την άλλη, η πρακτική στην σύνταξη δικογράφων απαιτεί όπως αναφέρονται στα δικόγραφα όλα τα αναγκαία γεγονότα που εξειδικεύουν τα επίδικα θέματα ούτως ώστε να μην βρεθεί ο αντίδικος προ εκπλήξεως κατά την διάρκεια της δίκης. Μέσα στα πλαίσια αυτά το Δικαστήριο δύναται δυνάμει της Διάταξης 19 να διατάξει την παροχή λεπτομερειών σε οποιοδήποτε δικόγραφο. Η διαταγή για παροχή λεπτομερειών επαφίεται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Δεν υπάρχει καθορισμένη φόρμουλα για το ποιες λεπτομέρειες θεωρούνται αναγκαίες και κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά. Είναι, όμως, επιθυμητό όπως κάθε διάδικος δίδει στον αντίδικο του μέσω των δικογράφων του ένα περίγραμμα των γεγονότων της υπόθεσης που θα αντιμετωπίσει εναντίον του στο Δικαστήριο (Βλ. Bullen & Leake, 12η έκδοση, σελ. 110). Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος & Σία Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 718 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides ν. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απρόοπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεσή τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophytou and Others
(1983)1 C.L.R. 669, 680). Σύμφωνα με τη Δ.19 θ.6, μπορεί να διαταχθεί η παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών οιουδήποτε θέματος που αναφέρεται σε οιοδήποτε δικόγραφο, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως θα θεωρηθεί δίκαιο. Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξ απήνης. Όταν ο κανόνας αυτός παραβιάζεται ο αντίδικος δικαιούται να αξιώνει και επιτυγχάνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να παράσχει τις απαιτούμενες κάτω από τις περιστάσεις λεπτομέρειες (Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ και Άλλοι ν. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 Α.Α.Δ. 649, 652). Στην υπόθεση National Supply Corporation of the Lybyan Arab Republic v. Achaia Shipping Ltd
(1975)1 C.L.R. 427,432, τονίστηκε η ανάγκη για ακρίβεια στα δικόγραφα ούτως ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει με βεβαιότητα την πραγματική διαφορά και να ετοιμαστεί για τη δίκη». Στην υπόθεση Ηνωμένη Εκδοτική Εταιρεία Δίας Λτδ ν. Μηνά Χατζηκώστα
(1990)1 ΑΑΔ 244 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην σελίδα 249: «Περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που αναφέρονται στα δικόγραφα και όχι μαρτυρία δίδονται για σκοπούς διασάσηφης των γενομένων ισχυρισμών. Μια τέτοια διασάφηση γεγονότων υπαγορεύεται από διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων είναι η πληρέστερη πληροφόρηση της άλλης πλευράς περί της φύσης της υπόθεσης που θα έχει να αντιμετωπίσει, η αποφυγή της έκπληξης κατά την ακρόαση, ο περιορισμός των επιδίκων θεμάτων και ισχυρισμών και η ένδειξη ως προς τη μαρτυρία που θα χρειαστεί η άλλη πλευρά». Στην υπόθεση Χριστοδούλου Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 157 λέχθηκε, ότι η Δ.19, θ.6 θα πρέπει να αντικρυσθεί υπό το πρίσμα της Δ.19, θ.4 στην οποία καθορίζεται ότι τα δικόγραφα περιέχουν γεγονότα και όχι μαρτυρία. Με αυτή την έννοια περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με την μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξή τους. Επομένως, οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν επιτρέπεται να στοχεύουν στην εκμαίευση ή αποκάλυψη της μαρτυρίας με την οποία θα αποδειχθούν τα γεγονότα (Βλ. Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 157). Ούτε νομικά σημεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο λεπτομερειών στα δικόγραφα. Η αρχή αυτή εφαρμόζεται όταν γίνονται νομικές εισηγήσεις όπως π.χ. η εγκυρότητα μιας συμφωνίας. Όπου, όμως, το ισχυριζόμενο νομικό αποτέλεσμα δημιουργήθηκε από την επενέργεια ορισμένου γεγονότος αυτό πρέπει να αναφέρεται στα δικόγραφα (Βλ. Μέμνια Τζιακούρα ν. Ευστράτιου Οικονομίδη
(1997)1 ΑΑΔ 669). Τέλος, στην υπόθεση Ευδόκιος Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ. 2)
(1992)1 ΑΑΔ 1146 λέχθηκε ότι αν οι αιτούμενες λεπτομέρειες αφορούν γεγονότα εις γνώση του αιτητή δεν εκδίδεται διάταγμα για παροχή λεπτομερειών. Στην παρούσα υπόθεση η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της χορήγησης λεπτομερειών πριν την καταχώρηση Υπεράσπισης διέπονται από την Διάταξη 19, θεσμό 8 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Particulars of a claim shall not be ordered under rule 6 of this Order to be delivered before defence unless the Court or Judge shall be of the opinion that they are necessary or desirable to enable the defendant to plead or ought for any other special reason to be so delivered». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Δεν θα διατάσσεται η παράδοση λεπτομερειών μιας απαίτησης δυνάμει του θεσμού 6 αυτής της Διάταξης πριν την Υπεράσπιση εκτός εάν το Δικαστήριο ή ο Δικαστής είναι της γνώμης ότι αυτές είναι αναγκαίες ή επιθυμητές για να μπορέσει ο εναγόμενος να συντάξει το δικόγραφό του ή ότι για κάποιο άλλο ειδικό λόγο αυτές θα πρέπει να παραδοθούν». Παρατίθεται χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπό την μονομελή του σύνθεση στην υπόθεση Vector Onega A. G. v. Του Πλοίου M/V Girvas κ.α. (Αγ. Ναυτοδικείου 121/97)
(1999)1 ΑΑΔ 986, σελίδα 993: «Κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να εκδοθεί διάταγμα πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι η ύπαρξη ιδιαίτερων λόγων ή η αναγκαιότητα παροχής των λεπτομερειών στο στάδιο αυτό για να μπορέσει ο εναγόμενος να ετοιμάσει το δικό του δικόγραφο. Ο όρος "ιδιαίτερος λόγος" εξετάστηκε από τον Πική, Π.Ε.Δ., (όπως ήταν τότε) στην Alte Maritime Compania Naviera S.A. ν. Toubia Kmeid
(1982)2 J.S.C. 226, όπου στη σελ. 228 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "However there is nothing restricting the discretion of the Court to direct particulars at this early stage in the light of special reasons. Special reasons may be found in the face of uncommon or extraordinary circumstances making it necessary, in the interests of justice, to order particulars before defence. (On the meaning of special circumstances see Clarks of Hove Ltd v. Bakers' Union 11979] 1 All E.R. 152)." Στην υπόθεση Cyprus Airways Ltd v. Savva (Αρ. 1)
(1992)1 (A) Α.Α.Δ. 1 λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Στυλιανίδη, Δ., που εξέδωσε την απόφαση του Εφετείου, στη σελ.7: PARTICULARS BEFORE DEFENCE: In order to prevent a request for particulars of the statement of claim being used as an instrument of delay, an order for particulars will not be made before the service of the defence, unless in the opinion of the Court, the order is necessary or desirable to enable the defendant to plead or for some other special reason. Particulars before defence are necessary or desirable where otherwise the defendant would be prejudiced or embarrassed in his pleading, or to enable the defendant to decide how to plead. Thus, where the defendant genuinely desires to consider making a payment into court, particulars of special damage will ordinarily be ordered before defence, as, for example, in actions for wrongful dismissal. On the other hand, although the defendant may be entitled to the particulars requested, they will not be ordered before the defence if they are not necessary or desirable at that stage, as for example, where the defendant intends to contest the issue of whether he is an accounting party, particulars of the sums alleged to have been paid to him will not be ordered before the defence». Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης το Δικαστήριο θα εγκρίνει αίτηση για καλύτερες και περαιτέρω λεπτομέρειες μόνο αν: (α) συντρέχουν ιδιαίτεροι ή ειδικοί λόγοι ή (β) όταν οι λεπτομέρειες αυτές είναι αναγκαίες για να μπορέσει ο εναγόμενος να ετοιμάσει την Έκθεση Υπεράσπισής του. Ιδιαίτεροι λόγοι δύνανται να υπάρχουν όταν συντρέχουν περιστατικά τόσο ασυνήθη ή ιδιάζοντα ώστε η χορήγηση λεπτομερειών σε αυτό το στάδιο να καθίσταται αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Επίσης, η χορήγηση λεπτομερειών πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης είναι αναγκαία ή επιθυμητή αν αυτές θα υποβοηθήσουν τον εναγόμενο να αποφασίσει πώς θα συντάξει την Έκθεση Υπεράσπισής του ή αν στην περίπτωση που αυτές δεν δοθούν θα προκληθεί στον εναγόμενο αμηχανία ή ο εναγόμενος θα επηρεασθεί δυσμενώς στην ετοιμασία της Υπεράσπισής του. Στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν αναφέρεται να συντρέχει οποιοσδήποτε ειδικός ή ιδιαίτερος λόγος που να καθιστά την χορήγηση των αιτούμενων λεπτομερειών επιθυμητή ή αναγκαία σε αυτό το στάδιο. Συναφώς δεν αναφέρεται ότι συντρέχουν ασυνήθη ή ιδιάζοντα περιστατικά που να καθιστούν σε αυτό το στάδιο την χορήγηση των αιτούμενων λεπτομερειών αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Ούτε και προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος που να επεξηγεί γιατί η χορήγηση των αιτούμενων λεπτομερειών είναι αναγκαία ή επιθυμητή για να ετοιμάσει ο Αιτητής την Υπεράσπισή του. Συναφώς δεν αναφέρεται ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες θα υποβοηθήσουν τον Αιτητή να αποφασίσει πώς θα συντάξει την Έκθεση Υπεράσπισής του ή ότι αν αυτές δεν δοθούν θα προκληθεί σε αυτόν αμηχανία ή ότι ο Αιτητής θα επηρεασθεί δυσμενώς στην ετοιμασία της Υπεράσπισής του. Ό,τι ο Αιτητής επί του προκειμένου αναφέρει είναι ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες είναι αναγκαίες για να ετοιμάσει την Έκθεση Υπεράσπισής του. Εκτός του ότι η πιο πάνω γενική και αόριστη αναφορά απέχει κατά πολύ από ό,τι ένας αιτητής θα πρέπει να καταδείξει για να του χορηγηθεί η αιτούμενη θεραπεία σε αυτό το στάδιο σύμφωνα με τα όσα πιο πάνω παρατέθηκαν στην υπό εξέταση περίπτωση η υπό του Αιτητή ισχυριζόμενη ανάγκη για χορήγηση των αιτούμενων λεπτομερειών στο πρώιμο αυτό στάδιο εξανεμίζεται από το γεγονός ότι ο Αιτητής έχει ήδη καταχωρήσει την Υπεράσπισή του, πράγμα από το οποίο συνάγεται ότι ο ισχυρισμός του ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες είναι αναγκαίες για την ετοιμασία της Υπεράσπισής του δεν ευσταθεί. Καθίσταται, λοιπόν, έκδηλο από τα πιο πάνω ότι το βάθρο στο οποίο η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται καταρρίπτεται από τις εκ των υστέρων ενέργειες του Αιτητή και ότι αυτή κατά συνέπεια στερείται ερείσματος. Ο ισχυρισμός δε του Αιτητή ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες είναι αναγκαίες για σκοπούς προετοιμασίας του για την ακρόαση δεν μπορεί να εξετασθεί στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης. Και αυτό γιατί αφ' ης στιγμής ο Αιτητής υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισής του το Δικαστήριο δεν δύναται στην βάση ότι αυτός μετά την υποβολή της υπό κρίση αίτησης και πριν την εκδίκασή της καταχώρησε την Υπεράσπισή του να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση καθοδηγούμενο από τις γενικές αρχές που καθορίζονται από την Διάταξη 19, θεσμός 6 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, δηλαδή, υπό πρίσμα διαφορετικό από αυτό που καθορίζεται από το στάδιο κατά το οποίο η υπό κρίση αίτηση υπεβλήθη και εκτός των αρχών που καθορίζουν η Διάταξη 19, θεσμός 8 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και η σχετική Νομολογία. Στην υπόθεση Rodosthenous v. Varvia
(1985)2 JSC 235 λέχθηκε ότι το γεγονός ότι ο εναγόμενος δικαιούται εκ πρώτης όψεως στις αιτούμενες λεπτομέρειες δυνάμει της Δ.19, θ.6 μετά την Υπεράσπιση δεν σημαίνει ότι αυτές μπορεί να του δοθούν πριν την Υπεράσπισή του. Θα πρέπει να πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.19, θ.8 για να εκδοθεί διάταγμα σε πρώιμο στάδιο, ήτοι πριν την Υπεράσπιση. Το γεγονός ότι ο Αιτητής μετά την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και πριν την εκδίκαση της καταχώρησε την Υπεράσπισή του δεν μεταβάλλει το ουσιώδες της υπόθεσης, ότι, δηλαδή, η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε σε πρώιμο στάδιο. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι για την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης συντρέχει επιπρόσθετος λόγος. Ακόμα και αν ο Αιτητής δεν καταχωρούσε την Υπεράσπισή του πριν την εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης αυτή θα ήταν έκθετη σε απόρριψη για τον επιπρόσθετο λόγο ότι στερείται του αναγκαίου νομικού βάθρου. Και αυτό γιατί στην νομική βάση της αίτησης δεν αναφέρεται ο θεσμός 8 της Διάταξης 19 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας παρά μόνο ο θεσμός 6 της εν λόγω Διάταξης. Στην υπόθεση Μάριος Μαχλουζαρίδης ν. Χρίστου Ιωαννίδη και Άλλων
(1990)1 ΑΑΔ 965 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 970: «Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and Another v. Vassiliades* αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα: "The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to my comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 48 r.1. It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute." Σε μετάφραση: "Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά. εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το *
(1981)1 J.S.C.
- πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασής τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.
- Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται. συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς." Συμφωνούμε με τις αρχές που διατυπώνονται στην Kouppa ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων». Στην υπόθεση Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.α. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 393 μετά την απόρριψη έφεσης από το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του Κανονισμού 13(ε) των Περί Εφέσεων (Προδικασία, Περιγράμματα Αγορεύσεων, Περιορισμός του Χρόνου των Προφορικών Αγορεύσεων και Συνοπτική Διαδικασία για την Απόρριψη Προδήλως Αβάσιμων Εφέσεων) Κανονισμών του 1996 έως 1998 οι ενάγοντες / εφεσείοντες καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν επαναφορά (re-instatement) της έφεσης. Από πλευράς των εφεσιβλήτων 1, 3 και 4 καταχωρήθηκε ένσταση στην οποία προβάλλετο, μεταξύ άλλων, ο ισχυρισμός ότι η αίτηση δεν στηριζόταν στην ορθή διαδικαστική διάταξη. Σύμφωνα με το Εφετείο καμία από τις δικονομικές διατάξεις στις οποίες στηριζόταν η αίτηση δεν είχε εφαρμογή στην υπό εξέταση περίπτωση. Επικαλούμενο την σχετική Νομολογία (Μάριος Μαχλουζαρίδης ν. Χρίστου Ιωαννίδη και Άλλων
(1990)1 ΑΑΔ 965, Ευδόκιος Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ. 2)
(1992)1 ΑΑΔ 1146 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 743) το Εφετείο ανέφερε ότι μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι η αίτηση θα πρέπει να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι άσχετη, τότε, η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Το γεγονός ότι η αίτηση δεν στηριζόταν στην ορθή δικονομική διάταξη κρίθηκε πως αποτελούσε επαρκή λόγο για απόρριψή της. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Αναφορικά με τα έξοδα έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Η υπό κρίση αίτηση κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην βάση λόγων διάφορων από αυτούς που εκτίθενται στην Ειδοποίηση ένστασης, λόγων τους οποίους το Δικαστήριο είχε την εξουσία να εξετάσει αυτεπάγγελτα και οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται στους λόγους επί των οποίων βασίζεται η ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Δεν μου διαφεύγουν οι λόγοι ένστασης υπό παραγράφους ΣΤ, Ζ και Ι. Μόνο που αυτοί ουδόλως υποστηρίζονται από την ένορκο ομολογία που συνοδεύει την ένσταση. Αναφορικά δε με τον λόγο υπό παράγραφο Ζ αυτός δεν αναπτύσσεται καθόλου με την παράγραφο 7 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση. Η εν λόγω παράγραφος απλά διατυπώνει εκ νέου τον υπό συζήτηση λόγο ένστασης χωρίς να παρέχει οποιαδήποτε εξήγηση για το βάσιμο του. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως παρά το αποτέλεσμα δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιδικάσω έξοδα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Περαιτέρω και καλύτερες Λεπτομέρειες Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο