← Κύπρος

PROSCENO TRADING LTD ν. ΟPEN JOINT STOCK COMPANY "SUMY MACHINE-BUILDING SCIENCE PRODUCTION ASSOCIATION κ.α., Αρ. Αγωγής 6273/2010, 26/4/2013

PROSCENO TRADING LTD ν. ΟPEN JOINT STOCK COMPANY "SUMY MACHINE-BUILDING SCIENCE PRODUCTION ASSOCIATION κ.α., Αρ. Αγωγής 6273/2010, 26/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A118 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: K. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6273/2010 Μεταξύ: PROSCENO TRADING LTD., από Λεμεσό Ενάγουσας και 1. ΟPEN JOINT STOCK COMPANY "SUMY MACHINE- BUILDING SCIENCE & PRODUCTION ASSOCIATION, named after M.v. FRUNZE" of Ukraine, 40004, Kovpakovskiy District 58, Govkoho Street, ως και άλλοι Εναγόμενοι των οποίων τα ονόματα εκτίθενται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Α» που επισυνάπτεται στην παρούσα Εναγομένων ------------------------------------------ Αιτήσεις ημερομηνίας 27.7.12 και 16.8.12 Ημερομηνία: 26 Απριλίου, 2013 Για τους Εναγόμενους 1, 5, 6, 8, 15, 17, 18 και 19-Αιτητές στην αίτηση ημερ. 27.7.12: κ. Κ. Βελάρης με κα Ε. Κονναρή και κ. Χ. Βελάρης (για ν' ακούσει απόφαση η κα Ε. Κονναρή) Για τους Εναγόμενους 4, 7, 16, 32 και 33 - Αιτητές στην αίτηση ημερ. 16.8.12: κ. Χριστοδούλου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Η. Θεοδώρου) Για τον Ενάγοντα-Καθ' ου η αίτηση και στις δύο αιτήσεις: κ. Σ. Πίττας με κ. Φλουρέντζο και με κα Περικλέους για κ. Σοφοκλέους (για ν' ακούσει απόφαση κ. Φλουρέντζος) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με τις δυο υπό κρίση αιτήσεις αξιώνονται πανομοιότυπα διατάγματα και μετά από αίτημα όλων των πλευρών ακούστηκαν μαζί. Τα διατάγματα που αξιώνονται έχουν ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο καθ' όσον τους αφορά να παραμερίζονται και/ή ακυρώνονται το κλητήριο ένταλμα και ο,τιδήποτε το έχει ακολουθήσει περιλαμβανομένων ειδοποιήσεων αναφορικά με αυτό καθώς και η επίδοσή του ή ειδοποίησής του σε κάθε ένα από αυτούς σαν αντικανονικό και εξ υπαρχής άκυρο εφ' όσον δεν προηγήθηκε της σφράγισής του η υπό των κανονισμών προβλεπομένη άδεια. Β. Διαζευκτικά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζονται και/ή ακυρώνονται το διάταγμα ή τα διατάγματα του Δικαστηρίου ημερ. 11.1.11 με τα οποία επιτράπηκε η επίδοση του εν λόγω κλητηρίου και/ή ειδοποίησή του στους αιτητές στο εξωτερικό καθώς και οτιδήποτε τα έχει ακολουθήσει ή στηριχθεί σε αυτά σαν αποσπασθέντα ή εξασφαλισθέντα από το Δικαστήριο παράτυπα και/ή αντικανονικά και/ή κατόπιν απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων ή παραπλάνησης ή εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή τερματίζεται και/ή αναστέλλεται και/ή ανακόπτεται οποιαδήποτε διαδικασία στην ως άνω αγωγή καθ' όσον τους αφορά για τον λόγο ότι το Σεβ. Δικαστήριο δεν είναι υπό τις περιστάσεις το κατάλληλο βήμα να επιληφθεί της υπόθεσης έναντι της Ουκρανίας η οποία είναι το αρμοδιότερο και καταλληλότερο τέτοιο βήμα (forum) για εκδίκαση της υπόθεσης και με την οποία σε αντίθεση με την Κύπρο όλες οι περιστάσεις της έχουν την στενότερη σχέση.» Η αίτηση ημερ. 27.7.2012 αναφέρει ότι υποστηρίζεται από γεγονότα που είναι εμφανή από το φάκελο του Δικαστηρίου και συμπληρώνεται με ένορκη δήλωση του κ. Χαράλαμπου Παπά ενώ η αίτηση ημερ. 16.8.2012 συμπληρώνεται από ένορκη δήλωση του κ. Θωμά Χριστοδούλου. Το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων είναι πανομοιότυπο ως προς το ουσιαστικό μέρος τους. Τις έχω εξετάσει και θα αναφερθώ στο περιεχόμενο τους στη πορεία της απόφασης μου. Οι καθ' ων η αίτηση/ενάγοντες έχουν καταχωρήσει ένσταση με την οποία επικαλούνται διάφορους λόγους ένστασης πανομοιότυπους και στις δύο αιτήσεις οι οποίοι θα εξεταστούν στη συνέχεια. Κατά την ακρόαση των αιτήσεων οι συνήγοροι των δύο πλευρών καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις και αγόρευσαν προφορικά αναπτύσσοντας τις αντίστοιχες θέσεις τους στις οποίες θα κάνω αναφορά εκεί όπου χρειάζεται στην πορεία της απόφασης. Αποτελεί θέση των αιτητών ότι πριν την καταχώριση της αγωγής οι ενάγοντες όφειλαν, εφόσον τους ήταν εξ υπαρχής γνωστό ότι αυτή θα επιδοθεί στο εξωτερικό, να εξασφαλίσουν άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος με ξεχωριστή διαδικασία. Το αίτημα για σφράγιση «παράλληλου κλητηρίου» ως ήταν το αιτητικό των εναγόντων με το οποίο έλαβαν άδεια για σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ήταν εξ υπαρχής λανθασμένο. Περαιτέρω σύμφωνα με τους αιτητές η καταχώριση της αίτησης μετά την καταχώριση της αγωγής και μάλιστα με καθυστέρηση δεκαπέντε ημερών χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση καθιστά το κλητήριο ένταλμα διαβλητό και ακυρώσιμο. Οι ενάγοντες- καθ' ων η αίτηση διατείνονται με τους λόγους ένστασης ότι η λήψη άδειας για την σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν την καταχώριση του δεν ήταν αναγκαία υπό τις περιστάσεις εφόσον στο κλητήριο ένταλμα εμφανίζονται ημεδαποί εναγόμενοι και/ή εναγόμενοι εντός της δικαιοδοσίας οι οποίοι νομότυπα έχουν εναχθεί στην Κύπρο και στους είχε επιδοθεί η παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με τα γεγονότα όπως προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου στις 21.12.2010 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή η οποία στρέφεται τόσο εναντίον προσώπων που κατοικούν ή εταιρειών που εδρεύουν στην Κύπρο, όσο και εναντίον προσώπων που κατοικούν ή εταιρειών που εδρεύουν στο εξωτερικό. Αναφέρεται επίσης στο εν λόγω κλητήριο ένταλμα «όχι για επίδοση εκτός». Την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση για έκδοση διαφόρων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Στις 11.1.2011 καταχωρίστηκε μονομερής αίτηση εκ μέρους των εναγόντων με την οποία ζητείτο διάταγμα που «να επιτρέπεται η παράλληλη σφράγιση (sealing) και/ή σφράγιση (sealing) στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, του υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο, γενικά οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, το οποίο έχει ήδη καταχωριστεί αναφορικά με τους Εναγόμενους Αρ. 2, 3, 9-14, 20-31 και 34-35 εναντίον των Εναγομένων Αρ. 1, 4-8, 15-19 και 32-33/καθ' ων η αίτηση οι οποίοι έχουν την έδρα τους και/ή διαμένουν εκτός Κύπρου, ώστε το Κλητήριο Ένταλμα και/ή η Ειδοποίηση αυτού να επιδοθεί σε αυτούς στην έδρα τους και/ή στο τόπο διαμονής και/ή εργασίας τους.» Με την ίδια αίτηση ζητείτο, μεταξύ άλλων και η επίδοση του εκτός δικαιοδοσίας, θέμα με το οποίο θα ασχοληθώ στην πορεία της απόφασης μου. Αποτελεί συναφώς παραδεκτό γεγονός ότι δεν προηγήθηκε της καταχώρισης της αγωγής οποιαδήποτε αίτηση για άδεια σφράγισης του κλητηρίου. Όπως προκύπτει από την γραπτή αγόρευση του κ. Βελάρη η οποία υιοθετήθηκε από τον κ. Χριστοδούλου, καθώς και τα όσα ανέφερε προφορικά στο Δικαστήριο, η διατύπωση της Δ.2 θ.2 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι σαφής και επιτακτική, ότι δηλαδή θα έπρεπε να προηγηθεί της σφράγισης του κλητηρίου σχετική άδεια του Δικαστηρίου, χωρίς περιθώρια για οποιαδήποτε διακριτική εξουσία. Σημειώνεται από τον ευπαίδευτο συνήγορο ότι σε αντίθεση με ότι ισχύει στην Αγγλία οι δικοί μας διαδικαστικοί κανονισμοί δεν περιέχουν ξεχωριστές πρόνοιες για τις περιπτώσεις όπου η αγωγή στρέφεται εναντίον Κυπρίων, όσο και εναντίον αλλοδαπών στο εξωτερικό. Τονίζεται ότι στην Αγγλία οι περιπτώσεις αυτές αντιμετωπίζονται με την έκδοση παράλληλου κλητηρίου για τους αλλοδαπούς. Ο ευπαίδευτος συνήγορος, αφού ανέλυσε την νομολογία επί του θέματος κατέληξε ότι η παράλειψη των εναγόντων να εξασφαλίσουν άδεια για σφράγιση του κλητηρίου πριν την καταχώριση της αγωγής είναι μοιραία για την όλη αγωγή. Αντίθετη επί του προκειμένου η θέση του κ. Πίττα, όπως εκφράζεται και από τους λόγους ένστασης. Σύμφωνα με τη Δ.2 θ.2 "No writ of summons for service out of Cyprus, or of which notice is to be given out of Cyprus, shall be sealed without the leave of the Court or a Judge." Στην υπόθεση Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd

(2004)1 A.A.Δ. 1121, στην οποία έγινε αναφορά και από τους δύο συνηγόρους (προσεγγίζοντας την όμως διαφορετικά ο καθένας) το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία αποφάνθηκε ότι η λήψη άδειας για τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν από την καταχώριση του λόγω της ύπαρξης διαδίκων εκτός δικαιοδοσίας δεν ήταν αναγκαία, εφόσον στο κλητήριο ένταλμα εμφανίζεται εναγόμενος εντός της δικαιοδοσίας. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω ένα ουσιώδες απόσπασμα από την σελ. 1129 της εν λόγω απόφασης: «(i) Το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα έκρινε ότι η εφεσείουσα δεν έπρεπε να ζητήσει τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.2, θ. 2. Όπως φαίνεται από τον τίτλο της αγωγής η α΄ εφεσίβλητη είναι εταιρεία που έχει διεύθυνση στη βιομηχανική περιοχή Ιδαλίου, ενώ η β΄ εφεσίβλητη είναι εταιρεία που έχει διεύθυνση στο Dusseldorf, Γερμανίας. Η καταχώριση του κλητηρίου εντάλματος έγινε με τη σημείωση πάνω από τον τίτλο της αγωγής "Όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους εναγομένους 2 χωρίς τη σχετική άδεια του Δικαστηρίου". Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η λήψη άδειας για τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν από την καταχώριση του λόγω της ύπαρξης διαδίκων εκτός δικαιοδοσίας δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.6
(1)(h), εφόσο στο κλητήριο ένταλμα εμφανίζεται εναγόμενος εντός της δικαιοδοσίας. Η Δ.6
(1)(
  1. h)προνοεί ότι, "Subject to section 15 of the Courts of Justice Law, Cap. 11, service out of the jurisdiction of a writ of summons or notice of a writ of summons may be allowed by the Court or a Judge whenever- .. ........ (
  2. h)Any person out of Cyprus is a necessary or proper party to an action properly brought against some other person duly served in Cyprus." Με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ως ακολούθως: "Στην παρούσα υπόθεση όπως ήδη αναφέρθηκε επιζητείται η ακύρωση ή παραμερισμός του κλητηρίου εντάλματος πριν την καταχώριση του. Τέτοια άδεια όμως δεν είναι αναγκαία εφόσον στο κλητήριο εμφανίζεται εναγόμενος εντός της δικαιοδοσίας. Δεν είχαν επομένως οι ενάγοντες υποχρέωση να ζητήσουν άδεια για σφράγιση του κλητηρίου. Επιπλέον σημειώνω ότι στην όψη του κλητηρίου εμφαίνεται η σημείωση "όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους εναγομένους 2 χωρίς τη σχετική άδεια του Δικαστηρίου". Επομένως το κλητήριο καλώς εκδόθηκε και παραμένει σε ισχύ." Είναι η θέση της εφεσίβλητης ότι το πιο πάνω συμπέρασμα είναι λανθασμένο γιατί σύμφωνα με τη Διαταγή 2, θεσμός 2 των Κυπριακών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η εφεσείουσα θα έπρεπε να εξασφαλίσει την άδεια του Δικαστηρίου πριν από την καταχώριση της αγωγής. Η πιο πάνω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι ορθή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιμετώπισε σωστά το σημείο που είχε εγερθεί και δεν νομίζουμε ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος επέμβασης μας.» Η απόφαση αυτή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Niki Christoforou Cosmetics v. Αγαθοκλή (Λάκη) Στυλιανού κ.α. Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 273, όπου στη σελ. 279 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ο χρόνος καταχώρησης της αγωγής δεν είναι άλλος από το χρόνο που το δικόγραφο παραδίδεται στο πρωτοκολλητείο για καταχώρηση και παίρνει αριθμό. Στην περίπτωση που εξετάζουμε, η αγωγή καταχωρήθηκε και πήρε αμέσως αριθμό επειδή ο ένας από τους εναγόμενους είναι Κύπριος. Η υποβολή αίτησης προς λήψη άδειας για τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν από την καταχώρηση του λόγω της ύπαρξης των εναγομένων 2 που βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας δεν ήταν αναγκαία εφόσον η αγωγή στρέφεται και εναντίον εναγομένου εντός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Βλ. Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. Συνεπώς δεν είναι κατά την άποψή μας λογικό οι εναγόμενοι που βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης από άλλο ή άλλους εναγόμενους επί του ιδίου κλητηρίου που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου.» Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας θεωρώ ότι καθίσταται σαφές ότι δεν χρειάζεται να ληφθεί πριν την έγερση της αγωγής άδεια για σφράγιση του κλητηρίου για εναγόμενο εκτός δικαιοδοσίας, εφόσον υπάρχει συνεναγόμενος εντός της δικαιοδοσίας. Σημειώνεται επίσης ότι στο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 21.12.2010 υπάρχει η αναγκαία σημείωση «όχι για επίδοση εκτός», έστω και αν αυτή δεν ήταν συμπληρωμένη. Συνακόλουθα, έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης όπως παρατίθενται πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι θα ήταν επιτρεπτό να διαφοροποιηθώ από την νομολογία που παρέθεσα και να ακολουθήσω απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Βελάρης, η οποία είχε δοθεί προγενέστερα από τις πιο πάνω αποφάσεις. Η δε απόφαση στην υπόθεση Χαρίλαου Αποστολίδη & Σία Λτδ ν. Πρεσβείας της Ρωσσικής Ομοσπονδίας κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 803 στην οποία επίσης με παρέπεμψε ο κ. Βελάρης αποτελεί πρωτόδικη απόφαση Δικαστού του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι προγενέστερη των πιο πάνω αναφερομένων αποφάσεων του Εφετείου και επίσης τα γεγονότα της είναι διαφορετικά. Εφόσον στο κλητήριο ένταλμα εμφανίζονται εναγόμενοι από τους οποίους ένας τουλάχιστον διαμένει ή εδρεύει στην Κύπρο, ενώ άλλος ή άλλοι βρίσκονται εκτός Κύπρου τότε τυγχάνουν εφαρμογής και οι πρόνοιες της Δ.6, θ. 1(
  1. h)σύμφωνα με την οποία επίδοση εκτός δικαιοδοσίας κλητηρίου ή ειδοποίησης κλητηρίου μπορεί να επιτραπεί οποτεδήποτε πρόσωπο εκτός Κύπρου είναι αναγκαίος ή κατάλληλος διάδικος σε αγωγή η οποία ορθά κινήθηκε εναντίον κάποιου άλλου προσώπου στο οποίο επιδόθηκε δεόντως στην Κύπρο. Στο Annual Practice του 1958 στη σελ.146 όπου γίνεται αναφορά στην αντίστοιχη διάταξη O.2, r.4 αναφέρεται ότι αυτή η πρόνοια πρέπει να διαβάζεται μαζί με το O.11, r.1(
  2. g)που είναι η αντίστοιχη της Κυπριακής Δ.6 κ.1(
  3. h)και καταλήγει ως εξής: "In such cases the writ is issued without leave, and the plaintiff, having served the writ on the defendant within the jurisdiction, applies for leave to issue a concurrent writ for the service on the defendant out of the jurisdiction, as stated, supra, O.6 r.2, (
  4. n)"Concurrent Writ etc.". Σημειώνεται ότι η διαφορά που υπάρχει στο λεκτικό της Δ.2 Θ.2 από το O.2 r.4 είναι ότι στο δικό μας γίνεται αναφορά σε σφράγιση κλητηρίου, ενώ στο Αγγλικό Ο.2 r.4 αναφέρεται σε έκδοση κλητηρίου. Σε τέτοια περίπτωση η διαταγή αυτή εφαρμόζεται σε αγωγές όπου ο διάδικος εκτός διακαιοδοσίας τυγχάνει αναγκαίος ή κατάλληλος διάδικος και το κλητήριο έχει επιδοθεί στο διάδικο εντός δικαιοδοσίας. Κατ΄ αυτό τον τρόπο το κλητήριο μπορεί να εκδοθεί χωρίς άδεια και ο ενάγων αφού επιδώσει το κλητήριο στον εναγόμενο διάδικο εντός της δικαιοδοσίας, τότε αποτείνεται και ζητά άδεια σφράγισης ή έκδοσης παράλληλου κλητηρίου για επίδοση στον εναγόμενο ο οποίος βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας (Halsbury's Laws of England, 3rd Ed. Vol. 30 para 588). Από όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι στην παρούσα περίπτωση μπορούσε να καταχωρηθεί το κλητήριο και αφού αυτόν επιδοθεί στους εναγόμενους εντός δικαιοδοσίας να επιχειρηθεί η σφράγιση του κλητηρίου και επίδοσης του στο εξωτερικό οπότε και εξετάζεται κατά πόσον πληρούνται οι προυποθέσεις της Δ.6 Θ.1(h). Συνακόλουθα το πρώτο σκέλος της αγόρευσης των ευπαιδεύτων συνηγόρων των αιτητών δεν γίνεται αποδεκτό. Αποτελεί θέση των αιτητών ότι οι ενάγοντες όταν αποτάθηκαν στο Δικαστήριο για άδεια σφράγισης κλητηρίου εντάλματος και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας παρέλειψαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνα τα στοιχεία που προβλέπονται από τη δικονομία και τη νομολογία για να νομιμοποιείται η άδεια για επίδοση προς τους αιτητές στο εξωτερικό, απέκρυψαν από το Δικαστήριο βασικά στοιχεία και πληροφορίες τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του και παραπλάνησαν το Δικαστήριο με μισές αλήθειες και ψεύδη με σκοπό να υποκλέψουν τη δικαιοδοσία του. Από την άλλη οι καθ΄ων η αίτηση- ενάγοντες ισχυρίζονται ότι από τα γεγονότα που τίθενται στην ένορκη δήλωση Ανδρέα Σοφοκλέους ημερ. 21.12.2010 επί της οποίας, μεταξύ άλλων, στηρίζεται η αίτηση, προκύπτει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής τόσο εναντίον των ημεδαπών όσο και των αλλοδαπών εναγομένων. Η δε άδεια για επίδοση στο εξωτερικό εμπίπτει στις κατηγορίες της Δ.6 Θ.1(f), 1(
  5. h)και 1(
  6. c)και στην αίτηση ημερ. 11.1.2011 δίδεται ικανοποιητική μαρτυρία ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη (proper) για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η Δ.6 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθορίζει τις προϋποθέσεις για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης αυτού εκτός δικαιοδοσίας. Οι προϋποθέσεις στις οποίες στηρίζεται η πλευρά των καθ' ων η αίτηση είναι αυτές που περιλαμβάνονται στη Δ.6 Θ.1(c), (
  7. f)και (
  8. h)οι οποίες διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: "Subject to section 15 of the Courts of Justice Law, Cap.11, service out of the jurisdiction of a writ of summons or notice of a writ of summons may be allowed by the Court or a Judge whenever- .......................................(
  9. c)any relief is sought against any person domiciled or ordinarily resident in Cyprus; or .......................................(
  10. f)the action is founded on a civil wrong committed in Cyprus; or .......................................(
  11. h)any person out of Cyprus is a necessary or proper party to an action properly brought against some other person duly served in Cyprus." Η Δ.6 Θ.4 προνοεί τα ακόλουθα: «Every application for leave to serve a writ of summons or notice thereof on a defendant out of Cyprus shall be supported by affidavit or other evidence satisfying the Court or Judge the plaintiff has prima facie a good cause of action and showing in what place or country such defendant is or probably may be found, and whether such defendant is a British subject or not, and the grounds upon which the application is made; and no such leave shall be granted unless it shall be made sufficiently to appear to the Court or Judge that the case is a proper one for service out of Cyprus under this Order." Αναφέρεται στην S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl,
(1993)1 A.A.Δ.762, 764 ότι: «Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κάτοικου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοση της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος [βλ. Sekavin S.A. v. Ship "PLATON CH."
(1987)1 C.L.R.297. H απόφαση αναφέρεται στον κ.24 των Θεσμών Ναυτοδικείου. Τα ίδια ισχύουν και για διατάγματα που εκδίδονται βάσει της Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας]. Διαταγή για επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό, εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση του ενάγοντα. Διαφυλάσσεται όμως στον εναγόμενο το δικαίωμα να ακουστεί, χάριν της φυσικής δικαιοσύνης, και να ζητήσει τον παραμερισμό του διατάγματος. Το δικαίωμα κατοχυρώνεται με τις διατάξεις της Δ.16 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στα πλαίσια του αιτήματος για παραμερισμό του διατάγματος, μπορεί να αμφισβητηθούν τόσο τα γεγονότα που το στοιχειοθετούν όσο και η δικαιοδοτική του βάση.» Στην υπόθεση Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1 (B) A.A.Δ.995 αναφέρεται στις σελ. 1002-1003: «Όπως υποδείχθηκε στην Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R.58, στη σελ.67, όπου σημειώθηκε ότι οι αρχές εφαρμογής της πανομοιότυπης Αγγλικής πρόνοιας στην Ο.11 r.4 ήταν παρόμοιες με εκείνες που εφαρμόζονται στην περίπτωση του Καν.24 των Κανονισμών Ναυτοδικείου (βλ. Δευτερογενή Νομοθεσία, Τόμος ΙΙ, σελ.572 κ.ε.), εκείνο που απαιτείται είναι να καταδειχθεί ότι υπάρχει καλή συζητήσιμη υπόθεση. Υιοθετήθηκε εκεί το εξής απόσπασμα από την Chemische Fabrik vormals Sandoz v. Badische Anilin und Soda Fabriks
(1904)90 L.T.733 στη σελ.735: 'This does not, of course, mean that a mere statement by any deponent who is put forward to make the affidavit that he believes that there is a good cause of action is sufficient. On the other hand, the court is not, on an application for leave to serve out of jurisdiction ... called upon to try the action or express a premature opinion on its merits...' Xρειάζεται πάντως εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος: βλ. Hemelryck v. William Lyall Shipbuilding Co. Ltd
(1921)1 A.C.698, στη σελ.701. Και μάλιστα με πληρότητα. Όπως επεσήμανε ο Ιωσηφίδης, Δ. στη George D. Counnas and Sons Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd and another
(1963)2 C.L.R.266, 268: 'the plaintiff has to state in the affidavit or affidavits in support of his application the entire set of facts founding the enforceable right'. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας. Όπως λέχθηκε στη Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R.297, 300: '.. the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie or arguable case in order for the Court to exercise its discretion in favour of the proponent of service outside jurisdiction.'» Παρ΄ όλο που ο ενάγομενος είναι αυτός που προβαίνει σε αίτηση παραμερισμού του κλητηρίου και της επίδοσης του εκτός δικαιοδοσίας το βάρος απόδειξης το φέρει ο Ενάγοντας να πείσει εκ νέου το Δικαστήριο ότι ικανοποιούνταν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την παροχή σ΄αυτόν άδειας σφράγισης ή και επίδοσης. Στο σύγγραμμα Briggs & Rees "Civil Jurisdiction and Judgments", 4η εκδ., 2005 αναφέρονται σε συνάρτηση με την Δ.11 των Θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας (σελ.346-347) τα εξής: «. the claimant, having no right to do it, will require the permission of the court to serve the claim form out of the jurisdiction. (.) The claimant makes his application for permission without the opponent being notified of it. The court will (or will not) grant permission. If permission is granted, as in practice it usually will be, the defendant may challenge the granting of the permission by an application under CPR Part 11. At this point there will be a full review of whether permission to serve should have been granted. The fact that permission was granted to the claimant in the first place is largely irrelevant at this point: no onus is placed on the defendant seeking to have the permission set aside. The court is not inhibited from discharging or varying the order, and for which the claimant now in substance (if not in form) re-applies, by reason of the fact that it had been made.» Οι ίδιες αρχές διατυπώνονται και στην GCC Computers Ltd v. Pendril Datacom Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ.1584, 1588-1589: «Ουσιαστικά η εισήγηση του δικηγόρου της εφεσείουσας είναι ότι αφ΄ ης στιγμής η εφεσείουσα εξασφάλισε, με μονομερή αίτηση, τις αιτηθείσες άδειες του δικαστηρίου στη Γενική Αίτηση 318/98, το βάρος της απόδειξης είχε μετατεθεί στην εφεσίβλητη, με αποτέλεσμα η τελευταία, στα πλαίσια της αίτησης της για παραμερισμό, να υπέχει υποχρέωση να αποδείξει με προφορική μαρτυρία ότι τα γεγονότα δεν ήσαν όπως τα είχε περιγράψει η εφεσείουσα στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της μονομερούς αίτησης της. Τούτο δεν είναι ορθό. Η υποχρέωση της εφεσείουσας όταν ζητούσε μονομερώς τις άδειες του δικαστηρίου, στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 318/98, ήταν να αποδείξει ότι είχε εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της εφεσίβλητης. Το βάρος αυτό παρέμεινε στους ώμους της εφεσείουσας καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας για παραμερισμό των αδειών που δόθηκαν από το δικαστήριο στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης.» Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο όπου εξετάζει αίτηση παραμερισμού και ακύρωσης του εκδοθέντος μονομερώς διατάγματος, θα πρέπει να λάβει υπόψη του μόνο τα γεγονότα επί των οποίων στηριζόταν η εν λόγω αίτηση και όχι γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του μεταγενέστερα. Στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Limited και άλλων
(1996)1 AAΔ 597, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέταζε παρόμοιο θέμα με βάση τους αντίστοιχους θεσμούς ναυτοδικείου και ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 602: «Ο Κ.24 των Θεσμών Ναυτοδικείου, θέτει σειρά προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας. Η ύπαρξη τους πρέπει να τεκμηριωθεί με την προσαγωγή μαρτυρίας. (Βλέπε Amathus Navigation Co Ltd (ανωτέρω). Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. και Άλλου
(1992)1 C.L.R. 360. Sons of Afif Yamout v. Shiffahrts - Ges. Elbe M.B.H & Co
(1994)1 ΑΑΔ 191 (απόφαση ολομέλειας)». Περαιτέρω στη σελίδα 603 ανέφερε τα εξής: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο επελήφθη της αίτησης για τον παραμερισμό της διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό με αναφορά όχι μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση αλλά και στα γεγονότα που είχαν προσκομιστεί στο πλαίσιο της αίτησης για παραμερισμό. Αυτό συνιστά σφάλμα. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίζεται ότι τα μόνο σχετικά γεγονότα είναι εκείνα που υποστηρίζουν την αίτηση για τη χορήγηση άδειας για επίδοση στο εξωτερικό (Βλέπε Sait Electronic S.A. από Βρυξέλλες ν. The Ship "Dominique" and 2 Others
(1989)1 (E) AAΔ.365. Amathus Navigation Co Ltd (ανωτέρω).» Στην υπόθεση Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1A ΑΑΔ 447 στη σελ. 458 αναφέρθηκαν τα εξής: «Δεν θα ήταν ανωφελές να παρατηρήσουμε περαιτέρω ότι αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να εξετάζονται με σχολαστική προσοχή, όπως απαιτείται στα πλαίσια του άρθρου 3 και της Δ.6, ώστε το δικαστήριο να ικανοποιείται με βάση πλήρη και λεπτομερή ένορκη δήλωση σε στήριξη της αίτησης ότι συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις. Όπως τονίσθηκε και στη Demstar, ανωτέρω, η ύπαρξη των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας, και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς, η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν." Στην Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners
(1993)1 A.A.Δ. 1030, 1033 αναφέρεται πως: «Το αντικείμενο της διαδικασίας παραμένει το ίδιο με εκείνο της μονομερούς αίτησης, δηλαδή η διαπίστωση των προϋποθέσεων για άσκηση δικαιοδοσίας σε σχέση με πρόσωπο το οποίο ευρίσκεται εκτός της επικράτειας. Γι΄ αυτό η μόνη μαρτυρία στην οποία ο Ενάγων μπορεί να στηριχθεί είναι εκείνη η οποία στοιχειοθέτησε την αίτηση του για παροχή άδειας για επίδοση στο εξωτερικό. Άλλωστε, αυτή αποτέλεσε το βάθρο για την αίτησή του.» Ο ίδιος κανόνας υπογραμμίστηκε και στην Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd, (πιο πάνω) στη σελ.1003: «Όπως υπογραμμίζεται στην απόφαση της Ολομέλειας στην Sons of Afif Yamout και Άλλοι ν. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co.
(1994)1 Α.Α.Δ. 191, η οποία αφορούσε τον Καν. 24 των Κανονισμών Ναυτοδικείου σε σχέση με τον οποίο, όπως ήδη αναφέραμε, εφαρμόζονται οι ίδιες όπως και εδώ αρχές, το ζήτημα κρίνεται αποκλειστικά με βάση το υλικό που συνοδεύει την αρχική αίτηση για άδεια.» Σε περίπτωση κατά την οποία τα γεγονότα που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όταν εξέταζε τη μονομερή αίτηση για άδεια σφράγισης και επίδοσης κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας δεν δικαιολογούσαν την έκδοση του διατάγματος, αυτό θα πρέπει να παραμεριστεί. Εάν από την άλλη τα γεγονότα που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δικαιολογούσαν την έκδοση του διατάγματος, δεν είναι επιτρεπτό στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης να προτιμηθούν άλλες θέσεις γεγονότων ανατρεπτικές των τότε προβαλλομένων ώστε να ανατραπεί το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου τότε στηρίχτηκε το Δικαστήριο και να παραμεριστεί το διάταγμα. Δεν επιτρέπεται στο στάδιο τούτο η αξιολόγηση θέσεων ως προς τα γεγονότα της ουσίας της υπόθεσης και η απόρριψη των προβαλλομένων τότε ως γεγονότων (βλ. G.C.C. Computers Ltd v. Pencil Datacom Ltd (πιο πάνω)). Αποτελεί θέση των αιτητών που περιλαμβάνεται στις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν τις δύο αιτήσεις οπως αναπτύχθηκαν ενώπιον μου από τον κ. Βελάρη ότι οι καθ΄ ων η αίτηση όταν αποτάθηκαν στο Δικαστήριο για να λάβουν άδεια για σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου, παρέλειψαν: (α) να περιγράψουν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την σχετική αίτηση με σαφήνεια τη βάση της αγωγής τους, τις προοπτικές της, από που έχει προκύψει, τις σχέσεις μεταξύ των εναγομένων με αυτή καθώς και όλα τα άλλα στοιχεία που απαιτούνται από τη δικονομία και τη νομολογία για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η έγερση της αγωγής εναντίον άσχετων εναγομένων που κατοικούν στη Κύπρο χωρίς να επεξηγείται ο ρόλος και η συμβολή τους στις πράξεις που κατ΄ ισχυρισμό αποτελούν τη βάση της αγωγής, ισοδυναμεί με παραπλάνηση του Δικαστηρίου και υποκλοπή της δικαιοδοσίας του (β) να μην αποκρύψουν από το Δικαστήριο ή να παραλείψουν να επιστήσουν τη προσοχή του Δικαστηρίου σε γεγονότα που έπρεπε να ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο σε γνώση τους και θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη κρίση του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου, η αίτηση ημερομηνίας 11.1.2011 αναφέρει ότι τα «γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται η Αίτηση αυτή φαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, στην Ένορκη Δήλωση ημερ. 21/12/2010 του κ. Ανδρέα Σοφοκλέους εκ Λεμεσού, ως και στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση του κ. Λούκα Κόκκινου, εκ Λεμεσού ημερομηνίας 11/1/2011». Σημειώνεται ότι στην ένορκη δήλωση του κ. Κόκκινου που επισυνάπτεται στην αίτηση στην παράγρ. 4 υιοθετείται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Σοφοκλέους ημερομηνίας 21.12.2010 την οποία αναφέρει ότι υιοθετεί και επαναλαμβάνει για σκοπούς της παρούσας. Ο κ. Βελάρης εισηγήθηκε πως το γεγονός ότι γίνεται αυτή η αναφορά χωρίς να επισύρεται η προσοχή του Δικαστηρίου σε οποιοδήποτε σημείο της μακροσκελούς ένορκης δήλωσης ή των επισυνημμένων σε αυτή παραρτημάτων από τα οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να αντλήσει οποιαδήποτε βοήθεια για τα θέματα που είχαν τεθεί ενώπιον του στις 11.1.2011 θα πρέπει να αγνοηθεί. Αντίθετη επί του προκειμένου η θέση του κ. Πίττα ο οποίος εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο για να καταλήξει κατά πόσο ορθά εκδόθηκε διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας θα πρέπει να εξετάσει τόσο την ένορκη δήλωση του κ. Σοφοκλέους, όσο και του κ. Κόκκινου. Έχοντας υπόψη ότι η αίτηση βασίζεται και στις δυο ένορκες δηλώσεις όπως ρητά αναφέρεται σ' αυτήν, θεωρώ ότι η ένορκη δήλωση του κ. Σοφοκλέους λαμβάνεται υπόψη ως ξεχωριστή ένορκη δήλωση. Δηλαδή δεν απαιτείτο στην ένορκη δήλωση του κ. Κόκκινου να επισύρεται ειδικά η προσοχή του Δικαστηρίου σε συγκεκριμένα σημεία της ένορκης δήλωσης του κ. Σοφοκλέους όπως απαιτείται σε περίπτωση όπου επισυνάπτονται σε ένορκη δήλωση έγγραφα. Εφόσον το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης ήταν τόσο η ένορκη δήλωση του κ. Σοφοκλέους όσο και η ένορκη δήλωση του κ. Κόκκινου το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί και στις δύο για να εξετάσει κατά πόσο τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με τη μονομερή αίτηση δικαιολογούσαν την έκδοση των διαταγμάτων σφράγισης και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Στην ένορκη δήλωση του κ. Σοφοκλέους η οποία καταλαμβάνει 69 σελίδες και στην οποία επισυνάπτονται πολλά τεκμήρια προβάλλονται τα γεγονότα της υπόθεσης τα οποία συνοψίζονται ως ακολούθως: Από το 2007 οι ενάγοντες, που ελέγχονται από τον Igor Surkis κατέχουν το 13,5124% περίπου του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης 1 της οποίας η πλειοψηφία των μετόχων είναι εγγεγραμμένες στις εναγόμενες 2 και 3 (Κυπριακές Εταιρείες) οι οποίες ελέγχουν περισσότερο από το 80% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης 1 και έχουν επίσης τον πλήρη έλεγχο της διαχείρισης (management) των θεμάτων (affairs) της εναγομένης 1 και πολυάριθμων Ουκρανικών θυγατρικών της. Ο εναγόμενος 15 είναι ο δικαιούχος (beneficial owner) της εναγομένης 2 και μέσω της πλειοψηφικής συμμετοχής της εναγομένης 2 στην εναγόμενη 1 (50.1836%) μαζί με τον εναγόμενο 33 ο οποίος είναι δικαιούχος (beneficial owner) της εναγόμενης 3 (η οποία με τη σειρά της κατέχει 31.1155% των μετόχων της εναγομένης 1) ελέγχουν πλήρως την εναγόμενη 1 και τις θυγατρικές της. Από το έτος 2002 η σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ του εναγομένου 15 και του Igor Surkis έχει διαταραχθεί λόγω διαφορών που προέκυψαν και δικαστικών διαδικασιών που λήφθηκαν σε διάφορες δικαιοδοσίες αναφορικά με τα δικαιώματα και υποχρεώσεις τους ως μετόχων μέσω εταιρειών που έλεγχαν στο Ουκρανικό κλάμπ ποδοσφαίρου Dynamo Κιέβου. Σύμφωνα με τους ενάγοντες οι διαφορές αυτές και οι δικαστικές διαδικασίες και το αποτέλεσμα αυτών έχουν προκαλέσει τον εναγόμενο 15 να καταστρώσει και να σχεδιάσει την υλοποίηση και εκτέλεση διαφόρων πλαστών (sham) και ή απατηλών (fraudulent) συμφωνιών και συναλλαγών για τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης 1 σε νομικά πρόσωπα που έχουν συσταθεί στην Κύπρο γι' αυτό τον σκοπό με στόχο να βλάψουν τα συμφέροντα των εναγόντων και εμμέσως του Surkis με αποτέλεσμα τη δραστική εκμηδένιση και μείωση της αξίας των μετοχών των εναγόντων στην εναγομένη 1 καθώς και σε άλλες προσωπικές ζημιές που υπέστησαν οι ενάγοντες και έμμεσα ο Surkis. Δυνάμει του Ουκρανικού Νόμου οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να καταχωρήσουν παράγωγη αγωγή εκ μέρους της εναγομένης 1 για να αποκαταστήσουν τις αδικοπραξίες που κατ΄ ισχυρισμό διαπράχθηκαν από τους εναγόμενους 15 και 33, τις εταιρείες τους και τους συνεργάτες τους οι οποίοι έχουν συνενωθεί ως εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή. Δυνάμει του Ουκρανικού Νόμου οι ενάγοντες δικαιούνται να αξιώσουν προσωπικές θεραπείες για την παραβίαση των δικαιωμάτων τους ως μέτοχοι της εναγομένης 1 λόγω των κατ' ισχυρισμών καταχρηστικών και απατηλών ενεργειών των εναγομένων οι οποίοι έχουν οδηγήσει στην υλοποίηση και εκτέλεση πλαστών (sham) και απατηλών συμφωνιών (οι οποίες περιγράφονται με λεπτομέρεια στην ένορκη δήλωση) σύμφωνα με τις οποίες, μεταξύ άλλων, πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης 1 μεταβιβάστηκαν στους εναγόμενους 2, 10 και 11 χωρίς κανένα αντάλλαγμα ή με υποτιμημένο αντάλλαγμα. Με βάση γνωμάτευση Ουκρανής δικηγόρου που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δικαιούνται σύμφωνα με τον Ουκρανικό Νόμο μεταξύ άλλων σε αποζημιώσεις προσωπικά κατά των εναγομένων - παραβατών για όλες τις απώλειες που υπέστηκαν εξ αιτίας της μείωσης ή εκμηδένισης της αξίας των μετοχών τους στην εναγομένη 1 με την υλοποίηση των εν λόγω πλαστών και απατηλών συμφωνιών, οι οποίες υπολογίζονται να είναι περίπου $ΗΠΑ 80 εκατομμύρια. Περαιτέρω οι ενάγοντες υπέστησαν ζημιές περίπου $ΗΠΑ 35 εκατομμυρίων που αφορούν απώλεια μερισμάτων για τα έτη 2006 - 2009, καθώς και από απατηλό δάνειο που χορηγήθηκε στην εναγόμενη 18 από την εναγόμενη
  1. Σύμφωνα με τους ενάγοντες, οι εναγόμενοι 1 - 16 και 33 ευθύνονται έναντι τους για όλες τις απώλειες που υπέστησαν λόγω (α) της καταχρηστικής άσκησης δικαιωμάτων των εν λόγω εναγομένων κατά παράβαση του άρθρου 13 του αστικού κώδικα της Ουκρανίας αναφορικά με πλαστές και ψεύτικες συναλλαγές, με απώτερο σκοπό να προκαλέσουν ζημιά στους ενάγοντες και (β) δόλιων και απατηλών ενεργειών των εν λόγω εναγομένων που έλαβαν χώρα εν όλω ή εν μέρει στην Κύπρο και λόγω της συνωμοσίας αυτών να βλάψουν τα δικαιώματα των εναγόντων και να τους εξαπατήσουν υπό την ιδιότητα τους ως μετόχους της εναγόμενης 1 με τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης 1 σε Κυπριακές Εταιρείες (ήτοι τις εναγόμενες 2, 10 και 11) στις οποίες η ωφέλιμη κυριότητα (beneficially owned) ανήκε στον εναγόμενο
  2. Σημειώνεται ότι οι εν λόγω εναγόμενοι είναι κυπριακές εταιρείες και θεωρούνται ότι είναι μεταξύ των πρωταγωνιστών της απάτης στο δόλιο σχηματισμό της συνομωσίας και των αδικοπραξιών που διενεργηθηκαν εις βάρος των εναγόντων. Οι εναγόμενοι 11 είναι κυπριακό διεθνές συλλογικό επενδυτικό σχήμα που δημιουργήθηκε από τον εναγόμενο 15 για να χρησιμοποιηθεί ως όχημα ελέγχου και κυριότητας των περιουσιακών στοιχείων που δόλια, παράνομα και καταχρηστικά μεταβιβάστηκαν από την εναγόμενη
  3. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση οι αλλοδαποί εναγόμενοι ενώθηκαν στην παρούσα αγωγή ως αναγκαίοι διάδικοι και οι αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των ημεδαπών εναγομένων συνδέονται και αλληλοεξαρτώνται με τις αξιώσεις των εναγόντων κατά των αλλοδαπών εναγομένων. Η εναγόμενη 1 ξεκίνησε τις δραστηριότητες της από την ίδρυση της το 1896, σε βάρος των τοπικών παραγωγών ζάχαρης και των Βέλγων επενδυτών των εργαστηρίων κατασκευής μηχανών Sumy. Τα εργαστήρια κατασκευής των μηχανών εξελίχτηκαν σε μεγάλη επιχείρηση. Από τον Απρίλιο του 2000 μετά την πώληση του τελευταίου Κρατικού πακέτου μετοχών η διαδικασία ιδιωτικοποίησης ολοκληρώθηκε πλήρως. Σήμερα η εναγόμενη 1 είναι ένας από τους μεγαλύτερους Ευρωπαϊκούς κατασκευαστές των δυο Σειριακών και αποκλειστικών σύγχρονων τεχνολογικών γραμμών και μοναδικών συγκροτημάτων για τα χημικά, το φυσικό αέριο και άλλους βιομηχανικούς τομείς. Η εναγόμενη 1 είναι ένας από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές εξοπλισμού για πετρέλαιο και βιομηχανία γκαζιού στην Ευρώπη και στις χώρες CIS. Προμηθεύει δε με προϊόντα της περισσότερες από σαράντα χώρες σε όλο τον κόσμο. Η εναγόμενη 2 έγινε μέτοχος στην εναγόμενη 1 το έτος
  4. Προηγουμένως ο εναγόμενος 15 έλεγχε τις μετοχές που είχε στην εναγόμενη 1 μέσω της εναγόμενης 9 (Κυπριακή εταιρεία), ενώ η εναγόμενη 3 της οποίας τελικός δικαιούχος είναι ο εναγόμενος 33 έγινε μέτοχος στην εναγόμενη 1 το 2008 που είναι ο πατέρας του εναγόμενου 7 και στενός συγγενής της εναγόμενης
  5. Στις παραγράφους 46-53 της ένορκης δήλωσης Σοφοκλέους επεξηγείται πως ενώ τα οικονομικά αποτελέσματα της εναγομένης 1 για την περίοδο 2007 μέχρι 2009 παρουσίαζαν κερδοφορία για τους λόγους που επεξηγούνται σε αυτές τις παραγράφους δεν καταβλήθηκαν τα μερίσματα που θα έπρεπε στους μετόχους. Το δηλωθέν καθαρό κέρδος για το έτος 2009 ανέρχεται σε UAH 403.254 εκατομμύρια. Η παράλειψη της εναγομένης 1 αποδίδεται σε πράξη ή παράλειψη του Εποπτικού Συμβουλίου της εναγομένης 1 το οποίο, σύμφωνα με τους ενάγοντες ελέγχεται από τους εναγομένους 15 και
  6. Παρατίθενται επίσης προσπάθειες που έγιναν από τους ενάγοντες να αναγκάσουν την εναγομένη 1 να εγκρίνει σχετικό ψήφισμα, χωρίς αποτέλεσμα. Ανεπιτυχής ήταν και οι προσπάθειες των εναγόντων να συγκαλέσουν συνέλευση μετόχων όπως λεπτομερώς αναφέρεται στις παραγράφους 46 - 53 της δήλωσης. Συνεπώς το θέμα της καταβολής μερισμάτων για το έτος 2009 από την εναγομένη 1 παραμένει ακόμα ανοικτό. Όπως με λεπτομέρεια αναφέρεται στην παράγραφο 54 της ένορκης δήλωσης μεταξύ Απριλίου του 2009 και Οκτωβρίου του 2010 οι εναγόμενοι Grigorishin σε συνεννόηση και με δόλιο σχέδιο, μεταξύ άλλων, μαζί με τους εναγόμενους Lukyanenko, τους ονομαστικούς εναγόμενους Grigorishin και τους ονομαστικούς εναγόμενους Lukyanenko (όπως ομαδοποιεί τους εναγόμενους) πραγματοποίησαν παράνομες διαθέσεις περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης 1 προς όφελος εταιρειών του εναγομένου 15 μέσω της χρήσης πλαστών και απατηλών συναλλαγών, ήτοι: Διάθεση του 100% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης 17, η οποία ήταν εξ ολοκλήρου θυγατρική της εναγομένης 1 με τον τρόπο που περιγράφεται στην παράγραφο 54Α(i) - (vi). Η εν λόγω διάθεση εγκρίθηκε σε συνεδρίαση της συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης 1 στις 28.4.2009, χωρίς να περιλαμβάνεται στην ημερήσια διάταξη. Η αντιπρόσωπος των εναγόντων στη συνέλευση ζήτησε από το Εποπτικό Συμβούλιο να τις παρασχεθούν πληροφορίες για τη διάθεση αυτή, την τιμή και τους λοιπούς όρους όμως υπήρξε άρνηση να παρασχεθούν οι εν λόγω πληροφορίες. Παρά το ότι οι ενάγοντες καταψήφισαν την εν λόγω πώληση αυτή εγκρίθηκε από τη πλειοψηφία της συνέλευσης. Ακολούθως διαπιστώθηκε ότι οι μετοχές της εναγομένης 17 μεταβιβάστηκαν από την εναγομένη 1 στην εναγομένη 2, μία κυπριακή εταιρεία που ανήκει πλήρως στον εναγόμενο
  7. Η συναλλαγή αυτή αποκαλείται στην ένορκη δήλωση ως «Συναλλαγή Σωλήνων Γεώτρησης Βιομηχανικών Εγκαταστάσεων». Διάθεση του 100% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης 18, η οποία ανήκε πλήρως ως θυγατρική στην εναγόμενη 1 χωρίς την έγκριση δεόντως συγκληθείσας συνέλευσης της εναγομενης
  8. Περί το Σεπτέμβριο του 2009, η εναγόμενη 18 αφού έπαψε να είναι θυγατρική της εναγομένης 1, έλαβε μέρος σε διαγωνισμό δια διαδικασία ιδιωτικοποίησης της Ουκρανικής εταιρείας OJSC "ODESSA HARBOUR PLANT" (το λιμάνι της Οδυσσού) καταθέτοντας εγγύηση το ποσό των UAH 400.000.000 (ισάξιο σε περίπου €37.000.000). Το ποσό αυτό δόθηκε από την εναγομένη 1 προς την εναγομένη 18 με μία συμφωνία δανείου την οποία οι ενάγοντες θεωρούν εικονική και την εν γένει συναλλαγή απατηλή, δεδομένου πως τότε η εναγομένη 18 δεν είχε καμία σχέση με την εναγόμενη
  9. Μετά από έρευνες οι ενάγοντες ανακάλυψαν ότι το 100% των μετοχών της εναγομένης 18 μεταβιβάστηκε από την εναγομένη 1 στην εναγομένη 11 η οποία ανήκε εξ όλοκλήρου στον εανγόμενο
  10. Οι εν λόγω συναλλαγές περιγράφονται με λεπτομέρεια στην παράγραφο 54Β(i) - (xiv) και οι ενάγοντες τις αποκαλούν ως «Συναλλαγές Frunze-flora». Διάθεση του 78.32% περίπου των μετοχών της εναγομένης 19, η οποία ανήκε πλήρως ως θυγατρική στην εναγομένη
  11. Στις 25.10.2010, κατά την συνέλευση των μετόχων της εναγομένης 1, εγκρίθηκε ψήφισμα για την πώληση περίπου 78,32% των μετοχών της εναγόμενης 1 στην εναγομένη 19 προς την εναγομένη 10, μίαν άλλη κυπριακή εταιρεία που ανήκε στον εναγόμενο 15 για το ποσό των UAH 618.000.
  12. Το ποσό θα καταβάλλετο σε περίοδο πέντε ετών. Το θέμα αυτό δεν περιλαμβανόταν στην ημερήσια διάταξη που απεστάλη ταχυδρομικώς στους μετόχους, αλλά μόνο στην δημοσίευση που έγινε στην Επίσημη Εφημερίδα. Της μεταβίβασης αυτήςπροηγήθηκε ψήφισμα σε συνέλευση μετόχωνημερ. 16.7.2010 για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης 19 μέχρι του ποσού των UΑΗ 831.775.894, το οποίο οι εναγόμενοι ενέκριναν με τον ίδιο τρόπο. Μετά από έρευνα διαπιστώθηκε ότι το μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης 19 αυξήθηκε σε UAH998.079.872,80 και όχι μέχρι του ποσού των UΑΗ 831.775.894 που είχε εγριθεί από τους μετόχους της πλειοψηφίας. Οι ενάγοντες αποκαλούν τη συναλλαγή αυτή «Συναλλαγή SUMY». Η εν λόγω συναλλαγή αναφέρεται λεπτομερώς στην παράγραφο 54Γ(i) - (v). Στην ένορκη δήλωση αναλύονται τα διαβήματα που λήφθηκαν από τους ενάγοντες στην Ουκρανία (παράγραφος 55). Επεξηγείται επίσης ότι δεν παρέχεται δυνατότητα καταχώρησης παράγωγης αγωγής με βάση τον Ουκρανικό νόμο και αναλύονται με λεπτομέρεια οι προσωπικές απαιτήσεις και τα αγώγιμα δικαιώματα των εναγόντων δυνάμει του Ουκρανικού νόμου. Στη βάση των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο έχει καταδειχθεί καλή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των αιτητών. Όπως ορθά ανέφερε ο κ. Βελάρης με παραπομπή στο Annual Practice του 1959 σελ. 112: «Both Defendants in and out of the jurisdiction must be properly parties to an action brought in good faith and on plausible grounds against both of them. The affidavit besides the usual prerequisites must show that the defendant abroad is a necessary and proper party to the action; that the action is properly brought i.e. that there is a good cause of action against the defendant within and against the defendant out. The relief claimed against the party to be served must be the same as or similar to or connected with that claimed against the defendant within the jurisdiction. But not where no relief was sought against the defendants within the jurisdiction who were bare trustees (Deutch National Bank v. Paul
(1828)1 Ch. 283)" Σε ό,τι αφορά τους ημεδαπούς εναγόμενους υπεβλήθη προηγουμένως αίτηση για παραμερισμό και/ή ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος και/ή της επίδοσης του λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας καθώς διάταγμα απόρριψης της αγωγής εναντίον τους για τους ίδιους λογους. Το Δικαστήριο με άλλη σύνθεση απόρριψε την αίτηση. Το θέμα αυτό, έχοντας γίνει αντικείμενο εξέτασης και έκδοσης απόφασης από το Δικαστήριο αποτελεί δεδικασμένο, έστω και αν εκκρεμεί έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης. Εξέτασα τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση για σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας έχοντας κατά νου τη νομολογία που διέπει το θέμα όπως παρατίθεται πιο πάνω, υπό το πρίσμα των αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Με βάση την ένορκη δήλωση του κ. Σοφοκλέους οι παράνομες, δόλιες και καταχρηστικές πράξεις και συναλλαγές που περιγράφονται σ' αυτήν έλαβαν χώραν, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, εν όλω ή εν μέρει στην Κύπρο και πώς Κυπριακές εταιρείες δόλια και παράνομα απέκτησαν περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν στην εναγομένη
  1. Οι απαιτήσεις των εναγόντων εναντίον των ημεδαπών εναγομένων είναι αλληλένδετες με τις απαιτήσεις εναντίον των αλλοδαπών εναγομένων και βασίζονται στα ίδια γεγονότα. Σε αυτό το στάδιο, με τα γεγονότα της υπόθεσης όπως παρατίθενται πιο πάνω, αντικειμενικά ειδωμένα, θεωρώ ότι στην ένορκη δήλωση του κ. Σοφοκλέους περιέχονται ικανοποιητικά στοιχεία που να δεικνύουν την ύπαρξη καλής αιτίας αγωγής εναντίον των αλλοδαπών εναγομένων. Προβάλλεται με ικανοποιητική σαφήνεια η βάση της αγωγής και όλες οι ισχυριζόμενες συναλλαγές επεξηγώντας τον τρόπο που εμπλέκονται οι εναγόμενοι, καθώς επίσης και τις θεραπείες που αξιώνουν. Στο στάδιο αυτό δεν απαιτείται λεπτομερής εξέταση των πραγματικών και νομικών δεδομένων της υπόθεσης. Από την όλη πλοκή των γεγονότων που προβάλλονται από τους ενάγοντες, προκύπτει εμπλοκή πράξεων και ιδιοτήτων μεταξύ των αλλοδαπών και ημεδαπών εναγομένων και αξιώνονται θεραπείες εναντίον τόσο των ημεδαπών όσο και των αλλοδαπών διαδίκων. Προβάλλεται ισχυρισμός περί διάπραξης αστικών αδικημάτων από τους Κύπριους εναγομένους και ισχυρισμός ότι εταιρείες που εδρεύουν στην Κύπρο έχουν ουσιαστικά οικειοποιηθεί περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης
  2. Ο τρόπος που παρουσιάζεται ότι έχουν εξελιχθεί τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα αγώγιμα δικαιώματα των εναγόντων εναντίον των αλλοδαπών εναγομένων δεν καθίσταται εφικτό να διαφοροποιηθούν από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα αγώγιμα δικαιώματα εναντίον των ημεδαπών εναγομένων. Συνακόλουθα καταλήγω ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι προϋποθέσεις που τίθενται τουλάχιστον από τη Δ.6 Θ.1(h). Ένα θέμα που εγέρθηκε από τον κ. Πίττα κατά το στάδιο των αγορεύσεων, χωρίς να περιλαμβάνεται στους λόγους ένστασης είναι ότι η επίδοση στους εναγόμενους 1, 6, 17, 18 και 19 έγινε με βάση αίτηση ημερ. 2.12.2011 και διάταγμα ημερ. 13.12.2011 και όχι με βάση το διάταγμα ημερ. 1.11.2011 και γι αυτό και η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί συνοπτικά εναντίον των εν λόγω εναγομένων. Επειδή δεν κατέστη δυνατή η επίδοση με βάση το διάταγμα ημερ. 1.11.2011, ανέφερε ο συνήγορος, στη συνέχεια οι ενάγοντες καταχώρησαν νέα αίτηση (ημερ. 2.12.2011) με την οποία ζητούσαν ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος και επίδοση στους εν λόγω εναγομένους με διπλοσυστημένη επιστολή. Η Δ.48 Θ. 4 προνοεί την εξειδίκευση των λόγων ένστασης στο σώμα της ένστασης. Στην υπόθεση Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 92 επισημαίνεται ο επιτακτικός χαρακτήρας της εν λόγω δικονομικής διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό, στο σώμα της γραπτής ένστασης, των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει την αντίδικο του σε ποιους ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο δικαστήριο. Βέβαια στη παρούσα περίπτωση το θέμα που εγείρεται είναι εμφανές από το φάκελο του Δικαστηρίου και γι αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση. Η αίτηση ημερ. 11.1.2011 με βάση το αιτητικό Α αποσκοπούσε στην σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και στην επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, μεταξύ άλλων, στους εναγόμενους 1, 6, 17, 18 και 19 ενώ με τα υπόλοιπα αιτητικά ζητείτο η επίδοση με καθορισμένο τρόπο στους διάφορους εναγόμενους που βρίσκονται ή εδρεύουν εκτός δικαιοδοσίας. Με την αίτηση ημερ. 2.12.2011, ζητείτο η ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους εναγόμενους 1, 6, 17, 18 και 19 με διαφορετικό τρόπο καθότι δεν κατέστη δυνατό να γίνει επίδοση σύμφωνα με το πρώτο διάταγμα. Με το αιτητικό Β στην παρούσα αίτηση ζητείται ο παραμερισμός των διαταγμάτων ημερ. 11.1.2011 καθώς και οτιδήποτε τα έχει ακολουθήσει ή στηριχθεί σε αυτά. Σημειώνεται δε ότι αυτό που αμφισβητείται με την παρούσα αίτηση δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο επιτεύχθηκε η επίδοση αλλά ουσιαστικά η άδεια που δόθηκε για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Συνακόλουθα δεν κρίνω ότι θα μπορούσα να απορρίψω το αιτητικό Β με τον τρόπο που εισηγείται ο κ. Πίττας. Ένα άλλο θέμα που εγέρθηκε από τους καθ΄ ων η αίτηση είναι η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Από το φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι αιτητές και στις δύο αιτήσεις καταχώρησαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου και με αιτήσεις που ακολούθησαν τους δόθηκε παράταση χρόνου για καταχώρηση των σχετικών αιτήσεων παραμερισμού. Οι δε υπό εξέταση αιτήσεις καταχωρίστηκαν εντός του χρόνου που δόθηκε από το Δικαστήριο. Θα προχωρήσω να εξετάσω το δεύτερο σκέλος του αιτητικού Β, ότι δηλαδή οι ενάγοντες πέτυχαν την έκδοση των διαταγμάτων του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.1.2011 κατόπιν απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων ή παραπλάνησης ή εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Τόσο στην ένορκη δήλωση του Χαράλαμπου Παπά, όσο και στην ένορκη δήλωση του Θωμά Χριστοδούλου που συνοδεύουν τις δυο αιτήσεις παρατίθενται με λεπτομέρεια τα γεγονότα που κατ' ισχυρισμό οι ενάγοντες όφειλαν να είχαν αποκαλύψει στο Δικαστήριο όταν είχαν αποταθεί σε αυτό μονομερώς και τα οποία μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:
  1. Λεπτομέρειες της Αγγλικής διαδικασίας.
  2. Την έκθεση του εμπειρογνώμονα επί του Ουκρανικού Δικαίου S. Onischenko, Τεκμ.1 και στις δυο ένορκες δηλώσεις.
  3. Τα Τεκμ.2 και 2Α και στις δυο ένορκες δηλώσεις που αφορούν την αγωγή Pacific International Sports Clubs Ltd v. Soccer Marketing International Ltd and Others ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων. Σύμφωνα με τους αιτητές η απόκρυψη αυτών των γεγονότων και η αντ' αυτών προβολή της γνωμάτευσης του Myronenko είναι ουσιαστική και μοιραία για την υπόθεση αφού στην πραγματικότητα συνιστά και προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου αναφορικά με το άρθρο 13 του Ουκρανικού Αστικού Κώδικα καθώς και τις διχογνωμίες στην Ουκρανία αναφορικά με την εμβέλεια της εφαρμογής του η οποία στην πραγματικότητα θα οδηγήσει το Κυπριακό Δικαστήριο σε περιπέτειες όταν θα κληθεί να αποφασίσει για θέματα του Ουκρανικού νόμου που φαίνεται να μην έχουν ακόμη επιλυθεί στην ίδια την Ουκρανία. Περαιτέρω οι αιτητές ισχυρίζονται ότι η αγωγή στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στο αδίκημα της συνομωσίας το οποίο οι ενάγοντες επικαλούνται να εμπλέξουν τους Κύπριους εναγόμενους, όμως από τα πιο πάνω τεκμήρια και την απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου προκύπτει ότι το αδίκημα της συνομωσίας είναι ανύπαρκτο στον Ουκρανικό Νόμο. Συνακόλουθα η απόκρυψη του γεγονότος αυτού από το Δικαστήριο ήταν ουσιαστική. Επίσης ουσιαστική απόκρυψη αποτελεί και η παράλειψη των εναγόντων να αναφέρουν την, σύμφωνα με τους δικούς τους εμπειρογνώμονες στην Αγγλία, περιορισμένη εφαρμογή του άρθρου 13 του Ουκρανικού Αστικού Κώδικα. Δεν μπορεί οι ενάγοντες να ισχυρίζονται ενώπιον του Κυπριακού Δικαστηρίου το αντίθετο από το ότι είχαν ισχυριστεί στο Αγγλικό, χωρίς να ενημερώνουν το Δικαστήριο σχετικά. Η αίτηση για σφράγιση του κλητηρίου και επίδοση του εκτός δικαιοδοσίας γίνεται με μονομερή αίτηση και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v. Fiat Auto S.P.A. (πιο πάνω) σελ. 458: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and Another
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1987)1 C.L.R. 297. Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and Others,
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030. Στη Zachariades v. Liveras and Others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co., [1939] 4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) για να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και Άλλου
(1990)1 Α.Α.Δ. 219 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co, και Άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 490, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρηση της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria [1984] 1 All E.R. 1126 (CA). The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink's Mat Ltd Elombe [1988] 1 W.L.R. 1350 (C.A.). Γρηγορίου Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. και Άλλοι v. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 A.A.Δ.
  1. Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής." Ο κ. Πίττας στη γραπτή του αγόρευση σελ.46-61 αναλύει όλες τις ισχυριζόμενες παραλείψεις των εναγόντων κατά την υποβολή της μονομερούς αιτήσεως ημερομηνίας 1.11.
  2. Συνοπτικά παρατίθενται οι θέσεις του: Αναφορικά με την ισχυριζόμενη παράλειψη των εναγόντων να αναφερθούν στο ότι η βάση της Αγγλικής αγωγής ήταν το αδίκημα της συνομωσίας όπως είναι και η βάση της παρούσας αγωγής, ο κ. Πίττας παρέπεμψε στην ένορκη δήλωση Σοφοκλέους ημερομηνίας 21.12.2010, παραγρ. 42-45 όπου οι ενάγοντες, σύμφωνα με την εισήγηση του, προέβησαν σε πλήρη αποκάλυψη των πιο ουσιωδών γεγονότων και διαφορών των διαδίκων στην Αγγλική υπόθεση Pacific, επισύναψαν αντίγραφο της σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου και επέσυραν την προσοχή του Δικαστηρίου στα ουσιώδη στοιχεία της απόφασης. Αναφορικά με την γνωμάτευση του Οnishenko ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι αυτή δεν αποτελούσε ουσιώδες γεγονός για να αποκαλυφθεί και ότι ήταν εντελώς άσχετη με τα επίδικα θέματα. Ο ισχυρισμός περί μη αποκάλυψης ότι στην Αγγλική υπόθεση της Pacific οι εναγόμενοι υποστήριζαν με γνωματεύσεις Ουκρανών δικηγόρων ότι το άρθρο 13 του Αστικού Κώδικα της Ουκρανίας δεν είχε εφαρμογή στα γεγονότα της υπόθεσης, δεν ευσταθεί, συνεχίζει η εισήγηση, εφόσον οι ενάγοντες δεν είχαν καμία σχέση με τα επίδικα θέματα της εν λόγω αγωγής. Επίσης, με την παρουσίαση της απόφασης και με το περιεχόμενο των παραγράφων 42 - 45 της ένορκης δήλωσης Σοφοκλέους προέβησαν σε πλήρη αποκάλυψη όσων γεγονότων ήταν αναγκαία για τα δεδομένα της υπόθεσης. Το δε περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του Yuri Ramazanov που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση Χ. Παπά, σύμφωνα με τον κ. Πίττα ήταν τελείως άσχετο με τα επίδικα θέματα. Αναφορικά με την αντίθετη θέση για το ζήτημα ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος με βάση το άρθρο 13 του Αστικού Κώδικα της Ουκρανίας οι καθ' ων η αίτηση παραπέμπουν μεταξύ άλλων στις παραγρ. 61.6 - 61.12 της ένορκης δήλωσης Σοφοκλέους και περαιτέρω παραπέμπουν στα Τεκμ.28 και 28Α της ένορκης δήλωσης Σοφοκλέους. Αποτελεί εισήγηση του κ. Πίττα ότι αποτελεί ξεκάθαρη θέση των εναγόντων ότι δεν δικαιούνται να εγείρουν παράγωγη αγωγή στην Ουκρανία, κάτι που γίνεται αποδεκτό και με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.5.2012 και πως καμιά παραδοχή δεν έκαναν οι ενάγοντες ότι τα Ουκρανικά Δικαστήρια είναι πιο βολικά να εκδικάσουν την υπόθεση. Περαιτέρω γίνεται παραπομπή στην παραγρ. 55 της ένορκης δήλωσης Σοφοκλέους αναφορικά με τα διαβήματα που είχαν λάβει οι ενάγοντες μέχρι τις 11.1.2011 στην Ουκρανία. Τα γεγονότα της απόφασης Pacific, ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος, δεν έχουν καμία σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης για την εξέταση ύπαρξης ή όχι δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Σ΄εκείνη την υπόθεση ο μόνος εναγόμενος που ήταν ημεδαπός ήταν Αγγλική εταιρεία η οποία είχε διαλυθεί και αποκατασταθεί από τους ενάγοντες για να χρησιμοποιηθεί από αυτούς ως όχημα για να τεκμηριώσει δικαιοδοσία των Αγγλικών Δικαστηρίων στους αλλοδαπούς εναγομένους. Αυτή η εταιρεία αποδεδειγμένα δεν είχε καμία περιουσία και ο ρόλος της στα επίδικα θέματα ήταν μηδαμινός. Περαιτέρω, στην υπόθεση Pacific, οι ενάγοντες στήριξαν την αγωγή τους στο αδίκημα της συνωμοσίας και μετά που πέτυχαν την έκδοση της άδειας για επίδοση στην αλλοδαπή αιτήθηκαν να τροποποιήσουν την βάση της αγωγής τους για να εισάξουν το αγώγιμο δικαίωμα της παράβασης του άρθρου 13 του Αστικού Κώδικα της Ουκρανίας, αίτημα που δεν τους επετράπη. Εξέτασα τις θέσεις των δυο πλευρών υπό το φως των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η μονομερής αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 11.1.
  3. Στην ένορκη δήλωση του κ. Σοφοκλέους ημερ. 21.12.2010 επί της οποίας στηρίζεται, μεταξύ άλλων, η εν λόγω αίτηση γίνεται αναφορά στις παραγράφους 42 - 45 στις σχέσεις του Igor Surkis και του εναγομένου 15 οι οποίες περιγράφονται ως φιλικές και πολύ στενές μέχρι το τέλος του 2001 και ακολούθως τις διαφορές που προέκυψαν μεταξύ τους, οι οποίες εστιάζονται, μεταξύ άλλων στη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της DYNAMO KIEV και στις αγωγές που καταχωρήθηκαν από τον εναγομένο 15 μέσω της εταιρείας του PACIFIC INTERNATIONAL SPORTS CLUB LTD η οποία, σε κάποιο στάδιο ήταν μέτοχος της DYNAMO KIEV. Στα πλαίσια αυτά γίνεται αναφορά στην απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου που δόθηκε στην αγωγή της Pacific εναντίον της Αγγλικής εταιρείας Soccer Marketing International Ltd προκειμένου, κατ΄ ισχυρισμό των καθ΄ων η αίτηση, να είναι σε θέση να συνενώσει, μεταξύ άλλων, στις αγγλικές διαδικασίες τον Igor Surkis και άλλα πρόσωπα. Πέραν του ότι η απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση, θεωρώ ότι η σχετικότητα αυτής της αγωγής περιορίζεται στο να εξηγήσει τις διαφορές που προέκυψαν μεταξύ του Surkis και του εναγομένου 15 και δεν κρίνω ότι αυτή έχει οποιαδήποτε άμεση σχέση με το κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των αλλοδαπών εναγομένων και κατά πόσο το Κυπριακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία. Εν πάση περιπτώσει έχοντας εξετάσει τα γεγονότα που παρατίθενται από τους ενάγοντες στην σχετική αίτηση, δεν κρίνω ότι οι καθ΄ων η αίτηση προέβησαν σε απόκρυψη οποιωνδήποτε ουσιωδών γεγονότων όπως ισχυρίζονται οι αιτητές. Σίγουρα υπάρχει διαφορετική θεώρηση των θεμάτων που εγείρονται από τις δύο πλευρές. Στην όλη υπόθεση εμπλέκονται αρκετά άτομα φυσικά και νομικά, υπάρχουν διάφορες συναλλαγές οι οποίες θα πρέπει να εξεταστούν και εγείρονται θέματα Ουκρανικού νόμου. Θεωρώ όμως ότι οι ενάγοντες με αρκετή σαφήνεια προβάλλουν τις θέσεις τους και δεν προέβησαν σε απόκρυψη οποιουδήποτε γεγονότος που να κρίνεται ως ουσιώδες για τα επίδικα θέματα της αίτησης. Αναφορικά με το αιτητικό Γ, αποτελεί θέση των αιτητών ότι η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο μέρος (forum) για να εκδικαστεί η υπόθεση και ότι αυτή θα έπρεπε να εγερθεί στα δικαστήρια της Ουκρανίας. Τονίζονται, μεταξύ άλλων, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τα ακόλουθα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της θέσης των αιτητών: Όλα τα γεγονότα που συνθέτουν το πραγματικό πλέγμα της υπόθεσης έχουν λάβει χώραν ή διαδραματισθεί στην Ουκρανία. Οι κύριοι πρωταγωνιστές της υπόθεσης είναι Ουκρανοί ή εν πάση περιπτώσει αλλοδαποί. Η διαφορά αποτελεί μέρος ευρύτερης διαμάχης μεταξύ των πρωταγωνιστών που έλαβε χώρα στην Ουκρανία και σε διάφορες φάσεις της έτυχε χειρισμού από τα Ουκρανικά Δικαστήρια και φαίνεται να συνεχίζεται. Ο νόμος σύμφωνα με τον οποίο θα πρέπει να αποφασισθεί η υπόθεση είναι ο Ουκρανικός ο οποίος καθ΄ όσον αφορά πλείστο μέρος της διαφοράς είναι αδιευκρίνιστος χωρίς ακόμη να έχει τύχει επαρκούς ερμηνείας από τα ίδια τα Ουκρανικά Δικαστήρια τα οποία είναι τα μόνα αρμόδια ή τουλάχιστον αρμοδιότερα από τα Κυπριακά να τον διευκρινίσουν. Για την ίδια διαφορά έχουν λάβει χώραν διάφορες διαδικασίες στην Ουκρανία μερικές από τις οποίες συνεχίζουν να εκκρεμούν. Οι Κύπριοι εναγόμενοι δεν γνωρίζουν οτιδήποτε για την υπόθεση ούτε και είχαν σε αυτή καμιά συμμετοχή. Πέραν τούτου δεν διαθέτουν περιουσία που να μπορεί να καλύψει την απαίτηση. Όλα τα έγγραφα που θα πρέπει να παρουσιασθούν που φαίνεται να είναι ογκώδη είναι στα Ουκρανικά ή εν πάση περιπτώσει σε ξένη γλώσσα που θα πρέπει να μεταφρασθούν. Πολλές από τις πράξεις που αποτελούν αντικείμενο της διαφοράς είναι αποφάσεις εταιρειών στην Ουκρανία η λειτουργία των οποίων και τα έγγραφα που την αφορούν θα είναι δύσκολο να προσκομισθούν και να επεξηγηθούν στο Δικαστήριο. Οι μάρτυρες της υπόθεσης θα είναι Ουκρανοί ή Ρώσοι με αποτέλεσμα να επιμηκυνθεί αχρείαστα η διαδικασία λόγω μεταφράσεων και θα δημιουργηθούν τεράστια και δυσανάλογα έξοδα για τη μεταβίβαση τους στην Κύπρο, τη διαμονή τους και τη λήψη μαρτυρία από αυτούς. Σύμφωνα με τη Διμερή Σύμβαση μεταξύ Ουκρανίας και Κύπρου το δικαίωμα για εκδίκαση της διαφοράς ανήκει στην Ουκρανία. Σημειώνεται ότι στα πλαίσια εξέτασης αυτού του αιτητικού εξέτασα και τη μακροσκελή έκθεση απαίτησης που έχει καταχωριστεί. Στην αγόρευση του ο κ. Βελάρης αναφέρει ότι κεντρική αυθεντία γι αυτό το ζήτημα εξακολουθεί να είναι η απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Spiliada Maritime Corporation v. Consulex Ltd
(1987)1 AC 460 με ειδική αναφορά στη σελ. 476: «(
  1. a)In a stay case the Court already has jurisdiction and the issue is why the Court should not exercise that jurisdiction. In addressing that issue, the Court must first consider whether there is a forum outside England which is the natural forum. If there is, the Court will ordinarily grant a stay unless there are circumstances by reason of which justice requires that a stay should nevertheless not be granted. The burden of proving that there is a forum outside England which is the natural forum rests on the defendant. In a stay, if the Court is satisfied that the prima facie natural forum is outside England, however, the burden shifts to the claimant to show that there are special circumstances by reason of which justice requires that a stay should nevertheless not be granted. [vid pp. 476-478.] (
  2. b)In a case involving service out of the jurisdiction the issue is why the Court should take jurisdiction at all. In addressing that issue, the Court must consider whether England is the natural forum ("first stage"). If it is, the Court will normally grant permission to serve out of the jurisdiction unless there are circumstances by reason of which justice requires that service out of the jurisdiction should nevertheless be refused ("second stage"). In short, the Court takes jurisdiction over the case because England is the natural forum. The burden of proving that England is the natural forum rests on the claimant. In a service out case, if the Court is satisfied that the prima facie natural forum is England, however, the burden shifts to the defendant to show that there are special circumstances by reason of which justice requires that service out should nevertheless be refused. [vid pp. 477-478 and 480-481.]» Στην παρούσα υπόθεση, αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος ικανοποιούνται και τα δύο σκέλη της πιο πάνω απόφασης. Οι δε ενάγοντες δεν αναφέρουν οποιοδήποτε πειστικό λόγο γιατί η υπόθεση δε θα μπορούσε ή δε θα έπρεπε να εκδικασθεί στην Ουκρανία ή ότι θα ήταν καλύτερα αν εκδικαζόταν στην Κύπρο, όπως απαιτείται από τη νομολογία σύμφωνα με την υπόθεση Abidin Daver
(1984)1 AC 398 στη σελ
  1. Ο κ. Βελάρης έκανε εκτενή αναφορά τόσο στη νομολογία που διέπει το θέμα όσο και στα στοιχεία που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, συνηγορούν ότι η Ουκρανία είναι το κατάλληλο βήμα για εκδίκαση της αγωγής. Ο συνηγόρος αναφέρθηκε και στην απόφαση της κας Σωκράτους ημερ. 18.5.2012 στην οποία, όπως είπε, διαπιστώνεται ότι πλείστα από τα αντικείμενα της αγωγής αφορούν εταιρικές διαφορές, με αποτέλεσμα, ανεξάρτητα από την κατάληξη της δικαστού ένεκα και των άλλων απαιτήσεων ότι τα δικαστήρια της Ουκρανίας δεν είχαν αποκλειστική δικαιοδοσία εντός της εννοίας του άρθρου 22 του Καν. 44/2001, εν τούτοις η ύπαρξη τους και μόνο, ανέφερε ο συνήγορος, συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι καταλληλότερα να ασχοληθούν με αυτά θα ήταν τα δικαστήρια της Ουκρανίας και πως το ότι δεν έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία δεν σημαίνει και ότι δεν είναι τα πλέον κατάλληλα. Παρόλον ότι το δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει ότι έχει δικαιοδοσία, επειδή οι επίδικες διαφορές δεν περιορίζονται μόνο σε εταιρικά θέματα όπου θα είχε αποκλειστική δικαιοδοσία η Ουκρανία, εισηγήθηκε ο κ. Βελάρης, δεν σημαίνει ότι λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης η Ουκρανία δεν θα ήταν το καταλληλότερο βήμα να επιληφθεί της διαφοράς. Με βάση δε τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η Ουκρανία είναι το καταλληλότερο βήμα και δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος που να εμποδίζει την υπόθεση να εκδικασθεί εκεί. Σε ό,τι αφορά τα άλλα θέματα για τα οποία το Δικαστήριο στην απόφαση του της 18.5.2012 έκρινε ότι θα μπορούσε να αναλάβει δικαιοδοσία, αυτά δεν θα έπρεπε καν να ληφθούν υπόψη γιατί είναι ασαφή και νεφελώδη και δεν υποστηρίζονται από απαιτούμενες λεπτομέρειες. Έστω όμως και αν ληφθούν υπόψη, με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης τα οποία ανέλυσε, όλα έλαβαν χώρα στην Ουκρανία, η ζημιά έχει προκύψει εκεί και όλες οι ενέργειες στο βαθμό που δεν είναι εταιρικά θέματα είναι αστικά αδικήματα που έχουν λάβει χώρα στην Ουκρανία. Το φυσικό βήμα για εκδίκαση της διαφοράς είναι η Ουκρανία και η όποια απόφαση που τυχόν εκδοθεί προς όφελος των εναγόντων θα μπορούσε να εκτελεστεί στη Κύπρο με βάση την διμερή σύμβαση μεταξύ Κύπρου και Ουκρανίας για αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων και επομένως οι ενάγοντες δεν θα υφίσταντο οποιαδήποτε ζημιά από τον τερματισμό της αγωγής στη Κύπρο. Αντίθετη επί του προκειμένου η θέση του κ. Πίττα ο οποίος εισηγήθηκε πως η αγωγή εναντίον των ημεδαπών εναγομένων έχει εγερθεί νομότυπα και ήδη το δικαστήριο αποφάσισε με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 18.5.2012 ότι οι εναγόμενοι θα πρέπει να εναχθούν στην Κύπρο με βάσει το άρθρο 2 του ΕΚ 44/
  2. Οι απαιτήσεις των ημεδαπών εναγομένων, συνεχίζει η εισήγηση, είναι συνυφασμένες με αυτές εναντίον των αλλοδαπών εναγομένων και στηρίζονται στα ίδια γεγονότα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος με αναφορά στις αρχές που τέθηκαν στην Owusu v. Jakson Case C-281/02 καθώς και σε κυπριακές αποφάσεις που την ακολούθησαν και σε γνωμάτευση Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για την ικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να υπογράψει την νέα Συνθήκη Βρυξελλών, ήτοι την ΕΚ 44/2001 εισηγήθηκε πως το αιτητικό Γ θα πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμο γιατί η εν λόγω θεωρία του forum conveniens δεν έχει καμία εφαρμογή πλέον στην Ευρωπαϊκή Ένωση με βάσει τις πρόνοιες του ΕΚ 44/
  3. Βασικό στοιχείο στην εξέταση του θέματος αποτελεί η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 18.5.2012 όπου το Δικαστήριο εξέτασε αίτηση των ημεδαπών εναγομένων για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και/ή της επίδοσης του λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και διαζευκτικά απόρριψη της αγωγής για τον ίδιο λόγο. Οι εκεί αιτητές επικαλέστηκαν ύπαρξη αποκλειστικής δικαιοδοσίας Ουκρανικού Δικαστηρίου όπου η εναγόμενη 1 έχει την έδρα της, δυνάμει του άρ. 22.2 του Κανονισμού ΕΚ 44/2001 του Συμβουλίου. Παραπέμπω στις σελίδες 29 και 30 της εν λόγω απόφασης: «Όπως είναι διατυπωμένη η έκθεση απαίτησης εκείνο που παρουσιάζεται αξιούμενο είναι αποζημιώσεις συνεπεία των «απατηλών» συναλλαγών και της μη καταβολής μερίσματος. Δεν επιδιώκεται η ανατροπή των αποφάσεων ή η ακυρότητα της παράλειψης των οργάνων της εναγόμενης 1, αλλά τα ζημιογόνα αποτελέσματα, από τις άνω πράξεις, ενέργειες και παραλείψεις. Ζημιές οι οποίες προκλήθηκαν από αδικοπραξίες κατά παράβαση άρθρων του Αστικού Ουκρανικού Κώδικα. Στην κρινόμενη περίπτωση, αναδεικνύονται συναλλαγές οι οποίες οδήγησαν σε αποξένωση περιουσίας της Εναγομένης 1 ήτοι διάθεση μετοχών και παροχή δανείου χωρίς εμφανές αντάλλαγμα. Περιουσία, η οποία περιήλθε εμμέσως στην κατοχή του Εναγομένου 15 με τη συμβολή και βοήθεια του Εναγομένου 33 ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου της Εναγομένης
  4. Κρίνεται πως οι συναλλαγές αυτές και τα γεγονότα που τις περιβάλλουν όπως ανωτέρω περιγράφησαν και εκτέθηκαν δεν είναι δυνατό να υπαχθούν στις περιπτώσεις που ρυθμίζει το άρθρο 22.2 του κανονισμού. Κρίνεται πως η αποξένωση και διάθεση αυτή μετοχών και χρημάτων και η περιέλευση τους στην κατοχή τρίτων, εκφεύγει της εφαρμογής του άρθρου τούτου αφού η κύρια διαφορά άπτεται των θεμάτων των συναλλαγών και όχι των αποφάσεων που οδήγησαν στη συνομολόγηση τους. Βέβαια οι επίδικες συναλλαγές και συμφωνίες φαίνεται να έγιναν μέσω διαδικασιών και αποφάσεων οργάνων της Εναγομένης
  5. Άλλες κανονικές και νομότυπες και άλλες όχι, όπως εισηγούνται οι Ενάγοντες. Σε κάθε όμως περίπτωση συναλλαγής εταιρείας είτε αυτή είναι σύμβαση συνεργασίας είτε σύμβαση δανείου προηγείται πάντοτε απόφαση κάποιων οργάνων της, αφού η εταιρεία ως νομικό πρόσωπο με αυτό τον τρόπο λειτουργεί. Εάν ερμηνεύονταν οι συναλλαγές και οι συμφωνίες αυτές ως αποφάσεις οργάνων, τότε θα έπρεπε όλες οι αγωγές που αφορούν εταιρείες να υπάγονται στη ρύθμιση του άρθρου 22.
  6. Όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, αφού όπως ανωτέρω επεξηγήθηκε μέσω της νομολογίας, σημασία έχει το αντικείμενο της διαφοράς που αναφύεται και το κύριο θέμα της δικαστικής διαδικασίας. Στην κρινόμενη περίπτωση όπου οι διαφορές δεν παρουσιάζονται να ανάγονται σε εσωτερική διαχείριση των θεμάτων της εταιρείας και η κύρια διαφορά είναι η ανωτέρω αναφερθείσα, κρίνεται πως δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 22.2 του κανονισμού και δεν τίθεται θέμα αποκλειστικής δικαιοδοσίας.» Η απόφαση αυτή του Δικαστηρίου αποτελεί δεδικασμένο και θεωρώ ότι δεν παρέχεται δυνατότητα απόκλισης από αυτή. Οι απαιτήσεις δε των ημεδαπών εναγομένων είναι άμεσα συνυφασμένες με αυτές των αλλοδαπών εναγομένων και στηρίζονται στα ίδια γεγονότα. Η υπόθεση Owusu v. Jakson Case C-281/02 [2005] QΒ 801 απόφαση του Δικαστηρίου Ευρωπαικών Κοινοτήτων στην οποία με παρέπεμψαν και οι δύο συνήγοροι, δίδοντας βέβαια διαφορετική ερμηνεία ως προς το αποτέλεσμα της, αφορά προδικαστικό ζήτημα που παραπέμφθηκε από Αγγλικό Δικαστήριο στο Ευρωπαικό Δικαστήριο για γνωμάτευση. Ο ενάγοντας, κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου ενοικίασε μία έπαυλη στην Jamaica μέσω ενός μεσίτη που διέμενε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο ενάγοντας τραυματίστηκε ενώ κολυμπούσε στην παραλία της εν λόγω έπαυλης και καταχώρησα αγωγή σε Αγγλικό Δικαστήριο εναντίον του Άγγλου μεσίτη και άλλων εναγομένων που διέμεναν στην Jamaica, εκ των οποίων ο ένας, ήταν ο ιδιοκτήτης της παραλίας στην οποία έπαθε το ατύχημα και ο άλλος είχε κάποιες άδειες χρήσης αυτής. Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι το κατάλληλο βήμα ήταν η Jamaica και όχι το Ηνωμένο Βασίλειο. Θα προβώ σε παράθεση κάποιων αποσπασμάτων από την εν λόγω απόφαση: Στην παράγραφο 37 αναφέρεται: "It must therefore be considered whether, in such circumstances, the Brussels Convention precludes a court of a Contracting State from applying the forum non conveniens doctrine and declining to exercise the jurisdiction conferred on it by Article 2 of that Convention. Στην παράγραφο 41 αναφέρεται: "Application of the forum non conveniens doctrine, which allows the court seised a wide discretion as regards the question whether a foreign court would be a more appropriate forum for the trial of an action, is liable to undermine the predictability of the rules of jurisdiction laid down by the Brussels Convention, in particular that of Article 2, and consequently to undermine the principle of legal certainty, which is the basis of the Convention." Στην παράγραφο 43 αναφέρεται: "Moreover, allowing forum non conveniens in the context of the Brussels Convention would be likely to affect the uniform application of the rules of jurisdiction contained therein in so far as that doctrine is recognized only in a Limited number of Contracting States, whereas the objective of the Brussels Convention is precisely to lay down common rules to the exclusion of derogating national rules." Στην παράγραφο 46 αναφέρεται: "In the light of all the foregoing considerations, the answer to the first question must be that the Brussels Convention precludes a court of a Contracting State from declining the jurisdiction conferred on it by Article 2 of that convention on the ground that a court of a non-Contracting State would be a more appropriate forum for the trial of the action even if the jurisdiction of no other Contracting State is in issue or the proceedings have no connecting factors to any other Contracting State." Ο κανόνας που διατυπώθηκε στην Owusu v. Jakson υιοθετήθηκε στην υπόθεση Hampton Advisory Group SA v. Bost AD κ.ά. Πολ. Έφ. 13/2009 ημερ. 27.3.2012 όπου το Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά: «Περαιτέρω, όπως ορθά υποδεικνύει η εταιρεία στο περίγραμμα της, η γνωμάτευση αυτή παρέλειψε να αναφέρει ότι η Βουλγαρία αποτελεί κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2007 και παρέλειψε να λάβει υπόψη τον Κανονισμό 44/2001, περιλαμβανομένης και της απόφασης Owusu v. Jackson and Others (Case C-281/02) [2005] QB 801, του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στην οποία τονίστηκε το επιτακτικό της πρόνοιας του άρθρου 2 του Κανονισμού 44/2001 και ότι οι συντάκτες της Σύμβασης των Βρυξελλών δεν προέβλεψαν για εξαίρεση στη βάση του forum non conveniens. Ορθά, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι τα ζητήματα δικαιοδοσίας Δικαστηρίου ρυθμίζονται με το δικαιοδοτικό Νόμο και τη ρητή γραπτή συμφωνία των μερών." Στην υπόθεση Digimed Communications Ltd v. Nera ASA κ.ά.
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 625, στις σελ. 636-637 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Με την είσοδο της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενεργοποιήθηκε με την ενσωμάτωση του κοινοτικού κεκτημένου ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου. Με γνώμονα τις εισαγωγικές διατάξεις, οι «δικαστικές διαφορές που υπάγονται στον κανονισμό πρέπει να παρουσιάζουν σύνδεσμο με το έδαφος» (σκέψη
(8). Επιδιώκεται ταυτοχρόνως με τη σκέψη
(11)η τήρηση της αρχής της «γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου». Παραλλήλως, οι πρόνοιες του κανονισμού δεν στοχεύουν να εξαφανίσουν «την αυτονομία των μερών μιας σύμβασης» για το καθορισμό του αρμοδίου, για την επίλυση μιας διαφοράς, δικαστηρίου (σκέψη 14). Για ικανοποίηση των πιο πάνω σκοπών, το άρθρο 2.1 του Κανονισμού, καθορίζει την τοπική δικαιοδοσία, που αναφύεται από την κατοικία του εναγομένου. Στην περίπτωση του εναγομένου 7, που, όπως αναφέραμε πιο πάνω, αυτός κατοικεί στην Κύπρο, δικαιοδοσία αποκτούν τα Κυπριακά δικαστήρια. Οι υπόλοιποι εναγόμενοι, (1, 2, 3, 4, 5, 6, 8 και 9) που επίσης αποτελεί κοινό έδαφος, ότι είχαν την κατοικία ή έδρα τους, εκτός Κύπρου, μπορούν με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 3, του Κανονισμού, να εναχθούν σε άλλο κράτος μέλος, από αυτό της κατοικίας, υπό τον όρο ότι ισχύουν οι πρόνοιες των άρθρων 2-
  1. Κάτω από το γενικό τίτλο «Ειδικές Διατάξεις» που περιλαμβάνεται στο Τμήμα 2 του Κανονισμού και ειδικότερα στο εδάφιο 3, του άρθρου 5, γίνεται αναφορά σε «ένοχη αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία» που προσδίδει δικαιοδοσία στον τόπο όπου αυτές έχουν συμβεί. Στην εξεταζόμενη υπόθεση, προβλήθηκε ότι μεταξύ των χωρών, εντός των οποίων διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της υπόθεσης, που έδωσαν το έναυσμα για τη γένεση του αγωγίμου δικαιώματος των εφεσειόντων, είναι και η Κύπρος. Το άρθρο 6 του Κανονισμού προχωρεί πιο εξειδικευμένα και επιτρέπει την «συνεκδίκαση» απαιτήσεων, στον τόπο κατοικίας ενός από τους εναγόμενους. Θέτει ως προϋπόθεση την ύπαρξη «στενής συνάφειας» μεταξύ των αγωγών. Ο σκοπός παρόλο που προσδιορίζεται στο εν λόγω άρθρο, είναι προφανής, και είναι μεταξύ άλλων η αποφυγή έκδοσης ασυμβιβάστων αποφάσεων από τη χωριστή εκδίκαση. ..............................." Αποτελεί θέση των αιτητών ότι ο κανόνας είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται εξαίρεση πέραν από εκείνες που ρητά αναφέρονται στον σχετικό κανονισμό. Παρά ταύτα, αναφέρεται στην αγόρευση τους, οι κανόνες δικαίου έχουν σκοπό και στόχο την καλύτερη και δικαιώτερη απονομή της δικαιοσύνης και όχι την καταχρηστική χρησιμοποίηση του για αλλότριους σκοπούς. Στην προκείμενη περίπτωση θέση των αιτητών είναι ότι οι ενάγοντες καταχρηστικά ενέπλεξαν Κύπριους εναγόμενους σε μια διαφορά με την οποία δεν είχαν καμμιά σχέση για να υποκλέψουν τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Είναι γεγονός ότι ο κανόνας που διατυπώθηκε στην Owusu v. Jakson είναι απόλυτος. Στην παρούσα υπόθεση υπάρχουν ημεδαποί εναγόμενοι οι οποίοι ενάχθηκαν στην Κύπρο με βάση το άρθρο 2 του ΕΚ 44/
  2. Οι αιτητές που είναι κάτοικοι χώρας εκτός Ευρωπαικής Ένωσης συνενώθηκαν ως αναγκαίοι διάδικοι στην παρούσα αγωγή όπως αναλύθηκε πιο πάνω. Επίσης οι αξιώσεις εναντίον των αιτητών στην παρούσα υπόθεση στηρίζονται στα ίδια γεγονότα με αυτά των ημεδαπών εναγομένων. Συνακόλουθα θεωρώ ότι υπάρχει στενή συνάφεια μεταξύ των απαιτήσεων εναντίον των ημεδαπών και αλλοδαπών εναγομένων ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνωνς, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων, όπως προνοείται από το άρθρο 6
(1)του ΕΚ 44/2001. Η θέση του κ. Βελάρη ότι οι ημεδαποί εναγόμενοι προσετέθησαν μόνο για να υφαρπάσουν την δικαιοδοσία των Κυπριακών δικαστηρίων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή με βάση τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου και έχοντας υπόψη την προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου στην οποία έχω αναφερθεί πιο πάνω, από την οποία δεν θα μπορούσα να παρεκκλίνω υπό τις περιστάσεις. Εν όψει όλων των πιο πάνω και οι δύο αιτήσεις απορρίπτονται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση - εναγόντων. (Υπ.) .............. Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ Πιστον Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - paramerismos klitiriou cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.