ALPHA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ LTD ν. ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4100/2011, 30/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A123 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4100/2011 Μεταξύ: ALPHA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ LTD, από τη Λευκωσία Εναγόντων και 1. ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ, από τη Λεμεσό 2. ΣΤΕΛΛΑ ΚΑΥΚΑΡΗ, από τη Λεμεσό 3. ΒΑΣΩ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ, από τη Λεμεσό Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 09.01.13 για παραμερισμό δικαστικής απόφασης Ημερομηνία: 30.04.13 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο 1-Αιτητή: κα Γ. Βλαδιμήρου Για Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση: κα Π. Καλυβίτου για κ.κ. Γ. Γιάγκου & Σία (η κα Θωμά για ν' ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο Αιτητής αιτείται τα εξής: (α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) την δικαστική απόφαση ημερομηνίας 13.01.12. (β) Αναστολή εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 13.01.12 που εκδόθηκε ερήμην του μέχρι εκδίκασης της παρούσας αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση, η οποία έγινε δια κλήσεως, εδράζεται στη Διάταξη 17 Κανονισμό 10, στη Διάταξη 26 Κανονισμό 14, στη Διάταξη 35 Κανονισμοί 18 και 19, στη Διάταξη 48 Κανονισμοί 1, 2 και 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στη Νομολογία, στους Κανόνες Επιείκειας (equity) και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Αιτητή δικαιολογούν την επιτυχία της περιέχονται σε ένορκο δήλωση του ιδίου ημερομηνίας 09.01.13, συνοψίζονται ως εξής: - Η παρούσα αγωγή του επιδόθηκε στις 13.09.11 και στις 13.01.12 οι Καθ' ων η αίτηση εξασφάλισαν δικαστική απόφαση εναντίον του λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από μέρους του. - Ζητεί ακύρωση της δικαστικής απόφασης για τους πιο κάτω λόγους: Όταν του επιδόθηκε η αγωγή ήταν κλινήρης με αναρρωτική άδεια από τις 10.09.11 μέχρι τις 25.09.11 με σοβαρά σωματικά και ψυχικά προβλήματα υγείας τα οποία δεν του επέτρεπαν να λειτουργεί σαν φυσιολογικό άτομο και έτσι να μπορέσει να διορίσει δικηγόρο για την υπεράσπιση του. Παρόλο ότι τα προβλήματα υγείας εξακολουθούν να υπάρχουν βρήκε σε κάποια στιγμή καθαρή σκέψη και δύναμη να αναθέσει σε δικηγόρο την υπεράσπιση του όταν πληροφορήθηκε την εναντίον του έκδοσης απόφασης. Έχει πολύ καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής αφού τήρησε όλους τους όρους της συμφωνίας ημερομηνίας 14.11.11 σε αντίθεση με τους Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι διέρρηξαν ουσιώδεις όρους όπως η μη συνοδεία από αδειούχο ασφαλιστικό σύμβουλο, οφειλόμενα εισοδήματα, προμήθειες και αμοιβή. - Η παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης δεν έχει το στοιχείο της περιφρόνησης ή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας αλλά οφείλεται στην κακή κατάσταση της υγείας του. Αντίγραφο ιατρικού πιστοποιητικού ημερομηνίας 10.09.11 του Δρ. Φίλιππου Σιμιλλίδη επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ως Παράρτημα 1. Στις 19.03.13 οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί των ακόλουθων λόγων: 1. Η αίτηση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη και αστήριχτη εφόσον η ένορκος δήλωση που τη στηρίζει δεν βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, είναι παραπλανητική και περιέχει ψευδείς δηλώσεις. 2. Ο Αιτητής επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την υπόθεση σε βαθμό που να ισοδυναμεί με καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση. 3. Ο Αιτητής δεν απέδειξε την ύπαρξη σοβαρού λόγου για την μην εμφάνιση του στη διαδικασία. Αντιθέτως τα όσα αναφέρει στην παράγραφο 5 της ενόρκου δηλώσεως του αποτελούν κλασσική περίπτωση καταφρόνησης Δικαστηρίου. 4. Ο Αιτητής υπέδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση 15 μηνών από την προσωπική επίδοση της αγωγής μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης και αφού προηγουμένως οι Καθ' ων η αίτηση προχώρησαν σε μέτρα εκτέλεσης της απόφασης. 5. Η αίτηση γίνεται καταχρηστικά, κακόπιστα και με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης πλήττοντας καίρια τη διασφάλιση του δικαιώματος των Καθ' ων η αίτηση για την από προσκόμματος αποπεράτωση της υπόθεσης και τις ανάγκες διαφύλαξης της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων. 6. Ο Αιτητής απέτυχε και/ή δεν αποκάλυψε καθόλου καλή και νόμιμη υπεράσπιση ούτε και παρουσίασε ή αποκάλυψε οποιεσδήποτε ικανοποιητικές λεπτομέρειες, περιστατικά και στοιχεία για να πείσουν το Δικαστήριο ότι έχει καλή και συζητήσιμη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της σχετικής διαφοράς του με τους Καθ' ων η αίτηση. 7. Δεν φαίνεται να πληρούνται σε καμία περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος όπου έχουν καθοριστεί από τη σχετική νομολογία επί του θέματος. Η ένσταση στηρίζεται στη Διάταξη 17 Κανονισμοί 3, 11 και 13, στη Διάταξη 48 Κανονισμοί 1, 2, 3, 4 και 9(
- h)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6), στο άρθρο 32 του Ν.14/60 και επί των γενικών και/ή συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση ημερομηνίας 14.03.13 της κυρίας Χαράς Κωνσταντίνου, υπαλλήλου των Καθ' ων η αίτηση, της οποίας τα γεγονότα περιληπτικά είναι τα πιο κάτω: · Οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί προβλημάτων υγείας είναι εκ των υστέρων προφάσεις που δεν δικαιολογούν την απουσία του από τη δικαστική διαδικασία. Εξάλλου μετά την λήξη της αναρρωτικής άδειας του και μέχρι την έκδοση της δικαστικής απόφασης θα μπορούσε να είχε ενδιαφερθεί για την υπόθεση του. · Οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται τη θέση του Αιτητή περί καλής υπεράσπισης επί της ουσίας της αγωγής, την οποία θεωρούν αναληθή και έγινε στην προσπάθεια του να αποποιηθεί των συμβατικών υποχρεώσεων του που προκύπτουν από τη συμφωνία συνεργασίας ημερομηνίας 11.02.09 και όχι 14.11.11 όπως ισχυρίζεται ο Αιτητής, πολύ δε μετά που οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένταλμα κινητών εναντίον του ιδίου και της μητέρας, Εναγομένης 3 στην αγωγή, το οποίο και επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Αντίγραφο της συμφωνίας και του εντάλματος κινητών επισυνάπτονται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, στα πλαίσια υποστήριξης των εκατέρωθεν θέσεων και ισχυρισμών τους, περιορίστηκαν στο να υιοθετήσουν το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης τους που υπέβαλαν στο Δικαστήριο για διευκόλυνση του χωρίς έτσι να ασκήσουν το δικαίωμα που τους παρέχεται δυνάμει της Διάταξης 39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντα. Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης παρέχεται από τη Διάταξη 17 Κανονισμό 10 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και στη βάση των αρχών που η νομολογία έχει καθορίσει (βλέπε Λουκαΐδου v. Γερολέμου
(2000)1Α Α.Α.Δ. 333 και Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού 'Βοθροτέξ' Λτδ v. Φαντάκη
(2001)1Α Α.Α.Δ. 339). Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει δύο περιπτώσεις όπου είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης (βλέπε Τσεσμέλογλου v. Σοφοκλέους, Πολιτική Έφεση Αρ. 205/2010, ημερομηνίας 15.01.13):
(1)Όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, όπως π.χ. επίδοση όχι με το δέοντα τρόπο, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae.
(2)Όπου ο αιτητής παρουσιάζει δια ενόρκου δηλώσεως ύπαρξη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση ενώ ταυτόχρονα επεξηγεί το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης χωρίς τη συμμετοχή του. Η παρούσα περίπτωση εντάσσεται στη δεύτερη κατηγορία αφού ο Αιτητής παραδέχεται ότι του έγινε κανονικά η επίδοση πιστού αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος αλλά για τους λόγους που προβάλει στην ένορκο δήλωση του και που έχουν αναφερθεί πιο πάνω ισχυρίζεται ότι δικαιολογείται ο παραμερισμός της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του στις 13.01.12. Οι πιο πάνω αρχές αναδύθηκαν μέσα από τη γνωστή αγγλική απόφαση Evans v Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, η οποία και υιοθετήθηκε σε διάφορες αποφάσεις των κυπριακών δικαστηρίων όπως στην Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v Titan Constructions and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, στη Christophorou v Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, στη Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Δ. Σκάρος v Π. Χριστοδούλου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 291, Γιάννης άλλως Γιαννάκης Κουδουνάς v ΣΚΥΜΕ Λτδ κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 967, Γεώργιος Φρίξου Γιωργαλλίδης v Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101, στην Bush κ.α. v Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342, στην Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή Γιάννη) v Δήμος Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289 και στην Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ.2118. Για να στεφθεί με επιτυχία ο σκοπός του Αιτητή θα πρέπει ο τελευταίος να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει δύο παράγοντες θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, ήτοι από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (βλέπε Iason Travel & Tours Ltd v. L. Pashias Travel Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 145/2010, ημερομηνίας 19.02.13). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Η παρουσίαση εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης φαίνεται να αποτελεί σε τέτοια περίπτωση το πρωταρχικό κριτήριο. Η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης πρέπει να προκύπτει χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς απόδειξης ή κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλέπε Φραντζής v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Στην υπόθεση Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204 επισημάνθηκε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Το δε αποδεικτικό αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή καλόπιστης συζητήσιμης υπόθεσης έστω και εάν αυτό αμφισβητείται με την ένσταση, η οποία βεβαίως στην παρούσα περίπτωση δεν λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Χριστάκης Πίττας v Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761). Παρόλα αυτά, η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί επίσης να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης διότι σε μια τέτοια περίπτωση η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την κατά το δοκούν εκδήλωση της θέσης του εναγομένου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή (βλέπε Milouca Motor Tr. Ltd v Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Mine & Quarry Services Ltd v Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Κώστας Φραντζής v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Συνεπώς, παρά την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος ζητεί τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη και εξισώνεται σε περιφρονητική καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση (βλέπε Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Olga Kourbatova v. G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1Α Α.Α.Δ. 345 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ. 457). Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την επιτυχία της υπό κρίσης αίτησης, με το αντικείμενο της οποίας ασχολούνται οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 6ος και 7ος λόγοι ένστασης, οι οποίοι και εξετάζονται μαζί. Μέσα από την ένορκο δήλωση του ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι έχει πολύ καλή υπεράσπιση επειδή: (α) Ουδέποτε υπέγραψε συμφωνία ημερομηνίας 14.11.11 αφού παραιτήθηκε γραπτώς 10 ημέρες προηγουμένως. (β) Ενώ ο ίδιος δεν παρέβηκε οποιοδήποτε όρο της συμφωνίας που είχε με τους Καθ' ων η αίτηση, οι τελευταίοι παρέβησαν ουσιώδεις όρους όπως π.χ. το να μην συνοδεύεται από αδειούχο ασφαλιστικό σύμβουλο, αποστέρηση νόμιμης αμοιβής, εισοδήματα και δεδουλευμένες προμήθειες. (γ) Η απαίτηση των Καθ' ων η αίτηση συνιστά ποινή και όχι σε προϋπολογισθείσες αποζημιώσεις σε αντίθεση με το τι επιτρέπεται από τη νομοθεσία. (δ) Δεν προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά και δεν οφείλει κανένα ποσό στους Καθ' ων η αίτηση. Σε σχέση με το σημείο (α) είναι κοινό έδαφος των μερών ότι ο Αιτητής με επιστολή του ημερομηνίας 04.01.11 υπέβαλε την παραίτηση του στους Καθ' ων η αίτηση. Από μελέτη της έκθεσης απαίτησης αλλά και των επισυνημμένων στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση εγγράφων και που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, φαίνεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν ισχυρίστηκαν ποτέ υπογραφή εγγράφου ημερομηνίας 14.11.11 μεταξύ αυτών και του Αιτητή έτσι ώστε να καθιστά εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη τη θέση του Αιτητή που επικαλείται κάτι τέτοιο, πάντοτε με γνώμονα ότι ο Αιτητής υπέβαλε την παραίτηση του στις 04.01.
- Αυτό που οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίστηκαν είναι ότι η συνεργασία τους με τον Αιτητή εδραζόταν σε μεταξύ τους συμφωνία ημερομηνίας 11.02.09, της οποίας αναπόσπαστο μέρος αποτελεί έγγραφο ημερομηνίας 03.03.09 επίσης υπογραμμένο από τα ίδια συμβαλλόμενα μέρη. Σχετική είναι η παράγραφος 3 της έκθεσης απαίτησης. Με αυτά τα δεδομένα και σε συνδυασμό με την μη προσκόμιση οποιονδήποτε στοιχείων από μέρους του Αιτητή που θα καθιστούσαν συζητήσιμη τη θέση του αυτή ο εν λόγω ισχυρισμός του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του σημείου (β), ο Αιτητής ισχυρίζεται αποστέρηση νόμιμης αμοιβής, εισοδήματα και δεδουλευμένες προμήθειες. Ωστόσο πέραν αυτού του γενικού και αόριστου ισχυρισμού ο Αιτητής παρέλειψε να παρουσιάσει στοιχεία που να δείχνουν καλόπιστη συζητήσιμη υπόθεση στο θέμα αυτό. Όχι μόνο δεν παρουσιάζεται κάποιας μορφής ανάλυσης αμοιβών, εισοδημάτων και προμηθειών με παραπομπή σε συγκεκριμένα περιστατικά, γεγονότα και πελάτες αλλά ούτε καν γίνεται αναφορά στο ισχυριζόμενο ύψος οφειλομένου ποσού για έκαστο από αυτά. Εν πάσει περιπτώσει, εάν ο Αιτητής πιστεύει ότι οι Καθ' ων η αίτηση του οφείλουν οποιαδήποτε χρήματα μέσα από τη συνεργασία που είχαν μπορεί να προσφύγει στη δικαιοσύνη και με ξεχωριστή αγωγή να διεκδικήσει από τους Καθ' ωνη αίτηση αυτά που θεωρεί ότι δικαιούται. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο ισχυρισμός αυτός του Αιτητή στερείται του αποδειχτικού υλικού στο βαθμό που απαιτείται σε τέτοιες περιπτώσεις όπως την παρούσα καλύπτει και το μέρος αυτού που σχετίζεται με το θέμα αδειούχου ασφαλιστικού συμβούλου χωρίς να χρειάζεται οποιοσδήποτε περαιτέρω σχολιασμός. Επομένως, πρόκειται για ένα ισχυρισμό του Αιτητή που με τον τρόπο και τη μορφή που τέθηκε σαφώς και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Σε σχέση με το σημείο (γ) ο Αιτητής δεν παρέχει οποιαδήποτε στοιχεία ή λεπτομέρειες που θα καθιστούσαν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμο τον ισχυρισμό αυτό. Πρόκειται για ένα ακόμη γενικό και αόριστο ισχυρισμό που παραλείπει να αναφέρει στη βάση συγκεκριμένων πληροφοριών και επαρκών εξηγήσεων για ποιο λόγο οι απαιτήσεις των Καθ' ων η αίτηση θεωρούνται από τον Αιτητή ως ποινή (penalty) και όχι οφειλόμενα χρεωστικά υπόλοιπα που προέκυψαν μέσα από τη συνεργασία του με τους Καθ' ων η αίτηση, το ύψος των οποίων να οδηγεί έτσι σε γνήσια εκτίμηση της ζημιάς που οι Καθ' ων η αίτηση υπέστησαν εξ' υπαιτιότητας της συμπεριφοράς του Αιτητή σύμφωνα με τη συμφωνία συνεργασίας τους. Κατ' ακρίβεια καμία εξήγηση δεν παρέχεται και κανένα συγκεκριμένο στοιχείο ή γεγονός παρατίθεται. Συνεπώς και αυτός ο ισχυρισμός του Αιτητή είναι καταδικασμένος σε αποτυχία. Την ίδια αρνητική κατάληξη έχει και ο ισχυρισμός του Αιτητή στο σημείο (δ) αφού πρόκειται για μία εξίσου γενική και αόριστη θέση που δεν συνοδεύεται από σχετικά στοιχεία και λεπτομέρειες. Η μη προσκόμιση από μέρους του Αιτητή αναλυτικής κατάστασης λογαριασμού που να αφορά ολόκληρη τη διάρκεια της συνεργασίας του με τους Καθ' ων η αίτηση, αποδείξεις είσπραξης και πληρωμής και οτιδήποτε άλλο συναφές καθιστούν τον ισχυρισμό αυτό ανίσχυρο και στερούμενης αξίας για να ληφθεί υπόψη. Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και συνεπώς δεν πληρεί το πρώτο κριτήριο. Εξετάζοντας το δεύτερο κριτήριο ο Αιτητής επικαλείται ως λόγο για τον οποίο ο ίδιος παρέλειψε να εμφανιστεί καθώς και για το χρόνο που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης στα σοβαρά σωματικά και ψυχικά προβλήματα υγείας που ισχυρίζεται ότι αντιμετώπιζε και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει. Από τα ενώπιον μου στοιχεία και ανατρέχοντας στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης διαπιστώνω ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 02.09.11 υπό τη μορφή ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, πιστό αντίγραφο της οποίας επιδόθηκε προσωπικά στον Αιτητή στις 13.09.11 ενώ κατόπιν σχετικής αίτησης εκδόθηκε εναντίον του απόφαση στις 13.01.
- Στα πλαίσια τεκμηρίωσης της προϋπόθεσης αυτής ο Αιτητής απλά περιορίζεται στο να παρουσιάσει ένα ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 10.09.11 του Δρ. Φίλιππου Σιμιλλίδη με το οποίο δίδεται αναρρωτική άδεια από 10.09.11 μέχρι 25.09.
- Σε σχέση με το χρόνο μετά τη λήξη της αναρρωτικής περιόδου και παρόλο ότι ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι τα σωματικά προβλήματα υγείας του συνεχίστηκαν στα οποία και αποδίδει μέρος της αιτίας για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, εντούτοις ο ίδιος δεν προσκομίζει άλλο πιστοποιητικό που να θεμελιώνει τον ισχυρισμό του αυτό δείχνοντας συνέχιση ιατρικής παρακολούθησης του και/ή την θεραπεία που ο ιατρός του εισηγήθηκε και αυτός ακολούθησε. Για τα δε πολύ σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα που επικαλείται ότι αντιμετώπιζε και συνεχίζει να αντιμετωπίζει σε βαθμό που να μην μπορεί να λειτουργούσε όπως θα έπρεπε σαν φυσιολογικό άτομο στα οποία και επιρρίπτει το υπόλοιπο μέρος της ευθύνης για την καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης κανένα σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό επισυνάπτει. Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω παραλείψεων του, ο Αιτητής δεν αναφέρει πότε άρχισαν να συμβαίνουν τα οικογενειακά προβλήματα που τον οδήγησαν στα ψυχολογικά προβλήματα του, ούτε τοποθετεί χρονικά πότε βρήκε τη σκέψη και τη δύναμη να αποταθεί σε δικηγόρο για ανάληψη της υπόθεσης του αλλά ούτε και πότε αποτάθηκε σ' αυτόν για ετοιμασία της υπεράσπισης του αφήνοντας έτσι όλα τα ζητήματα αυτά να αιωρούνται. Θεωρώ ότι η πιο πάνω ενέργεια του να μη αναφέρει συγκεκριμένα πότε άρχισαν να συμβαίνουν τα οικογενειακά προβλήματα του, πότε μπόρεσε να αισθανθεί την ανάγκη να αποταθεί σε δικηγόρο και πότε ακριβώς χρονικά το έπραξε γίνεται σκόπιμα από τον ίδιο για να μην μπορέσει κάποιος να του αποδώσει αδικαιολόγητη αργοπορία και ολιγωρία στην παράλειψη του να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του, ιδιαίτερα όταν η εναντίον του δικαστική απόφαση εκδόθηκε στις 13.01.12, δηλαδή σχεδόν τέσσερις μήνες μετά τη λήξη της αναρρωτικής άδειας του. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν μπορώ να πω ότι ο Αιτητής έχει δικαιολογήσει την παράλειψη του να λάβει μέρος στη δικαστική διαδικασία. Περαιτέρω, έχω εκτιμήσει τη συμπεριφορά του Αιτητή σφαιρικά και συνολικά και μέσα από αυτή δεν μπορώ να αγνοήσω τελικά το γεγονός ότι παρόλο ότι έλαβε γνώση της αγωγής από τις 13.09.11 και παράλληλα η αναρρωτική άδεια του έληξε στις 25.09.11 και η εναντίον του απόφαση εκδόθηκε στις 13.01.12, εντούτοις ο ίδιος αντέδρασε μετά από 12 περίπου μήνες και τότε μόνο όταν οι Καθ' ων η αίτηση προχώρησαν με εκτέλεση της απόφασης με ένταλμα κατασχέσεως κινητής περιουσίας το οποίο καταχωρήθηκε στις 26.07.12 και στις 31.08.12 επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Επομένως, προκύπτει ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να δικαιολογήσει το χρόνο που διέρρευσε από την έκδοση της δικαστικής απόφασης μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης. Είναι πρόδηλο ότι η αίτησή του της 09.01.13 για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης στοχεύει αποκλειστικά στην αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης. Κάτω από τις προαναφερόμενες συνθήκες και παράλληλα κρίνοντας σωρευτικά και στο σύνολο τους τα γεγονότα που καλύπτουν την εκ μέρους του Αιτητή αντιμετώπιση της εναντίον του διαδικασίας, καταδεικνύεται ότι ο Αιτητής επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση, διαγωγή που, υπό τις περιστάσεις, θεωρώ ασυγχώρητη (βλέπε Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού 'Βοθροτέξ' Λτδ v. Φαντάκη
(2001)1Α Α.Α.Δ. 339 και Χριστάκης Πίττας v Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761). Κατά συνέπεια, ούτε αυτό το κριτήριο πληρείται. Έπεται ότι οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 6ος και 7ος λόγοι ένστασης επιτυγχάνουν. Παρά την προδιαγραφόμενη μοίρα της παρούσας αίτησης, για σκοπούς πληρότητας εξετάζω και τον 5ο λόγο ένστασης που αφορά ισχυρισμό περί κατάχρησης και κακοπιστίας στην υποβολή της αίτησης με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης, ο οποίος όμως δεν συγκεντρώνει πιθανότητες επιτυχίας καθότι στερείται του αναγκαίου πραγματικού υποβάθρου που θα τον θεμελίωναν. Συνεπώς, ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Υπό το φως όλων των προαναφερόμενων αρχών αλλά και παραμέτρων και περιστατικών που περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση καθώς και στη βάση των στοιχείων που τέθηκαν και στα πλαίσια του συμφέροντος της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του εναντίον της έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος υπό το σημείο (α) της υπό κρίσης αίτησης. Η αποτυχία του αιτήματος υπό το σημείο (α) συμπαρασύρει σε αποτυχία και κατ' επέκταση σε απόρριψη και το αίτημα υπό το σημείο (β). Εν πάσει περιπτώσει και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, η συμπεριφορά του Αιτητή να μην επιμένει στην εκδίκαση του αιτήματος υπό το σημείο (β) πριν από την εξέταση του αιτήματος υπό το σημείο (α) και παράλληλα η παντελής έλλειψη αναφοράς και σχολιασμού του θέματος αυτού τόσο μέσα από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την παρούσα αίτηση όσο και στη νομική επιχειρηματολογία της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Αιτητή καθιστά σαφή την πρόθεση του τελευταίου να μην εμμένει στην προώθηση και εξέταση του αιτήματος υπό το σημείο (β), την αξίωση του οποίου θεωρείται ότι εγκατέλειψε. Συνακόλουθα, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται στην ολότητα της. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για παραμερισμό δικαστικής απόφασης/Διάταξη 17 Κανονισμός 10 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο